sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: θάλασσα

βεργούλες*

κάθομαι στο ίδιο παγκάκι. περιμένω το ίδιο βαγόνι με τότε. κάθομαι όπως και πριν από εφτά εννιά δεκατρία χρόνια. βαρύτερη. καθόλου αγόγγυστα κουβαλάω οφειλές, χαρές ανεπίδοτες, επιτυχίες αδιέξοδες, αποτυχίες περισπούδαστες. είκοσι χρόνια οι ίδιες μουσικές στα αυτιά μου. είκοσι χρόνια μια φυγή. να φύγω. να μπω στον ηλεκτρικό να φτάσω μέχρι την κηφισιά κι ύστερα γραμμή για πειραιά. να μυρίσω τη δυσωδία της θαλάσσιας μόλυνσης. να καπνίσω ένα τσιγάρο αργόσυρτο. να μου ξεφύγει ένα δάκρυ ίσα να ξαλαφρώσω από βάρη ανεξήγητα και μετά να επιστρέψω. πάνε αυτά. τελειώσανε. στον τόπο που ζω τώρα πια δεν έχω άλλες δικαιολογίες. ούτε προθυμοποιείται ντόπιος κανείς να μου δανείσει δύο τρεις κουβέντες παρασυμπαθητικές ίσα για να βγάλω την τουριστική σεζόν. οι νησιώτες δεν χαρίζουν. αλατισμένοι και εκ δυσμών πολιτισμένοι σου πουλάνε ό,τι θες. αποθηκεύουν ό,τι νιώθουν βαθιά μέσα τους κι ύστερα πορεύονται με το ζύγι. ούτε έχω πια δικαιολογία δήθεν πως μου λείπει η θάλασσα. η θάλασσα τώρα πια με πνίγει. με απειλεί. με καταπίνει. είναι γύρω μου παντού. πάλι όμως κάτι λείπει. πάντα όμως κάποιος λύπη. τιμωρώ τον εαυτό μου για τούτον τον διπολισμό με την μη γράφειν ποινή. με αφήνω να πνιγώ από τον ίδιο μου τον εαυτό. με αναγκάζω να γεννάω φουσκοθαλασσιές κι ύστερα να τις σκοτώνω με τα ίδια μου τα χέρια καταπίνοντάς τες. δεν θα γράφεις πια. χωρίς ανάσα θα διαβιείς στρώνοντας φλοκάτη τα αλλοτινά σου όνειρα και πατώντας πάνω τους με βία. δεκαεννιά του μήνα σήμερα. πάνε χρόνια από κείνα τα άλλα γενέθλια. διαπληκτισμός για το ποδόσφαιρο είπε η οθόνη. μαχαιριά εγκάρσια στον τόπο που ‘χαμε υποσχεθεί πως δεν θα περάσει ο φασισμός. θάνατος αγύριστος. λόγια καρδιακά. μάνα με αυχένα που πονάει μα δεν σκύβει. πρέπει να φύγω. πρέπει να ξαναγυρίσω στο νησί. πρέπει να κάνουμε τα νησιά πρωτεύουσες και τις πόλεις βοσκοτόπια. ήθελα να ‘μαι σε κείνη τη συναυλία. να μπορώ να κλάψω ελεύθερα. χωρίς ντροπή. αυτό μου λείπει. να μην ντρέπομαι να κλάψω. εδώ η συγκίνηση είναι λέξη άγνωστη. όχι όχι άγνωστη. εδώ η συγκίνηση είναι έννοια αχρείαστη. βυθισμένη μαζί με τις άγκυρες των κρουαζιερόπλοιων στον βυθό του λιμανιού. πρέπει να ενώσω την πόλη με το χωριό. να τραβήξω μια τεράστια γραμμή και να ενώσω με τελίτσες ό,τι κουβαλάω από της άστεως τα πεζοδρόμια με τα σύννεφα που ακουμπάνε στον αίνο για να ξεκουραστούν. πρέπει να ξεπλύνω τις αποσκευές μου στην ιόνια θάλασσα και να κηρύξω τον λόγο του δάκρεος. να διδάξω στα μυαλά πώς να υγραίνονται. να ξεπλύνω τα από χρόνια στεγνωμένα ενοικιαζόμενα εισοδήματα με δακρυγόνα. να εξανθρωπίσω τον τουρισμό. πρέπει να φύγω από δω. να ξαναγυρίσω στο νησί. αποχαιρετώ το στίχο του γιάννη ρίτσου που σκεπάζει ολόκληρο το σπίτι του λαού και τραβάω γραμμή για το νησί. στο δρόμο σταματάω την κυκλοφορία στην εθνική οδό και  κόβω βέργες. να φτιάξω μιαν ανθοδέσμη από βεργούλες και να την χαρίσω στον πρώτο παλαβό που θα βρω πάνω στο νησί να νιώθει. που να νιώθει την αδικία. τον χαμό. τον θάνατο. τα κάγκελα. την καταπίεση. έναν που να νιώθει τη χαμένη μας λευτεριά*.

