sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: θλίψη

scribo ergo sum

γράφω. γράφω χωρίς να έχω υπόψιν μου κάποια τεχνική. οι γνώσεις μου περί της γραφής περιορίζονται σε ό,τι μου μάθανε οι δάσκαλοί μου στο σχολείο. τους άκουγα προσεχτικά. όλος μου ο κόσμος ήταν τα στόματα των δασκάλων μου. ήμουνα βέβαια κάπως δαχτυλοδειχτούμενη. οι ελεύθεροι της τάξης δεν πατάγανε στην αίθουσα. κάνανε ανταρσίες γιατί οι καθηγητές έρχονταν στο μάθημα. κατά τη γνώμη τους οι δάσκαλοι δεν έπρεπε να έρχονται στην τάξη. κατά τη γνώμη τους ήμουνα κι εγώ κομμάτι του συστήματος. μου άρεσε το διάβασμα και ήξερα πάντα όλες τις απαντήσεις στα διαγωνίσματα. φόραγα φόρμα κι από πάνω φούτερ κι από μέσα φανελάκι αθλητικό για να μην κρυώνω και τα φρύδια μου ήταν άβγαλτα την ώρα που άλλες συνομήλικες περνούσαν με μολύβι τη γραμμή των φρυδιών τους και φούσκωναν τα σουτιέν τους με βάτες. ήθελα να μάθω. ένα σφουγγάρι σε σχήμα παιδικού άγαρμπου κορμιού. μα τι σημασία είχε πότε έγινε η ναυμαχία της σαλαμίνας; σημασία είχε να κάνουμε φασαρία επαναστατώντας για το τίποτα. όλα τούτα ήτανε πολύ συστημικά για τους επαναστάτες συμμαθητές μου. σήμερα αναρωτιέμαι πού να ‘ναι και τι να κάνουνε οι ελεύθεροι συμμαθητές μου. τους συναντάω στα μέσα δικτύωσης. υπάλληλοι δημοσιοσχετίστες σε νυχτερινά μαγαζιά αναλαβόντες τη στημένη δουλειά του πατέρα τους ντυμένοι ακριβά ενασχολούμενοι με τη μπάλα. εγώ; εγώ συνεχίζω να ξέρω πότε έγινε η ναυμαχία της σαλαμίνας όμως δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι. συστημικοί και μη συστημικοί μπερδευτήκαμε. δεν ξέρω πια ποιος βολεύτηκε και ποιος κουνιέται από τη θέση του μην τυχόν και βολευτεί το κορμί του σε μία μόνο θέση και συνηθίσει. η ελευθερία ξεχείλωσε σαν τη γυμνασιακή μου φόρμα. το σύστημα μας χώρεσε όλους.

όλους; γράφω ποιήματα που δεν είναι ποιήματα. τα ποιήματά μου που δεν είναι ποιήματα απορρίπτονται πανταχόθεν. γράφω και δεν έχω ειρμό. επαναλαμβάνομαι τραγικά. οι ίδιες λέξεις ο ίδιος πόνος οι ίδιες ανάγκες. μπορώ να σας απαριθμήσω τις αρνητικές κριτικές που λέγονται χωρίς να τις ακούω. απουσία ρυθμού. έλλειψη θεματολογίας. παραφιλολογία. εντυπωσιασμός χωρίς περιεχόμενο. αντίδραση για την αντίδραση. άγνοια σύνταξης. γραμματικά λάθη. μα εγώ κατέκτησα κάποτε ολάκερη την ελληνική γραμματική και το συντακτικό για να μπορέσω σήμερα να τα αποδομήσω με την ησυχία μου. χωρίς τύψεις. δεν έχω απωθημένα. ένιωσα στο πετσί μου τι είναι οι εγκλίσεις. και τώρα ξέρω καλά πως οι εγκλίσεις είναι μια απάτη. αυτό που ζούμε δεν υπάρχει. δεν ορίζεται. δεν εκφράζεται με μια φτωχή οριστική έγκλιση. αυτό που εύχομαι δεν θα ‘ρθει ποτέ. τι να μου κάνει μια ευκτική; υποστηρίζω τάχα πως δεν υπακούω σε προσταγές. μα σκύβω το κεφάλι και κάνω ό,τι μου λένε. η προστακτική μπήκε στο γονίδιό μου πια. είναι αργά.

