sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: ιστορία

ρεβεγιόν, ο/η

%cf%81%ce%b5%ce%b2%ce%b5%ce%b3%ce%b9%cf%8c%ce%bd-%ce%bf%ce%b7

χαλάνδρι, 31.12.2016

να οργανωθούμε πρέπει κάπως

ώρα συνάντησης σημείο εκκίνησης είδος ποτού

σ’ ένα κατάστημα εστίασης θα αποφασίσουμε

πώς οι επόμενοι δώδεκα μήνες της ζωής μας θα κυλήσουν

συντονιστείτε με χαμόγελο και διάθεση ελάτου γιορτινή

τι ώρα θα βαφτούνε νύχια θα χτενιστούν μαλλιά

πώς θα τσακίσει του πουκάμισου ο γιακάς

κόκκινα τα χείλη να μου βάψεις και μαύρα γυαλιστερά τα βλέφαρα

καλησπέρα σας, πόσο κοστίζει το στριφογύρισμα λαιμών;

κι αν των ετών το μέτρημα επίπλαστα δημιουργήθηκε

εγώ με τον ανθρώπινο πολιτισμό μέρες αγάπης δεν θα συγκρουστώ

μόνο την ώρα που στριμώχνετε φιλανθρωπίες έρωτες

μέθη χορό και αποφάσεις για μια νέα αρχή

μια πράξη μαθηματική θα σας εκλιπαρήσω απόψε μαζί να κάνουμε

από τη νέα όμορφη χρονιά έξω ας τραβήξουμε

μια μόνο εκατονταετία

και τώρα

πριν κατσαρώσουν τα μαλλιά μας

προτού το ουίσκι ξέφρενα αρχίσουμε

ελάτε ομού να θυμηθούμε πριν από εκατό ακριβώς πρωτοχρονιές

έναν οχτώβρη κόκκινο που άλλαξε τον κόσμο

σε σπίτι μπολσεβίκου ελάτε να κάνουμε το ρεβεγιόν

πρωτοχρονιά λευκή φτωχή και παγωμένη τιμή και δόξα εις τον τσάρον

 

****

 

κουρσκ, 31.12.1916

βάστα φαμίλια γιατί έρχεται του άλικου η χρονιά

θα πολεμήσουμε με θάρρος και θα φτάσουμε ως έξω απ’ το παλάτι

θα μοιραστούμε αίμα, χρυσό, βασιλικούς περίβολους και αχρηστοσύνης τιάρες

και το κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας απ’ την αρχή θα ξαναγράψουμε

κι όταν η απληστία μας σε αποτυχία πλήρη μας οδηγήσει

ίσως ακόμα κι έναν ολόκληρο αιώνα ύστερα από μας

μας θυμηθούν οι νέες των επαναστατών γενιές

που θα ‘χουνε για χρόνια από τους εξουσιαστές τους υποφέρει

και θα ‘χουνε το δίχως άλλο για τα λάθη μας βαθιά μετανοήσει

κι ίσως ποιος ξέρει τότε ξανά του κεφαλαίου η σελίδα να γυρίσει

 

****

 

χαλάνδρι, 31.12.2016

γι’ αυτό σας λέω

προτού απόψε οι δήμαρχοι με τεχνητά αστέρια τους ουρανίσκους μας γεμίσουν

πριν οι από πόλεμο κάθε είδους κυνηγημένοι

με χνώτο γράψουν τις ευχές τους στον αέρα

προτού χορέψουμε για να ξεχάσουμε χρέη απλήρωτα και όνειρα ανεδαφικά

ας ανακηρυχθούμε επιτέλους ως οι νέοι της ιστορίας κολασμένοι

κι ελάτε ανεπίσημα ντυμένοι και δικαίως με τον κόσμο εξοργισμένοι

να διεκδικήσουμε μιαν εκατονταετία μετά

όλα εκείνα που γεννηθήκαμε για να μας ανήκουν

και εντίμως ύστερα να τα μοιράσουμε στ’ αδέρφια μας απανταχού στη γη

τούτη τη νέα, όμορφη, άλικη, της δικαίωσης χρονιά

 

