sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: θάλασσα

ο τελευταίος των γλάρων

άκου με, γλάρε
κοίταξέ με την ώρα που κολυμπάω μέσα στη βαρυχειμωνιά
κατακαλόκαιρο και φέτος ο νοέμβρης
ο νοέμβρης λέω
ο μήνας του εξεγερμένου κλάματος
να ‘χεις ποτέ σου πάθει αμνησία, γλάρε;
να υποφέρεις άραγε από μυωπία, να θες γυαλιά;
παθαίνουν μυωπία τα πουλιά;

άκου με πάντως
σ’ αυτόν τον τόπο κολυμπάς αγκαλιά με το θεό αίολο
απέναντί σου οι γεννήτριες απειλητικά αγέρωχες
μετατρέπουν την ενέργεια σε σκόνη
οι αγρότες εκεί πάνω φυλάνε τα χωράφια τους με καλάσνικοφ
μπερδέψανε βλέπεις τις γεννήτριες με τους ανεμόμυλους
το σφάλμα της εποχής
έγινε ήρωας ο δον ζουάν
και λησμονήθηκε ο άλλος δον
ο κιχώτης

την ώρα που κολυμπάω ξέρεις, γλάρε
δεν σκέφτομαι με το μυαλό
αλλά με τα πνευμόνια
μουλιάζω το κεφάλι μου για ώρα πολλή
για να μου προκαλέσω φρικτό πονοκέφαλο
είμαι έτοιμη για τα βασανιστήριά σας, κοινωνία
ξεδιαλέγω λοιπόν τα όργανά μου
εξερευνήσαμε που λες το εκατό τοις εκατό του στομαχιού μας
αλλά ένα ασήμαντο μόνο κομμάτι του εγκεφάλου μας
κι έτσι ξέρουμε με σιγουριά
τι σημαίνει πεινάω
τι σημαίνει χορταίνω
και τι σημαίνει κλέβω για να φάω
ο πολιτισμός του στομαχιού
η πρόοδος του εντέρου
η επιτυχία της στομαχικής πλύσης
και οι εγκέφαλοι ανενεργοί
ε ας τους πετάξουμε

σου ‘λεγα ότι κάνω ξεσκαρτάρισμα
θέλω λοιπόν τα πνευμόνια αλλά όχι τον εγκέφαλο

κι η θάλασσα ξέρεις, γλάρε
η θάλασσα γελάει και μου δείχνει τα δόντια της
είναι θυμωμένη και νιώθει μοναξιά
το λάθος της εποχής
λατρέψαμε τη θάλασσα μόνο στους σαράντα υπό σκιάν
ξεχάσαμε πώς είναι να αγαπάς στα δύσκολα
να αγαπάς τους νοέμβρηδες
να επαναστατείς σε καιρούς άβολους
και να χαμογελάς σε χρόνια βροχερά

σου ‘λεγα για τη θάλασσα
αγαπάω τις αντιθέσεις, στο ‘πα;
λοιπόν πόσο αντίθετα είναι όλα τώρα πια εδώ
η δροσιά είναι τώρα πάνω στη γη
η ζέστη υπάρχει μόνο μέσα στο νερό
τα νερά που το καλοκαίρι δροσίζουν τους λουόμενους
γίνονται −φευ− το μοναδικό καταφύγιο θέρμης

άσε που τώρα δεν υπάρχουν λουόμενοι εδώ
μόνο εσύ κι εγώ
ένας γλάρος και δύο πνευμόνια
για σκέψου
νιώθουν τα πουλιά μοναξιά;
υπάρχει αμηχανία στον αέρα;

θέλω γλάρε με την ευκαιρία να διορθώσω και κάτι ιστορικό
συνηθίζουν οι άνθρωποι να λένε πως τάχα φοβούνται
τη φωτιά τη γυναίκα και στο τέλος μόνο το θαλασσινό νερό
όμως τους χειμώνες μόνο παίρνουν σάρκα και οστά
τα ρητά της ανθρώπινης δειλίας
άκου τώρα την αλήθεια γλάρε
πυρ γυνή και θάλασσα
αυτό θα αναφωνώ κάθε που θα σε κοιτώ
γιατί ξεκίνησα να ζήσω την άνοδο των μυρίων εξαθλιωμένων λαών
και τώρα πια βυθίζομαι όλο και πιο βαθιά στην ταπείνωση

μόνη μου διέξοδος γλάρε
να φωνάζω
θάλαττα θάλαττα
κάθε που θα ‘ρχομαι να σε κοιτώ
κάθε που θα με αγκαλιάζει το κρύο νερό
και κάθε που θα ελπίζω πως θα μου χαρίσεις τα φτερά σου