τσιγάρο δανεικό έσοδο κρατικό μηδέν

τσιγάρο δανεικό έσοδο κρατικό μηδέν

κοπάδια και αηδόνια και πέτρες στο χωματόδρομο
περπατάω όπως τότε
ουαί αν τη γραμμή πατήσω και όχι το πλακάκι
στοίχημα βάζω το βιος μου και να χάσω έχω ουδέν

θάλασσα πράσινη αντάρα τρομαγμένη από τον αέρα
κολυμπάω όπως ποτέ
αλίμονο αν στον αφρό χαθώ και δεν επιπλεύσω
καθίσταμαι φελλός και κίνδυνος να χαθώ ουδείς

κορδέλες στα μαλλιά κραγιόν στα χείλη χαμόγελο νεκρό
μεγαλώνω όπως πάντα
μυαλά ατροφικά σε σχήμα ώριμου τέρατος
κλείνω τις σκέψεις μου σε φέρετρο ρίχνω το πρώτο χώμα

κραυγές εν ώρα κοινής ανησυχίας ρυτιδιασμένες κλήσεις
θα πεθάνω όπως όλοι
μα αφήνω πίσω δόξα τιμή και απραξία διανοία ταλέντου
εντέλλω η διαθήκη να ανοιχτεί παρόντων εχθρών και συγγενών

χαλί ασκούπιστο τζάκι καιόμενο αλισίβες στα βλέφαρα
να καείτε όπως σας πρέπει
αποτεφρώνω τη στιγμή που αγάπησα ταρίχευσα τα χέρια σου
όστις στη φωτιά σου να αντισταθεί απεπειράθη πάγωσε εσαεί

σύννεφα φρύδια τσέπες κάλτσες πέτρες στους πολιτευτές
ψηφίζω όπως κανένας
δένω το στομάχι κόμπο και λευτερώνω το μυαλό
πεινάσαμε με επάρκεια αγκάλιασέ με να χυθούνε οι λέξεις

τσιγάρο δανεικό παράνομο έσοδο κρατικό μηδέν
καπνίζω όπως εσύ
να τα πάρει όλα η βία ο αέρας να κοκκινίσει το νερό
ίσα να ζήσουμε μαζί κείνο που γέννησε η μοίρα μου να είμαι

scribo ergo sum

γράφω. γράφω χωρίς να έχω υπόψιν μου κάποια τεχνική. οι γνώσεις μου περί της γραφής περιορίζονται σε ό,τι μου μάθανε οι δάσκαλοί μου στο σχολείο. τους άκουγα προσεχτικά. όλος μου ο κόσμος ήταν τα στόματα των δασκάλων μου. ήμουνα βέβαια κάπως δαχτυλοδειχτούμενη. οι ελεύθεροι της τάξης δεν πατάγανε στην αίθουσα. κάνανε ανταρσίες γιατί οι καθηγητές έρχονταν στο μάθημα. κατά τη γνώμη τους οι δάσκαλοι δεν έπρεπε να έρχονται στην τάξη. κατά τη γνώμη τους ήμουνα κι εγώ κομμάτι του συστήματος. μου άρεσε το διάβασμα και ήξερα πάντα όλες τις απαντήσεις στα διαγωνίσματα. φόραγα φόρμα κι από πάνω φούτερ κι από μέσα φανελάκι αθλητικό για να μην κρυώνω και τα φρύδια μου ήταν άβγαλτα την ώρα που άλλες συνομήλικες περνούσαν με μολύβι τη γραμμή των φρυδιών τους και φούσκωναν τα σουτιέν τους με βάτες. ήθελα να μάθω. ένα σφουγγάρι σε σχήμα παιδικού άγαρμπου κορμιού. μα τι σημασία είχε πότε έγινε η ναυμαχία της σαλαμίνας; σημασία είχε να κάνουμε φασαρία επαναστατώντας για το τίποτα. όλα τούτα ήτανε πολύ συστημικά για τους επαναστάτες συμμαθητές μου. σήμερα αναρωτιέμαι πού να ‘ναι και τι να κάνουνε οι ελεύθεροι συμμαθητές μου. τους συναντάω στα μέσα δικτύωσης. υπάλληλοι δημοσιοσχετίστες σε νυχτερινά μαγαζιά αναλαβόντες τη στημένη δουλειά του πατέρα τους ντυμένοι ακριβά ενασχολούμενοι με τη μπάλα. εγώ; εγώ συνεχίζω να ξέρω πότε έγινε η ναυμαχία της σαλαμίνας όμως δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι. συστημικοί και μη συστημικοί μπερδευτήκαμε. δεν ξέρω πια ποιος βολεύτηκε και ποιος κουνιέται από τη θέση του μην τυχόν και βολευτεί το κορμί του σε μία μόνο θέση και συνηθίσει. η ελευθερία ξεχείλωσε σαν τη γυμνασιακή μου φόρμα. το σύστημα μας χώρεσε όλους.

όλους; γράφω ποιήματα που δεν είναι ποιήματα. τα ποιήματά μου που δεν είναι ποιήματα απορρίπτονται πανταχόθεν. γράφω και δεν έχω ειρμό. επαναλαμβάνομαι τραγικά. οι ίδιες λέξεις ο ίδιος πόνος οι ίδιες ανάγκες. μπορώ να σας απαριθμήσω τις αρνητικές κριτικές που λέγονται χωρίς να τις ακούω. απουσία ρυθμού. έλλειψη θεματολογίας. παραφιλολογία. εντυπωσιασμός χωρίς περιεχόμενο. αντίδραση για την αντίδραση. άγνοια σύνταξης. γραμματικά λάθη. μα εγώ κατέκτησα κάποτε ολάκερη την ελληνική γραμματική και το συντακτικό για να μπορέσω σήμερα να τα αποδομήσω με την ησυχία μου. χωρίς τύψεις. δεν έχω απωθημένα. ένιωσα στο πετσί μου τι είναι οι εγκλίσεις. και τώρα ξέρω καλά πως οι εγκλίσεις είναι μια απάτη. αυτό που ζούμε δεν υπάρχει. δεν ορίζεται. δεν εκφράζεται με μια φτωχή οριστική έγκλιση. αυτό που εύχομαι δεν θα ‘ρθει ποτέ. τι να μου κάνει μια ευκτική; υποστηρίζω τάχα πως δεν υπακούω σε προσταγές. μα σκύβω το κεφάλι και κάνω ό,τι μου λένε. η προστακτική μπήκε στο γονίδιό μου πια. είναι αργά.

