sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: εντολή

φολκσβάγκεν

972116_10200387714590336_1742539768_n

σενιόρ, με ψυχοφάρμακα κρατιέμαι στη ζωή, σενιόρ

πριν συγκινηθείς από το δράμα του εγκλείστου στις φυλακές ναυπλίου μέλους της συμμορίας των μπράβων της νύχτας, εμπόρων πρέζας και θρασύδειλων ανθρωπάριων, ευρισκόμενων σε μόνιμη νοητική κατάσταση αμοιβάδας, ρίξε μια μικρή μόνο ματιά στα λόγια που σου άφησε παρακαταθήκη κάποιος διανοητής σχετικά με την ιστορία ενός τόπου που αν δεν την αντιμετωπίσουμε ως κωμικοτραγική τότε καλύτερα να φουντάρουμε από τις ταράτσες. τις ταράτσες που κάποτε χτυπούσαν τον αντρέα αλλά πάνε αυτά πια. τα λησμονήσαμε. τώρα ετούτοι οι μονοκύτταροι οργανισμοί θα έμπαιναν στη βουλή και θα καθαρίζανε. γιατί όλοι οι άλλοι είναι ίδιοι μωρέ. γιατί είναι όλοι τους λαμόγια και θα δούνε τι θα πάθουνε αυτοί. γιατί θα εκδικηθούμε τη δημοκρατία και το μπουρδέλο το σύστημα που εμείς εκθρέψαμε με την πιο ακραία μορφή καπιταλισμού, το πιο μακρύ του χέρι, την πιο παρανοϊκή του μορφή, την πιο αρρωστημένη του κόρη, τα πιο φρικιαστικά του εγκλήματα, τους πιο άσχημους εφιάλτες όλων όσοι κυνηγάνε τις ελεύθερες αναπνοές στη γαμημένη τη ζωή μας.

με το φασισμό.

βγείτε στους δρόμους και ζωγραφίστε αγκυλωτές σβάστικες παντού. βγείτε στους δρόμους της ουκρανίας και κάψτε ζωντανούς τους εργάτες αφού τους βιάσετε και τους ξεκοιλιάσετε πρώτα. μαχαιρώστε τον λουκμάν. κι ύστερα μαχαιρώστε τον παύλο. κι ύστερα βγείτε στις τηλεοράσεις τάχα μου δήθεν άνετοι, απέναντι από δημοσιογράφους εξίσου άνετους, χαμογελαστούς, ανέμελους, σχεδόν αέρινους. που πίνουν το καφεδάκι τους στην αιματοβαμμένη κούπα της συμμορίας σας και σας ρωτάνε με ύφος τιφαγητόέφαγεςχτες λοιπόν, τι νέα φασίστα; σε ξεπλένω καλά;

άσε που ύστερα αυτοί οι δημοσιογράφοι ταξιδεύουν στην άλλη πλευρά του αιγαίου, εκεί που πνίγονται οι άνθρωποι κάθε μέρα και κάθε νύχτα γιατί οι ζωές τους είναι πανάκριβες ενώ ο θάνατός τους δεν κοστίζει τίποτα παραπάνω από μια εντολή σε βυσματικούς λιμενόμπατσους πνίξτε τους στα σκυλόψαρα.

εσείς συνεχίστε. τα αφεντικά σας έχουν ανάγκη. εκπνέει ο καπιταλισμός παγκοσμίως. και κάπως πρέπει να τον σώσουμε. χαράξτε αγκυλωτούς σταυρούς στις πλάτες των ανθρώπων. χαράξτε τους τα μέτωπα. εξευτελίστε την ανθρωπότητα. εγέρθητε όταν ο αρρωστημένος σας αρχηγός μπαίνει στην αίθουσα. σπάστε τους πάγκους των μικροπωλητών. βρίστε. σκοτώστε. κάψτε. ξανανοίξτε τη μακρόνησο γαμώ το χριστό μου. εκεί να πάμε να πεθάνουμε. ανήσυχοι και ελεύθεροι. μη σταματάτε. είμαστε όλοι έλληνες. έξω οι ξένοι. έξω και όσοι τους θεωρούν αδέρφια τους. δηλαδή τι έξω. μέσα στη γη. θάψτε όποιον αντιστέκεται βαθιά μέσα στη γη. οι άνθρωποι είναι χρυσόψαρα, δεν το βλέπετε; ξεχνούν.