είναι αργά; γράφω χωρίς λόγο αν θέλετε να ξέρετε. γράφω γιατί αλλιώς η πίεση της καρδιάς θα φτάσει στο είκοσι πέντε και θα πάω να συναντήσω τους νεκρούς μου. το ξέρω δα πως οι νεκροί δεν είναι κανενός, μην σπεύδετε να με διορθώσετε. γνωρίζω. γνωρίζω μα δεν υποστηρίζω. δεν πιστεύω στις ορισμένες μορφές ποίησης και λογοτεχνίας και τέχνης και ζωής. σπούδασα μιαν επιστήμη που μάλλον δεν είναι επιστήμη μαθαίνοντας να αναλύω κανόνες. να τους ερμηνεύω φέρνοντάς τους στα μέτρα του απέναντί μου καθήμενου πελάτου. διάβασα χτες πως το να είναι κανείς ταυτόχρονα μαρξιστής και δικηγόρος τον καταδικάζει σε μια αντιφατική και σχιζοειδή ύπαρξη. θα το θυμάμαι. τούτη την εποχή είμαι απεργός. σε λίγο καιρό οι μικρομεσαίοι δικηγόροι θα εξαφανιστούν από το πρόσωπο του τόπου. ίσως και να ‘ναι καλύτερα. τίποτα δεν με πλήγωσε πιο πολύ στη ζωή μου από το γεγονός πως η αλήθεια δεν έχει μία όψη. η ζωή δεν είναι απλή. οι σχολικές γνώσεις δεν θα μπορούν να με στηρίζουν εσαεί. γι’ αυτό ψάχνω άλλα στηρίγματα. τίποτα το ορισμένο εκ των προτέρων. ανάποδα ποιήματα σφηνοειδή τραγούδια καρκινικοί πίνακες ζωγραφικής παράφωνες μουσικές. ο κόσμος δεν πήγε ποτέ παρακάτω αγκαλιά με το σύνηθες. αυτοί που τρώγαν τις κοινωνικές σφαλιάρες μπαίνανε πάντα στις παράλληλες διαστάσεις και μας προσκαλούσανε κι εμάς. οι δρόμοι ανοίγανε πάντα με μπουλντόζες με μπουνιές με νύχια με δόντια με βία. ακούω ξανά και ξανά το λόγο του άρη στη λαμία. αυτοί που τρώγανε σφαλιάρες μέσα στα αστυνομικά τμήματα λευτερώσανε τον τόπο. βία. η ιστορία είναι η μαμή της βίας. μου αρέσουν οι αντιστροφές. οι απότομες στροφές. όσο ευαίσθητο στομάχι έχω τόσο αντέχει το μυαλό μου στα ανεβοκατεβάσματα. ανδρώθηκα με τον εφιάλτη του στομαχικού ιλίγγου πάντα δίπλα μου. μα επιδιώκω τον εγκεφαλικό ίλιγγο σχεδόν κάθε στιγμή. ο κόσμος μας έχει ανάγκη από φαντασία. από έμπνευση. η ζωή μας έχει ανάγκη από ανατροπή. από πάθος.

πάθος. γράφω με πάθος. γράφω; δεν εκφράζω κανέναν παρά τον εαυτό μου. η εποχή μου επιτρέπει να βλέπετε κι εσείς αυτά που γράφω. ίσως και να το σταματήσω. μπορεί και όχι. ίσως και να επιστρέψω στη ρομαντική εποχή που δεν υπήρξε ποτέ αλλά υπάρχει μέσα μου. θα γράφω ποιήματα που δεν είναι ποιήματα γιατί δεν έχουν τεχνική και μέτρο και ισορροπία και θα τα κλείνω σε μπουκάλια. θα μολύνω τα νερά του ιονίου πετώντας μέσα τους μπουκάλια με άχρηστα ποιήματα που δεν είναι ποιήματα γιατί κάποτε ίσως να φτάσουν σε κείνο το νησί που μεταναστεύσανε οι νεκροί μου. και οι νεκροί σας.

γράφω. θα συνεχίσω να γράφω. έτσι ξεγελάω τη μαύρη θάλασσα που μαίνεται μέσα μου. να γράφετε. και να μιλάτε. και ποιος ξέρει. όλα είναι μια αλυσίδα. σαν την αλυσίδα της φύσης που μαθαίναμε στο σχολείο. η απογοήτευση φέρνει θλίψη η θλίψη οργή η οργή βία και η βία δένει την ιστορία στο άρμα της και προχωράει θέλουμε δεν θέλουμε. να μιλάτε. και να γράφετε. και ποιος ξέρει.

