sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: εμφύλιος

νάιν, δάσκαλε

1779294_10203532044556620_1418356629904746154_n

ο ιωάννης μεταξάς είπε ένα όχι που δεν ήταν όχι αλλά δεν ήταν ναι αλλά ήταν νάιν και ταυτόχρονα ήταν ναι δάσκαλε γιατί δεν μας πήγες ποτέ παρακάτω μετά τι έγινε στη ρημάδα τη χώρα αύριο παρέλαση παιδιά μου μη φορέσετε κοντές φούστες και τακούνια σεβαστείτε τη μέρα εθνική αντίσταση αλβανία βουνά ήρωες ήρωες έλλη τορπιλίζω πες μας δάσκαλε για τη μακρόνησο πες μας για το βασανιστήριο με τη γάτα και το σακί δάσκαλε μήπως ο παππούς σου έκανε διακοπές στο μακρονήσι πες μας δάσκαλε για το μετά ποιος πήρε την εξουσία μετά την απελευθέρωση και γιατί εγώ δάσκαλε τους αγαπάω τους γερμανούς όλους τους αγαπάω και ο πατέρας μου λέει ξέρεις παιδί μου τι σημαίνει σύνορο ένα βουνό από τη μία γεννήθηκες εσύ από την άλλη εγώ τίποτα δεν έχουμε να χωρίσουμε αγαπάω τους λαούς και μισώ όσο τίποτα τους φασίστες δάσκαλε προχώρα την ιστορία παρακάτω μίλα για τη βάρκιζα επιτέλους μιλήστε βγάλτε τις κουκούλες δάσκαλε μας κυβερνάνε από τότε οι ίδιοι και ποτέ δεν απελευθερωθήκαμε ποτέ μιλήστε πότε είδαμε ελευθερία εδώ κάτω πότε ανασάναμε μας ταΐσανε τόσα χρόνια με αλατισμένα ψέματα και χαθήκαμε χάσαμε την αλήθεια μας και την ουσία μας γιατί παρελαύνουμε ρε δασκαλάκο τι γιορτάζουμε σταθείτε προσοχή περνάνε τα στρατά γυρίστε τα κεφάλια στην εξέδρα παπάδες και ένστολοι πάνω σε μια εξέδρα να απαιτούν σεβασμό ταξίδι στο ιράν ράσα παντού ράσα και στολές μερικοί θέλουνε να ξαναφέρουνε το βασιλιά δάσκαλε μ’ ακούς άραγε ή έφυγες από την αίθουσα να πάμε περίπατο πάνω στο γράμμο να δούμε τα κορμιά που χαθήκανε από τα κανόνια του σκόμπι να αγγίξουμε τους ήρωες να συλλέξουμε τα κόκκαλά τους να κλάψουμε για το θάνατο κάθε ιδέας κάθε ελευθερίας ο μπελογιάννης ζει ρε δάσκαλε γοργόνα θα γίνω και θα ρωτώ τους ναυτικούς κι ύστερα κολυμπώντας από το λαύριο μέχρι το μακρονήσι εκεί να κοιτάξουμε τον ήλιο να πέφτει πάνω στη θάλασσα κι από κει όλα τα γελαστά παιδιά που σκοτώσανε οι φασίστες να ζωντανέψουνε άκου με κι εμένα δάσκαλε και μην με λες ακραία σκοτώσανε τον πέτρουλα ρε δάσκαλε να θα σε πάω και στα χρόνια σου σκοτώσανε τον τεμπονέρα σε πήρε ο λαμπράκης σε πήρε η λευτεριά να έλα και στα χρόνια μου δασκαλάκο που σου κόψανε το μισθό στα δύο σαν αρνίσιο μπούτι μη μιλάς άλλο θα σου μιλήσω για τον αλέξη θα σου κλάψω για τον παύλο θα σου μιλήσω για τα δάκρυα της γενιάς μου δάσκαλε παντού φασίστες κι εσύ μας έφερες εδώ να μας πεις για το όχι ρε δάσκαλε και ότι δήθεν των εχθρών τα φουσάτα περάσαν άκου με παντού φασίστες σου λέω παντού εξέδρες με επίσημους τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ η ελλάς στο γύψο ποτέ δεν έδεσε το γλυκό συμπαράσταση λαέ πού είσαι λαέ πού πήγες δάσκαλε τι δουλειά έχουμε εμείς εδώ πού πάμε πορεία προς το βίτσι ο γοργοπόταμος ανατινάχθηκε και έπεσε και μας πλάκωσε η γέφυρα τίποτα τίποτα δάσκαλε δεν έχω τίποτα να σου πω μην μου δίνεις σημασία μάλλον δεν μπορώ να προσαρμοστώ και εξάλλου όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει δάσκαλε

