sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: επανάσταση

νάιν, δάσκαλε

1779294_10203532044556620_1418356629904746154_n

ο ιωάννης μεταξάς είπε ένα όχι που δεν ήταν όχι αλλά δεν ήταν ναι αλλά ήταν νάιν και ταυτόχρονα ήταν ναι δάσκαλε γιατί δεν μας πήγες ποτέ παρακάτω μετά τι έγινε στη ρημάδα τη χώρα αύριο παρέλαση παιδιά μου μη φορέσετε κοντές φούστες και τακούνια σεβαστείτε τη μέρα εθνική αντίσταση αλβανία βουνά ήρωες ήρωες έλλη τορπιλίζω πες μας δάσκαλε για τη μακρόνησο πες μας για το βασανιστήριο με τη γάτα και το σακί δάσκαλε μήπως ο παππούς σου έκανε διακοπές στο μακρονήσι πες μας δάσκαλε για το μετά ποιος πήρε την εξουσία μετά την απελευθέρωση και γιατί εγώ δάσκαλε τους αγαπάω τους γερμανούς όλους τους αγαπάω και ο πατέρας μου λέει ξέρεις παιδί μου τι σημαίνει σύνορο ένα βουνό από τη μία γεννήθηκες εσύ από την άλλη εγώ τίποτα δεν έχουμε να χωρίσουμε αγαπάω τους λαούς και μισώ όσο τίποτα τους φασίστες δάσκαλε προχώρα την ιστορία παρακάτω μίλα για τη βάρκιζα επιτέλους μιλήστε βγάλτε τις κουκούλες δάσκαλε μας κυβερνάνε από τότε οι ίδιοι και ποτέ δεν απελευθερωθήκαμε ποτέ μιλήστε πότε είδαμε ελευθερία εδώ κάτω πότε ανασάναμε μας ταΐσανε τόσα χρόνια με αλατισμένα ψέματα και χαθήκαμε χάσαμε την αλήθεια μας και την ουσία μας γιατί παρελαύνουμε ρε δασκαλάκο τι γιορτάζουμε σταθείτε προσοχή περνάνε τα στρατά γυρίστε τα κεφάλια στην εξέδρα παπάδες και ένστολοι πάνω σε μια εξέδρα να απαιτούν σεβασμό ταξίδι στο ιράν ράσα παντού ράσα και στολές μερικοί θέλουνε να ξαναφέρουνε το βασιλιά δάσκαλε μ’ ακούς άραγε ή έφυγες από την αίθουσα να πάμε περίπατο πάνω στο γράμμο να δούμε τα κορμιά που χαθήκανε από τα κανόνια του σκόμπι να αγγίξουμε τους ήρωες να συλλέξουμε τα κόκκαλά τους να κλάψουμε για το θάνατο κάθε ιδέας κάθε ελευθερίας ο μπελογιάννης ζει ρε δάσκαλε γοργόνα θα γίνω και θα ρωτώ τους ναυτικούς κι ύστερα κολυμπώντας από το λαύριο μέχρι το μακρονήσι εκεί να κοιτάξουμε τον ήλιο να πέφτει πάνω στη θάλασσα κι από κει όλα τα γελαστά παιδιά που σκοτώσανε οι φασίστες να ζωντανέψουνε άκου με κι εμένα δάσκαλε και μην με λες ακραία σκοτώσανε τον πέτρουλα ρε δάσκαλε να θα σε πάω και στα χρόνια σου σκοτώσανε τον τεμπονέρα σε πήρε ο λαμπράκης σε πήρε η λευτεριά να έλα και στα χρόνια μου δασκαλάκο που σου κόψανε το μισθό στα δύο σαν αρνίσιο μπούτι μη μιλάς άλλο θα σου μιλήσω για τον αλέξη θα σου κλάψω για τον παύλο θα σου μιλήσω για τα δάκρυα της γενιάς μου δάσκαλε παντού φασίστες κι εσύ μας έφερες εδώ να μας πεις για το όχι ρε δάσκαλε και ότι δήθεν των εχθρών τα φουσάτα περάσαν άκου με παντού φασίστες σου λέω παντού εξέδρες με επίσημους τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ η ελλάς στο γύψο ποτέ δεν έδεσε το γλυκό συμπαράσταση λαέ πού είσαι λαέ πού πήγες δάσκαλε τι δουλειά έχουμε εμείς εδώ πού πάμε πορεία προς το βίτσι ο γοργοπόταμος ανατινάχθηκε και έπεσε και μας πλάκωσε η γέφυρα τίποτα τίποτα δάσκαλε δεν έχω τίποτα να σου πω μην μου δίνεις σημασία μάλλον δεν μπορώ να προσαρμοστώ και εξάλλου όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει δάσκαλε

της αποκοιμήσεως

                 αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους

μπορεί να ‘ναι κι από αίμα

όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα

γιάννης ρίτσος

1622798_10201974097288912_367661674_n

 

δεν πέθανε, κοιμήθηκε· με διορθώνουν οι ρασοφόροι του χωριού χαϊδεύοντας το επίχρυσο ευαγγέλιο

πέθανε η μάνα που γέννησε έναν επαναστάτη του καιρού του· έναν που κυνηγήθηκε, σφάχτηκε, χλευάστηκε