είναι αργά; γράφω χωρίς λόγο αν θέλετε να ξέρετε. γράφω γιατί αλλιώς η πίεση της καρδιάς θα φτάσει στο είκοσι πέντε και θα πάω να συναντήσω τους νεκρούς μου. το ξέρω δα πως οι νεκροί δεν είναι κανενός, μην σπεύδετε να με διορθώσετε. γνωρίζω. γνωρίζω μα δεν υποστηρίζω. δεν πιστεύω στις ορισμένες μορφές ποίησης και λογοτεχνίας και τέχνης και ζωής. σπούδασα μιαν επιστήμη που μάλλον δεν είναι επιστήμη μαθαίνοντας να αναλύω κανόνες. να τους ερμηνεύω φέρνοντάς τους στα μέτρα του απέναντί μου καθήμενου πελάτου. διάβασα χτες πως το να είναι κανείς ταυτόχρονα μαρξιστής και δικηγόρος τον καταδικάζει σε μια αντιφατική και σχιζοειδή ύπαρξη. θα το θυμάμαι. τούτη την εποχή είμαι απεργός. σε λίγο καιρό οι μικρομεσαίοι δικηγόροι θα εξαφανιστούν από το πρόσωπο του τόπου. ίσως και να ‘ναι καλύτερα. τίποτα δεν με πλήγωσε πιο πολύ στη ζωή μου από το γεγονός πως η αλήθεια δεν έχει μία όψη. η ζωή δεν είναι απλή. οι σχολικές γνώσεις δεν θα μπορούν να με στηρίζουν εσαεί. γι’ αυτό ψάχνω άλλα στηρίγματα. τίποτα το ορισμένο εκ των προτέρων. ανάποδα ποιήματα σφηνοειδή τραγούδια καρκινικοί πίνακες ζωγραφικής παράφωνες μουσικές. ο κόσμος δεν πήγε ποτέ παρακάτω αγκαλιά με το σύνηθες. αυτοί που τρώγαν τις κοινωνικές σφαλιάρες μπαίνανε πάντα στις παράλληλες διαστάσεις και μας προσκαλούσανε κι εμάς. οι δρόμοι ανοίγανε πάντα με μπουλντόζες με μπουνιές με νύχια με δόντια με βία. ακούω ξανά και ξανά το λόγο του άρη στη λαμία. αυτοί που τρώγανε σφαλιάρες μέσα στα αστυνομικά τμήματα λευτερώσανε τον τόπο. βία. η ιστορία είναι η μαμή της βίας. μου αρέσουν οι αντιστροφές. οι απότομες στροφές. όσο ευαίσθητο στομάχι έχω τόσο αντέχει το μυαλό μου στα ανεβοκατεβάσματα. ανδρώθηκα με τον εφιάλτη του στομαχικού ιλίγγου πάντα δίπλα μου. μα επιδιώκω τον εγκεφαλικό ίλιγγο σχεδόν κάθε στιγμή. ο κόσμος μας έχει ανάγκη από φαντασία. από έμπνευση. η ζωή μας έχει ανάγκη από ανατροπή. από πάθος.

πάθος. γράφω με πάθος. γράφω; δεν εκφράζω κανέναν παρά τον εαυτό μου. η εποχή μου επιτρέπει να βλέπετε κι εσείς αυτά που γράφω. ίσως και να το σταματήσω. μπορεί και όχι. ίσως και να επιστρέψω στη ρομαντική εποχή που δεν υπήρξε ποτέ αλλά υπάρχει μέσα μου. θα γράφω ποιήματα που δεν είναι ποιήματα γιατί δεν έχουν τεχνική και μέτρο και ισορροπία και θα τα κλείνω σε μπουκάλια. θα μολύνω τα νερά του ιονίου πετώντας μέσα τους μπουκάλια με άχρηστα ποιήματα που δεν είναι ποιήματα γιατί κάποτε ίσως να φτάσουν σε κείνο το νησί που μεταναστεύσανε οι νεκροί μου. και οι νεκροί σας.

γράφω. θα συνεχίσω να γράφω. έτσι ξεγελάω τη μαύρη θάλασσα που μαίνεται μέσα μου. να γράφετε. και να μιλάτε. και ποιος ξέρει. όλα είναι μια αλυσίδα. σαν την αλυσίδα της φύσης που μαθαίναμε στο σχολείο. η απογοήτευση φέρνει θλίψη η θλίψη οργή η οργή βία και η βία δένει την ιστορία στο άρμα της και προχωράει θέλουμε δεν θέλουμε. να μιλάτε. και να γράφετε. και ποιος ξέρει.

ένα φιλί │ χαίρω πολύ │ μιας χειραψίας πρώτης

ρωτάς χωρίς να με κοιτάς
κοιτώ το βλέμμα σου
τρέχει στο μέλλον με κομμένη την ανάσα
κινούμαι σαν μηχανοκίνητο καΐκι
κάποιος θαρρείς πως μου ‘σβησε από μέσα τη φωτιά
μα μέσα μου ρέει άμμος κινούμενη
οι παραλίες μου βλέπεις
οι παραλίες μου πήραν από καιρό φωτιά
ζω από τότε δια της βίας ελέω πυρκαγιάς

φεύγοντας κοίταξα στα σκοτεινά πάλι το ίδιο βλέμμα
ίσως αν με κοιτούσες να ‘βλεπες
πως η φωτιά έχει πια φτάσει στο νερό
κι έτσι κινδυνεύει πια η κεντρική της καρδιάς αντλία να καεί
όμως να
πώς να στο πω
δεν θέλω να χωράνε όλα μέσα σε λέξεις και χροιές

