sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: θέρμη

καύση πυρός

είμαι ποιητής τ’ ακούτε ποιητής
πλάθω ψέματα από πλαστελίνη
ψέματα εύπλαστα για να προσαρμόζονται
σε κάθε δική σας ζωή
βγάζω βλέπετε τα προς το ζην νικώντας τις αντιπάθειες
ψέματα λοιπόν ναι
ψέματα άθραυστα για να μην σπάνε από τη σκληράδα
ψέματα άκαυτα ειδικά για το καλοκαίρι
για τους κόκκινους μήνες της πυρκαγιάς

βλέπετε τις φλόγες που καίνε
νομίζετε πως είναι φλόγες
μα είναι μικροί άνθρωποι
που ερίζουν την ώρα της καταστροφής
λοιπόν η φωτιά είναι το κοράκι του θανάτου για το ξύλο
οι φλόγες μόλις γεννηθούν
στέκονται σαν τα όρνια πάνω από το κυπαρίσσι που πεθαίνει
και ουρλιάζουν για το ποια θα το καταπιεί πρώτη
τα τζάκια και οι σόμπες είναι τα νεκροταφεία των δασών

αγαπάτε αυτόν τον τόπο
γιατί θέλετε να τον καταστρέψετε πρώτοι εσείς

ξεριζώνω μια τούφα βαμμένα μαλλιά και τη ρίχνω στη φωτιά
άκου πώς ουρλιάζουν τα μαλλιά την ώρα που πεθαίνουν
θάνατος
καύση κρεματόρια
θάνατος
θάνατος
ουρλιαχτό τρόμου
το ουρλιαχτό του γκίνσμπεργκ ίσως

νύχτα σκοτάδι ένα βουνό σκεπασμένο με χιόνι
πάνω του τα ελάφια ψάχνουν καταφύγιο
μα πού να κρυφτούν από τα φλας
σπάνε τα κέρατά τους και τα ρίχνουν στη φωτιά να ζεσταθούν

θάνατος
θάνατος
αυτοκτονία
αυτόχειρας ένα ελάφι
το είδα πριν από λίγο ζωντανό σας λέω

θάνατος
ηθικός αυτουργός η φωτογραφική μου μηχανή
η ανηθικότητα των δημιουργών του νόμου πανταχού παρούσα
άκου εκεί ηθικός αυτουργός
οι νόμοι του ανθρώπινου πολιτισμού
είναι γεμάτοι ευφημισμούς και καλολογικά στοιχεία
πού να κρυφτεί όμως η γύμνια μας

ακούστε με
προτού με φουσκώσετε με φάρμακα για την αλλοφροσύνη μου
ακούστε με γιατί όταν έπρεπε να σπουδάσω τους νόμους σας
σέρβιρα ουίσκι σπέσιαλ σε χαμηλό ποτήρι
– πάντα με δύο πάγους, έχε το νου σου –
σε δικηγόρους βγαλμένους από κρεατομηχανές
που μοσχομύριζαν λεφτά

τι σας έλεγα α ναι
για τον παγετό που κάνει απόψε
φυσικός αυτουργός η παγωνιά λοιπόν
και το ελάφι το ‘δα να τρέχει ελεύθερο από κέρατα
στην κοιλάδα της θέρμης τέσσερις μήνες αργότερα
είμαι καλά τώρα μου είπε
σταμάτησα τις ουσίες
τα ναρκωτικά σε σκόνη σκοτώνουν τις ιδέες
και επιβραδύνουν το χειμώνα

αν σας τρόμαξε το ψέμα μου αυτό πέστε το ποίημα
ή λύμα
και ελάτε να με μαζέψετε για την ανακύκλωση
από μικροαστή να γίνω χόμο ερέκτους
αυτή δεν είναι η ανακύκλωσή σας, αυτουργοί;

αν δεν σας άρεσε λοιπόν ιδού το επόμενο
θέλω να εξοργίσω τους θρησκόληπτους
για να με μνημονεύουν ομού μετά του λασκαράτου
πώς τολμάς
ξέρω πως αυτό σκεφτήκατε
με τον εγωισμό λοιπόν έχει να κάνει το επόμενό μου παραμύθι
λέω πως την ώρα που το ξύλο καίγεται
παθαίνει μιαν εξάχνωση ο εγωισμός του
για σκέψου το λιγάκι
τι απομένει όταν φύγει η φωτιά απ’ το ξύλο
μόνο μια στάχτη γκρίζα
που αν τη φας σε ρίχνει στο κρεβάτι
άρρωστο για μέρες

άνθρωποι μην απολέσετε το μέγιστο της φύσεως δώρο
άνθρωποι μείνετε για πάντα εγωιστές
ειδάλλως θα απομείνει από σας μια αλισίβα
για να γυαλίζουμε τα ασπρόρουχα

ξέρω πως οι χριστιανοί που πιστέψαν στον σεούλ
κηρύττουν από άμβωνος πως ο εγωισμός μας καταστρέφει
μα για σκεφτείτε
πως οι ίδιοι απορρίπτουν την ιδέα καύσης των νεκρών
ίσως γιατί φοβούνται πως το ψέμα τους
η αλήθεια της φωτιάς θα το γκρεμίσει

ωδή εις το πυρ το εσώτερον

images2

μέσα μου κάτι σπαρταράει

σπάει τα τζάκια και μοιράζει ισάξια τις φωτιές

μισή εδώ μισή εκεί και ολόκληρη δική μας

φωτιά που καίει μα δεν ξεχνά

σπίθα αναμμένη από το μέλλον

με ζέστη από ξύλο δεν ζεσταίνονται οι καρδιές

κι από θεούς μόνο ο πολύτροπος ο προμηθεύς

θυσίασε το δικό του ευ ζην για το επονείδιστο ανθρώπινο γένος

 