αλλά κανείς δεν κλαίει τούτη τη μέρα· όλοι τρώνε και πίνουν μέχρι το ξημέρωμα

οι νέοι με τα ουίσκια στο χέρι κοιτάνε λιγωμένοι τα κορίτσια του νησιού και οι γέροι πίνουν κρασί

οι πιστοί που κάνουν το σταυρό τους την ώρα που σφάζονται μωρά κόβουνε αδέξια τον αύγουστο στα δυο

καταμεσής της ανεμελιάς οι χριστιανοί απλώσανε μια νωχελική αργία για να σκεπάσει την αδιαφορία τους

μια μέρα θανάτου που γιορτάζεται ιαμβικά μέσα σε ναούς κι ύστερα σε τραπέζια με σφάγια από άλλες θρησκείες

της αποκοιμήσεως των λαών απόψε· βοήθειά μας

αλλά όσοι απόψε κυνηγάνε τη ζωή μέσα στις εντατικές, όσοι σκοτώνονται από τα υπερσύγχρονα όπλα

αυτοί που γεννηθήκαν κάπου αλλά τη νιότη και τα γηρατειά δεν θα προλάβουν να γνωρίσουν

όσοι θα κλάψουνε απόψε για τη μάνα και το παιδί τους που θα εκπνεύσει σε πεδίο μάχης σύγχρονο

αυτοί που απόψε θα πεθάνουν και δεν θα κοιμηθούν γιατί η παραγωγή αγίων σταμάτησε από καιρό

όλοι αυτοί λησμονημένοι θα την περάσουν και τη νύχτα αυτή αποδεικνύοντας το ψέμα της ζωής των χριστιανών

ρίχνω ένα βλέμμα ειρωνείας στο φεγγάρι της γιορτής και ακούω τη θάλασσα οργισμένη να παφλάζει

κι απέναντί μου ο φάρος γέρογόμπος συναινεί και σταματά να δίνει πια σινιάλο στα αδιάφορα καράβια

γιατί τα όπλα βλέπεις πρέπει να δοκιμαστούν πάνω σε ανθρώπινη σάρκα

λοιπόν νομίζω οι γιορτές σας οι χριστιανικές κακοπαιγμένο θέατρο του παραλόγου αποτελούν

αποτελούμε έναν θίασο περιφερόμενων ευνουχισμένων και ες αεί υποταγμένων ηθοποιών

τηρούμε με ευλάβεια τα έθιμα που την προσωπική μας βολεψιά δεν ενοχλούν

ο έχων δυο χιτώνες έκανε φτερά· στη θέση του μας κυβερνά ο έχων τους χιτώνες άπαντες της υφηλίου

αντί εμείς να ξεγυμνώσουμε δια παντός το βασιλιά του πόνου ξεγυμνωθήκαμε και παραδώσαμε και ρούχα και ζωές

ξεχάσαμε και τον επαναστάτη και τις αλήθειες που είπε και τον έστειλαν σε θάνατο μαρτυρικό και επίπονο

και απόψε τάχα μου με παραφουσκωμένα τα έντερα και τα μυαλά γιορτάζουμε με δέος για της μάνας του το θάνατο

μόνο ένα φεγγάρι κι ένας φάρος μείνανε ενθύμια· μνημόσυνα της από αιώνες πεθαμένης ανθρωπιάς μας

che bel fior*

κάποτε
σταμάτησα στη μέση κάθε δρόμου κεντρικού και φώναξα
σας φώναξα μα δεν μ’ ακούγατε
πως όσο κι αν γελάτε με τα ψεύτικα κάτασπρα δόντια σας
εκεί που πίνετε ουίσκι με δυο παγάκια
όταν αγκαλιάζετε κάποια που δεν θυμάστε το όνομά της
την ώρα που πατάτε κουμπιά σε συσκευές πλάθοντας με τα δάχτυλα
τη σημαντικότητά σας την ανύπαρκτη
δίπλα σας κλαίνε παιδιά με μαύρα σαπισμένα δόντια
εκεί που φορτώνετε το αμάξι σας με βενζίνη κατοστάρα
-γιατί η ανυπαρξία των πόλεων θέλει ταχύτητα-
πεθαίνει από πείνα ένα μωρό
βουλιάζει μια βάρκα με ανθρώπους
που δεν προλαβαίνουν να φωνάξουν
γιατί το νερό μπαίνει μέσα στα πνευμόνια τους
και πνίγει τους χτύπους της καρδιάς
στο ίδιο εκείνο σημείο του πνιγμού
εσείς τους αύγουστους
απλώνετε πολύχρωμες χνουδωτές πετσέτες
χύνετε λίτρα λαδιού που μαυρίζει το δέρμα
διαβάζετε ποιος πήρε το πρωτάθλημα
και κρυφοκοιτάζετε τις ζωές των άλλων
τα κορμιά κάνουν περατζάδα στις παραλίες
σχεδόν γυμνά
και δεν ξέρω καθόλου
ποια κορμιά είναι πιο νεκρά
τα βράδια στις ταβέρνες πίνετε κρασί ροζέ
για να μην λεκιάζει τα ρούχα
-ο κόκκινος λεκές ο πιο θρασύς-
αναπολείτε τα καλά χρόνια του σοσιαλισμού
καθυβρίζετε όσους ψηφίσατε για να σας χώσουν σε μια τρύπα
ο καθείς και στην τρύπα του
-ελλάς η χώρα των τυφλών ποντικών του υπονόμου-
τις νύχτες κάνετε έρωτα με την ανάμνηση άλλου κορμιού
που κάπου πήρε κρυφά το μάτι σας
κι ύστερα στον καπνό απ’ το τσιγάρο σας
οι τοίχοι ζωγραφίζουνε το τεράστιο της ζωής σας ψέμμα
και το πρωί άνευ ξυπνητηριού
ξυπνάτε λόγω άγριας επίθεσης από σμήνη με μαρμότες
που ανεβαίνουν στο κρεβάτι σας
μπαίνουν στα αυτιά και τα ρουθούνια σας
και ψιθυρίζουνε γεμάτες ηδονή
πως ήρθε η επόμενη ολόιδια μέρα