το παραδέχομαι πως εκ του πονηρού
επιχειρώ τις διαστάσεις της καταστροφής
ελαττωμένες να παρουσιάσω
γιατί οι φωτιές δεν γράφονται σε στίχους
γιατί οι ζωές δεν χτίζονται με φθόγγους
γιατί αγάπησα τούτη την εντός μου ολοσχερή καταστροφή
όσο τον ίδιο μου τον εαυτό

οδήγησα στην πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη
στάθηκα στο φανάρι σε στάση προσοχής
κι αν θες πιστεύεις
πως δεν άκουγα πια του κύματος τον παφλασμό
μόνο αφουγκράστηκα με προσοχή
τις τελευταίες άκαυτες εστίες
να παραδίδονται αμαχητί στης φωνής σου τη φωτιά
στο φάρυγγά μου δεν κυλούσε πια λυκίσκος
μόνο ένα φιλί │ χαίρω πολύ │ μιας χειραψίας πρώτης
νόμιζα πως κάνω τους άλλους να κλαίνε
γιατί δεν άφησα κανέναν να ακούσει τον δικό μου τον λυγμό

νίκησες τη θάλασσα
νίκησες τη δίνη
νίκησες τους δανεικούς λυγμούς

χάνω τη μοναξιά μου μέρα τη μέρα
για να κερδίσω πλάι σου τη φλογισμένη ελευθερία

εδώ που στέκομαι
μπορώ να αφήσω άφοβα το βλέμμα μου στο μέλλον να καλπάσει
στα κρεβάτια του πρώτου έρωτα
στην πετσέτα του πρώτου αλατιού
στη δίνη του τελευταίου φιλιού
στο χαμόγελο του πρώτου αποχωρισμού
και σε κείνο το πλέξιμο των χεριών μέχρι τον πόνο
μέχρι τα κόκκαλα να ενωθούν εις χείρα μία

συγχώρεσέ με θάλασσα
μα δέθηκα σε δέντρο της στεριάς που θάλλει αεί
να
πάρε την κινούμενη άμμο μου
δώρο προσχήματος και νίκη πάνω στην τύψη της συνήθειας της μοναξιάς
απόψε εγώ θα κοιμηθώ κάτω από δέντρο στεριανό
γιατί ο παφλασμός εντός μου βρήκε απάγγειο δικό του
γιατί ο λυγμός μου σίγασε λόγω απρόσμενης χαράς
γιατί ο μάντης έρωτας κατάκαψε τα πάντα
γιατί απόψε πάνω μου φύτρωσε ζωή

εάλω οι άνθρωποι

image

βρέχει
η πόλη κοιμάται λήθαργο αϋπνίας
τα κορίτσια χαμογελάνε πληθωρικά
φοράνε τα τζιν ζωσμένα ψηλά στη μέση
λούζουν τα μαλλιά με αλάτι και νερό
τα αγόρια πίνουν μπύρα από το σωλήνα
πρέπει να φανούν άντρες σε τούτη τη σκληρή εποχή

η βροχή έγινε ψιχάλα
τα κορίτσια γίνανε γυναίκες κακοποιημένες
τα αγόρια γίνανε λαός φτωχός
μια επανάσταση κοιμάται πάνω στη μπλούζα σου
ο ερνέστο τσε δολοφονήθηκε χτες
το κουφάρι του ξαγρυπνάει πάνω σε στάμπες

ξαναβγήκε ήλιος
οι νέοι δεν ανησυχούν
πλένονται με λήθη
σπουδάζουν την επιστήμη της ανημποριάς
η πόλη σκοτώνει τους αστέγους της
τα μοναδικά γνήσια παιδιά της

τα μαγαζιά εκκωφαντικά γεμάτα
χτες τη νύχτα σκοτώσανε τον τσε
μα η νύχτα δεν ανησυχεί
πουλάει έρωτα νοθεία στη φοιτητιώσα φτωχολογιά
ανήλικες πουτάνες από τη μέση ανατολή
διαρρηγνύουν τα ιμάτια της πληρωμένης αγάπης
ενήλικοι σωτήρες ντυθήκαν τη στολή της δημοκρατίας εν παραλλαγή

βγάλε αυτήν την μπλούζα πια
τον σκοτώσανε σου λέω χτες αργά
και πες μου ποιοι τελικά
είναι οι παράταιροι αυτής της γης
πες μου ακόμα σε παρακαλώ
γιατί ο κόσμος ράφτηκε για διαστάσεις δήθεν αθώων με φενάκη

ο ήλιος φεύγει για την αρτζεντίνα
τελευταία έξοδος και επικήδειο φως
η πόλη έμεινε με τις λεπτές ψιχάλες
πέφτουν στις πλάτες των ενόχων
γεμίσαμε πληγές και μελανιές
γιατί φορέσαμε κοστούμια άνυδρα και ανήλιαγα
σκύψαμε τον αυχένα μπροστά στο ενδεχόμενο της επί γης κολάσεως
βρέχει κανονικά πάνω στη ράχη μας
κορμιά πνιγμένα στις παραλίες με σημαία γαλάζια

ψάχνω
ψάχνω έναν άνεμο
να μου φράξει το στόμα
ψάχνω μια φωτιά
να μου οπλίσει το χέρι
ψάχνω μια θάλασσα που δεν θα πνίγει αδέρφια και μανάδες

ψάχνω
ψάχνω έναν πόλεμο για τα παιδιά μου
που εκδίκηση θα πάρει
για όλες τις εξεγέρσεις
που δεν τολμήσαμε ποτέ

του νεκρού φωτογράφου

«πετάγομαι το βράδυ απ’ το κρεβάτι και κόβω βόλτες.
πού γυρνάς μες στη νύχτα; με ρωτάει.
δεν ξέρω τι να της απαντήσω.
τι να της απαντήσω;
της είπα προχθές ότι για εμάς καμία Νυρεμβέργη δεν θα υπάρξει.
ότι εμείς ξέραμε.
αυτό που μας τρώει τα σωθικά και για το οποίο ταχθήκαμε να χαλάμε τη ζωή μας, που δεν είναι αναγκαστικά σπουδαίο, ίσως ούτε και συνταρακτικό, είναι οπωσδήποτε κάπως αδύνατο πλέον να ειπωθεί με το συνήθη τρόπο.
ψάχνω.»