πιστεύω πως το λάθος του χριστιανισμού

ήτανε πάνω από όλα

το αγάπα τον πλησίον σου

εγώ τον ξένο αγαπώ

αυτόν που δίπλα μου ποτέ δε στάθηκε

εκείνον που ποτέ μου δε συνάντησα

όποιον με μίσησε μ’ αρνήθηκε με πρόδωσε

όποιον με κούρασε με τσάκισε με πούλησε

 

πλησίον μου κόσμος πολύς

σταυροκοπιούνται και ελπίζουσιν στη μετά θάνατον ζωή

μα σωτηρία χωρίς ζωή δεν είναι σωτηρία

εναποθέτεις την ελπίδα σου στον άνθρωπο

 που βόλτα με τη βάρκα του σε πάει

μα ο βαρκάρης ανέκαθεν φιλάργυρος εδήλωνε

κοστίζουν οι κηδείες φτηναίνουν οι επικήδειοι

στείλτε στεφάνια με κορδέλες μωβ υπέρ της μνήμης αδελφού

 

δεν ξέρω αν χρόνο έχουμε αρκετό

να σώσουμε εαυτόν δια παντός

απ’ την καταστροφή του δράμαλη

του νώε τον κατακλυσμό

του χίτλερ τα στρατόπεδα

της κίνας τα εργοστάσια με εξάχρονους εργάτες

της επαρχίας αρκ τις ανθρωπόμορφες φωτιές

του χρήματος τον πάλλευκο καπνό που ανεμίζει απ’ το βατικανό

 

ίσως ο εαυτός δε σώζεται

η χρήση της προσωπικής αντωνυμίας τώρα αληθεύει

το εγώ υπάρχει γιατί υπάρχει το εσύ

και αν άσκηση ο φιλόλογος μέσα στην τάξη βάλει

θα δεις στην κλίση του εγώ πώς ξεπροβάλλει το εμείς

και άμα δε σώζεται ο εαυτός να σώσεις τον πληθυντικό

γιατί από πλήθος συνέβαινε ανέκαθεν η αλλαγή

όχι μεγάλο· πάντως πλήθος·

 

η θέρμη θέλει άνοιξη και η φτώχεια μας χειμώνα

αυτό που μέσα σου ξυπνά

είναι φωτιά που δεν την άναψε θεός

μια πυρκαγιά που δεν χρειάστηκε τσιγάρο

μια απαλλοτρίωση δασών που δεν ανοίξαν δρόμο σε μπουλντόζες

ένας σωρός με ξύλα που δεν έκαψε βιβλία

μία φωτιά που γέννησε πατρίδες και εξεγέρσεις

σου ‘τυχε άραγε ποτέ, φωτιά που να αναδύει οξυγόνο να αντικρίσεις;

ανίκατε, συ

1800814_10203085475563867_1528756075_n

δύσκολα και με βάσανο πέρασε η νύχτα απόψε

ιδιαιτέρως με άγγιξε και σύρθηκα να μάθω

μιας λέξεως την προέλευση κι τη δυσλειτουργία

ανόσιος γράφει το βιβλίο και εγώ ποιον να ρωτήσω

 

τι είναι στ’ αλήθεια ιερό και τι τ’ αντίθετό του;

 

όσοι πιστεύουν σε θεούς ξεχνάνε τους αγίους

κι αυτοί που ζουν με προσευχές διστάζουν στο τραγούδι

μα αν δεις τις νότες στη σειρά ίσως να αναφωνήσεις

πως άνθρωπος τις έφτιαξε όπως και τους θεούς σου

 

κι οι νότες του πεντάγραμμου άθεες τάχα να ‘ναι;

 

οι έρωτες κι οι αγκαλιές που ζήσαν στα σκοτάδια

παράνομοι ονομάστηκαν κι ας ζέσταναν τα αστέρια

κι εκείνοι που τους έγραψαν χαράζοντας ρυτίδες

δε μοίρασαν τη θέρμη τους σε ποίημα ή σε τοίχο

 

κι όποιος κρυφά σε φίλησε δεν φίλησε στ’ αλήθεια;

 

λοιπόν επίσημε γραφιά της λίστας των κακούργων

βάλε κι εμέ στη λίστα σου την των αγκαλιασμένων

να ανασαίνω ελεύθερα παράνομη και αθώα

και στων ανόσιων εραστών τα χέρια να κοιμάμαι

 

μόνος κακούργος οι χρονιές και φυλακή οι γιορτές τους

 

καθώς ξημέρωνε γλυκά αντίκρισα τον ήλιο

και τότε σιγουρεύτηκα πως κι ο έρωτας φωτίζει

δεν γράφεται σε ποιήματα μόνο σε βλεφαρίδες

του ανθρώπου σου τα βλέφαρα ίδια κυματοθραύστες

 

κύμα και πίκρα μοιάζουνε, ρωτήστε και τους ναυτικούς

 

ανόσιος όποιος δήλωσε στο γλέντι ας κοπιάσει

χωρίς των γέρων συμβουλές χωρίς και τα γυαλιά του

με ορίζοντά μας την οσμή σήμερα θα γλεντάμε

ανέμελοι και ανίεροι, ίδιοι με τους θεούς μας

 

και του γλεντιού μας η φωτιά και αγίους θα ζεσταίνει