Advertisements

καμιά φορά διψάω για ποίηση*

και μιλάω
για τα εξάχρονα στο δημοτικό
που πετάνε
τις τσάντες κάτω
και παλεύουν
μεταξύ τους
όπως
δεν παλεύουν
οι πατεράδες τους
με την
πραγματικότητα

γιώργος δομιανός
(άτιτλο I)

οι επισκέψεις στην πρωτεύουσα
είναι στην πραγματικότητα πρότζεκτς
εργασίες δηλαδή καταστροφής στερεότυπων
κατέβηκα λοιπόν μέχρι τον πειραιά
γιατί η θάλασσα δεν είναι θάλασσα μόνο στο νησί
κατέβηκα στο λιμάνι μ’ ένα οικείο ουρλιαχτό στο στομάχι μου
και κει την είδα
κι αν θες να ξέρεις
μύριζε υπέροχα
καυσαριώδες ιώδιο
κάθισα σε μια αποβάθρα
υποκρινόμενη έναν ερχομό
τα λιμάνια δεν αφορούν τη φυγή
αλλά τον ερχομό που δεν έρχεται

στο απέναντι πεζοδρόμιο
τα μανάβικα πουλάγανε κεράσια σαν τρελά
καυσαριώδες κεράσι
και γω επιβεβαίωσα την αλήθεια
όσων έμαθα χτες
πως όχι
δεν είναι η εποχή των κερασιών
κι ύστερα σκέφτηκα
πως δεν έχω δοκιμάσει κεράσι ποτέ στη ζωή μου
το κεράσι βλέπεις κρύβει κάτι
και γω τις νύχτες ζω αγκαλιασμένη με τους φόβους μου
φυλάω τις ανασφάλειές μου θαρρείς και αποτελούν
υμένα παρθενικό της δεκαετίας του πενήντα
δεν σκοπεύω να χαρίσω τις φοβίες μου
στο πρώτο τυχόν ελκυστικό φρούτο
τουναντίον
έχω στόχο να πετάξω κάθε φόβο μου
από το μπαλκόνι του τέταρτου ορόφου του πατρογονικού μου
την πρώτη νύχτα του θανάτου μου

περπάτησα για εβδομήντα λεπτά
έμεινα μέσα στα δικαστήρια της περιοχής για σαράντα λεπτά
κι αυτή νομίζω
είναι μια πολύ πολύ κακή αναλογία

δεν μπορώ να αποφασίσω αν μου λείπουν οι πόλεις
ή αν αντίθετα
δεν έπρεπε ποτέ να γεννηθώ μέσα σ’ αυτές
προσπαθώ να εντοπίσω το αληθινό μου πρόβλημα
και συνειδητοποιώ πως το πρόβλημα έγκειται
στη συγκίνηση που ξεχύνεται από μέσα μου
όταν διαβάζοντάς τα
ενώνω φθόγγους και διφθόγγους ποιημάτων
ποιήματα που κρύβουν σε μια φράση μόνο
ψέματα ολόκληρων εποχών

ζηλεύω την αφαιρετικότητά τους
γράφω πάντα τόσα μα τόσα πολλά
γιατί είμαι τόσο αστάθμητη
που δεν μπορώ καν να αποφασίσω
τι είναι πεζό και τι ποίημα

έλεγα για τη συγκίνησή μου
που είναι αδικαιολογήτως υφιστάμενη
και ξέρω και πάλι σε αυτό το σημείο
πως αναπόφευκτα για τον εαυτό μου θα μιλήσω
υπάρχουν λέξεις που τις διαβάζω και καρφώνονται πάνω μου
σαν καρφιά σχεδόν χριστιανικά
θέλω να ρωτήσω τον κύριο τάδε πώς τα κατάφερε
και νίκησε την ηθική της εποχής της βολικής φτώχειας
μέσα από το τσιγάρο του κοριτσιού στα κτελ
κι ακόμα αν ξέρει να μου πει
σε ποιου φρούτου την εποχή ζούμε
μήπως και το ‘χω δοκιμάσει
μήπως και πατήσω πόδι σε μια έστω γαμημένη βάρκα