νάιν, δάσκαλε

1779294_10203532044556620_1418356629904746154_n

ο ιωάννης μεταξάς είπε ένα όχι που δεν ήταν όχι αλλά δεν ήταν ναι αλλά ήταν νάιν και ταυτόχρονα ήταν ναι δάσκαλε γιατί δεν μας πήγες ποτέ παρακάτω μετά τι έγινε στη ρημάδα τη χώρα αύριο παρέλαση παιδιά μου μη φορέσετε κοντές φούστες και τακούνια σεβαστείτε τη μέρα εθνική αντίσταση αλβανία βουνά ήρωες ήρωες έλλη τορπιλίζω πες μας δάσκαλε για τη μακρόνησο πες μας για το βασανιστήριο με τη γάτα και το σακί δάσκαλε μήπως ο παππούς σου έκανε διακοπές στο μακρονήσι πες μας δάσκαλε για το μετά ποιος πήρε την εξουσία μετά την απελευθέρωση και γιατί εγώ δάσκαλε τους αγαπάω τους γερμανούς όλους τους αγαπάω και ο πατέρας μου λέει ξέρεις παιδί μου τι σημαίνει σύνορο ένα βουνό από τη μία γεννήθηκες εσύ από την άλλη εγώ τίποτα δεν έχουμε να χωρίσουμε αγαπάω τους λαούς και μισώ όσο τίποτα τους φασίστες δάσκαλε προχώρα την ιστορία παρακάτω μίλα για τη βάρκιζα επιτέλους μιλήστε βγάλτε τις κουκούλες δάσκαλε μας κυβερνάνε από τότε οι ίδιοι και ποτέ δεν απελευθερωθήκαμε ποτέ μιλήστε πότε είδαμε ελευθερία εδώ κάτω πότε ανασάναμε μας ταΐσανε τόσα χρόνια με αλατισμένα ψέματα και χαθήκαμε χάσαμε την αλήθεια μας και την ουσία μας γιατί παρελαύνουμε ρε δασκαλάκο τι γιορτάζουμε σταθείτε προσοχή περνάνε τα στρατά γυρίστε τα κεφάλια στην εξέδρα παπάδες και ένστολοι πάνω σε μια εξέδρα να απαιτούν σεβασμό ταξίδι στο ιράν ράσα παντού ράσα και στολές μερικοί θέλουνε να ξαναφέρουνε το βασιλιά δάσκαλε μ’ ακούς άραγε ή έφυγες από την αίθουσα να πάμε περίπατο πάνω στο γράμμο να δούμε τα κορμιά που χαθήκανε από τα κανόνια του σκόμπι να αγγίξουμε τους ήρωες να συλλέξουμε τα κόκκαλά τους να κλάψουμε για το θάνατο κάθε ιδέας κάθε ελευθερίας ο μπελογιάννης ζει ρε δάσκαλε γοργόνα θα γίνω και θα ρωτώ τους ναυτικούς κι ύστερα κολυμπώντας από το λαύριο μέχρι το μακρονήσι εκεί να κοιτάξουμε τον ήλιο να πέφτει πάνω στη θάλασσα κι από κει όλα τα γελαστά παιδιά που σκοτώσανε οι φασίστες να ζωντανέψουνε άκου με κι εμένα δάσκαλε και μην με λες ακραία σκοτώσανε τον πέτρουλα ρε δάσκαλε να θα σε πάω και στα χρόνια σου σκοτώσανε τον τεμπονέρα σε πήρε ο λαμπράκης σε πήρε η λευτεριά να έλα και στα χρόνια μου δασκαλάκο που σου κόψανε το μισθό στα δύο σαν αρνίσιο μπούτι μη μιλάς άλλο θα σου μιλήσω για τον αλέξη θα σου κλάψω για τον παύλο θα σου μιλήσω για τα δάκρυα της γενιάς μου δάσκαλε παντού φασίστες κι εσύ μας έφερες εδώ να μας πεις για το όχι ρε δάσκαλε και ότι δήθεν των εχθρών τα φουσάτα περάσαν άκου με παντού φασίστες σου λέω παντού εξέδρες με επίσημους τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ η ελλάς στο γύψο ποτέ δεν έδεσε το γλυκό συμπαράσταση λαέ πού είσαι λαέ πού πήγες δάσκαλε τι δουλειά έχουμε εμείς εδώ πού πάμε πορεία προς το βίτσι ο γοργοπόταμος ανατινάχθηκε και έπεσε και μας πλάκωσε η γέφυρα τίποτα τίποτα δάσκαλε δεν έχω τίποτα να σου πω μην μου δίνεις σημασία μάλλον δεν μπορώ να προσαρμοστώ και εξάλλου όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει δάσκαλε

αποστάσεως, εξ

317367_10200197204907713_1232321589_n

 

δεν είναι που δεν ήρθες απόψε
-δίνω όλες μου τις ανάσες ακόμα για τα μακρινά σου χαμόγελα-
είναι που οι τοίχοι του σπιτιού σκίρτησαν
στο άκουσμα του ερχομού της αύρας σου

δεν είναι που δρόσισαν οι νύχτες
-έχω μάθει να ντύνομαι ζεστά για να μην παγώνει το βλέμμα μου-
είναι που πέρασαν καλοκαίρια πολλά
προτού να συναντηθούνε τα δάχτυλα

δεν είναι που η θάλασσα αλλάζει τα μπλε της τόσο συχνά
-αν μείνει ακίνητη ακόμα κι αυτή τότε θα ‘χει έρθει το τέλος μας-
είναι που της λείπουμε οι άνθρωποι
όλος ο χειμώνας μια μοναξιά για κείνη

δεν είναι που το κλάμα τίποτα δεν ξεπλένει πια
-μια απάτη των βολβών τα δάκρυα που ποτέ δεν πιστέψαμε-
είναι που ανακαλύπτω με μια μικρή πικρή καθυστέρηση
πως και η θλίψη ακόμα μια απαραίτητη χειραποσκευή είναι

που θα με ακολουθεί σε κάθε τόπο

πασών των θαλασσών

στων νικημένων το νησί
γλεντώντας σιωπηλά
στων νικημένων τη γιορτή
γλεντώντας κάθε βράδυ σιωπηλά