ν. α.

1779294_10203532044556620_1418356629904746154_n

να βγω κι εγώ μια φωτογραφία
γελαστή και γυμνασμένη με χείλη ροζ και βλέμμα ασταθές
τραβήξτε με κι εμένα μια φωτογραφία
ίσα να δω πώς φαίνεται η αδιαφορία στο φακό
να με θυμάμαι όταν περάσει ο πόλεμος
μα σας παρακαλώ· τραβήξτε με κι εμένα μια φωτογραφία
κρίμα να πάει χαμένη μια ολόκληρη βραδιά
θέλω να με θυμάμαι όταν ολάκεροι λαοί δεν θα υπάρχουν πια
όταν οι βόμβες αφανίσουν πια λογής ανθρώπους και χωράφια
να με θυμάμαι επιθυμώ
να, βγάλτε με εδώ δίπλα στο αφρίζον κύμα
εδώ που ξέβρασε η μάνα θάλασσα κουφάρια
εδώ που υπερχείλισε ο αχέρων ποταμός
μόνο προσέξτε της γενιάς μου το φεγγάρι
θέλω να φαίνομαι χλωμή τάχα φτωχή και ταλαιπωρημένη
κι ας πλέουν γύρω μου μωρά φουρτουνιασμένα
κι ας μείνανε τα στόματα αδειανά από ζωή
κι ας έρχεται ολόγυρα ο άδης χορτασμένος

τραβήξτε με ακόμα μια φωτογραφία
γιατί οι άνθρωποι χωράμε πια σε έναν τόσο δα φακό
ίσα να φαίνονται τα άδεια μας κρανία
ίσα να γράφουμε συνθήματα στους τοίχους
ίσα να σπαταλάμε τα υγρά του σώματος για ίδιους σκοπούς

μα σας παρακαλώ· μια τελευταία λήψη επιθυμώ
εδώ κάτω από της άπληστης ένδειας το φεγγάρι
ίσα να με θυμάμαι
όταν αντίκρισα για τελευταία φορά της ύπαρξής μου το κενό

 

*φωτογραφία τραβηγμένη στο λένινγκραντ εν έτει 1937, περιμένοντας την επέλαση των ναζί

ad hominem

«να φτύσω μέσα με θυμό που οι νέες εποχές
με κάνουνε να μοιάζω με κρετίνο»

θaνάσης παπακωνσταντίνου

κλειδαμπαρώνω τη θάλασσα
δεσποινίς νεοφώτιστη ετών γηραιών
περίκλειστη από άψυχα μυαλά

ο παράλογος ερμής εναπόθεσε ειρηνικά
αποβραδίς στην πόρτα μου
το ψυχρό μήνυμα του πολέμου

άκουσα τον αντίλαλο της φωνής μου
από τον άλλο κόσμο
και πρέπει να πω σε σας
τους πολιτισμένα θρήσκους
τους ζεστά ντυμένους
τους ειρηνικά υποταγμένους
πως ο άλλος κόσμος δεν υπάρχει

άκου ερμή
έμαθα να γεννιέμαι εν ειρήνη
και να πεθαίνω εν πολέμω

άκου ανθρωπότητα
δεν επιθυμώ ούτε ένα τίμιο δάκρυ σου

άκου κυρία των γηραιών ετών και πάντων δήθεν των λαών
στα σύνορά σου οι θάλασσες ξερνούν ποτάμια αίμα

άκου κι εσύ που δήθεν γράφεις με λυγμό
πως ήμουν μόλις εν σοφία τριών ετών

καμιά φορά διψάω για ποίηση*

και μιλάω
για τα εξάχρονα στο δημοτικό
που πετάνε
τις τσάντες κάτω
και παλεύουν
μεταξύ τους
όπως
δεν παλεύουν
οι πατεράδες τους
με την
πραγματικότητα

γιώργος δομιανός
(άτιτλο I)

οι επισκέψεις στην πρωτεύουσα
είναι στην πραγματικότητα πρότζεκτς
εργασίες δηλαδή καταστροφής στερεότυπων
κατέβηκα λοιπόν μέχρι τον πειραιά
γιατί η θάλασσα δεν είναι θάλασσα μόνο στο νησί
κατέβηκα στο λιμάνι μ’ ένα οικείο ουρλιαχτό στο στομάχι μου
και κει την είδα
κι αν θες να ξέρεις
μύριζε υπέροχα
καυσαριώδες ιώδιο
κάθισα σε μια αποβάθρα
υποκρινόμενη έναν ερχομό
τα λιμάνια δεν αφορούν τη φυγή
αλλά τον ερχομό που δεν έρχεται