πίνω όπιο και βλέπω μουντιάλ

10366033_481077755357684_6178996178496860312_n

έλα ρε, τι θα κάνουμε το βράδυ; έχει βγει πρόγραμμα; ποιοι παίζουν απόψε ρε φίλος; έχω παίξει και στοιχηματάκι, άμα το κερδίσουμε τις βγάλαμε τις διακοπούλες στο νησί.

τώρα που το σκέφτομαι ρε συ, δύσκολη χρονιά και φέτος. πολύ δύσκολη. εγώ άνεργος. η μάνα μου απολύθηκε. ο πατέρας μου συνταξιούχος που παίρνει πέντε κατοστάρικα μετά από σαράντα χρόνια ένσημα. χάλια.

κι εγώ ρε μαν, μια απ’ τα ίδια. σχεδόν με ζει η κοπέλα μου ρε φίλος, δεν βρίσκω δουλειά πουθενά. είναι που πέθανε και η οικοδομή ρε συ, αλλιώς όλο και κάπου θα με έχωνε ο πατέρας μου να κάνω κανα μεροκάματο. αλλά τι τα θες, εκεί μας φτάσανε.

ρε δεν σε ρώτησα, τι σκατά ψήφισες ρε φίλε τις προάλλες; εγώ δεν ήξερα τι να ψηφίσω, με πίεσε η μάνα μου να πάω για να βάλω σταυρό σε έναν λέει υποψήφιο δημοτικό σύμβουλο γιο μιας φίλης της που μπορεί και να μου έβρισκε καμιά δουλίτσα στο δήμο κατόπιν. αυτός που λες κατέβαινε με έναν τάχα μου υποψήφιο ανεξάρτητο, δηλαδή πασόκ του κερατά εδώ που τα λέμε, κι εγώ έλεγα στη μάνα μου, ρε μάνα πας καλά; και πήγα που λες αλλά το ‘ριξα στο συριζαίο δήμαρχο που βγήκε κιόλας για να τα λέμε όλα, αλλά εντάξει δεν πιστεύω ότι θα γίνει κάτι και μ’ αυτόν. όλοι ίδιοι είναι ρε, όλοι θέλουν την καρέκλα της εξουσίας και να φάνε παραδάκι, έχω έναν ξάδερφο που ‘ναι στην ανταρσύα και μου πρήζει μη σου πω τι μου πρήζει κάθε φορά που τον βλέπω, ότι λέει το απολιτίκ και το μαζί τα φάγαμε μας έφερε ως εδώ και οδήγησε στην ενδυνάμωση της χ.α., αλήθεια ρε πώς σου φαίνονται αυτοί με τις σβάστικες; εμένα τι να σου πω, αδιάφοροι έως αντιπαθητικοί αλλά δεν τρελαίνομαι κιόλας όπως οι αριστεροί και οι άπλυτοι που νομίζουν ότι έχουν να κάνουν με τα εγγόνια του χίτλερ να πούμε, λες κι εκείνοι λίγα κάνανε στον εμφύλιο, σφάζανε ρε μαν, σφάζανε όποιον αρνιότανε να μπει στο στρατό τους, απίστευτο δεν είναι;

