sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: εξάτμιση

πού ξεχειμωνιάζουν οι γλάροι;

«κυρίες και κύριοι, είναι πλέον φανερό πως οδεύουμε προς την πλήρη και αληθή παράνοια»
οι αθεράπευτοι ιατροί

είσαι ο θόρυβος της εξάτμισης
το μηχανάκι έχει φτάσει στην οδό πρωτοπαπαδάκη
στέκομαι στην πλατεία κυψέλης μα ακόμα σε ακούω
εκτελέσαμε τον πρωτοπαπαδάκη
για να διδαχτούμε ύστερα έναν τάχα αδιάφορο συνωστισμό

είμαι το χέρι που διπλώνεις κάτω από το κεφάλι
τις ώρες που κοιμάσαι
μουδιασμένη είμαι
είμαι ακόμα η ουρά έξω από το κοινωνικό ιατρείο

χτίσαμε ένα παλάτι αόρατο για τους πολλούς
δεν βάλαμε κλειδαριά
για να ‘χουνε κάπου οι γλάροι να ξεχειμωνιάζουν
κι ύστερα έγινα ύλη
θέλησα ένα παλάτι από τσιμέντο
μου αντιμίλησες ένα παλάτι από βλέμματα

είσαι η αγκαλιά που δεν χωρά να κλείσει ένα ποτάμι
κι ας θέλει το ποτάμι για πάντα μαζί σου να μείνει
είσαι ακόμα το ψέμα στην αλήθεια της οθόνης

ψάχνω κλειδιά και μάτια
βρίσκω ρίζες και βλέφαρα
οι ουρές στα κοινωνικά ιατρεία όλο και μακραίνουν
τα παγόνια στο παλάτι όλο και ανασαίνουν
η πολιτεία αναγνώρισε το ρεμπέτικο ως ποίηση
μα οι βαποράδες πέθαναν άνεργοι

οι κιθάρες έχουν πια έντεκα χορδές
τα βιολιά παίζουν μόνο με την άκρη του ματιού
η μάτση χατζηλαζάρου συνομιλεί με τον σεβάχ
για τον στεριανό έρωτα

ζω πια εξόριστη στη ζάτουνα
απ’ όταν αγαπήθηκα με ένα άγγιγμα στρατιωτικό
ο έρωτας είναι το ψέμα
που διαλύει την αλήθεια της αδιαφορίας

χημικό φαινόμενο ο έρωτας
φυσικό φαινόμενο ο χωρισμός

κυψέλη,
την εποχή της ανόθευτης γοητείας
της παράνοιας

Advertisements

λ//αύριο

κοίτα
βλέπεις απέναντι;
εκεί θα σταθούμε μια μέρα και θα στήσουμε γλέντι
θα ξυπνήσουν από τον αιώνιο ύπνο
όλοι οι αμετανόητοι
οι αδήλωτοι
λέγε ρε θα υπογράψεις
μια υπογραφή σου χαρίζει ζωή
σκυφτή αλλά ζωή
μια ιδέα σου προσφέρει θάνατο
εξευτελιστικό αλλά θάνατο

εκεί λοιπόν θα σταθούμε την επόμενη φορά
νικητές θα ‘μαστε
δεν θα μας χωράει στο νου πως ο κόσμος ημέρεψε
θα τραγουδάμε φάλτσα
θα πετάξουμε τις φαλτσέτες στα βρώμικα νερά
να καθίσουν στον πηχτό πάτο
σημάδι για τους δύτες της επόμενης μέρας
πως η ελευθερία ξεπηδάει μέσα από αίματος πίδακες

μέχρι τότε
για να ξημερώσει η μέρα ύστερα από την αέναη νύχτα των σκλάβων
μολύβι μην αφήσεις από το χέρι
μανιφέστα να γραφούν
να τα κάψουν οι επαναστάτες γελώντας στις φωτιές

οι φωτιές θα κάψουν το λευκό της παράνοιας
οι φωτιές θα είναι άσταχτες
έχεις δει ποτέ σου πολύχρωμη φωτιά;

ξέρεις, αν κάνουμε ησυχία
τούτη τη νύχτα που βουλιάζουνε τα οράματα σε έμψυχα παγκάκια
κι αν σταθούμε τυχεροί και σιωπήσουν μια για πάντα οι εξατμίσεις της αστικής επίδειξης
ακούγονται ακόμα από απέναντι
τα ποιήματα που οι ονειροπόλοι γέννησαν

ώρα να φύγουμε
γιατί
όταν το φεγγάρι εγκαταλείπει τον παραθαλάσσιο ουρανό
σειρά έχουν οι θρήνοι που σκίζουν στα τρία τον ουρανό
κι εσύ δεν πρέπει να φοβηθείς άμα το κλάμα ακούσεις
στη νιότη σου εμπόδιο ο φόβος του θανάτου να μην μπει

μόνο τη χάρη κάνε μου
να θυμάσαι
πως έρχονται μέρες
από το κλάμα σου χτισμένες
γιατί η ζωή κερδίζεται

από αυτούς που χάρισαν τον ουρανό και κράτησαν για τον εαυτό τους το ξερό χώμα

από κείνους που πάντρεψαν τη θλίψη με ένα μειδίαμα απαλό

κι από κείνους που ανταλλάξανε για πάντα την ησυχία με το θόρυβο που κάνουνε οι άνθρωποι όταν πέφτουν από τις ταράτσες υπουργείων