στο απέναντι πεζοδρόμιο
τα μανάβικα πουλάγανε κεράσια σαν τρελά
καυσαριώδες κεράσι
και γω επιβεβαίωσα την αλήθεια
όσων έμαθα χτες
πως όχι
δεν είναι η εποχή των κερασιών
κι ύστερα σκέφτηκα
πως δεν έχω δοκιμάσει κεράσι ποτέ στη ζωή μου
το κεράσι βλέπεις κρύβει κάτι
και γω τις νύχτες ζω αγκαλιασμένη με τους φόβους μου
φυλάω τις ανασφάλειές μου θαρρείς και αποτελούν
υμένα παρθενικό της δεκαετίας του πενήντα
δεν σκοπεύω να χαρίσω τις φοβίες μου
στο πρώτο τυχόν ελκυστικό φρούτο
τουναντίον
έχω στόχο να πετάξω κάθε φόβο μου
από το μπαλκόνι του τέταρτου ορόφου του πατρογονικού μου
την πρώτη νύχτα του θανάτου μου

περπάτησα για εβδομήντα λεπτά
έμεινα μέσα στα δικαστήρια της περιοχής για σαράντα λεπτά
κι αυτή νομίζω
είναι μια πολύ πολύ κακή αναλογία

δεν μπορώ να αποφασίσω αν μου λείπουν οι πόλεις
ή αν αντίθετα
δεν έπρεπε ποτέ να γεννηθώ μέσα σ’ αυτές
προσπαθώ να εντοπίσω το αληθινό μου πρόβλημα
και συνειδητοποιώ πως το πρόβλημα έγκειται
στη συγκίνηση που ξεχύνεται από μέσα μου
όταν διαβάζοντάς τα
ενώνω φθόγγους και διφθόγγους ποιημάτων
ποιήματα που κρύβουν σε μια φράση μόνο
ψέματα ολόκληρων εποχών

ζηλεύω την αφαιρετικότητά τους
γράφω πάντα τόσα μα τόσα πολλά
γιατί είμαι τόσο αστάθμητη
που δεν μπορώ καν να αποφασίσω
τι είναι πεζό και τι ποίημα

έλεγα για τη συγκίνησή μου
που είναι αδικαιολογήτως υφιστάμενη
και ξέρω και πάλι σε αυτό το σημείο
πως αναπόφευκτα για τον εαυτό μου θα μιλήσω
υπάρχουν λέξεις που τις διαβάζω και καρφώνονται πάνω μου
σαν καρφιά σχεδόν χριστιανικά
θέλω να ρωτήσω τον κύριο τάδε πώς τα κατάφερε
και νίκησε την ηθική της εποχής της βολικής φτώχειας
μέσα από το τσιγάρο του κοριτσιού στα κτελ
κι ακόμα αν ξέρει να μου πει
σε ποιου φρούτου την εποχή ζούμε
μήπως και το ‘χω δοκιμάσει
μήπως και πατήσω πόδι σε μια έστω γαμημένη βάρκα

κάνω κουπί πατώντας στο κενό και πια κουράστηκα

ξέρετε
οι άνθρωποι με αγαπάνε
εξ αποστάσεως
μέχρι να με ζήσουνε λιγάκι
ύστερα προτιμούν να με ξαναγαπήσουν εξ αποστάσεως
γιατί γαντζώνω απάνω τους ασφυχτικά
μια μοναξιά
πολύβουη
ανέξοδη
παρθένα
και γιατί χωράω μέσα στη σιωπή
όπως ο αναπτήρας στο πακέτο με τα μείον τέσσερα τσιγάρα
καθίσταμαι έτσι μια ύπαρξη
ωσεί παρούσα εσαεί

κάθε ξημέρωμα στις τέσσερις κλείνω την τηλεόραση
αφού έχω εξιχνιάσει κάθε έγκλημα
λαβόν χώρα στις πολιτείες του νέου κόσμου που μας σύστησε ο αμέριγκο βεσπούτσι
λέω στον εαυτό μου λοιπόν
πως είναι αργά
πως η κούραση θα μου κλείσει τα μάτια
προσπαθώ να ερωτευτώ το μαξιλάρι
μα ύστερα μου μπαίνουν ιδέες πάλι

εκείνη η νύχτα
που ακούσαμε τον ρίτσο να μας απαγγέλλει τον επαναστάτη
και έκλαιγα λες και η βάρκιζα συνέβη μόλις χθες
− στην πραγματικότητα το κλάμα είχε να κάνει με την πικρή διαπίστωση πως σε αδικώ κατάφωρα γιατί σε αγαπώ παράφορα −

εκείνος ο άνθρωπος που εκτίει ποινή φυλάκισης τέρατος
αγκαλιά με την αθωότητά του

εκείνο το πρωινό
που η μάνα μου και ο πατέρας μου γέννησαν ένα μωρό
ένα μωρό που έμελλε να γίνει
το κέντρο του πληγωμένου κόσμου μας

κι ύστερα σκέφτομαι πώς θα γίνει
άλλο ένα στερεότυπο να χαλάσουμε
άλλον έναν συρμό να διαρρήξουμε
− μιλάω σε πρώτο πληθυντικό απαρεξήγητα
γιατί υπάρχει άμεση ανάγκη για μεταμόσχευση ανθρωπιάς −
όταν φτάνει κοντά να ξημερώσει εντελώς
έχω καταλήξει σε ένα σχέδιο ιδιοφυές
να αλλάξετε πρέπει οι ψυχολόγοι μια μόνο λέξη
όπου κατάθλιψη γράψτε στα τεφτέρια και στις διατριβές σας μιζέρια
κι ύστερα δείτε πώς θα ξεχωρίσουμε εν ριπή ωτός
οι εντός του κλίματος των ημερών
− άλλως μοντέρνοι −
από τους αληθινά θλιμμένους
από κείνους δηλαδή που ξυπνούν από εννιάωρο βαθύ ύπνο
με χέρια βαριά και πόδια ήδη νεκρά