κάνω κουπί πατώντας στο κενό και πια κουράστηκα

ξέρετε
οι άνθρωποι με αγαπάνε
εξ αποστάσεως
μέχρι να με ζήσουνε λιγάκι
ύστερα προτιμούν να με ξαναγαπήσουν εξ αποστάσεως
γιατί γαντζώνω απάνω τους ασφυχτικά
μια μοναξιά
πολύβουη
ανέξοδη
παρθένα
και γιατί χωράω μέσα στη σιωπή
όπως ο αναπτήρας στο πακέτο με τα μείον τέσσερα τσιγάρα
καθίσταμαι έτσι μια ύπαρξη
ωσεί παρούσα εσαεί

κάθε ξημέρωμα στις τέσσερις κλείνω την τηλεόραση
αφού έχω εξιχνιάσει κάθε έγκλημα
λαβόν χώρα στις πολιτείες του νέου κόσμου που μας σύστησε ο αμέριγκο βεσπούτσι
λέω στον εαυτό μου λοιπόν
πως είναι αργά
πως η κούραση θα μου κλείσει τα μάτια
προσπαθώ να ερωτευτώ το μαξιλάρι
μα ύστερα μου μπαίνουν ιδέες πάλι

εκείνη η νύχτα
που ακούσαμε τον ρίτσο να μας απαγγέλλει τον επαναστάτη
και έκλαιγα λες και η βάρκιζα συνέβη μόλις χθες
− στην πραγματικότητα το κλάμα είχε να κάνει με την πικρή διαπίστωση πως σε αδικώ κατάφωρα γιατί σε αγαπώ παράφορα −

εκείνος ο άνθρωπος που εκτίει ποινή φυλάκισης τέρατος
αγκαλιά με την αθωότητά του

εκείνο το πρωινό
που η μάνα μου και ο πατέρας μου γέννησαν ένα μωρό
ένα μωρό που έμελλε να γίνει
το κέντρο του πληγωμένου κόσμου μας

κι ύστερα σκέφτομαι πώς θα γίνει
άλλο ένα στερεότυπο να χαλάσουμε
άλλον έναν συρμό να διαρρήξουμε
− μιλάω σε πρώτο πληθυντικό απαρεξήγητα
γιατί υπάρχει άμεση ανάγκη για μεταμόσχευση ανθρωπιάς −
όταν φτάνει κοντά να ξημερώσει εντελώς
έχω καταλήξει σε ένα σχέδιο ιδιοφυές
να αλλάξετε πρέπει οι ψυχολόγοι μια μόνο λέξη
όπου κατάθλιψη γράψτε στα τεφτέρια και στις διατριβές σας μιζέρια
κι ύστερα δείτε πώς θα ξεχωρίσουμε εν ριπή ωτός
οι εντός του κλίματος των ημερών
− άλλως μοντέρνοι −
από τους αληθινά θλιμμένους
από κείνους δηλαδή που ξυπνούν από εννιάωρο βαθύ ύπνο
με χέρια βαριά και πόδια ήδη νεκρά

ξημερώνει
και γω κλείνω επιτέλους τα μάτια
άλλος ένας λαθεμένος απολογισμός έλαβε τέλος
από αύριο
θα πατάω ξυπόλητη στα πατώματα των ξενοδοχείων
θα πεινάω τα μεσημέρια
θα κάνω πράξη τις αρχές επαγγελματικού προσανατολισμού
και ίσως
− λέω ίσως γιατί εμπιστοσύνη καμιά δεν μου ‘χω πια −
να τολμήσω να δοκιμάσω ένα κεράσι εμποτισμένο από την πίκρα της πόλης που με έδιωξε
να στείλω το φόβο μου στον αγύριστο
και να ζήσω μαζί σου σε μέρες και νύχτες
χωρίς τη χρεία βάρκας
με μόνο δυο σωσίβια φτηνά
που στην πρώτη φουρτούνα θα αχρηστευτούν
κι έτσι αναγκασμένοι θα ‘μαστε
χέρι χέρι ως την ακτή της αλήθειας μας να φτάσουμε

 

* ο τίτλος του παρόντος αποτελεί

παράφραση του στίχου του γιώργου δομιανού

καμιά φορά διψάω για σταύρωση

από τη συλλογή

δεν είναι η εποχή των κερασιών

αποστάσεως, εξ

317367_10200197204907713_1232321589_n

 

