sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: Ελλάδα

χαίρε σταυρε, οικουμένης φύλαξ

1176116_10200991043553183_1276714551_n

Γράφω και ακούω. Πώς το λέγαμε στο δημοτικό; Γράφω και μαθαίνω. Ε λοιπόν εγώ τώρα αντιστρέφω τους όρους. Ακούω και γράφω. Το φεγγάρι έχει ανέβει πια ψηλά στον ουρανό. Η ώρα περασμένη. Ένα σμάρι κόσμου έχει μαζευτεί σε ένα τηλεοπτικό στούντιο και περιμένει να ακούσει πώς θα σωθεί από έναν κύριο που πήρε το ακριβοπληρωμένο του σακίδιο επ’ ώμου και αποφάσισε ότι θα κινήσει τα νήματα της πολιτικής ζωής. Αυτή τη στιγμή που γράφω τον ακούω να μιλά. Ίσως και να θέλω να νυστάξω, ποιος ξέρει. Με νανουρίζει. Αυτή είναι η αλήθεια. Έχει ωραία χροιά. Προσπαθώ να πιάσω το βαθύτερο νόημα αυτών που λέει. Στις περισσότερες κουβέντες του δεν υπάρχει νόημα. Απολαμβάνω την τηλεοπτική δημοκρατία ωστόσο. Παρατηρώ ότι νέοι άνθρωποι τον ρωτούν με αγωνία και ολίγον τι θαυμασμό. Θαυμασμό. Άκουσον άκουσον. Λοιπόν είναι πολύ εύκολο να γίνεις πολιτικός ανήρ. Ή και θυγάτηρ. Φτιάχνεις λίγο το μαλλί. Όχι με τρόπο λαϊκό όπως η Σοφία Βούλτεψη. Λιγάκι πιο μοντέρνο. Λιγάκι πιο αφηρημένο. Λιγάκι πιο πιασάρικο. Ύστερα φτιάχνεις λίγο το ντύσιμο. Πετάς τσιτάτα. Καταργείς το χαμόγελο. Εισάγεις το μειδίαμα. Σηκώνεσαι όρθιος. Θα τους εκπλήξεις. Θα μείνουν με το στόμα ανοιχτό. Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους. Δεν είσαι μαγκωμένος. Έχεις γνώση του χώρου και του χρόνου. Θα απαντήσεις σε όρθια στάση. Ο κοινός ελληνικός νους θα σκεφτεί ρε, αυτός δεν είναι σαν τους άλλους, είναι άνετος. Ο ίδιος κοινός νους που έδωσε χρυσούς δίσκους στο Νότη, που τίναξε το μέγκα τσάνελ στην κορυφή της τηλεθέασης, που έτρεξε να πανηγυρίσει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, που έβαψε τα μαλλιά πλατινέ, που φόρτωσε τις πιστωτικές για διακοποδάνεια, που πήρε αυτοκίνητα αξίας σπιτιών, ο ίδιος κοινός νους που όπλισε χέρια νεοναζί. Εξάλλου ξέρεις πού απευθύνεσαι. Απευθύνεσαι σε κόσμο που δεν επιθυμεί να αντιληφθεί την ουσία εδώ και πολλά χρόνια. Μιλάς σε αυτιά πολλάκις τρυπημένα. Σε κοιτούν μάτια ενισχυμένα με μπότοξ. Σε νιώθουν χείλη περασμένα με κραγιόν. Ξέρεις από απλοϊκότητα. Δούλευες σε ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό επί σειρά ετών. Γνωρίζεις τι θέλει το κοινό. Διαχωρίζεις τα πράγματα. Παιδιά να ξέρετε. Από τη μία είναι η ακροδεξιά και από την άλλη η ακροαριστερά. Βορίδης εναντίον Λαφαζάνη. Ακροδεξιός ο εις, σταλινικός ο έτερος. Δεν του αντιμιλά κανείς. Ναι μωρέ. Καλά τα λέει. Πάνω κάτω έτσι είναι. Συνεχίζεις όρθιος. Βγάζεις επιφωνήματα. Κουνάς χέρια. Συνεχίζεις να μη λες τίποτα. Ζητώ την ψήφο σας. Δεν έχω να απαντήσω σε τίποτα. Δεν είμαι αριστερός – καλά αυτό το ξέραμε. Δεν είμαι δεξιός. Αυτά τα πράγματα είναι ντεμοντέ. Χρειάζονται πρόσωπα. Νέα πρόσωπα. Εγώ ειμί το φως. Είμαι μια δύναμη αλλαγής. Η Ελλάδα μπορεί να αλλάξει. Μπορώ να σας φέρω την αλλαγή. Μην με ρωτάτε λεπτομέρειες. Φανταστείτε απλά τη ζωή σας να κυλά σαν τηλεοπτική εκπομπή. Με soundtrack των Calexico. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στην πορεία. Ξέρεις πώς να φερθείς. Ο παρουσιαστής σε αποκαλεί πρόεδρο. Γουστάρεις. Τον αποκαλείς φίλο. Άκου φίλε. Οι τηλεθεατές ψηφοφόροι σε προσφωνούν Σταύρο. Γουστάρουν. Τους κοιτάς στα μάτια. Δεν έχει σημασία τι λες. Αλλά ο τρόπος που το λες. Ό,τι δηλώσεις είσαι. Έτσι δεν μας μάθαιναν παλιά;
Είσαι η πραγμάτωση της χώρας μου. Είσαι η χώρα μου. Είσαι οι άνθρωποι αυτού του τόπου. Είσαι η Ελλάδα. Μας αξίζεις. Κουβέντα για τις πληγές μας. Κουβέντα για τα τραύματά μας. Κουβέντα για την αλήθεια. Άλλο το φαίνεσθαι και άλλο το είναι. Στα γεννητικά μας όργανα γραμμένο το ‘χουμε το είναι. Το φαίνεσθαι μας νοιάζει. Αυτό είναι όλα τα λεφτά. Εκεί στη ρημάδα τη θεωρητική κατεύθυνση προ δεκαετίας μερικοί βγάλαμε τα μάτια μας με τον Επιτάφιο του Περικλή. Μαθαίναμε από το Θουκυδίδη πως το είναι πρέπει να ταυτίζεται με το φαίνεσθαι. Μαλακίες.