ξημερώνει
και γω κλείνω επιτέλους τα μάτια
άλλος ένας λαθεμένος απολογισμός έλαβε τέλος
από αύριο
θα πατάω ξυπόλητη στα πατώματα των ξενοδοχείων
θα πεινάω τα μεσημέρια
θα κάνω πράξη τις αρχές επαγγελματικού προσανατολισμού
και ίσως
− λέω ίσως γιατί εμπιστοσύνη καμιά δεν μου ‘χω πια −
να τολμήσω να δοκιμάσω ένα κεράσι εμποτισμένο από την πίκρα της πόλης που με έδιωξε
να στείλω το φόβο μου στον αγύριστο
και να ζήσω μαζί σου σε μέρες και νύχτες
χωρίς τη χρεία βάρκας
με μόνο δυο σωσίβια φτηνά
που στην πρώτη φουρτούνα θα αχρηστευτούν
κι έτσι αναγκασμένοι θα ‘μαστε
χέρι χέρι ως την ακτή της αλήθειας μας να φτάσουμε

 

* ο τίτλος του παρόντος αποτελεί

παράφραση του στίχου του γιώργου δομιανού

καμιά φορά διψάω για σταύρωση

από τη συλλογή

δεν είναι η εποχή των κερασιών

λεφτεριά, η*

θέλω να γίνω κανονική. θέλω να είμαι κανονική. θέλω να χωρέσω κάπου κι εγώ. να βουλιάξω στον καναπέ. να παρακολουθήσω τρία σήριαλ αυτή τη χρονιά. θέλω να μάθω μαθηματικά. πάλι. αφαίρεση αφαίμαξη άφεση. θέλω να χωρέσω σε μια καρέκλα γραφείου επιτέλους. θέλω να καπνίσω γυναικεία τσιγάρα. θέλω να φωτογραφίζομαι πίσω από το λευκό μου κρασί. μπροστά από το κόκκινο κραγιόν μου. θέλω να νοικιάσω ένα νυφικό γεμάτο πέρλες. να σε νοικιάσω κι εσένα και να σου δώσω για εγγύηση την αγάπη μου. να σε σύρω στην φαρμακολύτρια ενώπιον ψαλτάδων και να σου πατήσω το πόδι την κατάλληλη στιγμή. κι ύστερα στου παιδιού μου τη χαρά έσφαξα ένα κοτέτσι ολόκληρο. θέλω να σας κοιτάζω να σφάζετε κόκορες. θέλω να ζήσω κανονικά. θέλω να οδηγήσω ένα καινούριο μεταχειρισμένο αμάξι με υδραυλικό τιμόνι. θέλω να ανήκω κάπου μαζί σας. να μιλάμε για τα ίδια πράγματα. να κλαίμε με τις βαριές ταινίες. τις ακαταλαβίστικες. να έχω τις αγωνίες σας. θέλω να συζητάω ήρεμα για το ποτάμι του μπόμπολα. να μην μου τινάζονται οι φλέβες στο πρόσωπο. γυναίκα είμαι, τι στο διάολο ασχολούμαι. θέλω να μην με λέτε σκληροπυρηνική. θέλω να ξεσπάω οδηγώντας. να γράφω ποιήματα για την ικαρία. κανένα μακρονήσι. καμία λαμπεντούζα. να κλαίω για τα παιδιά στην αφρική, στη σρι λάνκα, στη συρία. μέχρι να πατήσουν το πόδι τους εδώ τα κωλόπαιδα. θέλω μετά να με ενοχλούν. θέλω να αποδεχτώ τον βορίδη. θέλω να ονειρεύομαι τον τσίπρα πρωθυπουργό. θέλω να αρκούμαι. να ψάξω για γαμπρό με σπίτι και αμάξι. να μην με νοιάζει κανένα ηλίθιο όνειρο. να ονειρεύομαι τις νύχτες και όχι όταν περπατάω στο δρόμο. μαλακισμένες ονειρώξεις. να βλέπω δόντια να μου πέφτουν και μωρά να γεννιούνται. όνειρα κανονικά. με κούρασα πια. θέλω να μην είχες πεθάνει δύο μέρες μετά τα χριστούγεννα. με έπνιξα. δεν ανήκω πουθενά. είμαι τόσο μόνη όσο και ένας πεθαμένος. θέλω να με πληγώνει μόνο ο θάνατος. θέλω να ανάβω ένα κερί στην εκκλησία. θέλω να φοράω κολλητά παντελόνια. θέλω να δείχνω το στήθος μου. γυναίκα είμαι ρε αδελφέ. θέλω να σφυρίζω μόρτικα. να με καίει μόνο πόσα έχω στο πορτοφόλι μου. θέλω να πεταρίζω τα βλέφαρά μου με θηλυπρέπεια. θέλω να δακρύζω όταν ακούω τον εθνικό ύμνο. θέλω να γίνω κανονική. θέλω να ζήσω κανονικά. θέλω να βρω μια γωνιά να πεθάνω ήσυχα. θέλω να με καταθλίβουν οι γιορτές. θέλω να μην γεμίζω με άγρια χαρά για ό,τι καινούριο έρχεται. θέλω να διαβάζω με ψυχραιμία τις ειδήσεις. να μην με νοιάζει ο διπλανός. θέλω να αγαπήσω αυτή τη χώρα. θέλω να αγαπήσω τις βρώμικες θάλασσες της αττικής. θέλω να ξεχάσω τα πράσινα νερά του νησιού για πάντα. θέλω να ζήσω κανονικά. να μην ξαναγράψω. γράφω τα ίδια και τα ίδια. νόμιζα πως θα νικήσω τον καρκίνο με το γράψιμο. πως θα διώξω τα κονδυλώματα. πως θα ηττηθούν τα πνευμονικά οιδήματα. νόμιζα πως σώπα, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες. πολιτιστική επανάσταση. γαμημένε σοσιαλισμέ. θέλω να πηγαίνω μέχρι το σούνιο. όχι στο λαύριο. ποτέ ξανά στο λαύριο. ποτέ, μ’ ακούς; να θαυμάζω τους αρχαίους ναούς. όχι τα σύγχρονα νεκροταφεία. θέλω να με ραίνουν με γαρύφαλλα από νεκροταφεία την ώρα που θα χορεύω ζεϊμπέκικο. να ‘χω βγάλει τις γόβες μου. κι αυτό να είναι η επανάστασή μου. με κούρασα. θέλω να πατήσω στη γη και να μην ξανακουνηθώ ποτέ. ρεαλισμός. θέλω να ζήσω παρέα με τα απρόσωπα ρήματα. θέλω να γίνω ένα απαρέμφατο. να ζήσω μια ζωή κλεισμένη μέσα σε μια μετοχή παθητικής φωνής. να παθαίνω ζημιές. να είμαι το θύμα του συστήματος. να μην φταίω ποτέ για τίποτα. θέλω να μην σε είχα ερωτευτεί. να δίνω λεφτά σε πέντε ασφαλιστικές εταιρείες για παν ενδεχόμενο και πάλι να νιώθω ανασφάλεια.