δεν είναι που δεν ήρθες απόψε
-δίνω όλες μου τις ανάσες ακόμα για τα μακρινά σου χαμόγελα-
είναι που οι τοίχοι του σπιτιού σκίρτησαν
στο άκουσμα του ερχομού της αύρας σου

δεν είναι που δρόσισαν οι νύχτες
-έχω μάθει να ντύνομαι ζεστά για να μην παγώνει το βλέμμα μου-
είναι που πέρασαν καλοκαίρια πολλά
προτού να συναντηθούνε τα δάχτυλα

δεν είναι που η θάλασσα αλλάζει τα μπλε της τόσο συχνά
-αν μείνει ακίνητη ακόμα κι αυτή τότε θα ‘χει έρθει το τέλος μας-
είναι που της λείπουμε οι άνθρωποι
όλος ο χειμώνας μια μοναξιά για κείνη

δεν είναι που το κλάμα τίποτα δεν ξεπλένει πια
-μια απάτη των βολβών τα δάκρυα που ποτέ δεν πιστέψαμε-
είναι που ανακαλύπτω με μια μικρή πικρή καθυστέρηση
πως και η θλίψη ακόμα μια απαραίτητη χειραποσκευή είναι

που θα με ακολουθεί σε κάθε τόπο

κι ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει

»Όταν έχω να κρίνω ανάμεσα σ’ ένα παιδί 15 χρόνων, που πετάει μολότωφ, κι έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό, που κρατάει πιστόλι, εγώ είμαι με το μέρος του παιδιού και όχι του αστυνομικού. Εκτιμώ βαθύτατα ένα παιδί που εξεγείρεται και βγαίνει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί, έστω κι αν υπερβάλλει, έστω και αν κρατάει μολότωφ. Και δεν εκτιμώ καθόλου έναν αστυνομικό που το πυροβολεί. Ό,τι και αν έχει γίνει, όπως και αν έχουν τα πράγματα, θεωρώ τραγικό λάθος την αθώωση του αστυνομικού. Και πολύ κακό μήνυμα, που στέλνουμε στα νέα αυτά παιδιά, το υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας μας, που δεν έχει ακόμη διαφθαρεί, όπως εμείς. »

[Ο Μάνος Χατζιδάκις εν έτει 1990 μιλά για τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Μιχάλη Καλτεζά από τον αστυνομικό Αθανάσιο Μελίστα. Εντωμεταξύ, εν έτει 2014 και κατά τη διάρκεια των απολογιών ενώπιον των ανακριτών των νεοναζί βουλευτών και μελών της εγκληματικής οργάνωσης που ευθύνεται για το θάνατο αθώων και για τα πογκρόμ κατά πολλών περισσότερων κάποιοι άνθρωποι συγκεντρώνονται έξω από το Εφετείο εν είδει διαμαρτυρίας για την προφυλάκιση των φασιστών.]

10470928_677407822329035_4363966819359641633_n

// τα παιδιά κάτω στον κάμπο δεν μιλάν με τον καιρό // ο δρόμος κλεισμένος πάλι από κλούβες // μόνο πέφτουν στα ποτάμια για να πιάσουν το σταυρό // χρυσοί σταυροί κρέμονται από τους λαιμούς // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγούν έναν τρελό // μπροστά μου ένα ανθρωπάκι // τον επνίγουν με τα χέρια και τον καίνε στο γυαλό // δολοφόνοι με ύφος αδικημένου πολίτη //

 // έλα κόρη της σελήνης κόρη του αυγερινού // εικοσάχρονα κορίτσια με μπλούζες πίτμπουλ // να χαρίσεις στα παιδιά μας λίγα χάδια του ουρανού // ο ουρανός προσπαθεί να κρυφτεί από τα σκοτάδια της λουκάρεως // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγάνε τους αστούς // αντί να τους κυνηγάμε εμείς μας σφάζουν αυτοί // πετσοκόβουν τα κεφάλια από εχθρούς και από πιστούς // υπολογίζω τα κρυμμένα μαχαίρια στις τσέπες //