χάρης και πάνος κατσιμίχας

η αλλαγή ρότας
από την πόλη των πάντα δυσάρεστων εξελίξεων
στο νησί του σιορ αντρίκου
μοιάζει με τη μεταφορά του κορμιού σου
διαμελισμένου
μέσα σε πλαστική σακούλα σκουπιδιών
− και η ειρωνεία είναι πως τη διάλεξες εσύ αυτή τη μεταφορά −
θυμάμαι τα ποιήματα των από καιρό πεθαμένων
κομμουνιστών ποιητών
που τα διάβαζα όταν η καρδιά μου ήταν ακόμα άκοπη
θυμάμαι λοιπόν που διάβαζα
για τον υπέροχο ίλιγγο
της αναμενόμενης πτώσης
− κι εγώ είχα ξέρετε πάντα πρόβλημα με το στομαχικό ίλιγγο −
και στ’ αλήθεια δεν ξέρω τι με τρομάζει πιο πολύ
οι φιδίσιοι δρόμοι που κατατρώνε τα σωθικά των βουνών
τα άκακα φίδια που εμφανίζονται στον κήπο
ή μήπως το μήλο που άδικα κατηγορήθηκε
για τους χυμούς του
από τους πρωθιερείς σας

την πρώτη μέρα που ξύπνησα εδώ
ήρθε και κάθισε κοντά μου ο εκπεσών άγγελος
μα τα χρόνια μας με κάνανε τόσο ρηχή
που του αστειεύτηκα με ύφος τηλεπαρουσιαστή
της κυβερνητικής τηλεόρασης της προπαγάνδας
ξέρεις άγγελε, το μόνο που με νοιάζει να εκπέσει
είναι ο φόρος μου
χαμογέλασε
τα ούλα του κατακόκκινα από τη μοναξιά
τα μάτια του γεμάτα ρυτίδες
ύστερα δάγκωσε το μήλο που του πρόσφερα
και καταδύθηκε μέσα σε μια από τις ρωγμές
που χάρισε στον τόπο ο εγκέλαδος

την πρώτη μέρα που ξύπνησα εδώ
φύτρωσε μέσα μου η μέκκα
ξημέρωσε το ραμαζάνι
και σας ορκίζομαι πως άκουσα τον ιμάμη
να παρακαλάει κλαίγοντας το θεό του
να μη δείξει έλεος στην ανθρωπότητα

την πρώτη μέρα που ξύπνησα εδώ
έφτιαξα τούρκικο καφέ στον βούδα
έκλαιγε ανήσυχος όλη τη νύχτα έξω από το παράθυρό μου
γιατί τον ανάγκασαν
με χρήση εκλεπτυσμένων ψυχολογικών βασανιστηρίων
να καταδικάσει τη βία
αγκάλιασα τα ιδρωμένα του μπράτσα
και τον ρώτησα με έναν ανεπαίσθητο λυγμό στη χροιά
τι είδους ασθένειες κυκλοφορούν στο γάγγη
κι εκείνος τότε
πράος
μου είπε να παραμείνω ψύχραιμη
γιατί στο τέλος έρχεται για όλους μας ο θάνατος

ο σοσιαλισμός που ονειρευτήκαμε ήταν μια απάτη
γιατί έρχεται μόνο μετά θάνατον
τότε μόνο θα σταθούμε όλοι όρθιοι και ισότιμοι
− επιτέλους −

την πρώτη νύχτα που ξημερώθηκα εδώ
έλαβε χώρα το τέλος πασών των θρησκειών
αλλά όχι των θαλασσών
κάθε που στρίβω στο στενό λοιπόν
χαιρετάω την ονομασία της οδού
οδός νίκου καββαδία
στα νησιά ξέρετε νιώθουμε όλοι
κόρες και γιοι των ναυτικών
κι ας είδαμε θάλασσα να κλαίει
για πρώτη φορά
στα δεκαεφτά μας

μάγισσες

στάσου
να σταθούμε εδώ μια στιγμή
να κοιτάξουμε τον ήλιο με βλέφαρα κατεβασμένα από την αϋπνία
να κάνουμε ορθοπεταλιά σε κατήφορο τα όνειρα που κάναμε πριν από δεκαπέντε χρόνια
να κουβεντιάζουμε έξω από μια νάιλον σκηνή για τα χρόνια που αντρωθήκαμε μαζί
να μας τσιμπάνε οι τσούχτρες και να ξέρουμε ότι το κατούρημα είναι η μόνη λύση
-κατούρα τους δεν αξίζουν τίποτα παραπάνω-

στάσου για μια στιγμή
να σου πω ένα τραγούδι που ακούγεται τις νύχτες μέσα στις βάρκες των ψαράδων
των ψαράδων που ζούνε σαν αμφίβια μα τρέμουν τη φωτιά
να αναβοσβήνει το καλάμι μας τη νύχτα
-σημάδι πως δεν πιάσαμε απολύτως τίποτα κι απόψε-
να απαντάμε με θράσος πως εδώ ρε δεν πεθάναμε από έρωτα θα πεθάνουμε από πείνα
να ξέρουμε με βεβαιότητα εφηβική πως πάλι όλα λάθος θα τα κάνουμε
να γελάνε τα μουστάκια μας με τους διπλανούς που ζηλέψαν τις κονσέρβες μας
να ταΐζουμε τα σκυλιά της παραλίας σαρδέλα
κι εκείνα να αναρωτιούνται αν την ώρα που τρώνε ψάρι γίνονται κανίβαλοι
να θυμόμαστε κάτι διακοπές παλιές όλο ουρλιαχτό και έρωτα
κι ύστερα να μας παίρνει ο ύπνος στην ασφάλεια των αγνώστων

στάσου ακόμα μια στιγμή
να υμνήσουμε τον έρωτα που νίκησε τα στεφάνια τις κορδέλες τους ναούς και τα προικώα
-μόνο εκείνη η δοξασία μονά κουφέτα μέσα σε κάθε τούλι στέκει αήττητη εμπρός μας-
να παίξουμε παιχνίδι γνώσεων -είκοσι χρόνια σε παρακαλάω-
πρωτεύουσα της ξενοιασιάς
πολίτευμα της θάλασσας
ηγέτης του αντάρτικου
χρώμα του άδικα χυμένου αίματος
ποιος έβαλε το νικητήριο γκολ ο τσε ή ο φιντέλ