σας τα ‘πα τότε όλα αυτά
μα μου φωνάξατε
-φύγε τρελή απ’ το δρόμο θα σε πατήσουμε-
κι έτσι τώρα πιστεύω έτοιμοι πως είσαστε
τσεκούρια να βλέπετε να πέφτουνε
πάνω απ’ τα κεφάλια των παιδιών σας
-ελλάς, η χώρα των κομμένων κεφαλιών των ποντικών-
οι άνθρωποι αποδείχτηκαν χειρότεροι
πιο πολύ ακόμα και από κείνα τα γουρούνια της φάρμας
η ιστορία της ανθρωπότητας δεν κάνει πια κύκλους
σταμάτησε σε μια κορυφή
πάνω στο όρος φαλακρόν
και μας κοιτάζει να πέφτουμε ένας ένας από τις ανεμογεννήτριες
πέφτοντας δεν κάνουμε θόρυβο
δεν ακούγεται ούτε κιχ
γιατί οι άξονες των γεννητριών μας έχουνε κόψει τις γλώσσες
όπως οι άξονες των μεγάλων δυνάμεων μας έχουνε κλέψει την ελευθερία

αλλά εσείς παραμένετε ευχαριστημένοι με τούτο τον αναξιοπρεπή θάνατο
γιατί ζήσατε σε γρήγορα αμάξια
σε αφιλόξενα κρεβάτια
σε παραλίες με γαλάζια σημαία και προϊστορία στα κοκτέιλ
σε τράπεζες με κλιματισμό για ευχάριστα τοκοχρεολύσια
και σε πεζοδρόμια ποτισμένα με το αίμα κάτι γραφικών

κι έτσι ξαναλέω τώρα πια απολαμβάνετε τις ζωές σας
χρυσές καδένες στο λαιμό οι αλυσίδες σας
ψυχοτρόπα αντικαταθλιπτικά οι καραμέλες σας
παιδιά του σωλήνα και του διαμερίσματος οι κληρονόμοι σας
τσιγάρα παράνομα από τη λαϊκή του σαββάτου η επανάστασή σας
και το θανάτω θάνατον πατήσας η ανήμπορη παρηγοριά σας

*τι ωραίο λουλούδι

γιατί τραγουδάμε, σύντροφε;

935117_10200211817673023_813381845_n

να καθίσουμε, σύντροφε. να σου πω δυο λόγια. να καθίσουμε ήρεμοι. με τη γαλήνη του αλκοόλ. η αιθυλική αλκοόλη χαρίζει ελευθεριότητα. άκου με που σου λέω. να καθίσουμε σύντροφε και στ’ αυτιά μας να ακούγεται πως όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία. κι εγώ επιτέλους να σου μιλήσω. για ό,τι κάθισε μέσα μου σαν καρκίνος μεταστατικός, άσχημος, από κείνες τις μορφές του που ο γιατρός δεν σε κοιτάζει στα μάτια. κοιτάζει έξω ένα σπουργίτι που τσιμπάει το νοσοκομειακό φαγητό που του δίνει στο στόμα ο παππούς με τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και σου λέει λυπάμαι, μα δεν σώζεται. ξέρεις τι κάθισε μέσα μου τόσα χρόνια; τα χρόνια δεν μετριούνται με βάση την αριθμητική που μας μάθανε παλιά αλλά με βάση το απόβαρό τους. κάθε χρόνος που φεύγει σου αφήνει βάρη που ζυγίζονται μόνο με τις αναπνοές σου. οι νοικοκυραίοι σβήνουν τα βάρη των ακινήτων τους με δόσεις στις τράπεζες. οι άνθρωποι προσπαθούν να σβήσουν τα βάρη τους ανασαίνοντας.

κάθισε κοντά μου σύντροφε γιατί αν δεν μιλήσω επιτέλους θα αποτρελαθώ. δείξε κατανόηση και υπομονή γιατί είναι πολλά που κανείς ποτέ δεν με άκουσε να λέω γιατί ποτέ κανείς δεν ήθελε να ακούσει τις κραυγές μου. κι έτσι πορεύτηκα με τη σιωπή για χρόνια. δώδεκα χρόνων παιδάκι και έκλαιγα. μα τόσο μικρή και τόσο απεγνωσμένη, μου λέγανε όλοι. ξέχνα τα αυτά και πήγαινε έξω να ζήσεις. και το δοκίμαζα, σύντροφε. πολλές φορές είπα δίκιο έχουνε, να βγω έξω, να ανασάνω. αλλά με πνίξανε. οι άνθρωποι μου βάλανε δερμάτινη ζώνη στο λαιμό και με πνίξανε. έτσι θα ζεις. αυτά θα φοράς. βάζε κραγιόν. μη μιλάς. μη φωνάζεις όταν κάνεις έρωτα. όταν θα βγαίνεις από τη σχολή θα ανεβαίνεις στο κολωνάκι και δεν θα κατεβαίνεις στα εξάρχεια. τι πας και κάνεις μόνη σου εκεί; μα διαβάζω. θα διαβάζεις στη βιβλιοθήκη. όχι στην ίντριγκα. κι ύστερα θα κάνεις δεσμό. να τηρεί τις προϋποθέσεις. όχι τον πρώτο τυχόντα. μα όλοι τυχόντες και τυχούσες δεν είμαστε;