Ωραία τα λες, πρόεδρε. Είσαι όλα τα λεφτά. Είσαι το μέλλον, το παρελθόν και το παρόν. Είσαι η Ελλάδα. Αυτή που ανήκει στον κάλαθο των αχρήστων. Ωραία τα λες, πρόεδρε.

Αλλά νύσταξα.

Advertisements

κι εσύ σκυφτός και φράουλες στη μανωλάδα*

είμαι σε νόμιμη άμυνα. με πλησιάζουν απειλητικά οι εργάτες που ‘χω στη δούλεψή μου και μου ζητάνε -θεός φυλάξει- λεφτά για τη δουλειά τους. να σας πω εδώ ότι βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα. τι θέλουν από μένα; σιγά τη δουλειά. μαζεύουνε φράουλες. βόλτα κάνουν στα χωράφια. ρώτα κι εμάς για τον κόπο και το άγχος μας να φτιάξουμε ολόκληρη περιουσία πίνοντας το αίμα των φτωχών ως σύγχρονοι δράκουλες. ρώτα για τα ξενύχτια στις ταβέρνες, που καθόμαστε συν γυναιξί και τέκνοις, ξερνάμε ρατσιστικά ανέκδοτα και γελάμε δυνατά. εμάς να ρωτήσεις. εμάς. τι τραβάμε για να κρατήσουμε αυτόν τον τόπο γόνιμο. αυτά τα χωράφια καρπερά. για να πάμε μπροστά αυτή την έρμη χώρα που μας τη ρημάξανε οι αλήτες. αλήτες. όλοι τους. κι ένας να βρεθεί να πει καμιά αλήθεια μέσα στη βουλή τον μπουζουριάζουνε αμέσως, γιατί λέει είναι τάχα μου φασίστας. πού τα ‘δατε γραμμένα αυτά ρε απατεώνες; όποιος αγαπάει την ελλαδίτσα μας δηλαδή είναι φασίστας; σημειώνω πως βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα. να, ρωτήστε το συνήγορό μου. ξέρει αυτός από εξοστρακισμούς σφαίρας. ξέρετε όλοι κύριοι δικαστές και αξιότιμοι ένορκοι που μου φαίνεστε νοικοκύρηδες άνθρωποι όπως σας βλέπω, ξέρετε από εξοστρακισμό ζωής. εδώ μέσα στις αίθουσες δικαστηρίων πετάτε την ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη στα σκουπίδια, χώνετε κάτω από τις τηβέννους σας ό,τι παπαγαλίσατε κάποτε για την αλήθεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα. γι’ αυτό ξέρω ότι θα με καταλάβετε. είμαι σε νόμιμη άμυνα. με απείλησαν. με έβρισαν. ποιοι, αυτοί. οι άπλυτοι. οι κατάμαυροι. δεν φτάνει δηλαδή που ήρθανε παράνομα εδώ, δεν φτάνει που δεν έχουμε βάλει φρουρούς στα σύνορα να τους πυροβολάνε αμέσως, δεν φτάνει που τους έχουμε τσουβαλιάσει σε καταυλισμούς και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, δε φτάνει που τους πετάμε ένα κομμάτι μπαγιάτικο ψωμί και δεν πεθαίνουνε από την πείνα, έχουνε και απαιτήσεις. όξω ρε. εδώ είναι ελλάδα. πώς να το κάνουμε, έλληνας γεννιέσαι. δεν είναι το ίδιο αγαπητοί μου υπηρέτες της θέμιδος να ‘σαι λαθραίος μουσουλμάνος και να ‘σαι χριστιανός ορθόδοξος έλληνας. δε συμφωνείτε; εδώ είναι η χώρα του φωτός. άλλοι γεννιούνται δουλικά και άλλοι άρχοντες. έτσι είναι. πρέπει να σας ξαναπώ κι ας γίνομαι κουραστικός πως βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα. κοιτάχτε με κύριοι δικαστές. παίρνω τις λέξεις που κάποτε σήμαιναν κάτι και τις πυροβολώ με καραμπίνα. δείτε με. αρπάζω τις έννοιες του ποινικού κώδικα και τους φοράω μάσκα. είμαι σε νόμιμη άμυνα. σημειώστε το αυτό. βγείτε στα κανάλια και πείτε το. πυροβόλησα, ναι. αλλά στον αέρα. απείλησα μόνο. κάτι έγινε στην επιστροφή της σφαίρας στο έδαφος και πήγε και τους πέτυχε. αλλάξανε οι νόμοι της φυσικής. χρόνια τώρα οι ζωές κυλάνε όπως θέλουμε εμείς και όχι όπως θα ‘πρεπε. εγώ ήθελα μόνο να τους διώξω. να μην είναι στο οπτικό μου πεδίο. να μην μου ασχημίζουν τη θέα. έχω τον κάμπο δικό μου ξέρετε. έχω φτύσει αίμα για να δημιουργήσω την περιουσία μου. ξέρετε καλύτερα από μένα πως ό,τι χτίστηκε στον όμορφο τόπο μας χτίστηκε από τους δυνατούς. τους ισχυρούς. τα αφεντικά πάνε μπροστά τις κοινωνίες, κύριοι δικαστές. οι αφέντες. το ξέρετε, έτσι δεν είναι; τα υπόλοιπα είναι για τις ταινίες. έφτασε πια ο καιρός να σταματήσουνε οι φωνές και οι διαμαρτυρίες. ο τόπος θα προχωρήσει. με όπλα. με αίμα. βουτηγμένος στην αδικία και την παραφροσύνη. γεμάτος κακία και ρατσισμό. ξαναγεννημένος από το φασισμό. θα πάμε μπροστά.