τελωσπάντων, στις ευρωεκλογές που ‘ναι πιο κυριλέ γενικώς ψήφισα ποτάμι γιατί πολύ κομπλέ τυπάκι ρε συ αυτός ο ρεπόρτερ, κάνει και κάτι εκπομπές μούρλια, φτάνει το μαχαίρι στο κόκκαλο. θυμάσαι την εκπομπή με τον φύσσα; και ποιος δεν την είδε. και ποιος δεν έκλαψε. και ποιος δεν άκουσε όλη την αλήθεια επιτέλους. πολύ χάρηκα που έκανε κόμμα κι άμα ιδρυθεί νεολαία θα πάω να γραφτώ γιατί μυρίζει αέρας αλλαγής ρε παιδί μου, πώς να το κάνουμε; οι άλλοι ρε μαν κατεβάζουνε στο ευρωκοινοβούλιο τον γλέζο. πόσων χρονών είναι ο γλέζος ρε; έλεος. σαράντα χρόνια οι ίδιοι και οι ίδιοι. να αλλάξουμε λίγο αέρα, προοπτική και ιδέες.

καλά τα λέει ο πατέρας μου μωρέ.

τελωσπάντων, πολύ ασχολήθηκα. τι μας νοιάζει εμάς για την πολιτική; η καθημερινότητα είναι το θέμα. τα μικρά πρακτικά προβλήματα. οι θεωρίες είναι για τους μαρξιστές, τους τροτσκιστές και για όλους αυτούς που είναι πιο γραφικοί και από τα καλάβρυτα. εμείς να ‘μαστε καλά ρε συ. να βρούμε μιαν ακρούλα κάπου να φτιάξουμε τη ζωή μας. μια δουλίτσα σίγουρη κι ας είναι πρωθυπουργός και ο γιος του παττακού. αλλάζει κάτι μωρέ για το λαό;

άσε που βλέπω κάτι περίεργα στο φέισμπουκ ρε συ. ότι λέει ο κόσμος στη βραζιλία δεν το θέλει το μουντιάλ. ότι εκκενώνουν με το ζόρι τα σπίτια οι μπάτσοι λέει, ότι γίνονται διαμαρτυρίες, πορείες και τα συναφή και πέφτει ξύλο, ότι σκοτώνουνε και κόσμο ακόμα, ότι φωνάζουν ότι είναι φτωχοί και δεν θέλουνε λέει ποδόσφαιρο αλλά ψωμί και παιδεία. ρε μαλάκα, τι καταλαβαίνουνε με τις πορείες και τα τοιαύτα; έτσι δεν έγινε και δω τότε με τη μαρφίν και φάγανε την κοπελίτσα που ήτανε κι έγκυος ρε; κι ακόμα ατιμώρητοι οι κουκουλοφόροι. ρε πάει καλά ο κόσμος ρε; ψέμματα είναι, εγώ δεν πιστεύω τίποτα. σιγά που δεν θα θέλουνε ολόκληρη διοργανωσάρα να γίνει στη χώρα τους. σκέψου να γινότανε εδώ μουντιάλ. θα ξεχνάγαμε όλα μας τα προβλήματα ρε φίλος, θα βλέπαμε μπαλίτσα από κοντά για ένα μήνα, όλες οι ομαδάρες και οι παιχτούρες θα μένανε στη χώρα μας, όνειρο θα ‘τανε.

αλλά τι τα θες. πάντα θα υπάρχουνε γραφικοί ρε φίλος. άκου εκεί δεν θέλουνε το μουντιάλ. τη γιορτή του ποδοσφαίρου ρε μαν. και είναι και κάτι αριστεροί του κώλου εδώ που συμφωνούν. όχι λέει. κλείνουμε τα μάτια στα αληθινά προβλήματα των λαών. ξεπλένουμε χρήμα. σπαταλάμε δισεκατομμύρια για το τίποτα. ε όχι και τίποτα. ρε αφήστε ρε τον κόσμο να ζήσει και καμιά χαρά ρε. όλα στραβά τα βρίσκετε. όλα σας ενοχλούν. αμάν πια.

