sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: ελπίδα

Νήσος Ελένη

388449_2374991089079_1802381414_n

τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά

Μάνος Ελευθερίου

 

γνωρίζει τάχα άραγε κανένας από σας
πως η φόνισσα του άντρα της η Κλυταιμνήστρα
αδερφικά την κόρη μου Ιφιγένεια μεγάλωσε;

γνωρίζετε άραγε όλοι εσείς
που απόψε την πόρτα μου βιαίως την χτυπάτε
ζητώντας να τιμωρηθώ σκληρά
για ολάκερο το αίμα που χύθηκε τότε στο Σκάφανδρο
τα βάσανα, τις γέννες μου, τους άντρες, τις αγάπες;

σε πόσα τάχα κρεβάτια με ξάπλωσε η ομορφιά αναρωτιέστε
-έχε στο νου σου πως οι μάχες οι μεγάλες δόθηκαν πάντα από εραστές-
με καταράστηκαν θνητοί και αθάνατοι
γιατί υπήρξα όμορφη σε εποχές που απαγορευότανε η ελπίδα
γεννήθηκα την εποχή των άμορφων
καταδικάστηκα από τέρατα
σύρθηκα πα’ σε κράσπεδα
-κάθε εποχή έχει και τη Μαγδαληνή της-

κι ήτανε ξέρετε πάντοτε για τους εραστές μου
συνθήκη και αναγκαία και ικανή
πως ένα κορμί με δάχτυλα μακριά και βλέφαρα υγρά
χρεία άλλου πράγματος δεν έχει για να ‘ναι ευτυχισμένο

όμως οι Μοίρες
που άλλο δεν είναι απ’ τις Επιθυμίες πράγμα
αλλιώς φαντάστηκαν την ομορφιά μου να πεθαίνει

γιατί τα τρόπαια το ποδόσφαιρο αφορούν
γιατί τα είδωλα τις θρησκείες ενδιαφέρουν

μάθετε τώρα όλοι εσείς οι υποψήφιοι βασανιστές μου
οι γιοι και οι πρόγονοι των εσατζήδων
πως πάτησα σε άγια γη
πως γέννησα την Επανάσταση απέναντι απ’ το Λαύριο
πως άγγιξα όλες τις πληγές εκείνων που με αίμα υπογράψανε για τη δική σας την Ελευθερία

ποτέ λοιπόν στην Τροία και καμιά Αίγυπτος
-ίσως μια στάλα Βερολίνο· ποιος το ξέρει-
κατάφερα και φύτεψα φτερά στις πλάτες μου
κι έφτασα ένα ξημέρωμα στο Μακρονήσι
αρνήθηκα κόρες και γιους κι ανέβηκα κρυφά σε άλογο
έχτισα μόνη τα κελιά της απομόνωσης του μέλλοντος
χάιδεψα βότσαλα που κάποτε θα ζωγραφίσουν ποιητές
έκλαψα για αιώνες για τους ήρωες της χώρας
έθαψα κάπου κόκκινο μαντήλι από ερωτικά υγρά εμποτισμένο
χάραξα ένα έψιλον σε αμμουδιά κρυφή
για να θυμάται κάποιος κάποτε στο μέλλον
πως η Ελένη έζησε ουρλιάζοντας για Αγάπη
πως η Επανάσταση είναι της Ομορφιάς η κόρη
πως η Ελπίδα γέννησε καρπούς στο Μακρονήσι

άκου βασανιστή κορμιών ψυχών και ηρώων
μάθε πως οι Αθάνατοι μου είπαν την Αλήθεια
μάθε πως τ’ αηδόνια γίνανε σύμμαχοι της Λευτεριάς
έχε στο νου σου πως στην Άγια Μακρόνησο
μη με λησμόνει άνθος δε θεάθηκε ποτέ
γνώριζε ακόμα πως του Διηφόβου η γυναίκα άνοιξε νύχτα την κοιλιά της
για να ξεπεταχτούνε από μέσα της οι άλικοι εξεγερμένοι όλου του κόσμου

από καταβολής του κόσμου βλέπεις οι παραμυθάδες με ονόμασαν Ωραία
τι κι αν εγώ ήθελα πάντα να προτάσσω το Γενναία
με φίμωσαν οι ιστορικοί μετά των χαρτοφυλακίων τους
νόμισαν βλέπεις πως ο πόλεμος κερδήθηκε κι εγώ πως πάει, πέθανα