κι ύστερα στην επιστροφή κοίτα πώς μας τυφλώνουνε τα φώτα του πολιτισμού
κι ύστερα στην επιστροφή κοίτα πώς μας πληγώνουνε οι οδηγοί που αποδειχτήκανε πιο μάγκες από μας
λωρίδα εκτάκτου ανάγκης μόνο για έξυπνους
-ρατσιστική εθνική οδός κι εμείς ακόμα τους πληρώνουμε διόδια-

κι εμείς να κουβεντιάζουμε τι λάθος κάνουμε
να οργανώσουμε την τάξη μας μου είπες
την ώρα που τινάζαμε το αλάτι απ’ τα μαλλιά μας
αφήσαμε το ιώδιο να δράσει λίγο ακόμα
-σε τούτο τον περίπατο δίχως κρυφές πληγές να φτάσουμε θελήσαμε-

κι όταν αργά τη νύχτα φτάσαμε πίσω στην πόλη των δελτάδων
είπες ας αναβάλουμε για απόψε την ομαδική καύση αισιοδοξίας
ίσως μια μέρα καταφέρουμε δίπλα στις θάλασσες ή δίπλα σε πλατάνια να γεννάμε
κι είπα κι εγώ ας αναβάλουμε για φέτος τον εκούσιο θάνατο
και με ένα στίχο του καρούζου αποφασίσαμε από κοινού
πως με μαγεία πάλλευκη
την απαλλοτρίωση των εφηβικών χρωμάτων θα ακυρώσουμε

τα βατράχια της κωπαΐδας

οι πιο μεγάλες βρώμικες αλήθειες
πνιγήκανε στον πάτο της πάλαι ποτέ λίμνης κωπαΐδος
έπεσε ξηρασία τούτον τον αιώνα
κάποιος να τρέξει στο νεκροταφείο του χωριού
ερώτηση να θέσει σε όποιον απέθαντος σαπίζει
είχανε τάχα όλοι οι αιώνες ξηρασία;

τόσες βροχές ριχτήκανε μανιωδώς στη γη
τόσα νερά πιτσίλισαν τους ώμους των λαών
κι όμως ο κόσμος συνεχίζει την πικρή ξερή πνοή του
γέμισε η προδότρα πόλη μας με σήματα καπνού
χαρίζεται αέρας
πωλείται υδρογόνο όξινο

οι άρχοντες προστάξανε να κλείσουν οι δεξαμενές
κάποιος ονόματι εφιάλτης τους σφύριξε το μέγα μυστικό
πως των ανθρώπων τα μυαλά όταν βραχούν γεννούν αγάπη
είμεθα οι συνεχιστές του σωτηρίου γένους των ασπόνδυλων
γεμάτων κόμπους σπόγγων
ξέρεις τι είναι οι ποιητές;
οι σφουγγαράδες του καιρού μας

μα εμάς μας απαγόρεψαν δια ροπάλου αστυνομικού
και με διάταγμα βασιλικό των βασιλιάδων που δεν έζησαν γυμνοί ποτέ τους
μας απαγόρεψαν λέω με την καρδιά μας να βουτάμε στη βροχή
κι ύστερα ιδέες όλο χρώμα να γεννάμε
κι έτσι μείναμε σαν αποστεωμένοι σκελετοί δίχως ρυθμό στο βάδην
σαν άνθη αποξηραμένα μέσα σε βάζο από φτηνό γυαλί
νεκροί κι όμως αναγκασμένοι να αναπνέουμε
σώθηκε το νερό από καιρό·
δεν φτάνει ούτε για να πλύνεις τις πληγές σου

κάποτε ξεκινήσαμε η διψασμένη συνομοσπονδία εργατών
πορεία πολέμου με πλακάτ τα σύννεφα ως την κωπαΐδα
δικαίωμα στην υγρασία και σύνταγμα υγρό ζητήσαμε
μια πυροβολαρχία πύρινη μας σταμάτησε έξω από την αττική
έσπασε τα πλακάτ και μας διέταξε βιαίως
στον ανεπίστρεπτο της ιστορίας ρου να υποταχθούμε

κι έτσι από τότε κάθε που καλοκαιριάζει τριγυρνάμε στα νησιά
κάνοντας μάταιη προσπάθεια αφαλάτωσης του μπλε της θάλασσας
εισπνέουμε τόνους ιώδιο και μας φυτρώνουν λέπια
και ούτε κι εμείς μα ούτε και οι άρχοντες μπορούν να νιώσουν
πως βασανιστικά και αργά μα αποτελεσματικά
έφτασε πια ο αιώνας και ο καιρός
ξανά στη θάλασσα η ανθρωπότητα να γυρίσει
οι άνθρωποι να αναπνέουμε με βράγχια και λυγμούς
κι οι ποιητές να μείνουνε τα μόνα αμφίβια του πλανήτη
μοναδικοί ακροβάτες ανάμεσα σε γη και μέλλον
ίστορες της παλιάς ζωής του νέου υποθαλάσσιου πληθυσμού
παράφωνα βατράχια· ραψωδοί πνιγμών νερών και ονείρων

 

 

γιατί τραγουδάμε, σύντροφε;