λησμόνησε η ανθρωπότητα.

μόνη μου απέμεινα να κλαίω όταν ακούω αυτό; κάθε μέρα. έξω φωνή. ξανά και ξανά. γιατί τα κορίτσια να πεθαίνουν φορώντας τα καθημερινά τους φορέματα πριν ακόμα να ζήσουν καλά καλά;

τι άλλο θέλεις να σου εξηγήσουν δηλαδή ρε ανθρωπότητα, τι.

πώς τολμάς ρε μαλάκα να μου λες ότι ‘ντάξει, οικογενειάρχης άνθρωπος είναι, το μετάνιωσε, ας δείξουμε οίκτο; ο οίκτος αν θες να ξέρεις πέθανε στο κερατσίνι μια νύχτα που έπαιζε μπάλα ο σταρχίδιαμου με τον χέστηκαπατώκορφα. μια νύχτα που έμοιαζε με όλες τις άλλες. αλλά ήταν το τέλος της αθωότητας. και μια επόμενη μέρα που βρέθηκα εκεί που κύλησε το αίμα της εκδίκησης. που μου ρίξανε δεκάδες δακρυγόνα. με κυνήγησαν. έμαθα όλα τα στενά της περιοχής. ξέμεινα από ανάσες. χέρι χέρι κρατιόμουν με αδέρφια και φίλους και σχεδόν πετούσαμε πάνω από την άσφαλτο που έκαιγε για να μην μας πιάσουν στα χέρια τους οι δικαιούχοι του πλεονάσματος. και κείνη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. ένιωθα τόσο ένοχη που ζούσα. γιατί άλλοι δεν ζούσαν πια. και από κείνη τη νύχτα ξεκίνησα να κάνω κάτι που ποτέ μου δεν είχα ξανακάνει. περπατούσα και κοιτούσα πίσω μου να δω αν με ακολουθεί κανένας. ποιος είσαι ρε γαμημένε σκατοφασίστα που θα γεννήσεις το φόβο μέσα μου, ποιος. και κείνη τη μέρα η αδερφή μου μου ‘πε σταμάτα να τα γράφεις όλα αυτά είναι επικίνδυνο. και γω την πήρα από το χέρι και βγήκαμε στο μπαλκόνι. και της είπα με το τρία θα φωνάξουμε μαζί. μα μήπως δεν είναι σωστό, μήπως προκαλούμε. μα ναι, φυσικά. έλα να προκαλέσουμε σου λέω. και φωνάξαμε μαζί σε κείνη την πάλαι ποτέ τη γειτονιά των προσφύγων πως, φασίστες, κουφάλες, έρχονται κρεμάλες. και τώρα πάει, της είπα. αυτό ήταν. αποχαιρέτα τον το φόβο. πέταξέ τον από το μπαλκόνι. τώρα θα τους γαμήσουμε.

μάγκες, ο αδόλφος χίτλερ πλάσαρε στην αγορά το φολκσβάγκεν. φολκσβάγκεν σημαίνει το όχημα του λαού. πάντα ο φασισμός θα σε πλησιάζει με το πρόσχημα της προσέγγισης των λαϊκών στρωμάτων. πάντα θα σου απλώνει το χέρι και θα σου λέει ανέβα κι εσύ στο όχημά μου, είμαστε λαϊκά παιδιά εδώ, όλους τους χωράει η αγκαλιά μας, θα σου δώσουμε τροφή και στέγη και νερό κι ύστερα θα σε στείλουμε να γίνεις άντρας σκοτώνοντας, σφάζοντας, γδέρνοντας. κι εσύ θα το κάνεις. γιατί αυτό παθαίνεις άμα ποτέ δεν ξεστραβώθηκες. γιατί αυτοί που τώρα σε καλούν να ανέβεις στο λαϊκό τους όχημα μεθαύριο θα κάψουν εσένα ζωντανό, μόλις θα σταματήσεις να τους είσαι χρήσιμος.