// τα παιδιά κάτω στον κάμπο κόβουν δεντρολιβανιές //
μυρίζει θάνατο η πόλη των περιπολικών // και στολίζουν τα πηγάδια για να πέσουν μέσα οι νιες // περνάω ανάμεσά τους δεν σας φοβάμαι ρε // τα παιδιά μες τα χωράφια κοροϊδεύουν τον παπά // σας κοιτάζω όλους κατάματα // του φοράνε όλα τα άμφια και τον παν στην αγορά // μάτια άδεια τσιγάρα που δεν καίνε μυαλά που μυρίζουν στάχτη

// έλα κόρη της σελήνης έλα και άναψε φωτιά // πού πήγαν οι φλεγόμενες καρδιές μας // κοίτα τόσα παλληκάρια που κοιμούνται στη νυχτιά // ο παύλος και ο σεχτζάτ είναι αδέρφια μου // τα παιδιά δεν έχουν μνήμη τους προγόνους τους πουλούν // πατρίδα μου σε μισώ // και ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει γιατί ευθύς μελαγχολούν // ούτε φόβος ούτε θλίψη μόνο μίσος //

φωτογραφία: νιώσε

κατά ριπάς

015

 

όταν τα σύννεφα θυμώνουν

– μπορεί και όταν χαμογελούν ή κι όταν παίρνουν την απόφαση να πουν ένα τραγούδι και κουνάνε ρυθμικά τα χείλη τους-

αφήνουν να ξεσπάσει ένας λυγμός·

 

το σχήμα της σταγόνας της βροχής

είναι σχήμα οξύμωρο

-και εντέλει το καλό με τα οξύμωρα σχήματα είναι ότι τα περιέχουν όλα μέσα τους-

από τη μια της πλευρά η σταγόνα είναι στρογγυλή

και από την άλλη μυτερή

χαϊδεύει και τρυπάει ταυτόχρονα·

σε μια σταγόνα βροχής είναι κλεισμένοι

ένας άντρας και μια γυναίκα

 

όταν πέφτει πάνω σου το νερό της βροχής

κάπου δυο παιδιά φιλιούνται στο στόμα για πρώτη φορά

– κι ίσως οι δυο αυτές στιγμές να μοιάζουν μεταξύ τους· είναι το αμήχανο και άβολο εκείνο χρονικό σημείο που για κάποιον λόγο δεν θέλεις να τελειώσει-

 

είναι το φαινόμενο της σταγόνας

που μπορεί να μεταμορφωθεί σε μαρτύριο

από τη μια στιγμή στην άλλη

 

κι ίσως πάλι να μην είναι τυχαίο

που βροχή και κλάμα

έχουν το ίδιο σχήμα

και την ίδια πορεία

 

το χώμα καταπίνει τη σταγόνα

το στόμα καταπίνει το δάκρυ

– περήφανη λέξη· διάλεξε το δύσβατο ύψιλον-

 

κι ίσως το λάθος του πολιτισμού να είναι αυτό·

οι υπόνομοι καταπίνουν τώρα πια τη βροχή

τα μαντήλια παίρνουν μακριά τώρα πια το κλάμα

έτσι που να μην θυμάσαι τι χρώμα έχει η βροχή

και τι γεύση έχει το κλάμα

και κανείς δεν απορροφά κανέναν·

 

και η γη

όπως και το στόμα

στεγνώνουν

τώρα πια

 

κι έχουν τόση θλίψη μέσα τους

τα χωράφια

και τα χείλη

αλλά δεν ξεσπούν·

 

γιατί δεν ξέρουν να κλαίνε.

 

και τι τραγούδια να τραγουδάνε άραγε τα σύννεφα;

του σωτήρος

[νότα look away lucifer νότα]

Η φωτογραφία είναι χαραγμένη στο κάτω μέρος της με ένα κλειδί. Η μυτερή άκρη του κλειδιού έχει γράψει πάνω της με πορτοκαλί φωσφοριζέ γράμματα ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ‘95. Ένα μικρό κορίτσι- μάτια κουμπότρυπες, φούστα λαμπάντα, τα πρώτα δόντια, στέκα πιο μεγάλη από το κεφάλι της- κάθεται στα πόδια ενός νέου παιδιού. Μια φωτογραφία που δεν μπήκε ποτέ σε άλμπουμ, μια φωτογραφία που κρύφτηκε για πάντα σε κάποιο εφηβικό ημερολόγιο. Μια φωτογραφία που ανάσαινε μόνο τις νύχτες. Με αναφιλητά.