είναι κι άλλα σύντροφε, πολλά. κοροϊδία. ξέρεις, εγώ περπατάω πάντα με μουσική στ’ αυτιά. μέσα μου καταιγίδες φουρτούνες και κλιματικές αλλαγές και έξω μου κορίτσια ανέμελα και αγέλαστα, αγόρια με τζελ στα μαλλιά και αμάξι που το χρωστάνε στην τράπεζα, άνεργοι που φοβούνται μην κυβερνήσουν οι αριστεροί, να πετάξω από μια θεατρική τριλογία του ίψεν στο κεφάλι του καθενός μου ‘ρχεται, κόσμος που περπατάει με θόρυβο σέρνοντας αλυσίδες, τα βάρη που σου ‘λεγα πριν, κι όλοι να περιμένουν το καλοκαίρι για να πληρώνουν είκοσι ευρώ για να πάνε στην παραλία, να βγάλουνε φωτογραφίες δυστυχίας με τεράστια γυαλιά ηλίου και άδειες ψυχές, λες και η ασχήμια καλύπτεται από διόπτρες, κι εγώ το μόνο που θέλω να είμαι στους πετανούς και να με βγάζουν τα λεφτά μου για πέντε μπύρες τη μέρα, να κοιτάζω τον ήλιο που δε βαριέται να πέφτει και να ξανασηκώνεται και να σου λέω για την επανάσταση. την επανάσταση της καρδιάς. την ελευθερία του νερού. την αλμύρα των δακρύων μου. το χαμόγελο που δεν θα αποτυπωθεί ποτέ σε κάμερα. αλλά κοροϊδία ρε σύντροφε. η τρελή άρχισε πάλι τις βλακείες. κι εγώ να μην αντιμιλάω. να χαμογελάω πικρά. να λέω δεν πειράζει. θα καταλάβουνε. κάποτε θα καταλάβουνε. κι αν δεν καταλάβουνε όλοι, τουλάχιστον να ζήσω με αυτούς που νιώθουνε.

μα τι τα θες. να βρεις μια δουλίτσα. ένα καλό παιδί. ένα γραφειάκι. κι ύστερα ένα διαμερισματάκι. και να κάνεις ένα παιδάκι. καλά τα όνειρα αλλά προσγειώσου. όλα υποκοριστικά. όλα πνιγηρά. τι είναι η ζωή για να την κλείσω μέσα σε μια κατάληξη υποκοριστικού; θαρρείτε πως θα ξανάρθει; θάνατος στα υποκοριστικά. εγώ διάβασα για το ωραίο το μεγάλο και το αληθινό κι από τότε ίδια δεν θα ξαναείμαι. μα το ωραίο και το μεγάλο και το αληθινό σπέρνει πόνο. καλοδεχούμενος και ο πόνος. δικός μου κι ο πόνος. κομμάτι μου. παιδί μου κι ο πόνος μου. παιδί μου και ο αγώνας για ελευθερία. εξώγαμα που δεν θέλουν αναγνώριση από κανένα δικαστήριο και υπογραφή από κανέναν συμβολαιογράφο. παιδιά που ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα. παιδιά που δεν ανήκουν πουθενά. κοινοκτημοσύνη και ακτημοσύνη. και αγνωμοσύνη από όλους. ωχ η τρελή. άρχισε πάλι τα χαζά.

τριάντα χρονών και έπαθα καρκίνο στο βλέμμα ρε σύντροφε. γέμισαν τα δόντια μου φτηνό κραγιόν και οι γάμπες μου μικρές ύπουλες μπλε φλέβες. κούραση και αϋπνία. σερβιτόρα, πωλήτρια, δασκάλα. καλό παιδί αλλά δεν κάνει για δικηγόρος. ονειροπόλα. με κοιτάζουν και γελάνε. φανερά. βλέπω το μειδίαμα. βλέπω την ειρωνεία. όλα τα βλέπω. γι’ αυτό και εγώ σταμάτησα να μιλάω. κλείστηκα στο εφηβικό μου δωμάτιο και κανέναν δεν θέλω να βλέπω. τις νύχτες πηγαίνω στη θάλασσα και σπαταλάω δεκαπέντε ευρώ βενζίνη μόνο και μόνο για να ουρλιάξω ελεύθερη. γράφω χαρτιά και τα πετάω στο κύμα. κάποιος. κάπου. να τα βρει. να ζωντανέψει το υγρό μελάνι και να τους ξαναδώσει πνοή. φτιάχνω καραβάκια και τα σκορπάω παντού. το σινιάλο μου για όταν έρθει η ώρα. να είσαστε έτοιμοι. θα σαλπάρουμε κάποια στιγμή. λες αλήθεια; λέω αλήθεια. στο ‘χω ξαναπεί, σύντροφε. το arbeit macht frei να τους το τρίψουμε στη μούρη.