Advertisements

scribo ergo sum

γράφω. γράφω χωρίς να έχω υπόψιν μου κάποια τεχνική. οι γνώσεις μου περί της γραφής περιορίζονται σε ό,τι μου μάθανε οι δάσκαλοί μου στο σχολείο. τους άκουγα προσεχτικά. όλος μου ο κόσμος ήταν τα στόματα των δασκάλων μου. ήμουνα βέβαια κάπως δαχτυλοδειχτούμενη. οι ελεύθεροι της τάξης δεν πατάγανε στην αίθουσα. κάνανε ανταρσίες γιατί οι καθηγητές έρχονταν στο μάθημα. κατά τη γνώμη τους οι δάσκαλοι δεν έπρεπε να έρχονται στην τάξη. κατά τη γνώμη τους ήμουνα κι εγώ κομμάτι του συστήματος. μου άρεσε το διάβασμα και ήξερα πάντα όλες τις απαντήσεις στα διαγωνίσματα. φόραγα φόρμα κι από πάνω φούτερ κι από μέσα φανελάκι αθλητικό για να μην κρυώνω και τα φρύδια μου ήταν άβγαλτα την ώρα που άλλες συνομήλικες περνούσαν με μολύβι τη γραμμή των φρυδιών τους και φούσκωναν τα σουτιέν τους με βάτες. ήθελα να μάθω. ένα σφουγγάρι σε σχήμα παιδικού άγαρμπου κορμιού. μα τι σημασία είχε πότε έγινε η ναυμαχία της σαλαμίνας; σημασία είχε να κάνουμε φασαρία επαναστατώντας για το τίποτα. όλα τούτα ήτανε πολύ συστημικά για τους επαναστάτες συμμαθητές μου. σήμερα αναρωτιέμαι πού να ‘ναι και τι να κάνουνε οι ελεύθεροι συμμαθητές μου. τους συναντάω στα μέσα δικτύωσης. υπάλληλοι δημοσιοσχετίστες σε νυχτερινά μαγαζιά αναλαβόντες τη στημένη δουλειά του πατέρα τους ντυμένοι ακριβά ενασχολούμενοι με τη μπάλα. εγώ; εγώ συνεχίζω να ξέρω πότε έγινε η ναυμαχία της σαλαμίνας όμως δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι. συστημικοί και μη συστημικοί μπερδευτήκαμε. δεν ξέρω πια ποιος βολεύτηκε και ποιος κουνιέται από τη θέση του μην τυχόν και βολευτεί το κορμί του σε μία μόνο θέση και συνηθίσει. η ελευθερία ξεχείλωσε σαν τη γυμνασιακή μου φόρμα. το σύστημα μας χώρεσε όλους.

όλους; γράφω ποιήματα που δεν είναι ποιήματα. τα ποιήματά μου που δεν είναι ποιήματα απορρίπτονται πανταχόθεν. γράφω και δεν έχω ειρμό. επαναλαμβάνομαι τραγικά. οι ίδιες λέξεις ο ίδιος πόνος οι ίδιες ανάγκες. μπορώ να σας απαριθμήσω τις αρνητικές κριτικές που λέγονται χωρίς να τις ακούω. απουσία ρυθμού. έλλειψη θεματολογίας. παραφιλολογία. εντυπωσιασμός χωρίς περιεχόμενο. αντίδραση για την αντίδραση. άγνοια σύνταξης. γραμματικά λάθη. μα εγώ κατέκτησα κάποτε ολάκερη την ελληνική γραμματική και το συντακτικό για να μπορέσω σήμερα να τα αποδομήσω με την ησυχία μου. χωρίς τύψεις. δεν έχω απωθημένα. ένιωσα στο πετσί μου τι είναι οι εγκλίσεις. και τώρα ξέρω καλά πως οι εγκλίσεις είναι μια απάτη. αυτό που ζούμε δεν υπάρχει. δεν ορίζεται. δεν εκφράζεται με μια φτωχή οριστική έγκλιση. αυτό που εύχομαι δεν θα ‘ρθει ποτέ. τι να μου κάνει μια ευκτική; υποστηρίζω τάχα πως δεν υπακούω σε προσταγές. μα σκύβω το κεφάλι και κάνω ό,τι μου λένε. η προστακτική μπήκε στο γονίδιό μου πια. είναι αργά.