Λίγα χρόνια μετά από κείνο το στιγμιότυπο, το μικρό κορίτσι είναι πια μια μικρή έφηβη. Καλοκαίρι, Ιούλιος, πανηγύρι στο χωριό. Για την υπόλοιπη Ελλάδα το κέντρο του καλοκαιριού ήταν ο Δεκαπενταύγουστος, για τούτο το σκαρφαλωμένο πάνω στο βουνό χωριό κέντρο του καλοκαιριού ήταν πάντα η γιορτή του πολιούχου του. Πρωί πρωί βάζαμε τα καλά μας, πηγαίναμε στην εκκλησία, ακούγαμε για νιοστή φορά την ιστορία του προφήτη Ηλία που ανελήφθη με το άρμα του εις τους ουρανούς, καταριόμασταν αυτόν τον περίεργο θεό που ήθελε να χάνουμε το μπάνιο μας κάθε χρόνο τέτοια μέρα, καταπίναμε με το ζόρι τη θεία κοινωνία κι επιστρέφαμε στο σπίτι για το τραπέζι. Κοκκινιστό μοσχαράκι με μακαρόνια ή σούπα. Ντάλα καλοκαίρι κι εμείς τρώγαμε βραστό. Ιθαγενείς. Το βράδυ κατεβαίναμε στην πλατεία, χαζεύαμε τους παλιούς που χόρευαν μπάλο με την ψυχή τους κι ύστερα το σκάγαμε από τα τραπέζια των γονιών μας για να κάνουμε το δικό μας πηγαδάκι στο πεζούλι έξω από την ταβέρνα, με σουβλάκι και παγωτό, δύο σε ένα ένεκα της γιορτινής ημέρας.

Εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν, στο γυρισμό από την εκκλησία το μεσημέρι, η μικρή έφηβη περπατάει με δυσκολία πάνω στα παπούτσια της- ευθεία παραπομπή στο αρχαίο δράμα και τους κοθόρνους- είναι ντυμένη με κάτι ρούχα που τη φοράνε και δεν τα φοράει, αλλά έχει βαφτεί- ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της- και νιώθει όμορφη. Ενώ δεν είναι. Άχαρη ηλικία. Η οικογένεια στρώνει το τραπέζι κι εκείνη δεν θέλει να βγάλει τα καλά της ρούχα. Χτυπά η πόρτα- ψέμματα ∙ η πόρτα του σπιτιού ήταν πάντα ανοιχτή. Ο νέος της φωτογραφίας μπαίνει στο σπίτι. Ο νέος που έχει γίνει τώρα πια σωστός άντρας. Σαν τη φωτιά είσαι ζεστός, είσαι ο ίδιος ο Χριστός. Ψηλός, με μακριά σγουρά μαλλιά, καταγάλανα μάτια, το κράνος περασμένο στον αγκώνα, με ένα χαμόγελο μόνιμο κάτοικο του προσώπου του. Πέρασα να σας δω, είπε, μόλις έφτασα στο νησί. Μια μικρή, άγρια, υπόκωφη χαρά. Ένα καρδιοχτύπι από κείνα που δεν ξανάρχονται πια όταν μαθαίνεις να ζητάς ανταλλάγματα από τη ζωή για καθετί που νιώθεις. Κι ένα χαμόγελο- όχι ∙ ένα μειδίαμα.   

Χρόνια μετά. Αύγουστος. Ξημέρωνε του Σωτήρος. Ετοιμασίες από τα αξημέρωτα για την αλιάδα. Ένα ολόκληρο νησί μυρίζει σκόρδο και μπακαλιάρο. Αλιάδα χτυπημένη στο γουδί από τα χαράματα από παππού ή από πατέρα. Ποτέ σε μίξερ, θα ήταν ιεροσυλία. Είναι πρωί και οι δουλειές δίνουν και παίρνουν. Τα παιδιά κοιμούνται ακόμα. Κάποιος γείτονας μπαίνει στο σπίτι, ένα τηλέφωνο χτυπάει, για ένα δευτερόλεπτο σταματάει το σούσουρο, το ρολόι αρνείται να πάει παρακάτω. Σιωπή. Κι ύστερα μια κραυγή που σκίζει τον νησιώτικο ουρανό και πέφτει σαν πέπλο πάνω από όλο το χωριό. Το κορίτσι πετάγεται τρομαγμένο, ανοίγει την πόρτα, δεν έχει ακόμα ξυπνήσει για τα καλά, τι έγινε;

Σκοτώθηκε.  