θυμάσαι; κάναμε όνειρα. ακόμα κάνουμε. δεν είμαστε λίγοι. μην τους ακούς τι λένε οι ανθρωποφύλακες με και χωρίς στολή. σύντροφε. εδώ είμαστε. κι εδώ θα ‘μαστε. ανάχωμα και εμπόδιο στο σκοτάδι. να μοιράζουμε χαμόγελα κι ας μας λένε τρελούς. σχεδόν χριστιανοί. σχεδόν παιδιά του χριστού και της μαγδαληνής. σχεδόν απέθαντοι. σχεδόν όμορφοι. σχεδόν σχεδίες. ποτέ με σχέδιο. σχεδόν ανασαίνοντας. ελάχιστοι ανυπέρβλητοι και επουσιώδεις.

για να ενώσουμε τον κόσμο.

γι’ αυτό τραγουδάμε, σύντροφε.

Νήσος Ελένη

388449_2374991089079_1802381414_n

τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά

Μάνος Ελευθερίου

 

γνωρίζει τάχα άραγε κανένας από σας
πως η φόνισσα του άντρα της η Κλυταιμνήστρα
αδερφικά την κόρη μου Ιφιγένεια μεγάλωσε;

γνωρίζετε άραγε όλοι εσείς
που απόψε την πόρτα μου βιαίως την χτυπάτε
ζητώντας να τιμωρηθώ σκληρά
για ολάκερο το αίμα που χύθηκε τότε στο Σκάφανδρο
τα βάσανα, τις γέννες μου, τους άντρες, τις αγάπες;

σε πόσα τάχα κρεβάτια με ξάπλωσε η ομορφιά αναρωτιέστε
-έχε στο νου σου πως οι μάχες οι μεγάλες δόθηκαν πάντα από εραστές-
με καταράστηκαν θνητοί και αθάνατοι
γιατί υπήρξα όμορφη σε εποχές που απαγορευότανε η ελπίδα
γεννήθηκα την εποχή των άμορφων
καταδικάστηκα από τέρατα
σύρθηκα πα’ σε κράσπεδα
-κάθε εποχή έχει και τη Μαγδαληνή της-

κι ήτανε ξέρετε πάντοτε για τους εραστές μου
συνθήκη και αναγκαία και ικανή
πως ένα κορμί με δάχτυλα μακριά και βλέφαρα υγρά
χρεία άλλου πράγματος δεν έχει για να ‘ναι ευτυχισμένο

όμως οι Μοίρες
που άλλο δεν είναι απ’ τις Επιθυμίες πράγμα
αλλιώς φαντάστηκαν την ομορφιά μου να πεθαίνει

γιατί τα τρόπαια το ποδόσφαιρο αφορούν
γιατί τα είδωλα τις θρησκείες ενδιαφέρουν

μάθετε τώρα όλοι εσείς οι υποψήφιοι βασανιστές μου
οι γιοι και οι πρόγονοι των εσατζήδων
πως πάτησα σε άγια γη
πως γέννησα την Επανάσταση απέναντι απ’ το Λαύριο
πως άγγιξα όλες τις πληγές εκείνων που με αίμα υπογράψανε για τη δική σας την Ελευθερία

ποτέ λοιπόν στην Τροία και καμιά Αίγυπτος
-ίσως μια στάλα Βερολίνο· ποιος το ξέρει-
κατάφερα και φύτεψα φτερά στις πλάτες μου
κι έφτασα ένα ξημέρωμα στο Μακρονήσι
αρνήθηκα κόρες και γιους κι ανέβηκα κρυφά σε άλογο
έχτισα μόνη τα κελιά της απομόνωσης του μέλλοντος
χάιδεψα βότσαλα που κάποτε θα ζωγραφίσουν ποιητές
έκλαψα για αιώνες για τους ήρωες της χώρας
έθαψα κάπου κόκκινο μαντήλι από ερωτικά υγρά εμποτισμένο
χάραξα ένα έψιλον σε αμμουδιά κρυφή
για να θυμάται κάποιος κάποτε στο μέλλον
πως η Ελένη έζησε ουρλιάζοντας για Αγάπη
πως η Επανάσταση είναι της Ομορφιάς η κόρη
πως η Ελπίδα γέννησε καρπούς στο Μακρονήσι

άκου βασανιστή κορμιών ψυχών και ηρώων
μάθε πως οι Αθάνατοι μου είπαν την Αλήθεια
μάθε πως τ’ αηδόνια γίνανε σύμμαχοι της Λευτεριάς
έχε στο νου σου πως στην Άγια Μακρόνησο
μη με λησμόνει άνθος δε θεάθηκε ποτέ
γνώριζε ακόμα πως του Διηφόβου η γυναίκα άνοιξε νύχτα την κοιλιά της
για να ξεπεταχτούνε από μέσα της οι άλικοι εξεγερμένοι όλου του κόσμου

από καταβολής του κόσμου βλέπεις οι παραμυθάδες με ονόμασαν Ωραία
τι κι αν εγώ ήθελα πάντα να προτάσσω το Γενναία
με φίμωσαν οι ιστορικοί μετά των χαρτοφυλακίων τους
νόμισαν βλέπεις πως ο πόλεμος κερδήθηκε κι εγώ πως πάει, πέθανα