κύριοι δικαστές. βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα.

αθωώστε με.

για το καλό όλων μας.

ζήτω η ελλάδα μας.

πάτρα, σωτήριον έτος 2014

*στίχος των social waste, από το τραγούδι φράουλες στη μανωλάδα

πίνω όπιο και βλέπω μουντιάλ

10366033_481077755357684_6178996178496860312_n

έλα ρε, τι θα κάνουμε το βράδυ; έχει βγει πρόγραμμα; ποιοι παίζουν απόψε ρε φίλος; έχω παίξει και στοιχηματάκι, άμα το κερδίσουμε τις βγάλαμε τις διακοπούλες στο νησί.

τώρα που το σκέφτομαι ρε συ, δύσκολη χρονιά και φέτος. πολύ δύσκολη. εγώ άνεργος. η μάνα μου απολύθηκε. ο πατέρας μου συνταξιούχος που παίρνει πέντε κατοστάρικα μετά από σαράντα χρόνια ένσημα. χάλια.

κι εγώ ρε μαν, μια απ’ τα ίδια. σχεδόν με ζει η κοπέλα μου ρε φίλος, δεν βρίσκω δουλειά πουθενά. είναι που πέθανε και η οικοδομή ρε συ, αλλιώς όλο και κάπου θα με έχωνε ο πατέρας μου να κάνω κανα μεροκάματο. αλλά τι τα θες, εκεί μας φτάσανε.

ρε δεν σε ρώτησα, τι σκατά ψήφισες ρε φίλε τις προάλλες; εγώ δεν ήξερα τι να ψηφίσω, με πίεσε η μάνα μου να πάω για να βάλω σταυρό σε έναν λέει υποψήφιο δημοτικό σύμβουλο γιο μιας φίλης της που μπορεί και να μου έβρισκε καμιά δουλίτσα στο δήμο κατόπιν. αυτός που λες κατέβαινε με έναν τάχα μου υποψήφιο ανεξάρτητο, δηλαδή πασόκ του κερατά εδώ που τα λέμε, κι εγώ έλεγα στη μάνα μου, ρε μάνα πας καλά; και πήγα που λες αλλά το ‘ριξα στο συριζαίο δήμαρχο που βγήκε κιόλας για να τα λέμε όλα, αλλά εντάξει δεν πιστεύω ότι θα γίνει κάτι και μ’ αυτόν. όλοι ίδιοι είναι ρε, όλοι θέλουν την καρέκλα της εξουσίας και να φάνε παραδάκι, έχω έναν ξάδερφο που ‘ναι στην ανταρσύα και μου πρήζει μη σου πω τι μου πρήζει κάθε φορά που τον βλέπω, ότι λέει το απολιτίκ και το μαζί τα φάγαμε μας έφερε ως εδώ και οδήγησε στην ενδυνάμωση της χ.α., αλήθεια ρε πώς σου φαίνονται αυτοί με τις σβάστικες; εμένα τι να σου πω, αδιάφοροι έως αντιπαθητικοί αλλά δεν τρελαίνομαι κιόλας όπως οι αριστεροί και οι άπλυτοι που νομίζουν ότι έχουν να κάνουν με τα εγγόνια του χίτλερ να πούμε, λες κι εκείνοι λίγα κάνανε στον εμφύλιο, σφάζανε ρε μαν, σφάζανε όποιον αρνιότανε να μπει στο στρατό τους, απίστευτο δεν είναι;

τελωσπάντων, στις ευρωεκλογές που ‘ναι πιο κυριλέ γενικώς ψήφισα ποτάμι γιατί πολύ κομπλέ τυπάκι ρε συ αυτός ο ρεπόρτερ, κάνει και κάτι εκπομπές μούρλια, φτάνει το μαχαίρι στο κόκκαλο. θυμάσαι την εκπομπή με τον φύσσα; και ποιος δεν την είδε. και ποιος δεν έκλαψε. και ποιος δεν άκουσε όλη την αλήθεια επιτέλους. πολύ χάρηκα που έκανε κόμμα κι άμα ιδρυθεί νεολαία θα πάω να γραφτώ γιατί μυρίζει αέρας αλλαγής ρε παιδί μου, πώς να το κάνουμε; οι άλλοι ρε μαν κατεβάζουνε στο ευρωκοινοβούλιο τον γλέζο. πόσων χρονών είναι ο γλέζος ρε; έλεος. σαράντα χρόνια οι ίδιοι και οι ίδιοι. να αλλάξουμε λίγο αέρα, προοπτική και ιδέες.

καλά τα λέει ο πατέρας μου μωρέ.