935117_10200211817673023_813381845_n

να καθίσουμε, σύντροφε. να σου πω δυο λόγια. να καθίσουμε ήρεμοι. με τη γαλήνη του αλκοόλ. η αιθυλική αλκοόλη χαρίζει ελευθεριότητα. άκου με που σου λέω. να καθίσουμε σύντροφε και στ’ αυτιά μας να ακούγεται πως όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία. κι εγώ επιτέλους να σου μιλήσω. για ό,τι κάθισε μέσα μου σαν καρκίνος μεταστατικός, άσχημος, από κείνες τις μορφές του που ο γιατρός δεν σε κοιτάζει στα μάτια. κοιτάζει έξω ένα σπουργίτι που τσιμπάει το νοσοκομειακό φαγητό που του δίνει στο στόμα ο παππούς με τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και σου λέει λυπάμαι, μα δεν σώζεται. ξέρεις τι κάθισε μέσα μου τόσα χρόνια; τα χρόνια δεν μετριούνται με βάση την αριθμητική που μας μάθανε παλιά αλλά με βάση το απόβαρό τους. κάθε χρόνος που φεύγει σου αφήνει βάρη που ζυγίζονται μόνο με τις αναπνοές σου. οι νοικοκυραίοι σβήνουν τα βάρη των ακινήτων τους με δόσεις στις τράπεζες. οι άνθρωποι προσπαθούν να σβήσουν τα βάρη τους ανασαίνοντας.

κάθισε κοντά μου σύντροφε γιατί αν δεν μιλήσω επιτέλους θα αποτρελαθώ. δείξε κατανόηση και υπομονή γιατί είναι πολλά που κανείς ποτέ δεν με άκουσε να λέω γιατί ποτέ κανείς δεν ήθελε να ακούσει τις κραυγές μου. κι έτσι πορεύτηκα με τη σιωπή για χρόνια. δώδεκα χρόνων παιδάκι και έκλαιγα. μα τόσο μικρή και τόσο απεγνωσμένη, μου λέγανε όλοι. ξέχνα τα αυτά και πήγαινε έξω να ζήσεις. και το δοκίμαζα, σύντροφε. πολλές φορές είπα δίκιο έχουνε, να βγω έξω, να ανασάνω. αλλά με πνίξανε. οι άνθρωποι μου βάλανε δερμάτινη ζώνη στο λαιμό και με πνίξανε. έτσι θα ζεις. αυτά θα φοράς. βάζε κραγιόν. μη μιλάς. μη φωνάζεις όταν κάνεις έρωτα. όταν θα βγαίνεις από τη σχολή θα ανεβαίνεις στο κολωνάκι και δεν θα κατεβαίνεις στα εξάρχεια. τι πας και κάνεις μόνη σου εκεί; μα διαβάζω. θα διαβάζεις στη βιβλιοθήκη. όχι στην ίντριγκα. κι ύστερα θα κάνεις δεσμό. να τηρεί τις προϋποθέσεις. όχι τον πρώτο τυχόντα. μα όλοι τυχόντες και τυχούσες δεν είμαστε;

είναι κι άλλα σύντροφε, πολλά. κοροϊδία. ξέρεις, εγώ περπατάω πάντα με μουσική στ’ αυτιά. μέσα μου καταιγίδες φουρτούνες και κλιματικές αλλαγές και έξω μου κορίτσια ανέμελα και αγέλαστα, αγόρια με τζελ στα μαλλιά και αμάξι που το χρωστάνε στην τράπεζα, άνεργοι που φοβούνται μην κυβερνήσουν οι αριστεροί, να πετάξω από μια θεατρική τριλογία του ίψεν στο κεφάλι του καθενός μου ‘ρχεται, κόσμος που περπατάει με θόρυβο σέρνοντας αλυσίδες, τα βάρη που σου ‘λεγα πριν, κι όλοι να περιμένουν το καλοκαίρι για να πληρώνουν είκοσι ευρώ για να πάνε στην παραλία, να βγάλουνε φωτογραφίες δυστυχίας με τεράστια γυαλιά ηλίου και άδειες ψυχές, λες και η ασχήμια καλύπτεται από διόπτρες, κι εγώ το μόνο που θέλω να είμαι στους πετανούς και να με βγάζουν τα λεφτά μου για πέντε μπύρες τη μέρα, να κοιτάζω τον ήλιο που δε βαριέται να πέφτει και να ξανασηκώνεται και να σου λέω για την επανάσταση. την επανάσταση της καρδιάς. την ελευθερία του νερού. την αλμύρα των δακρύων μου. το χαμόγελο που δεν θα αποτυπωθεί ποτέ σε κάμερα. αλλά κοροϊδία ρε σύντροφε. η τρελή άρχισε πάλι τις βλακείες. κι εγώ να μην αντιμιλάω. να χαμογελάω πικρά. να λέω δεν πειράζει. θα καταλάβουνε. κάποτε θα καταλάβουνε. κι αν δεν καταλάβουνε όλοι, τουλάχιστον να ζήσω με αυτούς που νιώθουνε.

μα τι τα θες. να βρεις μια δουλίτσα. ένα καλό παιδί. ένα γραφειάκι. κι ύστερα ένα διαμερισματάκι. και να κάνεις ένα παιδάκι. καλά τα όνειρα αλλά προσγειώσου. όλα υποκοριστικά. όλα πνιγηρά. τι είναι η ζωή για να την κλείσω μέσα σε μια κατάληξη υποκοριστικού; θαρρείτε πως θα ξανάρθει; θάνατος στα υποκοριστικά. εγώ διάβασα για το ωραίο το μεγάλο και το αληθινό κι από τότε ίδια δεν θα ξαναείμαι. μα το ωραίο και το μεγάλο και το αληθινό σπέρνει πόνο. καλοδεχούμενος και ο πόνος. δικός μου κι ο πόνος. κομμάτι μου. παιδί μου κι ο πόνος μου. παιδί μου και ο αγώνας για ελευθερία. εξώγαμα που δεν θέλουν αναγνώριση από κανένα δικαστήριο και υπογραφή από κανέναν συμβολαιογράφο. παιδιά που ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα. παιδιά που δεν ανήκουν πουθενά. κοινοκτημοσύνη και ακτημοσύνη. και αγνωμοσύνη από όλους. ωχ η τρελή. άρχισε πάλι τα χαζά.