μα εγώ αγάπησα βαθιά τον Πολυμήχανο
που ήρθε ένα σούρουπο έξω απ’ της Θέμιδος το Μέλαθρον και με συνάντησε
μου ‘βγαλε τα φτερά και μου ‘μαθε ξανά να κολυμπώ
-η μάνα μου ήτανε γοργόνα και οι Διόσκουροι ιχθείς του ποταμού-
φτάσαμε απέναντι όταν πια βράδιαζε ο Απρίλης
σταθήκαμε στην εσχατιά της Αττικής που Λαύριο ονομάστηκε
-μόνο και μόνο θαρρείς για να ‘χει μέσα του το Αύριο-
κι αποφασίσαμε πως ήρθε η ώρα πια καμπάνες νίκης να ηχήσουν
χαράξαμε σ’ ένα παγκάκι ποιήματα που γράψαμε πριν από εικοσαετίες
και αγκαλιαστήκαμε σφιχτά πετώντας μες στη θάλασσα για πάντα τη Σιωπή

λοιπόν επίδοξοι βασανιστές δηλώνω τώρα διάφανη
μίλησα την αλήθεια μου κι έσπασα τα δεσμά μου
οι κόρες μου και οι γιοι μου ξέρουνε πια την πάσα αλήθεια
σκοτώστε με δυο και τρεις και εφτά φορές
κι εγώ υπόσχομαι τις στάχτες μου πέρα στο Μακρονήσι να τις στείλω
να φοβηθεί ο Θάνατος
να θρέψει η Ελευθερία.

 

Advertisements

μονο*δια*λογος

1624446_10202990649833283_297950891_n

όλα θα γίνουνε καλύτερα, θα δεις

χωράει άραγε η ελπίδα στο συγκριτικό βαθμό;

 

η πιο ευτυχισμένη της ζωής μου στιγμή

τι σχήμα έχει η χαρά;

 

όταν ξυπνάς να χαμογελάς γιατί ομορφαίνεις

όχι άλλα καλλιστεία του κρεβατιού

 

κλεφτές ματιές στου ανελκυστήρα τον καθρέφτη

τι σκέφτεσαι ανάμεσα σε δυο ορόφους;

 

βλέπω στον ύπνο μου πίδακες αίματος

καταδικάστε τους ονειροκρίτες

 

παραιτούμαι αφεντικό απ’ της απόλυσης το δίκιο

το άδικο έβγαλε ρίζες στο στομάχι μου

 

όταν μιλάτε για θεούς φαντάζομαι το δία να θυμώνει

ανεξιθρησκίας το ανέκδοτο

 

νερό, τηλέφωνο και φως πώς θα πληρώσω;

ίσοι σε πληρωμές και ανύπαρκτοι σε απολαβές

 

σε άλλη ερώτηση δεν θέλω ν’ απαντήσω

όποιος κατάλαβε το μάτι συνωμοτικά μόνο να κλείσει

 

αν έχω να ρωτήσω κάτι; ναι

πόσα φιλιά χαράμισες στου φόβου το αποκούμπι;

δήλωση α-μετανοίας

BdubduRCYAACS0W

στον τοίχο ένα κακό αντίγραφο κάποιου πίνακα ζωγραφικής. στα μεγάφωνα ο πιο διασκεδαστικός σταθμός της πόλης, ή κάτι τέτοιο. στα αυτιά της το βουητό άλλης μιας μέρας που την ξεψάχνισε.

κοιτάζει τα πόδια της. μία μαύρη βρώμικη λωρίδα πλαστικού έρχεται και ξανάρχεται. κοιτάζει το ρολόι του μηχανήματος. άλλα δέκα λεπτά. σηκώνει το κεφάλι και κοιτάζει έξω. περαστικοί περνούν σκυφτοί, μερικοί κοιτάζουν με περιέργεια μέσα από τη τζαμαρία την αίθουσα, άλλοι μπαίνουν στο διπλανό προποτζίδικο να κυνηγήσουν την τύχη τους, κοπέλες με τσάντες στον ώμο που σέρνονται μέχρι το φροντιστήριο για να μάθουν την κλίση του οίδα, να περάσουν στη φιλοσοφική και να ενταχθούν στον οικονομικά ανενεργό πληθυσμό, συνταξιούχοι με γλυκά που πάνε να δουν τα εγγόνια τους. το απόγευμα πέφτει βαριεστημένα στις πλάτες της γειτονιάς, το απέναντι καφενείο γεμίζει με κόσμο που πάει να δει το ματς των αιωνίων, η πόλη που κάποτε δεν ησύχαζε ποτέ μάλλον δεν θα ξυπνήσει ποτέ από τη χειμερία νάρκη της. χτυπάει το τηλέφωνό της, είναι από τη δουλειά, δυσανασχετεί. έχω σχολάσει, αφήστε με ήσυχη. ξανακοιτάζει το ρολόι του μηχανήματος. πέντε λεπτά ακόμα.