τελωσπάντων, πολύ ασχολήθηκα. τι μας νοιάζει εμάς για την πολιτική; η καθημερινότητα είναι το θέμα. τα μικρά πρακτικά προβλήματα. οι θεωρίες είναι για τους μαρξιστές, τους τροτσκιστές και για όλους αυτούς που είναι πιο γραφικοί και από τα καλάβρυτα. εμείς να ‘μαστε καλά ρε συ. να βρούμε μιαν ακρούλα κάπου να φτιάξουμε τη ζωή μας. μια δουλίτσα σίγουρη κι ας είναι πρωθυπουργός και ο γιος του παττακού. αλλάζει κάτι μωρέ για το λαό;

άσε που βλέπω κάτι περίεργα στο φέισμπουκ ρε συ. ότι λέει ο κόσμος στη βραζιλία δεν το θέλει το μουντιάλ. ότι εκκενώνουν με το ζόρι τα σπίτια οι μπάτσοι λέει, ότι γίνονται διαμαρτυρίες, πορείες και τα συναφή και πέφτει ξύλο, ότι σκοτώνουνε και κόσμο ακόμα, ότι φωνάζουν ότι είναι φτωχοί και δεν θέλουνε λέει ποδόσφαιρο αλλά ψωμί και παιδεία. ρε μαλάκα, τι καταλαβαίνουνε με τις πορείες και τα τοιαύτα; έτσι δεν έγινε και δω τότε με τη μαρφίν και φάγανε την κοπελίτσα που ήτανε κι έγκυος ρε; κι ακόμα ατιμώρητοι οι κουκουλοφόροι. ρε πάει καλά ο κόσμος ρε; ψέμματα είναι, εγώ δεν πιστεύω τίποτα. σιγά που δεν θα θέλουνε ολόκληρη διοργανωσάρα να γίνει στη χώρα τους. σκέψου να γινότανε εδώ μουντιάλ. θα ξεχνάγαμε όλα μας τα προβλήματα ρε φίλος, θα βλέπαμε μπαλίτσα από κοντά για ένα μήνα, όλες οι ομαδάρες και οι παιχτούρες θα μένανε στη χώρα μας, όνειρο θα ‘τανε.

αλλά τι τα θες. πάντα θα υπάρχουνε γραφικοί ρε φίλος. άκου εκεί δεν θέλουνε το μουντιάλ. τη γιορτή του ποδοσφαίρου ρε μαν. και είναι και κάτι αριστεροί του κώλου εδώ που συμφωνούν. όχι λέει. κλείνουμε τα μάτια στα αληθινά προβλήματα των λαών. ξεπλένουμε χρήμα. σπαταλάμε δισεκατομμύρια για το τίποτα. ε όχι και τίποτα. ρε αφήστε ρε τον κόσμο να ζήσει και καμιά χαρά ρε. όλα στραβά τα βρίσκετε. όλα σας ενοχλούν. αμάν πια.

για πες τώρα, τι απόδοση δίνει για απόψε; φίλε φαντάζεσαι να γίνει κανα θαύμα και να πάει η ελλαδάρα στον τελικό; ρε φίλε μιλάμε θα τρελαθώ. θα κατεβάσω από το πατάρι τη σημαία και θα βάλω φωτιά στην ομόνοια. όπως τότε θυμάσαι; τι περηφάνια. τι συγκίνηση. τι ρίγος. να ακούγεται ο εθνικός μας ύμνος μέσα σε ξένη χώρα. και τα δικά μας τα παιδιά να σηκώνουνε την κούπα. παιδιά λαϊκά ρε μαν, σαν εσένα και σαν εμένα. ναι εντάξει βγάζουνε εκατομμύρια, το ξέρω. αλλά λίγο το ‘χεις να μας κάνουν περήφανους στην άλλη άκρη της γης; κάτσε ρε, μην τα ισοπεδώνουμε και όλα. υπάρχει και κόσμος που αξίζει τα εκατομμύρια που τσεπώνει. εγώ αυτούς τους παραδέχομαι. χαλάλι και τα λεφτά που χάλασε το κράτος για να τους στείλει εκεί. φτωχοί άνθρωποι είμαστε, λίγες χαρές μας έχουνε μείνει. ε δεν θα στερηθούμε και το ποδόσφαιρο. έλεος δηλαδή.

τι να σου πω ρε μαν, μακάρι να ξαναζήσουμε τέτοιες στιγμές.

αιτία θανάτου πως δεν πρόλαβε ποτέ του να χαμογελάσει

«Οι επιχειρήσεις διάσωσης απαιτούν τεράστια κονδύλια, τόσο σε αναλώσιμα υλικά όσο και σε εργατοώρες και κανείς δεν επιβαρύνεται αυτό το κόστος, πέραν του Ελληνικού Λαού. Πόσο επιβαρύνεται ο ετήσιος προϋπολογισμός των Υπουργείων εξαιτίας των επιχειρήσεων διάσωσης των λαθρομεταναστών;»

Γεωργιάδης Σπυρίδων-Άδωνις, Β΄ Αθηνών, Νέα Δημοκρατία

Αθήνα, 16 Ιουλίου 2012

*

μέσα σε ένα γραφείο

τοίχοι παντού χωρίς παράθυρα

κάποιος ισιώνει τη γραβάτα του

κάποιος τα χείλη του σαλιώνει

και κάποιος τρίτος το χάρτη της ελλάδας

με αίμα σχεδιάζει

από την αρχή

 

-ούτε ταφή ούτε και καύση· μόνο πνιγμός-

 

λοιπόν αγαπητοί

σας κάλεσα εδώ προς ενημέρωση

αλλάξανε τα παγκόσμια δεδομένα

η ανθρώπινη ζωή δεν είναι πια ανθρώπινη

και είναι ανάγκη πάραυτα

τον έντιμο έλληνα πολίτη

με τη βοήθεια της πειθούς να ενημερώσετε

 

-έχετε αμέριστη βοήθεια προς τούτο-

*

πάνω σε ένα καΐκι

μια μάνα αγκαλιάζει το παιδί της

γεμάτη πόνο

γιατί απ’ την ώρα που το γέννησε μέχρι και τώρα

ποτέ δεν είδε το μωρό της χορτασμένο

κι έχει μια υποψία φοβερή

πως είναι άρρωστο βαριά

 