για πες τώρα, τι απόδοση δίνει για απόψε; φίλε φαντάζεσαι να γίνει κανα θαύμα και να πάει η ελλαδάρα στον τελικό; ρε φίλε μιλάμε θα τρελαθώ. θα κατεβάσω από το πατάρι τη σημαία και θα βάλω φωτιά στην ομόνοια. όπως τότε θυμάσαι; τι περηφάνια. τι συγκίνηση. τι ρίγος. να ακούγεται ο εθνικός μας ύμνος μέσα σε ξένη χώρα. και τα δικά μας τα παιδιά να σηκώνουνε την κούπα. παιδιά λαϊκά ρε μαν, σαν εσένα και σαν εμένα. ναι εντάξει βγάζουνε εκατομμύρια, το ξέρω. αλλά λίγο το ‘χεις να μας κάνουν περήφανους στην άλλη άκρη της γης; κάτσε ρε, μην τα ισοπεδώνουμε και όλα. υπάρχει και κόσμος που αξίζει τα εκατομμύρια που τσεπώνει. εγώ αυτούς τους παραδέχομαι. χαλάλι και τα λεφτά που χάλασε το κράτος για να τους στείλει εκεί. φτωχοί άνθρωποι είμαστε, λίγες χαρές μας έχουνε μείνει. ε δεν θα στερηθούμε και το ποδόσφαιρο. έλεος δηλαδή.

τι να σου πω ρε μαν, μακάρι να ξαναζήσουμε τέτοιες στιγμές.

Αγρίμια κι Αγριμάκια μου

~τα σπηλιαράκια του βουνού είναι τα γονικά μας~

Πάνε χρόνια. Ας μην τα υπολογίσω καλύτερα. Όχι, όχι θα τα υπολογίσω. Πάνω από δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε.

Το χωριό βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού. Σηκώνεις το βλέμμα και βλέπεις παντού βουνά. Δεν έχεις άλλη επιλογή από το να γίνεις φίλος μαζί τους. Βγαίνεις στο μπαλκόνι του ετοιμόρροπου πατρικού σπιτιού και αναρωτιέσαι πώς έναν τόσο σκληρό τόπο ξεπετάχτηκαν άνθρωποι μέσα στη γλύκα και την ανθρωπιά. Τώρα πια μετράει γύρω στους 20 μόνιμους κατοίκους· μέσος όρος ηλικίας τα εβδομήντα. Η γριά νόνα πατάει φέτος τα εκατό. Το καταγάλανο βλέμμα της έχει τη σπιρτάδα των είκοσι χρόνων, η καρδιά της τη θλίψη των σαράντα. Στην ηλικία της πάντως δεν ταιριάζει. Δεν τη νοιάζει που δεν μπορεί πια να ανέβει πάνω στην καρυδιά για να μαζέψει τα καρύδια της, δεν λυπάται που δεν μπορεί να πάει στο χωράφι να ποτίσει τα ζαρζαβατικά της, την καίει που δεν μπορεί πια να χ ο ρ έ ψ ε ι. Ακόμα και με το πι σηκώνεται και ρίχνει τη γύρα της με έξι πόδια, αλλά δεν είναι πια το ίδιο. Αλλά ακόμα κι έτσι είναι η πρωταγωνίστρια του γλεντιού. Τραγουδάει με φωνή βραχνή που μαρτυράει τι φωνή είχε στα νιάτα της, απαγγέλει την Άλωση της Πόλης- ολόκληρη, ούτε στίχο δεν ξεχνάει- και αφιερώνει πάντα ένα τραγούδι στην εγγόνα της που να περιέχει το όνομά της. Εσύ να μην παντρευτείς μικρή, μου λέει. Εγώ δασκάλα ήθελα να γίνω και δεν με άφησαν. Με πάντρεψαν.