το δημοτικό γυμναστήριο γεμίζει κόσμο. οι νεαροί καμαρώνουν για τα γυμνασμένα τους μπράτσα, οι κοπέλες για τα ωραία αθλητικά τους παπούτσια, οι μεσήλικες έρχονται με εντολή γιατρού για να ρίξουν την κακή χοληστερίνη, οι κυρίες καταφθάνουν για να συζητήσουν τα νέα της ημέρας πάνω στο ποδήλατο -ποδήλατο το ονομάζουν κι ας μην σε πηγαίνει πουθενά, ένα ποδήλατο ίδιο με το μαρτύριο του ταντάλου, όλο να κάνεις πεντάλ και όλο να μένεις καρφωμένος στο ίδιο σημείο, να καταπίνεις τα χιλιόμετρα και όλο εδώ να είσαι στάσιμος, στην ίδια γειτονιά, στην ίδια χώρα, τίποτα να μην αλλάζει, να καίγονται οι γάμπες σου, να καίγεται το μυαλό σου γιατί αύριο λήγει το φ.π.α. και πού θα το βρεις το χιλιάρικο που το έδωσες για το χαράτσι– και δώστου να σηκώνουν τα δεκάκιλα οι φουσκωτοί, να κάνουν κάμψεις, να αναστενάζουν, να γεμίζει χνώτα η τζαμαρία και να κρύβει το θέαμα από τους περίεργους μπόμπιρες που κολλάνε τις μύτες τους στο τζάμι, κοίτα μαμά, κοίτα τι κάνουν αυτοί!

πόσες φορές έχει πατηθεί αυτός ο διάδρομος; η μαύρη λωρίδα έρχεται και ξανάρχεται κάτω από τα πέλματά της, το μηχάνημα λέει πως έχει διανύσει ενάμιση χιλιόμετρο, γιατί βρίσκεται ακόμα φυτευμένη εδώ; δεν θα ‘πρεπε να έχει φτάσει τώρα μέχρι το μενίδι ας πούμε;

στήνει αυτί. οι διπλανές κυρίες μιλάνε για την κατάσταση. για τα παιδιά τους που σπουδάσανε και τώρα είναι κλεισμένα στα δωμάτιά τους πίσω από έναν υπολογιστή όλη μέρα, που δεν βρίσκουν δουλειά, για τις περικοπές στους μισθούς τους, για τα χρήματα που φάγανε και τώρα πρέπει να τα επιστρέψουν αυτοί που τα πήρανε, και τι με νοιάζει εμένα μαρία μου να μπούνε φυλακή; τα λεφτά να δώσουνε πίσω, αυτό με νοιάζει. τρέμει στην επόμενη κουβέντα που θα ακούσει. σύριζα, ναι, σύριζα. κι αν αποτύχει, ακόμα πιο πέρα. ανταρσύα, δεν το συζητώ!

απροσδόκητο.

ο διάδρομος της επανάληψης που δεν είναι μαμά καμιάς μάθησης σφυρίζει. τέλος χρόνου. ό,τι κάηκε κάηκε. και δεν ξαναγυρίζει.

βγαίνοντας από το δημοτικό γυμναστήριο που όπου να ‘ναι θα κλείσει γιατί ο δήμος δεν έχει τα απαραίτητα κονδύλια για να πληρώνει τους γυμναστές -βλέπεις οι γυμναστές δεν ανήκουν στο σκληρό πυρήνα του κράτους- ένιωσε καλύτερα. τα ανοιχτά πνευμόνια είναι ο καλύτερος υποδοχέας της νικοτίνης και της πίσσας. ένιωσε την ανάγκη να συνοδέψει το τσιγάρο με καφέ.