-αιτία θανάτου που δεν πρόλαβε ποτέ του να χαμογελάσει-

*

με νόμο της παγκόσμιας χρηματαποστολής

ορίζεται αυστηρώς

πως όλοι οι νόμοι σε εξισώσεις μετατρέπονται

και πως οι άνθρωποι υψωμένοι στο τετράγωνο

γινόμενο ακέραιο σε νόμισμα θα δίνουν

ο ύψιστος του έθνους νόμος

μετονομάζεται ρητώς στη λέξη κόστος

 

-πετάχτε επιτέλους τα ηλίθια βιβλία σας· χαρίζονται υπολογιστές-

*

η μάνα όλα τούτα δεν τα γνώριζε

το μόνο που κατάλαβε ήταν

πως εδώ στα καταγάλανα νερά που αφρίζουν

το ύστατο χαίρε με το παιδί της θα λάβει χώρα

κι έτσι έσφιξε πάνω της το πλάσμα

με τ’ άλλο χέρι προσπάθησε το θάνατο να νικήσει

αλλά αντίπαλος δεν ήτανε ο θάνατος

 

-και θάνατος και θάλασσα τριγύρω κι αντίπαλος μοναδικός το θράσος-

*

την τελευταία στιγμή η ελπίδα αναθάρρησε

άνθρωποι φάνηκαν στο βάθος του γαλάζιου

η μάνα ύψωσε τη γροθιά της μανιασμένα

η θάλασσα από αλήθεια έγινε μύθος

καθώς διέταξε τα κύματα να ανοίξουν δρόμο στη ζωή

μόνο που δυστυχώς το εμπόδιο της γλώσσας

δεν άφησε τη μάνα να διαβάσει

 

-πάνω στα χέρια των σωτήρων με αίμα ήταν γραμμένη η λέξη επαναπροώθηση

και πάνω στα συκώτια τους με σίδερο καυτό είχε χαραχτεί πως

παιδιά γονιών που δεν έκαναν έρωτα ποτέ με ανοιχτό παράθυρο ήταν-

*

λοιπόν κύριοι

η ενημέρωση έλαβε τέλος

κάποιος χαλάρωσε λίγο τη γραβάτα του

ένας άλλος έβαλε υπογραφή στο νέο χάρτη της ελλάδας

μα ύστερα με τρόμο διαπίστωσε

πως το αίμα που αντί για μελάνι του είπανε να χρησιμοποιήσει

ήτανε το δικό του

 

-πως ξεψύχησε εκεί από τις πληγές που ο ίδιος στο κορμί του άνοιξε έγραψε αργότερα ο τύπος-

*

Ύστερα από αιώνες, οι δύτες που κατά καιρούς έκαναν έρευνες στα νερά αυτής εδώ της περιοχής, που ονομαζόταν Γαλάζια Θάλασσα της Λήθης, για να ανακαλύψουν πώς ήταν δομημένες κάποτε οι ταξικές καπιταλιστικές κοινωνίες, βρήκαν έναν πίνακα ζωγραφικής ζωγραφισμένο από αστερία· ο πίνακας απεικόνιζε μια γροθιά υψωμένη που αντιστεκόταν στα αφρισμένα νερά και δίπλα της μια επιγραφή σε μια γλώσσα άγνωστη. Σύμφωνα με υποθέσεις των ιστορικών, η επιγραφή έγραφε στο περίπου «Η επαναπροώθηση είναι το μόνο λαθραίο που συνάντησαν εδώ όλα τα πλάσματα που ζουν σε τούτα τα νερά.»

Überlin

*

Όμως, θεωρώ το Βερολίνο καρδιά της Ευρώπης, γιατί εκεί έλαμψε ο τόσο σημαντικός (και σχεδόν άγνωστος) πολιτισμός της εποχής της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, γιατί εκεί σχεδιάστηκε η εξόντωση όλων των ευρωπαϊκών λαών (αρχίζοντας από τους ρώσους, τους εβραίους και τους τσιγγάνους, γιατί εκεί ο Κόκκινος Στρατός συνέτριψε το χιτλερικό όνειρο, και, γιατί εκεί εκφράζεται με τον οξύτερο τόνο η μάχη των δύο Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτά τα εξ αντικειμένου γεγονότα γέννησαν τη μυθολογία του Βερολίνου, που επενεργεί πάνω μας εξ υποκειμένου. Η μυθολογία του Βερολίνου σκεπάζει, σαν πυκνή ομίχλη, αυτό τούτο το Βερολίνο. Όλοι μας είμαστε θύματα της μυθολογίας του Βερολίνου.

[Ηλίας Πετρόπουλος, Η Μυθολογία του Βερολίνου, 1988]

*

[νότα // δωμάτιο στο άμστερνταμ // ρηχά τα όνειρά σου // και πάλι μινόρε μάγκες // νότα]

427309_2815104091629_1486779482_n

*

[02.10.2011]

Ανεβαίνω στο αεροπλάνο. Σκουπίζω τα μάτια μου με την μπλούζα μου. Λες να μουτζουρώθηκα; Βρίσκω τη θέση μου, κάθομαι, δένω τη ζώνη ασφαλείας. Ίσως η πιο ανασφαλής στιγμή της ζωής μου κι εγώ ήμουν δεμένη με ζώνη ασφαλείας. Αν και δεν υπάρχει πολύς χώρος στα πνευμόνια μου- ή τουλάχιστον έτσι νιώθω- προσπαθώ να πάρω μια βαθιά ανάσα. Κλείνω τα μάτια. Αυτό ήταν.