μα εγώ αγάπησα βαθιά τον Πολυμήχανο
που ήρθε ένα σούρουπο έξω απ’ της Θέμιδος το Μέλαθρον και με συνάντησε
μου ‘βγαλε τα φτερά και μου ‘μαθε ξανά να κολυμπώ
-η μάνα μου ήτανε γοργόνα και οι Διόσκουροι ιχθείς του ποταμού-
φτάσαμε απέναντι όταν πια βράδιαζε ο Απρίλης
σταθήκαμε στην εσχατιά της Αττικής που Λαύριο ονομάστηκε
-μόνο και μόνο θαρρείς για να ‘χει μέσα του το Αύριο-
κι αποφασίσαμε πως ήρθε η ώρα πια καμπάνες νίκης να ηχήσουν
χαράξαμε σ’ ένα παγκάκι ποιήματα που γράψαμε πριν από εικοσαετίες
και αγκαλιαστήκαμε σφιχτά πετώντας μες στη θάλασσα για πάντα τη Σιωπή

λοιπόν επίδοξοι βασανιστές δηλώνω τώρα διάφανη
μίλησα την αλήθεια μου κι έσπασα τα δεσμά μου
οι κόρες μου και οι γιοι μου ξέρουνε πια την πάσα αλήθεια
σκοτώστε με δυο και τρεις και εφτά φορές
κι εγώ υπόσχομαι τις στάχτες μου πέρα στο Μακρονήσι να τις στείλω
να φοβηθεί ο Θάνατος
να θρέψει η Ελευθερία.

 

το μέλι

960203_10200394883249548_170642263_n

και ύστερα ήρθαν οι μέλισσες και μετά κανείς δεν νοιάστηκε πού πάνε οι μέλισσες όταν φεύγουν από δω και το μέλι τι τάχα να απέγινε το μέλι που κανείς ποτέ δεν άλειψε επάνω σε μια φέτα ψωμί και ζητάμε ψωμί τ’ ακούς ψωμί γιατί η γη πεινάει αλλά το σιτάρι φτάνει για όλους και περισσεύει αλλά οι άρχοντες το μαζεύουν σε αποθήκες και μας αφήνουν να πεθαίνουμε και να σκοτώνουμε για το φαγητό αντί να σκοτώσουμε αυτούς και ίσως και να πεθαίνουμε δε λέω αλλά να πεθαίνουμε για την ελευθερία και κανείς μα κανείς δεν αναρωτιέται τι απέγιναν οι μέλισσες και οι βασίλισσες και οι δούλες τους και οι κακόμοιροι οι κηφήνες και γιατί το μέλι είναι τόσο γλυκό και γιατί όταν οι άνθρωποι μιλάνε για έρωτα αναφέρουν το μέλι αλήθεια ξέρεις πόσοι άνθρωποι φύγανε πια απ’ τις πόλεις και φτιάξανε τη ζωή τους στα χωριά και βρήκανε χώρο στα χωράφια των παππούδων τους και ξεκίνησαν να βγάζουν το δικό τους μέλι και όλοι θα σου δώσουν ένα βάζο με χειροποίητο μέλι όταν πας να τους επισκεφθείς έχει εξαφανιστεί το βιομηχανικό μέλι από τις αγορές κι αυτό ίσως να οδηγήσει σε κλείσιμο των εργοστασίων και μετά οι άρχοντες θα μας κατηγορήσουν ότι στερούμε τον τόπο από το όραμα και την ελπίδα ξέρεις κάθε που οι άρχοντες μιλάνε είναι λες και φτύνουν τις λέξεις βιάζουν παρά φύση τη γλώσσα άκου αν θες τον ήχο των λέξεων που βγαίνουν από το στόμα τους είναι ένας κούφιος και κενός γδούπος πάντως το σωστό και το όμορφο θα ‘τανε να παίρνανε τα μέσα παραγωγής οι εργάτες στα χέρια τους κάτι τέτοια ονειρεύομαι ‘γω και ξέρεις δεν τα ονειρεύομαι μόνο θα τα κάνω πραγματικότητα μια μέρα για σκέψου τι μπορεί να γεννήσει το μυαλό από μια σκέψη να γεννηθεί μια επανάσταση κι ένας έρωτας σκέψου να αλείφαμε με μέλι ο ένας τον άλλον κι ύστερα να κολλάγαμε για πάντα ο ένας πάνω στον άλλον ακούγεται λίγο βαρετό το ξέρω αλλά σκέψου ότι μέσα σε λίγο καιρό θα συντονίζονταν οι καρδιές μας και όποιες βιταμίνες σου λείπουν θα τις έπαιρνες από το σώμα μου κι εγώ θα ‘παιρνα από σένα όσο θάρρος μου λείπει μερικές φορές θα ήταν όμορφα πολύ νομίζω και τρομακτικά γι’ αυτό η σκέψη μου σήμερα ανήκει στις μέλισσες που κανείς δεν νοιάζεται γι’ αυτές αφού χαρίσουν στην υφήλιο ό,τι πολυτιμότερο έχουν δηλαδή

το μέλι

λ//αύριο

κοίτα
βλέπεις απέναντι;
εκεί θα σταθούμε μια μέρα και θα στήσουμε γλέντι
θα ξυπνήσουν από τον αιώνιο ύπνο
όλοι οι αμετανόητοι
οι αδήλωτοι
λέγε ρε θα υπογράψεις
μια υπογραφή σου χαρίζει ζωή
σκυφτή αλλά ζωή
μια ιδέα σου προσφέρει θάνατο
εξευτελιστικό αλλά θάνατο