μπήκε στη συνοικιακή καφετέρια. τρεις νεαροί καθισμένοι σε ένα τραπέζι με το μάτι καρφωμένο στην οθόνη που δείχνει μπάλα συζητάνε έντονα. βγαίνοντας από το μαγαζί ακούει άθελά της τον έναν από τους τρεις· άσε ρε φίλε, μόνο η χρυσή αυγή ασχολείται με τα προβλήματά μας, εγώ θα πάω στα γραφεία τους και θα τους πω το και το. και θα με βοηθήσουνε, θα δεις.

κοίτα να δεις ώρα που βρήκε η πόρτα και δεν ανοίγει να βγω έξω, να πάρω λίγο καθαρό αέρα, σκέφτηκε.

πάγωσε ο καφές.

και η τσιμινιέρα ακόμα καυτή.

*

γυρίζοντας προς το σπίτι, ο γείτονας καταστηματάρχης της πιάνει κουβέντα. για το γιο του, που έφυγε για έξω και δουλεύει τώρα πια με μεγάλο μισθό στην αγγλία, για το πόσο καλύτερη είναι τώρα πια η ζωή του παιδιού του. δίπλα του η γυναίκα του. πίσω από αυτά που της λένε διαβάζει την αλήθεια τους. τον πόνο για την απουσία, το μίσος για αυτούς που διώξανε τους ανθρώπους στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, τη θλίψη για την ισοπέδωση.

πώς να κοιμούνται άραγε τα βράδια αυτοί οι γονείς;

οι γειτονιές που είναι η λύση στη μοναξιά και η μαμή της αλληλεγγύης ξεψυχούν αθόρυβα τα απογεύματα.

ίσως και να ‘ναι αργά τώρα πια. ίσως πάλι και να μην είναι.

*

την άλλη μέρα το πρωί ένας ταξιτζής της δίνει άθελά του το στίγμα των ημερών που έρχονται.

– πώς πάει η δουλειά σας;

– χάλια μαύρα.

– λέτε να αλλάξει κάτι;

– δίνω ό,τι έχω και δεν έχω για να μην μπει το πασόκ στη βουλή. πιο πολύ με νοιάζει να μην μπουν αυτοί παρά οι χρυσαυγίτες.

– μα ξέρετε, συγκρίνετε ανόμοια πράγματα. είναι δολοφόνοι.

– έλα μωρέ, γιατί οι κομμουνιστές καλύτεροι ήταν; δεν είδες τα πρότυπα του ξηρού; τον ανθρωποσφαγέα βελουχιώτη είχε πίσω του. εμένα τα άκρα κορίτσι μου δεν μου αρέσουν. και τον τσίπρα ακόμα θα τον ψηφίσω. αλλά μακριά από κομμουνιστές να μείνεις.

– λίγο δύσκολο. βλέπετε, ελπίζω κάποτε να γίνω αληθινή κομμουνίστρια. φτάσαμε. τι χρωστάω;

την άφησε με το βλέμμα κρίμα και σε είχα συμπαθήσει. εκείνη κατέβηκε από το ταξί με το βλέμμα τα κατάφεραν οι μαλάκες. όπου να ‘ναι έρχονται και οι δηλώσεις.

*

έμεινε στην ουρά της εφορίας στην ευελπίδων καρφωμένη για δυόμιση ώρες. μία υπάλληλος από το πρωί για εκατοντάδες πολιτών που έβριζαν και φώναζαν για το ανύπαρκτο κράτος, να απολυθείτε όλοι σας ρε, άχρηστοι είσαστε, σας πληρώνουμε εμείς για να κάθεστε.

αν το κράτος είναι ανύπαρκτο, τότε πρώτοι και καλύτεροι ανύπαρκτοι είσαστε εσείς.

μπροστά της ένας νεαρός. χρειαζόταν μόνο ένα μεγαρόσημο και στεκόταν στην ουρά μόνο για αυτό, φαινόταν ανήσυχος, μετρούσε και ξαναμετρούσε τα ψιλά του, έπιασαν την κουβέντα.

μα γιατί φωνάζουν; δεν βλέπουν ότι η γυναίκα παλεύει να τους εξυπηρετήσει όλους;

φωνάζουν γιατί βλέπουν το πολλαπλό τους είδωλο να καθρεφτίζεται απέναντί τους.

μπακιρτζής.

μα φυσικά μπακιρτζής. συγγνώμη για το θάρρος, αλλά γιατί στέκεστε τόσες ώρες εδώ; μπορείτε να αγοράσετε από κάτω το μεγαρόσημο και να μην φάτε όλη σας τη μέρα εδώ.