Όταν πολύ γλυκά και ευγενικά η αεροσυνοδός με ξύπνησε, βρισκόμουν σε άλλη χώρα. Άνοιξα τα μάτια μου μετά από έναν λήθαργο τριών περίπου ωρών. Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

Όπως μάλλον συμβαίνει με όλα τα όμορφα πράγματα, δεν ανακαλώ παρά στιγμές. Ξεκομμένα καρέ από μια ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ. Φιλοξενούμενη σε ένα σπίτι αγνώστων, φιλοξενούμενη σε μια χώρα αγνώστων, φοιτήτρια σε μια από τις καλύτερες πανεπιστημιακές σχολές της Ευρώπης, ελεύθερη για πρώτη φορά στη ζωή μου στην πόλη που γεννάει κάθε τόσο κινήματα και τάσεις και διατάζει κάθε εκατό περίπου χρόνια τη δολοφονία ολόκληρων λαών. Μια Ελληνίδα στο Βερολίνο εν έτει 2011 είναι περίπου σαν ένα πρόβατο στη στάνη τη Μεγάλη Παρασκευή το σούρουπο. Οι αντίστοιχες βλέπεις γερμανικές εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας κάνουν κι εδώ το θαύμα τους· οι τεμπέληδες Έλληνες σας παίρνουν τις συντάξεις, ενημερώνουν το γερμανικό λαό, κι εγώ ψάχνω υπόστεγο να προστατευτώ από τη βροχή και την κακία που γεννάνε οι ρεπόρτερς συμφερόντων.

Ας είναι.

*

Κάθε μέρα λύνω δέκα προβλήματα και ξεπετάγονται ενώπιόν μου άλλα είκοσι. Οικονομικά, πρακτικά, τεχνικά, επικοινωνιακά, ουσίας, συναισθηματικά, εκπαιδευτικά. Ο ήλιος εγκαταλείπει την πόλη γύρω στα τέλη του Οκτώβρη και την ξεχνά εντελώς για ένα εξάμηνο. Γύρω στις τρεις νυχτώνει. Το καλησπέρα με το καληνύχτα συγχέονται. Όσο για το καλημέρα, όταν προφέρεται γκούτεν μόργκεν δεν έχει την ίδια γλύκα.  Εξάλλου η δήθεν επάρκειά μου στη γερμανική γλώσσα αποδεικνύεται άχρηστη. Τι να τα κάνω όλα τα ανώμαλα ρήματα και τους αρχικούς τους χρόνους όταν δεν μπορώ να παραγγείλω μισό κιλό κρέας;

Καταλαβαίνω από τις πρώτες κιόλας μέρες ότι τίποτα εδώ δεν θα είναι εύκολο και ότι η ζωή μου εδώ θα μοιάζει μόνιμα με μια σκυταλοδρομία μετ’ εμποδίων. Ξεπερνώντας τα εμπόδια που βρίσκονται ριζωμένα στο γερμανικό έδαφος, η σκυτάλη παραδίδεται στις χρόνιες αδυναμίες της γράφουσας, που τώρα πρέπει να τις αντιμετωπίσει εκούσα άκουσα. Πάνω στην πρώτη κρίση πανικού που δεν σηκώνω το τηλέφωνο, δεν ανοίγω το σκάιπ, δεν πιάνω μολύβι και χαρτί, δεν παίρνω αλλόφρων τους δρόμους, ξέρω βαθιά μέσα μου πως εγώ γι’ αυτό ήρθα μέχρι εδώ· κανένα μεταπτυχιακό, κανένας σύντροφος, καμία καινούρια παρέα, καμία εμβάθυνση στη γερμανική νύχτα και μπύρα. Εγώ ήρθα μέχρι εδώ για να λύσω και να λυθώ. Και η λύση έρχεται όταν σκάβεις με μανία μέσα σου, ξαναπιάνεις τις εξισώσεις εκείνες που σε ταλανίζουν από τα δώδεκα, το πυθαγόρειο θεώρημα ζωντανεύει μπροστά στα μάτια σου και ξεκινάς, μόνος, αδύναμος και αβοήθητος να αποδείξεις με τι ισούται η ζωή σου υψωμένη στο τετράγωνο. Υψωμένη πάνω στο τείχος που η δειλία σου έχτισε ανάμεσα σε σένα και την αλήθεια σου. Δυτικός και Ανατολικός Εαυτός ξανασυναντιούνται μετά από χρόνια Ψυχρού Πολέμου και αποφασίζουν να ξαναμοιράσουν τις ζώνες επιρροής του καθενός.

Αποφεύγω τώρα πια να μιλάω για τον ομορφότερο χρόνο της ζωής μου, υπάρχουν τραγούδια που μόλις τα πετυχαίνω στα ερτζιανά αλλάζω σταθμό πάραυτα, γιατί αλλιώς μια τεράστια θλίψη απλώνεται μέσα μου για κείνο που ‘φυγε και πια δεν ξανάρχεται. Το Βερολινάκι μου.

*

// don’t forget to change // it will save you // chasing in the city with the stars //

Εκείνοι οι ατελείωτοι περίπατοι σε γνωστές και άγνωστες γειτονιές της τόσο όμορφης αυτής πόλης λείπουν τώρα από την καθημερινότητά μου. Φωτογράφιζα με τα μάτια τα κτήρια, το χρώμα του ουρανού, το νερό του ποταμού, την προτομή του Μπρεχτ, τους δρόμους με τα ονόματα των ποιητών, τις πλατείες με τα ονόματα των γεννητόρων του σοσιαλισμού, τα «δεν ξεχνώ» μνημεία των φονιάδων του ναζισμού, όλοι μαζί και όλοι χώρια σ’ αυτόν τον τόπο, όπου περπατούσες υπήρχαν μνήμες πολέμου, το όνομα Αδόλφος απαγορευμένο δια παντός να το ξεστομίσεις, οι νεοναζί με τις γελοίες παράτες τους, το γεμάτο μετανάστες και αδέκαρους καλλιτέχνες Κρόιτσμπεργκ, οι χαμογελαστοί Τούρκοι με τα καλύτερα ντονέρ που έφαγες ποτέ στη ζωή σου- Τούρκοι, αδέλφια μου, στο χαμόγελό σας βλέπω το χαμόγελο του αδερφού μου, του φίλου μου, του πατέρα μου, του συντρόφου μου.