τριάντα χρονών και έπαθα καρκίνο στο βλέμμα ρε σύντροφε. γέμισαν τα δόντια μου φτηνό κραγιόν και οι γάμπες μου μικρές ύπουλες μπλε φλέβες. κούραση και αϋπνία. σερβιτόρα, πωλήτρια, δασκάλα. καλό παιδί αλλά δεν κάνει για δικηγόρος. ονειροπόλα. με κοιτάζουν και γελάνε. φανερά. βλέπω το μειδίαμα. βλέπω την ειρωνεία. όλα τα βλέπω. γι’ αυτό και εγώ σταμάτησα να μιλάω. κλείστηκα στο εφηβικό μου δωμάτιο και κανέναν δεν θέλω να βλέπω. τις νύχτες πηγαίνω στη θάλασσα και σπαταλάω δεκαπέντε ευρώ βενζίνη μόνο και μόνο για να ουρλιάξω ελεύθερη. γράφω χαρτιά και τα πετάω στο κύμα. κάποιος. κάπου. να τα βρει. να ζωντανέψει το υγρό μελάνι και να τους ξαναδώσει πνοή. φτιάχνω καραβάκια και τα σκορπάω παντού. το σινιάλο μου για όταν έρθει η ώρα. να είσαστε έτοιμοι. θα σαλπάρουμε κάποια στιγμή. λες αλήθεια; λέω αλήθεια. στο ‘χω ξαναπεί, σύντροφε. το arbeit macht frei να τους το τρίψουμε στη μούρη.

θυμάσαι; κάναμε όνειρα. ακόμα κάνουμε. δεν είμαστε λίγοι. μην τους ακούς τι λένε οι ανθρωποφύλακες με και χωρίς στολή. σύντροφε. εδώ είμαστε. κι εδώ θα ‘μαστε. ανάχωμα και εμπόδιο στο σκοτάδι. να μοιράζουμε χαμόγελα κι ας μας λένε τρελούς. σχεδόν χριστιανοί. σχεδόν παιδιά του χριστού και της μαγδαληνής. σχεδόν απέθαντοι. σχεδόν όμορφοι. σχεδόν σχεδίες. ποτέ με σχέδιο. σχεδόν ανασαίνοντας. ελάχιστοι ανυπέρβλητοι και επουσιώδεις.

για να ενώσουμε τον κόσμο.

γι’ αυτό τραγουδάμε, σύντροφε.

υδρογόνο δύο οξυγόνο

14437_1232769894263_1284504_n

 

γρήγορα μαζευτείτε γύρω από τη φωτιά
η φλόγα θα ζεστάνει τα λόγω έξης αποστεωμένα σας μυαλά
σιμώστε να σας πω ένα μυστικό
γνωστό βεβαίως από καταβολής της γραμμικής γραφής

*

λοιπόν οι άνθρωποι όταν γεννήθηκαν ήξεραν να αγαπάνε
μετά η αγάπη λησμονήθηκε σαν εραστής της νιότης
από τη γέννα ως το θάνατο παλεύεις για να θυμηθείς
τι ήταν αυτό που δάσκαλοι και αρχόντοι και εχθροί
στη λήθη σε ανάγκασαν για πάντα να το θάψεις

ξέρετε
όλοι μας κουβαλάμε πάνω στην πλάτη μας ένα νησί
– κάθε ψυχή και Αμοργός, αγαπημένε ποιητή –
ψάχνουμε όρμο για να απασφαλίσουμε
να ρίξουμε μέσα του με φόρα το νησί μας
τη νέα προσωπική μας γεωγραφία για να φτιάξουμε

υπήρξε κάποτε ένας άνθρωπος
– περίγελως σύμφωνα με τη γειτονιά –
που ανέβηκε ψηλά στα χιόνια
ύστερα έσκαψε βαθιά στα ορυχεία
κατόπιν αντέστρεψε τα νερά των ποταμών
στο τέλος βούτηξε στη λάβα του βεζούβιου
έψαχνε βλέπεις για κείνο το λιμάνι
έναν κολπίσκο πράσινο για το δικό του το νησί

κάποτε έφτασε σε μια πόλη γκρίζα, άχαρη και ξένη
– μα πού ακούστηκε λιμάνι ατόφιο ανάμεσα σε όρη –
ασφυκτιούσε εξαρχής· ξεκίνησε να φύγει
ξάφνου σταμάτησε άφωνος
εκεί πάνω στα γκρίζα πεζοδρόμια της πόλης των ενστόλων πλεονασμάτων
εκεί που ράμπες για τους ονειροπόλους
κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να βάλει
μια νύχτα άρχισε ένας χείμαρρος ορμητικός να τρέχει

την άλλη μέρα τα εξώφυλλα κατηγορούσαν τους δημάρχους
– πέσαμε βλέπεις σε περίοδο ακραίας ψηφοθηρίας –
πως τάχα χωματουργικώς δεν φρόντισαν την πόλη
να θάψουνε πολύ βαθιά τα αιώνια ποτάμια
να μην τα ξαναδούν οι άνθρωποι
να μην τα ξαναγγίξουν
μην τύχει κι ίσως θυμηθούν τον αιώνιο προορισμό τους