είναι αργά; γράφω χωρίς λόγο αν θέλετε να ξέρετε. γράφω γιατί αλλιώς η πίεση της καρδιάς θα φτάσει στο είκοσι πέντε και θα πάω να συναντήσω τους νεκρούς μου. το ξέρω δα πως οι νεκροί δεν είναι κανενός, μην σπεύδετε να με διορθώσετε. γνωρίζω. γνωρίζω μα δεν υποστηρίζω. δεν πιστεύω στις ορισμένες μορφές ποίησης και λογοτεχνίας και τέχνης και ζωής. σπούδασα μιαν επιστήμη που μάλλον δεν είναι επιστήμη μαθαίνοντας να αναλύω κανόνες. να τους ερμηνεύω φέρνοντάς τους στα μέτρα του απέναντί μου καθήμενου πελάτου. διάβασα χτες πως το να είναι κανείς ταυτόχρονα μαρξιστής και δικηγόρος τον καταδικάζει σε μια αντιφατική και σχιζοειδή ύπαρξη. θα το θυμάμαι. τούτη την εποχή είμαι απεργός. σε λίγο καιρό οι μικρομεσαίοι δικηγόροι θα εξαφανιστούν από το πρόσωπο του τόπου. ίσως και να ‘ναι καλύτερα. τίποτα δεν με πλήγωσε πιο πολύ στη ζωή μου από το γεγονός πως η αλήθεια δεν έχει μία όψη. η ζωή δεν είναι απλή. οι σχολικές γνώσεις δεν θα μπορούν να με στηρίζουν εσαεί. γι’ αυτό ψάχνω άλλα στηρίγματα. τίποτα το ορισμένο εκ των προτέρων. ανάποδα ποιήματα σφηνοειδή τραγούδια καρκινικοί πίνακες ζωγραφικής παράφωνες μουσικές. ο κόσμος δεν πήγε ποτέ παρακάτω αγκαλιά με το σύνηθες. αυτοί που τρώγαν τις κοινωνικές σφαλιάρες μπαίνανε πάντα στις παράλληλες διαστάσεις και μας προσκαλούσανε κι εμάς. οι δρόμοι ανοίγανε πάντα με μπουλντόζες με μπουνιές με νύχια με δόντια με βία. ακούω ξανά και ξανά το λόγο του άρη στη λαμία. αυτοί που τρώγανε σφαλιάρες μέσα στα αστυνομικά τμήματα λευτερώσανε τον τόπο. βία. η ιστορία είναι η μαμή της βίας. μου αρέσουν οι αντιστροφές. οι απότομες στροφές. όσο ευαίσθητο στομάχι έχω τόσο αντέχει το μυαλό μου στα ανεβοκατεβάσματα. ανδρώθηκα με τον εφιάλτη του στομαχικού ιλίγγου πάντα δίπλα μου. μα επιδιώκω τον εγκεφαλικό ίλιγγο σχεδόν κάθε στιγμή. ο κόσμος μας έχει ανάγκη από φαντασία. από έμπνευση. η ζωή μας έχει ανάγκη από ανατροπή. από πάθος.

πάθος. γράφω με πάθος. γράφω; δεν εκφράζω κανέναν παρά τον εαυτό μου. η εποχή μου επιτρέπει να βλέπετε κι εσείς αυτά που γράφω. ίσως και να το σταματήσω. μπορεί και όχι. ίσως και να επιστρέψω στη ρομαντική εποχή που δεν υπήρξε ποτέ αλλά υπάρχει μέσα μου. θα γράφω ποιήματα που δεν είναι ποιήματα γιατί δεν έχουν τεχνική και μέτρο και ισορροπία και θα τα κλείνω σε μπουκάλια. θα μολύνω τα νερά του ιονίου πετώντας μέσα τους μπουκάλια με άχρηστα ποιήματα που δεν είναι ποιήματα γιατί κάποτε ίσως να φτάσουν σε κείνο το νησί που μεταναστεύσανε οι νεκροί μου. και οι νεκροί σας.

γράφω. θα συνεχίσω να γράφω. έτσι ξεγελάω τη μαύρη θάλασσα που μαίνεται μέσα μου. να γράφετε. και να μιλάτε. και ποιος ξέρει. όλα είναι μια αλυσίδα. σαν την αλυσίδα της φύσης που μαθαίναμε στο σχολείο. η απογοήτευση φέρνει θλίψη η θλίψη οργή η οργή βία και η βία δένει την ιστορία στο άρμα της και προχωράει θέλουμε δεν θέλουμε. να μιλάτε. και να γράφετε. και ποιος ξέρει.