// es geht kein Weg zurück // die Welt ist bunt und schön // es gibt auch ein Wiedersehen // immer vorwärts Schritt um Schritt //

Οι τυπικοί Γερμανοί, ευγενικοί σχεδόν πάντα εξ αποστάσεως, οι άγαρμποι νέοι που δεν ξέρουν καλά καλά να φλερτάρουν- βλέπεις οι Τούρκοι τους παίρνουν τις καλύτερες γυναίκες– οι καθηγητές μου στο Πανεπιστήμιο που μου εκφράζουν τον υπέρμετρο θαυμασμό τους για την Ελλάδα και τους επιστήμονες που παράγουν έργο, είχα καθηγητή τον κύριο Τσάτσο, μου λέει ένας καθηγητής του Ποινικού Δικαίου και στη συνέχεια με εξετάζει- φευ!- προφορικά στο Ειδικό Ποινικό Δίκαιο σαν ίσος προς ίση, κι εγώ δεν μπορώ να μην ανακαλέσω το ύφος των καθηγητών μου στη Νομική Αθήνας, που με αντιμετώπιζαν περίπου σαν μυρμήγκι· βλέπεις, ούτε στη Δ.ΑΠ. ήμουν γραμμένη, ούτε το όνομά μου ήταν γνωστό, ούτε στα πρώτα έδρανα κάθισα ποτέ.

*

Αλλά είπαμε, εγώ δεν ανέβηκα μέχρι το Βερολίνο για να προσθέσω ένα μεταπτυχιακό στο βιογραφικό μου. Ανέβηκα για να ξαναγράψω το βιογραφικό μου με άλλο ύφος, άλλους όρους, άλλη γραμματοσειρά. Έτσι, οι βιβλιοθήκες και τα αμφιθέατρα δεν με έβλεπαν παρά όταν ήταν αναγκαίο. Οι δρόμοι, οι σταθμοί του μετρό, τα πάρκα, οι πλατείες, οι καινούριοι άνθρωποι, οι παλιοί παλιάνθρωποι που άφηνα οριστικά πίσω μου, οι παλιοί φίλοι που με συντρόφευαν ακόμα, το αναμέτρημα με τις δυνάμεις μου, τα σκοτεινά μπαρ, οι ποικιλίες της πάμφθηνης μπύρας, τα δρώμενα του δρόμου, το σπίτι μου- το βασίλειό μου- τα μαύρα σύννεφα του ουρανού, το πάλλευκο χιόνι που σκέπαζε τα πάντα, η ευτυχία του πεντάευρου για πέντε μέρες- ένα Ευρώ ημερησίως απαρεγκλίτως– η συνάντηση μετά από μήνες με τη μάνα, με τον αδερφό, με τους φίλους, με όλους όσοι ήρθαν να με επισκεφθούν, το μεθύσι με την επίγνωση ότι μετά είσαι η μόνη υπεύθυνη να περιθάλψεις το σώμα σου, το κλειδί που μπαίνει στην πόρτα και είσαι μόνος με τον εαυτό σου- διάολε, αναγκαστικά πρέπει να αγαπήσεις αυτό το πρόσωπο, αυτά τα χείλη, αυτό το βλέμμα- όλα τούτα είναι που σε κάνουν πολίτη· του κόσμου και του εαυτού σου. Μαθαίνεις να κλαις με λόγο και να χαμογελάς αναίτια. Εκτιμάς αυτό που μόλις πετάγεσαι από τη μήτρα παλεύουν να σε κάνουν να το λησμονήσεις· τη ζωή της ομορφιάς και την ομορφιά της ζωής.

Μαθαίνεις να ζεις.

*

1451998_10152087056391979_1509812661_n

[02.01.2012]

Και κάπου εδώ αποφασίζω. Τα αεροδρόμια δεν μου αρέσουν. Ο αποχωρισμός, ο αποχαιρετισμός, το μάτι που γυαλίζει αλλά παριστάνει πως γελά. Όχι, τα αεροδρόμια δεν μου αρέσουν. Αγγίζεις κάποιον, τον αγκαλιάζεις, τον φιλάς. Και φεύγει. Πονάει η στιγμή. Και μετά δεν θες να γυρίσεις στο σπίτι, θες να ξημερωθείς τριγυρίζοντας στην πόλη. Μα εδώ είναι  Βερολίνο, γλυκιά μου. Βρέχει και κάνει κρύο, δεν σε βοηθά ο καιρός να ξεχάσεις, να ξεχαστείς. Πρέπει να γυρίσεις στο σπίτι σου. Μεγάλη αλήθεια αυτή. Τη συνειδητοποίησα μόλις την έγραψα. Η πόλη, η χειμωνιάτικη πόλη, δεν σε βοηθά να ξεχάσεις. Σε προκαλεί να αναμασάς συνεχώς, να θυμάσαι, σου θυμίζει συνέχεια κάτι. Το οικείο της πόλης ξαφνικά δεν μου είναι τόσο ευχάριστο. Αν ψάχνεις τόπο για να ξεχάσεις και να ξεχαστείς, μην έρθεις εδώ. Όχι, δεν είναι η πόλη της λησμονιάς. Ήρθα εδώ γεμάτη λαχτάρα να ξεχάσω, να αδειάσω από όλα, να ξαναγεμίσω με καινούρια, να γίνω μια άλλη. Μάταιος κόπος. Είμαστε ό,τι έχουμε ζήσει. Είμαστε ό,τι κουβαλάμε. Φεύγοντας από κάπου, είμαστε ακόμα περισσότερο μια τρισδιάστατη φωτογραφία του παρελθόντος μας. Πολύ περισσότερο εδώ, στο Βερολίνο. Σε κάθε γωνιά της, η πόλη μου κρύβει καθρέφτες. Κοιτάζω και με βλέπω μικρό παιδί, κοριτσάκι, έφηβη, φοιτήτρια. Ξημερώνει κι έγινα δέκα χρόνων παιδάκι που θέλει τη μαμά του να το κρατάει από το χέρι για να νιώθει ασφάλεια. Βερολίνο, η πόλη της υπενθύμισης. Και της ανασφάλειας. Αν και αυτό το τελευταίο δεν είναι θέμα πόλης θαρρώ. Είναι προσωπική μου χειραποσκευή, την κουβαλώ παντού. Βερολίνο λοιπόν, η πόλη της θύμησης. Και, όχι, δεν μου αρέσουν τα αεροδρόμια.