μα εκείνο το ποτάμι αντέδρασε και δήλωσε παρόν
– και μέλλον και παντοτινό –
κι έτσι ο ήρωάς μας πήρε απόφαση γενναία
τη γεωγραφία της ζωής του πλάι σε κοίτη ποταμού να ζωγραφίσει
ίσως να σάστισε λιγάκι μόνο στην αρχή
πώς ζωγραφίζεις άραγε
και πώς κοιμάσαι
πλάι σε κάτι που αενάως κινείται;
ύστερα βέβαια κατάλαβε πως
η κίνηση είναι η ίδια η ζωή
πως στην αβεβαιότητα γεννιέται η σιγουριά

αν ψάχνεις την αθανασία
μες σε βιβλία Φυσικής είναι γραμμένη
αρχή διατήρησης ενέργειας και πάθους και ιδεών

*

τώρα που ζεσταθήκατε ξέρετε πια για τα καλά
γιατί στις πόλεις τα ποτάμια θάφτηκαν βαθιά μέσα στο χώμα
οι δυστυχείς και αμνήμονες χτίζουνε πόλεις φαντασμάτων
όπου κι αν είστε πάντα να ψάχνετε για το νερό
να σας ξεπλένει τη φθορά
να σας θυμίζει την αλήθεια
να σας στερεί τη σιγουριά
και να σας ζωντανεύει

August Spies

fca202 012

σήμερα θέλω να σας μιλήσω για την αποδόμηση
ακούστε
κάθε μέρα κλέβω
άλλη φορά θα σας πω για την κλοπή
– όχι όχι δεν είναι ό,τι ο κώδικας του ποινικού αναφέρει –
κατακλέβω το σύστημα που με περιτριγυρίζει ασφυχτικά
το σύστημα εξάλλου είναι μια μέγγενη
– το σύστημα είμαι κι εγώ κι εσύ κι ο περιπτεράς –
η λέξη μέγγενη είναι εξίσου ασφυχτική
με αυτό που περιγράφει
η μαγεία της ελληνικής γλώσσας περιλαμβάνει και πνιγμό
όπως άλλωστε συμβαίνει με κάθε τι όμορφο
η ομορφιά έχει μέσα της τον θάνατο
γιατί ό,τι όμορφο γεννιέται πεθαίνει μετά από ένα νανοσεκόντ
κι αυτό συχνά πληγώνει τους ανθρώπους
καταλαβαίνουνε πόσο θνητοί είναι
βέβαια
το καλό με το να είσαι θνητός είναι
ότι θέλεις να χωρέσεις εφτά ζωές σε μία
οπότε δεν κάθεσαι μπροστά στην τηλεόραση
κι αυτό είναι οπωσδήποτε κάτι θετικό
ξεκίνησα να σας πω για την αποδόμηση
ναι
οι φιλόλογοι θα μου μηδενίζανε και αυτό το γραπτό
λόγω απουσίας ειρμού
λες και ο ειρμός είναι ένα μήλο κόκκινο χειροπιαστό
όπως τότε στις πανελλήνιες που πήρα δώδεκα στη λογοτεχνία
κι από τότε δεν ξαναδιάβασα βιζυηνό
βέβαια εδώ που τα λέμε σε τι μου έφταιξε ο βιζυηνός
αλλά θύμωσα βλέπεις με τους φιλολόγους – ακούς μάνα –
κι εξάλλου να ζητάς ειρμό από τους ανθρώπους
είναι σαν να ζητάς κοινοκτημοσύνη από τους εξουσιαστές σου
ειρμός και καπιταλισμός μπαίνουνε στο ίδιο κεφάλαιο
εκείνο των μισητών λέξεων
α ναι και η μέγγενη σωστά
η αποδόμηση λοιπόν είναι κάτι απλό
γράφεις κείμενο χωρίς σημεία στίξης
φοράς τα ρούχα σου χωρίς εσώρουχα
χαμογελάς με μάτια υγρά και δακρυσμένα
περπατάς ενώ από μέσα σου πετάς
τάχα δουλεύεις
ενώ έχεις κρυμμένο ένα βιβλίο ποίησης ανάμεσα στα πόδια σου
λοιπόν
τα σκέφτομαι αυτά σήμερα
ξέρεις, αύριο είναι πρωτομαγιά
λέω να μην πάω για φαγητό σε ταβέρνα εξοχική
ούτε για παγωτό στην παραλία
ούτε για πικ νικ στα άθλια της πόλης μου λιβάδια
λέω να ανέβω στην ακρόπολη κρυφά άνευ εισιτηρίου
αναρωτιέμαι πόσος ορίζοντας χωράει σε ένα βλέμμα
θα δω άραγε θάλασσα
και πού να θάψατε άθλιοι της πόλης τα ποτάμια
θα ανέβω εκεί λοιπόν και θα κοιτάζω με αποχαύνωση
τη χώρα του λωτού
την πόλη του μη με λησμόνει
τους ανθρώπους των τηλεοπτικών κολαστηρίων
και θα ουρλιάζω γιατί ρε μάγκες καταντήσαμε έτσι
κι ύστερα η σκέψη μου
πίσω στο χίλια οχτακόσια ογδόντα τέσσερα θα γυρίσει
και θα σκεφτώ πως όλα αυτά που σας ανέφερα
οι τάχα προβοκάτσιες κατά του συστήματος
οι από μέσα αποδομήσεις του
η κοροϊδία στο αφεντικό μου
και ο χορός στην κηφισίας
σε τίποτα δεν οδηγούν και τίποτα γενναίο δεν περιέχουν
όσο υπάρχουν άνθρωποι που κοιτάξανε το θάνατο στα μάτια
και ούρλιαξαν την έσχατη στιγμή
πως
απόψε πεθαίνουνε για την Ελευθερία