εκεί λοιπόν θα σταθούμε την επόμενη φορά
νικητές θα ‘μαστε
δεν θα μας χωράει στο νου πως ο κόσμος ημέρεψε
θα τραγουδάμε φάλτσα
θα πετάξουμε τις φαλτσέτες στα βρώμικα νερά
να καθίσουν στον πηχτό πάτο
σημάδι για τους δύτες της επόμενης μέρας
πως η ελευθερία ξεπηδάει μέσα από αίματος πίδακες

μέχρι τότε
για να ξημερώσει η μέρα ύστερα από την αέναη νύχτα των σκλάβων
μολύβι μην αφήσεις από το χέρι
μανιφέστα να γραφούν
να τα κάψουν οι επαναστάτες γελώντας στις φωτιές

οι φωτιές θα κάψουν το λευκό της παράνοιας
οι φωτιές θα είναι άσταχτες
έχεις δει ποτέ σου πολύχρωμη φωτιά;

ξέρεις, αν κάνουμε ησυχία
τούτη τη νύχτα που βουλιάζουνε τα οράματα σε έμψυχα παγκάκια
κι αν σταθούμε τυχεροί και σιωπήσουν μια για πάντα οι εξατμίσεις της αστικής επίδειξης
ακούγονται ακόμα από απέναντι
τα ποιήματα που οι ονειροπόλοι γέννησαν

ώρα να φύγουμε
γιατί
όταν το φεγγάρι εγκαταλείπει τον παραθαλάσσιο ουρανό
σειρά έχουν οι θρήνοι που σκίζουν στα τρία τον ουρανό
κι εσύ δεν πρέπει να φοβηθείς άμα το κλάμα ακούσεις
στη νιότη σου εμπόδιο ο φόβος του θανάτου να μην μπει

μόνο τη χάρη κάνε μου
να θυμάσαι
πως έρχονται μέρες
από το κλάμα σου χτισμένες
γιατί η ζωή κερδίζεται

από αυτούς που χάρισαν τον ουρανό και κράτησαν για τον εαυτό τους το ξερό χώμα

από κείνους που πάντρεψαν τη θλίψη με ένα μειδίαμα απαλό

κι από κείνους που ανταλλάξανε για πάντα την ησυχία με το θόρυβο που κάνουνε οι άνθρωποι όταν πέφτουν από τις ταράτσες υπουργείων

έτη τεσσαράκοντα

// θέλω να φύγω // να φύγω // να φύγω // μακριά από τούτο τον τόπο // με τους μπλε και τους πράσινους ανθρώπους // μακριά από τα δημοκρατικά χαστούκια // να μην ξανακούσω τους συγχαρητήριους υπουργούς // να μην ξαναδώ τους αλητήριους φονιάδες // να ζήσω κάπου ελεύθερα //

// τι πάει να πει ελεύθερα //

// ελευθερία σημαίνει να γεννήσω τα παιδιά μου // χωρίς να πληρώσω τρεις μισθούς σε γιατρούς // να τους διαβάζω γώγου τις νύχτες για να κοιμηθούν // να βρίσκω λόγους να χαμογελάω κάθε πρωί // να μην μετράω τα πενηντάλεπτα // για να βγει ο μήνας //

// πού πάνε οι μήνες όταν φεύγουν //

// έμαθα τους γαμημένους τους νόμους // τόσα χρόνια // όταν ορκίστηκα // έδωσα όρκο μπροστά σε δικαστή // κι ήμουν η μόνη ανάμεσα σε δέκα // εκείνη τη μέρα // που έδωσα υπόσχεση σε μένα // και όχι σε θεό χριστιανικό // μια υπόσχεση απλή // να κοιμάμαι ήσυχη τις νύχτες // και να περπατάω με το κεφάλι μου ψηλά τα πρωινά // μα πάνω από όλα // να βοηθάω //

// αλληλεγγύη //

// εκείνη τη μέρα // κανένας δεν ήξερε // είχαν ξεμείνει βλέπεις οι συνθήκες από κίνητρα // μάλλον είχαν πεθάνει σε κάποιο υπόγειο της οδού μπουμπουλίνας //  το μόνο που ξέρανε // ήταν αυτό //

// ψωμί // παιδεία // ελευθερία //

// ένα // ένα // τέσσερα //

// πέρασαν σαράντα χρόνια // πες μου πάλι πατέρα για κείνες τις μέρες // ρουφούσα ηδονικά τις αφηγήσεις // κάποιος ποιητής έγραφε ποιήματα στους τοίχους του κελιού του // με το αίμα του // άγρια χρόνια // και με βεβαρυμένον παρελθόν ο διομήδης //  κι ένας άλλος νέος // πήρε άνωθεν εντολή // να πάρει το τανκ // και να ορθωθεί μπροστά σε άλλους νέους //

// οι αφηγήσεις του δεν με πείθουν //

// η απείθεια θα ήταν και θα είναι για πάντα η μοναδική του επιλογή //

// όλο γιατί ρωτάω // κι απάντηση δεν παίρνω // να αλλάξουμε τα γιατί // να μη ρωτάμε πια // να μάθουμε να ζούμε με τα επειδή // μόνοι μας να δώσουμε τις απαντήσεις // τρία χρόνια τώρα // με είπες αστεία // με είπες γραφική // με είπες αλλοπαρμένη // μα κάπου μέσα σου // το νιώθεις // δεν μπορεί // τους αφήνεις // να μην σε αφήνουν // να ζήσεις //