Στον εμφύλιο οι αντάρτες εφορμούσαν στο χωριό κι έκλεβαν ότι έβρισκαν. Από τότε η νόνα δεν τους ήθελε τους αριστερούς, και τι να κάνει που έστειλε το γιο στην Αθήνα να σπουδάσει κι αυτός γύρισε το πρώτο καλοκαίρι με τη σημαία της ΚΝΕ στον ώμο; Το κατάπιε κι αυτό. Και νάσου μετά τα εγγόνια, τα παιδιά του γιου, να της κάνουμε πλάκα, γιαγιά θα έρθουν οι κομμουνιστές και θα σου πάρουν το σπίτι και να δαγκώνει τα χείλη σχεδόν φοβισμένη, και να γελάμε αναίσθητα, δεν ζήσαμε βλέπεις το φόβο του τότε, δεν αντέχουμε καν να τον δικαιολογήσουμε, για μας τους μακρινούς αναγνώστες αυτής της ιστορίας είναι ξεκάθαρο ποιος ήταν τότε ο σωστός, μακριά παιδιά μου από πόλεμο, ο πόλεμος φέρνει πόνο κι ο πόνος θάνατο, συνέχιζε η νόνα, δυο παιδιά έχασα στην Κατοχή και ξέρω τι σας λέω, πάρε τώρα την πιο απλή και αληθινή ανάλυση του πολέμου, κανείς δεν έφταιγε μα όλοι ήμασταν λ ά θ ο ς.

Και φτάσαμε στο πέρυσι να της κάνουμε την ίδια πλάκα ενόψει εκλογών για να μας πει παιδιά μου έχετε δίκιο, άλλη λύση δεν υπάρχει τώρα πια.

Πριν μια δεκαπενταετία λοιπόν, ο πατέρας αποφάσισε να μας πάει εκδρομή. Αλλά τι εκδρομή. Όχι από κείνες με το αμάξι, που κουβαλάς μαζί σου ταπεράκι με κεφτέδες, ψυγείο με νερό, χυμό για τα παιδιά και μαγιό για ένα γρήγορο μπάνιο στη θάλασσα. Ανάβαση στο πιο ψηλό βουνό της περιοχής, ορειβασία τέσσερις ώρες για να ανέβεις και άλλες τέσσερις για να κατέβεις. Ανησυχούσε κάπως η μαμά, μακριά τα πας τα παιδιά, όχι έλεγε ο πατέρας, θα τους αρέσει, θα δεις.

Σηκωθήκαμε γύρω στις τέσσερις το ξημέρωμα. Αν σε βρει ο ήλιος την ώρα που ανεβαίνεις την πλαγιά ζήτω που πέθανες. Με βαρβάτο εξοπλισμό, παντελόνι, αρβύλες, καπέλο, γκλίτσες, παγουράκι με νερό- δεν χρειάζεται να κουβαλάμε νερό έλεγε ο πατέρας, στη διαδρομή θα βρούμε πολλές βρύσες φτιαγμένες από τους τσοπάνηδες- και ψωμοτύρι. Ενθουσιασμένοι εμείς, ρωτούσαμε αν θα δούμε ζώα, αλεπούδες, λαγούς- έχει ακόμα λύκους μπαμπά;– γεράκια, αετούς. Μην μιλάτε πολύ γιατί θα κουραστείτε, μας απαντούσε αινιγματικά. Αλλά ήταν μπαμπάς, οπότε ήξερε το σωστό. Αυθεντία από τις αγαπημένες που είδε μετά από χρόνια την αυθεντία του να γκρεμίζεται από τα ίδια του τα σπλάχνα που την πήγανε τουλάχιστον δέκα βήματα παρακάτω και ήταν ο πρώτος που σηκώθηκε και τα χειροκρότησε.

Ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε που λέτε και μαζί με μας ξεκίνησε και η κούραση. Ο πατέρας, μεγαλωμένος κυριολεκτικά πάνω σ’ αυτά τα κακοτράχαλα μέρη δεν καταλάβαινε χριστό. Μας εμείς, τα παιδιά της πόλης, που νομίζαμε ότι κούραση νιώθεις όταν παίζεις μπάσκετ, ανοίγαμε όλο και πιο συχνά το παγούρι για να ξεγελαστούμε. Κι ας μας έλεγε μην πίνετε πολύ νερό, θα διψάσετε περισσότερο. Μετά από καμιά ώρα πεζοπορίας κι ενώ είχαμε συνηθίσει κάπως την αίσθηση του κράτα με να σε κρατώ να ανεβούμε το βουνό, μας ανακοίνωσε ότι σε περίπου άλλη μία ώρα θα βρίσκαμε την πρώτη βρύση, όπου και θα καθόμασταν να φάμε κάτι και να ξεκουραστούμε. Αναπτερωθήκαμε ως έπρεπε και συνεχίσαμε, μέχρι που φτάσαμε στην πρώτη βρύση για να τη βρούμε ξεραμένη από καιρό και χωρίς καθόλου τρεχούμενο νερό. Δεν μας πείραξε πολύ- νερό είχαμε άλλωστε στα παγούρια μας- αλλά ο νους μας δεν πήγε καν στην απογοήτευση του πατέρα που κοιτούσε τις πλαγιές που άλλοτε έσφυζαν από ζωή και τώρα πια κατέρρεαν ερημωμένες. Κανένας δεν περνάει πια από δω. Εκείνη την ώρα, εκείνος συνειδητοποιούσε το τέλος μιας εποχής πολύ δύσκολης, πολύ φτωχής, μα και πολύ όμορφης. Αναρωτιόμουν πάντα πώς γίνεται να νοσταλγεί εκείνα τα χρόνια που ήταν μικρός, που έκλεβαν φρούτα από τα δέντρα του γείτονα λίγο για να φάνε αλλά πιο πολύ γιατί μέσα τους δεν τους φαινόταν έγκλημα αυτό που κάνανε, πες μου μπαμπά πού πήγες μετά το δημοτικό, τι γινόταν στο γυμνάσιο που πήγες σε άλλη πόλη, καλά ρε μπαμπά ποιος σας μαγείρευε να φάτε, δεκαπέντε χρονών παιδάκια και ήσασταν μόνα σας, μα πώς γίνεται αυτό το πράγμα;

Μικρή μου άρεσε να ακούω ιστορίες, τώρα μου αρέσει να τις γράφω.

Από τις τέσσερις-πέντε βρύσες που περιμέναμε να βρούμε στο δρόμο μας μόνο η μία είχε νερό τελικά, αλλά αυτό δεν ανέκοψε την πορεία μας προς τα πάνω. Πάρ’ το και γενικότερα αυτό αν θες, για τη ζωή σου ρε παιδί μου, μην σε σταματάει τίποτα, κάνε ό,τι γουστάρεις, είτε ανηφόρα είτε κατηφόρα είτε και τα δύο για ποικιλία, αλλά μην αφήνεις τίποτα να σε σταματάει.

Μετά από τέσσερις ώρες ανάβασης αρχίσαμε να βλέπουμε την κορυφή από μακριά. Τα παιδικά μάτια πέταξαν φλόγες. Φτάνουμε. Εδώ μια ιστορία για τον παππού που κάποτε είχε συναντήσει σ’ αυτό ακριβώς το σημείο έναν λύκο- πωπω και τι έκανε ο παππούς μπαμπά; κι ο λύκος πλάσμα της φύσης είναι παιδιά- μια ιστορία για έναν συγχωριανό που τον είχε χτυπήσει κεραυνός πάνω στο βουνό κι έμεινε στον τόπο, ένας άλλος που φοβόταν εδώ πάνω τα αστραπόβροντα και φώναζε βοήθησέ με παναγία μου γαμώ το χριστό μου, και με τα πολλά πατήσαμε στην κορυφή. Φωνές και γέλια, τι όμορφα που είναι δω πάνω, ο αέρας είναι ελαφρύς, μπαίνει μέσα στα πνευμόνια και τα ανταριάζει, μπαίνει μέσα στην ψυχή και την αλαφρώνει, νομίζω ποτέ δεν είχαμε ξανανιώσει έτσι, βγάλε με μια φωτογραφία όπως σ’ εκείνη την ταινία, I am the king of the world, όλα λουσμένα στο φως και στην ομορφιά, όλα ελεύθερα, όλα ελαφριά κι από μακριά το χωριό να μας κλείνει το μάτι συνωμοτικά.