 

αιτία θανάτου πως δεν πρόλαβε ποτέ του να χαμογελάσει

«Οι επιχειρήσεις διάσωσης απαιτούν τεράστια κονδύλια, τόσο σε αναλώσιμα υλικά όσο και σε εργατοώρες και κανείς δεν επιβαρύνεται αυτό το κόστος, πέραν του Ελληνικού Λαού. Πόσο επιβαρύνεται ο ετήσιος προϋπολογισμός των Υπουργείων εξαιτίας των επιχειρήσεων διάσωσης των λαθρομεταναστών;»

Γεωργιάδης Σπυρίδων-Άδωνις, Β΄ Αθηνών, Νέα Δημοκρατία

Αθήνα, 16 Ιουλίου 2012

*

μέσα σε ένα γραφείο

τοίχοι παντού χωρίς παράθυρα

κάποιος ισιώνει τη γραβάτα του

κάποιος τα χείλη του σαλιώνει

και κάποιος τρίτος το χάρτη της ελλάδας

με αίμα σχεδιάζει

από την αρχή

 

-ούτε ταφή ούτε και καύση· μόνο πνιγμός-

 

λοιπόν αγαπητοί

σας κάλεσα εδώ προς ενημέρωση

αλλάξανε τα παγκόσμια δεδομένα

η ανθρώπινη ζωή δεν είναι πια ανθρώπινη

και είναι ανάγκη πάραυτα

τον έντιμο έλληνα πολίτη

με τη βοήθεια της πειθούς να ενημερώσετε

 

-έχετε αμέριστη βοήθεια προς τούτο-

*

πάνω σε ένα καΐκι

μια μάνα αγκαλιάζει το παιδί της

γεμάτη πόνο

γιατί απ’ την ώρα που το γέννησε μέχρι και τώρα

ποτέ δεν είδε το μωρό της χορτασμένο

κι έχει μια υποψία φοβερή

πως είναι άρρωστο βαριά

 

-αιτία θανάτου που δεν πρόλαβε ποτέ του να χαμογελάσει-

*

με νόμο της παγκόσμιας χρηματαποστολής

ορίζεται αυστηρώς

πως όλοι οι νόμοι σε εξισώσεις μετατρέπονται

και πως οι άνθρωποι υψωμένοι στο τετράγωνο

γινόμενο ακέραιο σε νόμισμα θα δίνουν

ο ύψιστος του έθνους νόμος

μετονομάζεται ρητώς στη λέξη κόστος

 

-πετάχτε επιτέλους τα ηλίθια βιβλία σας· χαρίζονται υπολογιστές-

*

η μάνα όλα τούτα δεν τα γνώριζε

το μόνο που κατάλαβε ήταν

πως εδώ στα καταγάλανα νερά που αφρίζουν

το ύστατο χαίρε με το παιδί της θα λάβει χώρα

κι έτσι έσφιξε πάνω της το πλάσμα

με τ’ άλλο χέρι προσπάθησε το θάνατο να νικήσει

αλλά αντίπαλος δεν ήτανε ο θάνατος

 

-και θάνατος και θάλασσα τριγύρω κι αντίπαλος μοναδικός το θράσος-

*

την τελευταία στιγμή η ελπίδα αναθάρρησε

άνθρωποι φάνηκαν στο βάθος του γαλάζιου

η μάνα ύψωσε τη γροθιά της μανιασμένα

η θάλασσα από αλήθεια έγινε μύθος

καθώς διέταξε τα κύματα να ανοίξουν δρόμο στη ζωή

μόνο που δυστυχώς το εμπόδιο της γλώσσας

δεν άφησε τη μάνα να διαβάσει

 

-πάνω στα χέρια των σωτήρων με αίμα ήταν γραμμένη η λέξη επαναπροώθηση

και πάνω στα συκώτια τους με σίδερο καυτό είχε χαραχτεί πως

παιδιά γονιών που δεν έκαναν έρωτα ποτέ με ανοιχτό παράθυρο ήταν-

*

λοιπόν κύριοι

η ενημέρωση έλαβε τέλος

κάποιος χαλάρωσε λίγο τη γραβάτα του

ένας άλλος έβαλε υπογραφή στο νέο χάρτη της ελλάδας

μα ύστερα με τρόμο διαπίστωσε

πως το αίμα που αντί για μελάνι του είπανε να χρησιμοποιήσει

ήτανε το δικό του

 

-πως ξεψύχησε εκεί από τις πληγές που ο ίδιος στο κορμί του άνοιξε έγραψε αργότερα ο τύπος-

*

Ύστερα από αιώνες, οι δύτες που κατά καιρούς έκαναν έρευνες στα νερά αυτής εδώ της περιοχής, που ονομαζόταν Γαλάζια Θάλασσα της Λήθης, για να ανακαλύψουν πώς ήταν δομημένες κάποτε οι ταξικές καπιταλιστικές κοινωνίες, βρήκαν έναν πίνακα ζωγραφικής ζωγραφισμένο από αστερία· ο πίνακας απεικόνιζε μια γροθιά υψωμένη που αντιστεκόταν στα αφρισμένα νερά και δίπλα της μια επιγραφή σε μια γλώσσα άγνωστη. Σύμφωνα με υποθέσεις των ιστορικών, η επιγραφή έγραφε στο περίπου «Η επαναπροώθηση είναι το μόνο λαθραίο που συνάντησαν εδώ όλα τα πλάσματα που ζουν σε τούτα τα νερά.»