*

Κι ύστερα; Κάποτε έρχεται η στιγμή που πρέπει να πεις το Μεγάλο Ναι ή το Μεγάλο Όχι. Και τώρα τι κάνουμε; Η Ελλάδα βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στη θλίψη και το θάνατο, ψάχνεις απεγνωσμένα λόγους για να γυρίσεις. Ό,τι έμαθες ήρθε η ώρα να μεταλαμπαδευτεί στο επόμενο στάδιο της ζωής σου. Αν υποθέσουμε ότι η λέξη «λόγος» ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων με τη «λογική», μέρα με τη μέρα συνειδητοποιείς ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για να γυρίσεις εκεί, από όπου ο κόσμος φεύγει κατά εκατοντάδες για να βρει μια καλύτερη ζωή. Κανένας λόγος εξόν από έναν· την αγάπη.

Θαρρώ πως η αγάπη κινεί τα ορατά και αόρατα νήματα της ζωής μας. Η παρουσία ή η απουσία της μισοκρύβεται πίσω από κάθε μας απόφαση. Όπως αγάπησες, όποιον αγάπησες, όσο αγάπησες, ό,τι αγάπησες εδώ ήρθε ο καιρός να το ταξιδέψεις και να το φτάσεις σ’ εκείνη τη μικρή και ώρες ώρες αστεία χώρα που γουστάρει να σε πληγώνει, να σε δοκιμάζει, να σου ζητά να της αποδείξεις την αγάπη σου με τους πιο απαιτητικούς τρόπους.

Ξέρω πως τώρα πια θα ζω με μια νοσταλγία που δεν θα θεραπευτεί. Αλλά αποφασίζω να ακούσω τις ψιθυριστές ενστικτώδεις φωνές που μου γαμάνε το κρανίο*. Ό,τι με έφερε μέχρι εδώ με ξαναστέλνει στην Ελλάδα.

Για να παλέψω.

Μάλλον δεν ξέρω να κάνω και κάτι άλλο.

Εγώ θα γυρίσω.

*

[22.11.2012]

Κραυγή κατάντησε αυτό το κείμενο, μια χώρα που ουρλιάζει είμαστε, με μια ανάσα στα είπα όλα, κάτσε να πιούμε μια μπύρα και θα κοιμηθούμε μετά. Θέλω να σε ευχαριστήσω. Περάσαμε τον καλύτερο ίσως χρόνο της ζωής μας εδώ. Αυτό το παράθυρο και αυτή η μυρωδιά του τρένου θα μας ενώνουν για πάντα. Αλλά τώρα πρέπει να φύγω. Θέλω να φύγω. Με περιμένουν, το καταλαβαίνεις;

Όχι, εγώ θα γυρίσω. Πάω κόντρα στους καιρούς, σάμπως πάντα ανάποδα δεν πήγαινα; Τουλάχιστον ζω αυτό που νιώθω. Δεν έχω άλλο τρόπο να το αντιμετωπίσω αυτό, δεν έχω άλλη επιλογή, δεν θα με διώξουν, δεν θα μας γονατίσουν, ακούς; Θυμάσαι τι σου έλεγα; Το κεφάλι ψηλά. Να τους το τρίψουμε στη μούρη το Arbeit macht frei. Θα γυρίσω, μ’ ακούς; Να με περιμένεις στην Αθήνα. Και να με αγαπάς. Θυμήσου.

Αυτή είναι η δική μου πατρίδα.

Αυτή είναι η δική μου επιστροφή. 

Das ist mein Zurück.

Για το μαύρο χελιδόνι από την αραπιά και για το άσπρο περιστέρι από τον τόπο μου.

Εγώ θα γυρίσω.

*

[30.11.2012]

Το αεροπλάνο προσγειώνεται. Μια καταταλαιπωρημένη κοπέλα κατεβαίνει από το αεροσκάφος. Τα βήματά της κάνουν ταλάντωση ανάμεσα στην απορία και την αποφασιστικότητα. Στην έξοδο την περιμένουν οι φίλοι της. Μισή ώρα μετά, τα γέλια της παρέας, που γιορτάζει την επιστροφή πίνοντας κάπου καφέ, ακούγονται σε όλη την Αθήνα, σε όλη την Ελλάδα, σε όλη την Ευρώπη, φτάνουν μέχρι το Βερολινάκι.

Εμείς θα ζήσουμε, ρε.

// θα δούμε άραγε // ξανά μαζί ποτέ // το χιόνι του Δεκέμβρη // απόγευμα να πέφτει // έξω απ’ τη τζαμαρία // του μπλάιμπ-τρόι καφέ //

*

[νότα // μπερλίν // αχ // ντου // μπερλίν // νότα]

 

* στίχος των Κόρε Ύδρο.