ξέρετε, έχω μόνο τρία ευρώ και τα μεγαρόσημα κάτω κοστίζουν τρία ευρώ και τριάντα λεπτά.

στέκεστε σε αυτήν την εφιαλτική ουρά για τριάντα λεπτά. πάρτε τα και γλιτώστε.

δεν μπορώ να τα πάρω, δεν είναι σωστό.

κι εγώ δεν μπορώ να μην τα δώσω. η ζωή είναι τόσο εκνευριστικά όμορφη για να στεκόμαστε σε ουρές. καλό μεσημέρι.

*

η υπόλοιπη μιάμιση ώρα στην ουρά πέρασε γρήγορα.

μοναχικά, αλλά γρήγορα.

 

η φωτογραφία είναι καλοπίστως απαλλοτριωμένη από το λογαριασμό του @silentcrossing στο twitter

Ευπειθώς αναφέρω

e53c2c9f4d6761de9122d72eac64a0cc_XL

Τώρα είναι που δεν πρέπει να χάσουμε την ελπίδα μας, το καταλαβαίνεις; Θέλει δύναμη, το ξέρω. Θα το καταφέρουμε. Μαζί.

Διαβάζω πως η ανεργία θα φτάσει για τους νέους κοντά στο 50%. Αναρωτιέμαι πού θα φτάσει η κατάσταση. Πόσο πιο μακριά, πόσο πιο χαμηλά, πόσο πιο εξευτελιστικά; Τι θέλουν από μας;

Να μην έχεις παράπονο, σου λένε. Βρήκες δουλειά, ταχτοποιήθηκες, μπήκες σε μια σειρά. Ας τους πει κάποιος πως τα όνειρά μας δεν είχαν να κάνουν ποτέ με δουλειές, καριέρα, πολλά λεφτά και ακριβά ρούχα. Ταχτοποιήθηκα; Γιατί τι είμαι, φάκελος προς αρχειοθέτηση;

Τα όνειρα, αυτά που τολμάς να σκεφτείς εκείνα τα μαγικά λεπτά πριν κοιμηθείς, αυτά που δεν τολμάς να ξεστομίσεις γιατί θα σε περάσουν για τον τρελό της γειτονιάς, δεν περιέχουν τίποτα που να αγοράζεται ή να ανταλλάσσεται με δεκάωρα κλεισμένα σε γραφεία, αποθήκες και εργοτάξια. Είναι σκέψεις γεμάτες χρώμα, τραγούδια, βλέμματα και χαμόγελα. Είναι αναπαλλοτρίωτα. Υπάρχουν και επιβιώνουν σε όλα τα πολιτικά και οικονομικά συστήματα, επί αριστερών και δεξιών κυβερνήσεων, στη φτώχεια, στον πλούτο, στις χαρές και στη θλίψη. Ξέρω πως δεν θα σταματήσουμε να κάνουμε όνειρα, φοβάμαι όμως πως τα όνειρά μας θα μεταμορφωθούν σε σχέδια. Πόσα λεφτά έχω, μπορώ να πληρώσω το χαράτσι, τι χρωστάω στην τράπεζα, περνάω το μήνα μέχρι να ξαναπληρωθώ, να πάρω δεύτερο ποτό ή άστο καλύτερα, έχω βενζίνη για να πάω μέχρι την Αλσούπολη, πότε θα ξαναβάλω κάρτα στο κινητό, τι μισθό να βγάζει άραγε αυτός; Τρομακτικό.

Πριν από περίπου σαράντα χρόνια, όταν ο πατέρας μου πέρασε στο Πανεπιστήμιο, η επιτυχία του έγινε η είδηση σε όλα τα γύρω χωριά. Θα γινόταν επιστήμονας! Ζούμε στην εποχή που η εύρεση εργασίας αποτελεί την είδηση του μήνα για ολόκληρες γειτονιές. Βρήκε δουλειά! Πληρώνεται; Πόσα παίρνει; Πάλι καλά να λέει, τυχερή είναι. Το αναφαίρετο δικαίωμα στην εργασία έγινε ηράκλειος άθλος. Όχι, δεν δικαιούσαι πια να δουλεύεις. Υποχρεούσαι να λες κι ευχαριστώ, λες και κάποιος σου κάνει χάρη, λες και το νόημα της ύπαρξής σου συγκεντρώνεται σε ένα οχτάωρο, λες και η ύπαρξή σου αποτιμάται σε χρήμα.