θέλω να ζήσω κανονικά. αναίμακτα. βολικά. τραγανά.

ζήτω η κανονικότητα ρε κουφάλες*

ούζο διαλυμένο σε δραχμές

στέκομαι κάτω από το δοκάρι
η καύτρα του τσιγάρου μου αναρωτιέται
γιατί δεν την πετάω στ’ άχρηστα
στέκομαι κάτω από το δοκάρι
δήθεν με την αφηρημάδα της ανάπαυλας
σκέφτομαι πού θα χώραγε ένα στολισμένο έλατο
πού έχω κρύψει το πριόνι μου
πόσο μακριά είναι το βουνό
και γιατί πάντα η θάλασσα να είναι πιο κοντά απ’ το βουνό

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
ο εγκέλαδος ναι, είναι πάντα εδώ
ο φόβος του δεν έφτασε ποτέ μέχρι την πόρτα μου
μα κι από πού να μπει η ευτυχία δίχως να σκουντουφλήσει
εκτός σπιτιού ο εγκέλαδος εκτός και η ευτυχία λοιπόν

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
και οι σπόνδυλοι της μέσης μου αναρωτιούνται
γιατί δεν τους ξεκουράζω έστω για λίγο
κι αν άραγε θα στόλιζα τις ανεμογεννήτριες
πόσο θα κόστιζε το αυτόφωρο
εγώ με τα λαμπάκια τυλιγμένα γύρω μου στο κρατητήριο
και ξέρεις, είναι να μην βρεθεί γυναίκα εκεί μέσα
κι εκείνοι με τα πριόνια που ξεγυμνώσαν το βουνό
στη σαββατιάτικη ταβέρνα οικογενειακώς
να πίνουν ούζο διαλυμένο σε δραχμές
κι απ’ έξω απ’ τη βιτρίνα της ταβέρνας
οι άστεγοι να πίνουν διψασμένοι το βρόχινο νερό

οι βιτρίνες είναι μάλλον το μοναδικό πράγμα
που η ανθρωπότητα κατάφερε να κατακτήσει
σου μιλάω για βιτρίνες
μα η σκέψη μου δεν πήγε στο γυαλί
θυμήθηκα κάτι βιτρίνες ολόκληρες από μασίφ
από μπετόν αρμέ φτιαγμένες και πανάκριβες
και με ταμπέλα αυτή θα είναι τώρα η ζωή μας

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
καπνίζω για τσιγάρο μου ένα φλεγόμενο πουρνάρι
αναφορά στη βίβλο μαζί κι ευχή για βιβλικές καταστροφές
δηλώνω βλέπεις άθεη μέχρι να μπω σε ένα νεκροταφείο
και με ηδονή να ανάψω τα καντήλια ξένων πεθαμένων
γιατί να ξέρεις οι δικοί μου οι νεκροί δεν πεθάνανε ποτέ

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
κι ας είναι το μόνο που φοβάμαι η συνέχιση της ομαλότητας
κάπου στο βάθος θάλασσα και βουνό ενώνονται
δεσμοί αίματος ανάμεσά τους οι φάροι του λιμανιού
μετράμε το χρόνο που φεύγει φορώντας τα καλά μας
γιορτάζουμε πάντα το θάνατο ακόμα μιας ομαλής μετάβασης
αλλά όποιος προσπάθησε να μετρήσει το νερό
έμεινε με κάτι στατιστικές της πλάκας
τόσο αλάτι τόσο ιώδιο τόση πυκνότητα
κι ύστερα αποσύρθηκε για πάντα στο βουνό
με ακμή αντιεπαναστατική ολούθε στο κορμί του

λοιπόν, στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι κι ας βράδιασε
η μέση δεν πονάει πια
το πουρνάρι έσβησε άκαυτο
τα σπλάχνα της γης σε νάρκη
τα έλατα ζωντανά πάνω στα βουνά
τα νεκροταφεία γεμάτα πολύχρωμα σπίτια
και μοναδικό στολίδι του νησιού
τρεις φάροι που συνωμοτούν παμπόνηροι
ίδιοι με μαθητές της τρίτης τάξης του δημοτικού
ενάντια στο θάνατο
ενάντια στα τσιμέντα με ονομασία ημίθεων

και ενάντια στις γιορτές που τίποτα άλλο δεν αποτελούν
παρά έναν άθλιο συμβιβασμό
ανάμεσα στο ανθρώπινο γένος
και τον ανεπίστρεπτο θάνατό του