ανθρωπότητα, δεν μπορείς να καμώνεσαι πια πως δεν ήξερες.

ό,τι κάνεις είναι εν γνώσει σου.

και θα μας βρεις απέναντί σου.

πετάξτε τα φολκσβάγκεν από τα μπαλκόνια

 

Advertisements

«εντέλλεται όπως»

428143_4559097210367_1554658762_n

κυνήγησε

την πεταλούδα που όλοι κάποτε

κάμπια της είπανε πως για πάντα θα ‘ναι

φτάστην μόνο και μόνο

μια χειραψία περήφανη για να της κάμεις

 

εμπιστεύσου

το παιδί που καίγεται όρθιο να σηκωθεί

κι απ’ τα δεσμά των προστάτιδων δυνάμεων ν’ απελευθερωθεί

την ώρα που ένα βρέφος μόνο για πρώτη φορά όρθιο πέντε βήματα κάνει

τα χρώματα της ίριδας αυξάνονται κατά ένα

 

ξύσε

καθώς περνάς μπροστά από το μαύρο κτίσμα πάνω στην Πατησίων

το χέρι σου άπλωσε και ξύσε

με όσα απ’ τα νύχια σου αφάγωτα έχουν μείνει

τον μαύρο ετοιμόρροπο σοβά

 

και άσε

μέσα απ’ τα τούβλα να ξεπεταχτούν ζωές και ιστορίες

που σε τετράδια ποτέ δε σημειώθηκαν

γιατί τα παράσιτα που παράνομα πάνω στο τσιμέντο επί αιώνες ζούνε

πιο ανθεκτικά κι απ’ το μπετόν ακόμα αποδειχθήκανε

 

-η πιο επιθυμητή κατάσταση για έναν εραστή είναι η υγρασία, το ξέρεις-

 

ομολόγησε

πως πριν και πάνω και ύστερα απ’ τα πάντα

το θάνατο φοβάσαι

γι’ αυτό και κάθε μέρα τους επικήδειους των φίλων σου γράφεις

 

κατονόμασε

όλους εκείνους που πριν την ώρα τους

όλα τα δόντια σου τα σπάσανε

και σ’ αφήσανε με κατακόκκινα και γερασμένα ούλα

 

-κι ύστερα τι είναι ο έρωτας χωρίς το δάγκωμα, στον καταστρέψανε-

 

κατασκεύασε

μια ιστορία πέρα ως πέρα ψεύτικη

ψεύτικη σαν τα χαρτιά που τα αφεντικά μέσα στις τσέπες τους τις νύχτες κουβαλάνε

κι έτσι αναγκάζονται χτισμένοι πάνω στη γη αιώνια να περπατάνε

 

κι ύστερα γκρέμισε

την ψεύτικη ιστορία σου με παραμύθια

πέρα ως πέρα αληθινά

μύθοι με μέτρια αρχή και άγνωστο φινάλε

ιστορίες συννεφιασμένες μέσα σε υπόγεια και κάτω από λεωφόρους

με αποστολέα τη ζωή και παραλήπτες τα παιδιά σου

 

απάντησε

οριστικά σε όλα τα σημεία στίξης με ένα ερωτηματικό

ίδιο ταφόπλακα

 

και αντάλλαξε

τις αγκύλες του προσώπου σου

με παρενθέσεις που πιο φιλικές είναι

σταυροί στρογγυλεμένοι

 

απάλλαξε

όλες τις φράσεις απ’ τα υπονοούμενα

 

και ελευθέρωσε

ό,τι βασανισμένο μετά την πρόθεση υπό ασθμαίνοντας ζυγώνει

 

οι συμβαλλόμενοι

ηθεάτωντυχηρώνκαιοκύκλωπαςπουαπ’τοτίποτατυφλώθηκε