Γιατί να λέω πάλι καλά γαμώτο σας; Ποιος σας είπε ότι ο στόχος της ζωής μου αρχίζει και τελειώνει εκεί; Θέλω να ανασαίνω ελεύθερη, και ναι, αυτό είναι ένα όνειρο ζωής για μένα. Θέλω να κοιτάζω τον ήλιο κατάματα, να νιώθω ότι το είναι μου εξαπλώνεται πάνω από το κλεινόν άστυ, φτάνει μακριά, σε πόλεις που δεν θα αντικρίσω ποτέ, σε ανθρώπους που μου χαμογελούν χωρίς να με γνωρίζουν, σε θάλασσες με περίεργα πράσινα και μπλε νερά, θέλω να χορέψω μαζί με τους φύλαρχους της Αφρικής, να διαλογιστώ μαζί με Ινδούς δασκάλους, να τραγουδήσω σε γερμανικά καμπαρέ. Θέλω να ζήσω.

Κοιτάζω από το παράθυρό μου έξω. Πέρα από την Κηφισίας απλώνεται η ανοιξιάτικη Αθήνα. Το φως του ήλιου λούζει τα άσχημα κτίρια, ο ουρανός είναι ανέφελος, διάολε η Αθήνα είναι τόσο όμορφη ώρες ώρες! Σαν αυτές τις ατελείωτες ιστορίες αγάπης, τους έρωτες που δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά, τα ζευγάρια που χωρίζουν, σε βαρέθηκα πια, θα γνωρίσω κάποιον άλλον καλύτερο, φεύγω, φωνάζει ο ένας στον άλλον, μέχρι να ξανασμίξουν γιατί τίποτα πια δεν είναι όμορφο όταν δεν είναι μαζί- έτσι κι εμείς, λατρεύουμε να μισούμε αυτήν την πόλη. Την ποδοπατάμε, την αναγκάζουμε να γεράσει πριν την ώρα της, τη βρίζουμε, αλλά εκείνη μας δίνει μια ηλιόλουστη μέρα και αμέσως την ερωτευόμαστε από την αρχή- άτιμο θηλυκό!

Άραγε την αγαπάμε τη χώρα μας; Γέμισε ασχήμια, βρωμιά, φασισμό. Οι αρουραίοι βγήκαν από τις τρύπες τους και αλωνίζουν ελεύθεροι. Αλλά εμείς παλεύουμε για να πληρώσουμε τη δόση στην τράπεζα, δεν έχουμε χρόνο να ασχοληθούμε μ’ αυτό. Έχουμε τα προβλήματά μας βρε αδερφέ! Μα υπάρχει κάποιο άλλο πρόβλημα που να μας αφορά πιο προσωπικά από ό,τι μια ανελεύθερη χώρα; Είναι η δική μας χώρα ρε! Μπορούμε να την ξαναφτιάξουμε ή είναι μάταιο; Η αγωνία με πνίγει τις νύχτες, αλήθεια σας λέω. Έτσι θα ζήσω; Και τι θα λέω στα παιδιά μου; Το νιώθετε κι εσείς ότι μέρα με τη μέρα το ανάστημά μας μικραίνει;

Ζητείται ελπίς, έγραφε ο Αντώνης Σαμαράκης, σήμερα πιο επίκαιρος από ποτέ. Ξέρω ότι δεν πρέπει να το βάλουμε κάτω, ξέρω πως τώρα πρέπει να ατσαλωθούμε ακόμα πιο γερά, καταλαβαίνω πως ο αγώνας τώρα ξεκινά. Δίνω εντολές στον εαυτό μου να μην χάνει την πίστη του στους ανθρώπους, να ανασαίνει βαθιά, να ελπίζει και να συνεχίσει να κάνει τρελά όνειρα. Μόνο που στις εντολές τώρα πια μπαίνει κι ένας αστερίσκος, μια υποσημείωση: *ενεργοποίηση. Μόνο πράξη, που λένε και οι Πραξιματίες, το γνωστό πανκ κίνημα που άλλαξε τον ρουν της ιστορίας της Κυψέλης.

Οι εποχές άλλαξαν. Αγαπητέ κύριε Καστοριάδη, ευπειθώς αναφέρω πως επέλεξα.

Την ελευθερία.