Φυσικά η κατάβαση ήταν πολύ πιο δύσκολη από την ανάβαση. Τα πόδια μας, εξαντλημένα πια, δεν υπάκουαν στις εντολές μας, σχεδόν κουτρουβαλούσαμε στην πλαγιά- μωρέ καλά μας έλεγε ο πατέρας να κρατήσουμε δυνάμεις για το κατέβασμα- η κούραση είχε εξαπλωθεί σε όλο μας το κορμί αλλά τα μάτια έλαμπαν ακόμα· είχαμε αγγίξει την κορυφή. Κατεβαίνοντας, ο πατέρας σταμάτησε ξαφνικά. Ακούστε παιδιά. Φλογέρα. Ένας τσοπάνης καθόταν κάπου που δεν μπορούσαμε να τον δούμε. Ακούγαμε μόνο τη μελωδία που έβγαινε από τη φλογέρα του. Ήμασταν μικρά για να καταλάβουμε τη συγκίνησή του στο άκουσμα αυτής της μελωδίας, αλλά δεν ήμασταν μικρά για να τη νιώσουμε.

Κοντεύω τριάντα κι όταν ακούω φλογέρα κλαίω.

Φτάσαμε στο σπίτι εξαντλημένοι, η μαμά ήταν στο τσακ να αρχίσει να ανησυχεί, κινητά δεν υπήρχαν τότε φυσικά, αλλά και να υπήρχαν δεν υπήρχε σήμα, μόνο μετά από χρόνια ήρθε μια εταιρεία και αναβάθμισε το χωριό, κότσαρε πάνω σε έναν λόφο μια κεραία και μας είπε, τώρα μπορείτε να επικοινωνείτε, μια πανύψηλη, άσχημη κεραία που δεν έδεσε ποτέ με το τοπίο, φοβού τον πολιτισμό και δώρα φέροντα. 

Κοιμηθήκαμε για αρκετές ώρες και όταν ξυπνήσαμε η κούραση είχε πάρει δρόμο. Και δώστου να λέμε ιστορίες στη μαμά λες και πήγαμε στη χώρα των θαυμάτων, και είδαμε και αετό μαμά, αλήθεια, είχε κάτι τεράστια φτερά και πετούσε μόνος, σαν τον λούκι λουκ του ουρανού ήταν, και διψάσαμε λίγο αλλά δεν πειράζει, γιατί εκεί πάνω ο αέρας που φύσηξε μέσα μας ήταν αλλιώτικος, όχι σαν της Αθήνας, μύριζε διαφορετικά, πώς να στο πω, ήτανε μόνος του ο άνεμος εκεί πάνω αλλά δεν τον ένοιαζε.

Στο χωριό δεν είχα ποτέ τηλεόραση, ίντερνετ, παρέα, τίποτα. Όταν πηγαίναμε, άρπαζα τη γκλίτσα, έβαζα την αγαπημένη μου κασέτα στο γουόκμαν, φορούσα τα ακουστικά στα αυτιά και έφευγα. Περίπατος. Έβρισκα έναν μεγάλο βράχο, ανέβαινα πάνω, και είμαι σίγουρη ότι από μακριά φαίνονταν ευδιάκριτα τα σύννεφα των ονείρων μου να ξεπετάγονται από το κεφάλι μου και κόβουν τις δικές τους βόλτες στον ουρανό. Άσε που έβλεπα πάντα αστέρια τη νύχτα, αλλά δεν τα μετρούσα ποτέ, γιατί λέει όποιο παιδί μετράει τα άστρα βγάζει κάτι κόκκινα σημάδια στο χέρι του που δεν φεύγουν ποτέ. Και η πιο ακριβή στιγμή, τα βράδια του Αυγούστου, όταν έπεφτε το σκοτάδι, μέσα στην απόλυτη ησυχία με φώναζε ο πατέρας στο μπαλκόνι για να ακούσω το πιο όμορφο τραγούδι. Άκου, μου έλεγε. Τραγουδάει ο φίλος μας. Αηδόνι. Μόνο εκεί, σ’ αυτό το χωριό, σ’ αυτό το μπαλκόνι, μαζί με τον πατέρα, έχω ακούσει αηδόνι αληθινό. Κι ούτε που θέλω αλλού να ακούσω.

Πατέρα, τα αηδόνια δε μ’ αφήνουνε να κοιμηθώ· όπου κι αν βρίσκομαι.