// τρία χρόνια // και το αποκορύφωμα // μια τεράστια σβάστικα ανεμίζει από πάνω μας // κι όλοι μας // δεν ξέρουμε // δεν είδαμε // διαβάζαμε τότε // δεν καταλάβαμε πώς έγινε // δεν μας αφορά // μέχρι το επόμενο μαχαίρι // μετά το χάος //

// μας κυβερνάνε // τα μαχαίρια // οι ταράτσες // οι γραβάτες // τα κλομπς //

// τι άραγε // ποια αιτία // να οδηγεί κάποιον // να γίνει αστυνομία //

// ο ποιητής έγραφε // πως θέλει να νικήσει // γιατί δεν μπορεί να νικηθεί // εγώ ξέρω μόνο // πως και σήμερα // σαράντα χρόνια μετά // οι άνωθεν εντολές // αλωνίζουν στις ζωές μας //

// θα σου πω ένα μυστικό // δεν θα φύγω // υποσχέθηκα πως δεν θα σκύψω το κεφάλι // θα μείνω εδώ // φτωχή // ποτέ δεν με ένοιαξε // θα είμαι εδώ // μπροστά σε κάθε τανκ // θα είμαι εδώ // με άδειο πορτοφόλι // γιατί ο αγώνας // δεν γίνεται για τις τσέπες // ο αγώνας συνεχίζεται για το μυαλό // θα είμαι εδώ // γιατί ο παύλος φύσσας και ο σαχτζάτ λουκμάν // είναι αδέρφια μου // κι ας μην τους γνώρισα ποτέ // θα είμαι εδώ // γιατί ανατριχιάζει κάθε κύτταρό μου // μπροστά στη μάχη // για τη λευτεριά // θα είμαι εδώ // γιατί θα χαρίζουμε // ο ένας στον άλλον // αρετή και τόλμη // και γιατί // στο τέλος // θα νικήσουμε // και θα μας τραγουδάει ο νικόλας //

// venceremos //

künftige sehnsucht

*

κάποτε αγάπησα
κάποτε ήρθες
ήταν άνοιξη
δεν θυμάμαι καλά

πάντως τα δέντρα άνθιζαν

κάθε νύχτα οι δρόμοι γέμιζαν πέταλα
θυμάμαι την αστυνομία λουλουδιών
διατάγματα
οδηγίες
εντολές
μην αγαπάτε
ούρλιαζαν στις οθόνες
δεν επιτρέπεται να φεύγει τόσο χρήμα στο σκούπισμα

κι εσύ συνέχισες να με αγαπάς

δεν φοβήθηκες εκείνους τους αγέλαστους με τη στολή
που σου χτύπησαν μια μέρα την πόρτα
συλλαμβάνεσαι
σου είπαν

γιατί;

γιατί αγάπησες

*

ξυπνούσα πάντα νωρίς
κοίταζα τον καφέ να βράζει
το γκαζάκι έκλαιγε
είμαι φτιαγμένο για επανάσταση έλεγε
γιατί με αναλώνεις έτσι

κι εγώ γελούσα
κοιτούσα τις φουσκάλες
και θυμόμουν τα λακκάκια
το χαμόγελό σου

το βλέμμα
που αχρήστευε το πετρέλαιο
όταν νύχτωνε

*
πάει καιρός αλλά δεν σβήνει τίποτα

όταν βράδιαζε
η θλίψη στεκόταν σε μια γωνιά
απειλητικό όρνιο
έτοιμο να κατασπαράξει
όποιον δεν έμαθε να κλείνει τα αυτιά στις σειρήνες του εύκολου
κλάματος

εγώ αγαπάω το δάκρυ
έλεγες
και με φιλούσες στα μάτια

και οι λαϊκές δοξασίες σκύλιαζαν με τούτη την ανεμελιά

μοιράζαμε τις γουλιές
δεν έχω ξανατραγουδήσει πιότερο ποτέ
κι από τότε που έφυγες
μέχρι να ξανάρθεις
δεν θα ξαναβγεί ούτε νότα
καφές και τραγούδι ήμασταν

*

 με έβαζες πάνω στο κρεβάτι
κι εγώ σταύρωνα τα πόδια
δήθεν ύψωνα τείχος

δήθεν
μου διάβαζες ποιήματα
ακόμα έχω τη φωνή στα αυτιά
ποίηση είναι,
έλεγες,
ό,τι φτιάχνεται
με χέρι και με μολύβι

δεν ξεχνώ το μίσος σου για τα πληκτρολόγια

*

ήθελα απόψε να σου πω
πως αυτό που μου λείπει
δεν είναι η χροιά
δεν είναι τα λόγια
δεν είναι οι ζωγραφιές πάνω στο σεντόνι
δεν είναι το βλέμμα
δεν είναι οι φουσκάλες του καφέ

είναι το αύριο

όταν ξυπνήσω δεν θέλω να είσαι εκεί
όχι

όταν κοιμηθώ θέλω
μόνο
να μου κρατάς το χέρι
να κλείσω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά σου
και να ξέρω
πως νύχτα ή μέρα
αδιάφορο
τα πόδια μου θα έχουν πάντα ζεστασιά
και το μυαλό μου πάντα καταφύγιο
*