Συνειδητοποιώ τώρα πόση διαφορά έχουν οι λέξεις που οι άνθρωποι προφέρουν για το θάνατο. Άλλος θα πει έφυγε, σωστός φυγόπονος. Άλλος πάλι θα πει πέθανε, στωικός από τους λίγους. Κάποιος άλλος θα πει μας άφησε, παραπονιάρης και ειλικρινής. Μα το σκοτώθηκε έχει μέσα του τόση βία που σου χαράζει τον πόνο κάπου, από όπου δεν θα σβηστεί πια ποτέ.

Το ίδιο απόγευμα τρία κορίτσια κάθονται στη στάση του τοπικού λεωφορείου του χωριού. Δεν έχουν ξανακλάψει πιο πολύ στη σύντομη ζωή τους. Κοιτάζονται με απορία. Ανοίγουν το στόμα χωρίς να μιλούν. Αντικρίζουν για πρώτη φορά το θάνατο. Ο νέος δεν ήταν φίλος τους, δεν ήταν καν συγγενής- ίσως πολύ πολύ μακρινός. Ήταν όμως κάποιος που μέχρι χτες γνώριζαν τη ζωντάνια του. Η βεβαιότητα και της δικής τους ύπαρξης είχε πια κλονιστεί. Η πρώτη φορά που ένα παιδί αντικρίζει το θάνατο είναι ταυτόχρονα η πρώτη φορά που καταλαβαίνει τι είναι η ζωή.

Σκοτώθηκε.

Χρόνια μετά, η μητέρα του νέου θα πει πάνω σε μια κουβέντα πως ο γιος της καμάρωνε το μικρό κορίτσι κι έλεγε πως κάποια μέρα θα το παντρευτεί. Κι ύστερα η μητέρα θα χαρίσει στο κορίτσι την παλιά φωτογραφία. Εκείνη θα πάρει το ακριβό δώρο στα χέρια της, θα χαϊδέψει με τα ακροδάχτυλα τα πορτοκαλί γράμματα που βροντοφωνάζουν ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ‘95– σα να λέμε ζήσε για όσο αναπνέεις γαμώ τον χριστιανικό θεό σας- και θα την κρύψει κάπου, όπου θα την βλέπει τώρα πια μόνο εκείνη.

Εσείς μιλάτε στις φωτογραφίες;

Χρόνια μετά. Φάγαμε τα νιάτα μας σε τούτο το νησί. Γυρνούσαμε από την παραλία στοιβαγμένοι ανά δεκάδες μέσα στα αυτοκίνητα. Στην είσοδο του χωριού, πάντα μια περίεργη επιθυμία. Σταμάτα να ανάψουμε τα καντηλάκια. Τα αυτοκίνητα σταματούσαν και η παρέα ξεχυνόταν στο νεκροταφείο σαν κοπάδι από ζαρκάδια. Δεν φοβηθήκαμε ποτέ. Είχαμε τον δικό μας κώδικα αφοβισιάς και αποτίαμε τον δικό μας φόρο τιμής. Άλλος στη γιαγιά, άλλος στον παππού, άλλος στη μάνα, άλλος στο μικρό του ανιψάκι. Πλησίαζα στον παππού μου και του έπιανα την κουβέντα. Καμιά φορά του σιγοτραγουδούσα το γιλεκάκι που τον θυμόμουν σαν χτες να το τραγουδάει. Κράτησα αυτήν την περίεργη συνήθεια μέχρι σήμερα. Ένα το καντηλάκι του παππού, ένα της γιαγιάς της φιλενάδας μου, ένα του παππού της παλιάς μου αγάπης. Και πάντα το καντηλάκι του νέου. Έφευγα από το νεκροταφείο ξαλαφρωμένη.

Πώς να φιλιώσεις με τον γαμημένο τον θάνατο;

Χριστιανικέ θεέ δεν σε χρειάζομαι πια. Κι εσείς πατριώτες χριστιανοί φάτε τη σκόνη μου. Λατρεύετε έναν Χριστό που δεν τον είδατε ποτέ, και ούτε πρόκειται. Και σας διαφεύγει πως οι θεοί είναι άνθρωποι. Εγώ τον δικό μου Χριστό τον γνώρισα. Και θα τον παντρευόμουν.

Ώρα σου καλή.