περσεφόνεια νάρκη

ο ήλιος νικάει το φόβο

κι έτσι η χειμερία νάρκη του φόβου είναι πάντα καλοκαιρινή

 

οι υμνητές του ίσως αγαπούν την άνοιξη

οι αγωνιστές του τώρα θεριεύουν το καλοκαίρι

οι δύο εποχές έχουν μία μόνο διαφορά

από τους οπαδούς τους ετεροπροσδιοριζόμενη

 

για να πεις άνοιξη αρκεί να κρατήσεις τα χείλη σου ανοιχτά

για να έρθει η άνοιξη αρκεί να μυρίσεις τις νεραντζιές

μαγικά νεράντζια φυτρώνουν παντού σε πόλεις και σε στρατόπεδα

αγαπούν καταπώς φαίνεται την ένωση με το τσιμέντο

και ύστερα τη νίκη τους επ’ αυτού

 

για να πεις καλοκαίρι αρκεί το κορμί σου να βουτήξει στο ιώδιο με μόνη επιθυμία να κλείσει τις πληγές του ψύχους, του έρωτα και της βραχνάδας

για να έρθει το καλοκαίρι αρκεί μια ανεπαίσθητη αλλαγή στο πράσινο του θαλασσινού νερού

 

μια αλλαγή που θα τη δουν μόνο

η τελευταία ακτίνα του ήλιου

ένα κοράκι

και το πρώτο αστέρι που φέρνει τη νύχτα

κι ίσως και κάποιος ποιητής που θάλασσα ποτέ δεν είδε

 

-μην απορείς που λέω τα νερά πράσινα

και όχι γαλάζια

δεν εμπιστεύομαι ούτε τα μάτια μου

ούτε τον ηρωικό τους αστιγματισμό

στη χώρα του μυαλού μου είμαστε όλοι δαλτονικοί

και εξάλλου αναρχία είναι η τάξη και η ασφάλεια των χρωμάτων-

 

επιμένουμε να κομματιάζουμε τα χρόνια σε εποχές

προσπαθούμε να ξεχάσουμε

πως το κομμάτιασμα, το ξεκοίλιασμα και οι διαχωριστικές γραμμές του χρόνου

έργο της πιο αιματοβαμμένης ασθένειας είναι

άλλοι την είπαν έρωτα

άλλοι Περσεφόνη

άλλοι πληγή που δεν την έψησε το ιώδιο

 

και τη λέω αιματοβαμμένη

γιατί κάθε μήνα οι γυναίκες θρηνούν και αιμορραγούν

για τα παιδιά που δεν γέννησαν

 

όλοι οι έρωτες της πόλης μας

κείτονται στους υπονόμους της

γι’ αυτό οι αρουραίοι είναι ζώα ερωτικά και σαρκοβόρα

 

όταν οι νύχτες μεγαλώνουν

δεν επιθυμούμε να ανοίγουμε πολύ το στόμα

τα σύμφωνα του αλφάβητου είναι η μπότα του κατακτητή

 

τι κάνεις

πώς είσαι

τα νέα σου

φθινόπωρο είναι η απάντηση σε όλα

 

και όταν πια λυγίσουμε από το κρύο

κλείνουμε το φόβο μας σε λέξεις κούφιες και αδιάφορες

 

τι έχεις

χειμώνας

 

κι ύστερα πάλι όλα από την αρχή

μέχρι να καταλάβουμε πως του Κορνάρου τα λόγια

δεν είναι στίχος αλλά Προφητεία

 

αλλά την ώρα που καταλαβαίνουμε

πως η καμπύλη του χωροχρόνου χωράει εντός της και τα αστέρια και τη Φυσική και τους θεούς

ακούμε ήδη τις φτυαριές

πέφτουν πάνω μας στεφάνια με μωβ αφιερώσεις

 

αν κατηγορώ τον καπιταλισμό για κάτι

είναι που πρέπει να πληρώσεις για να θάψεις και να θαφτείς

 

στην κοινωνία των ονείρων μου

κηδείες και γέννες δημοσία δαπάνη θα τελούνται

και θα συνοδεύονται πάντα από τραγούδια

 

πάντα πίστευα στα τραγούδια πιότερο από ό,τι στα λόγια

ο ρυθμός πήγαινε πάντα την ανθρωπότητα μπροστά

 

οι χοροί μας έφεραν πιο κοντά στην ανακούφιση και τη χαρά της θνητότητας

οι παρελάσεις μας έφεραν πιο κοντά στη φρίκη της πολεμικής αθανασίας

 

μνημεία να χτίσουμε για τους τροβαδούρους

τους ακκορντεονίστες της Ομόνοιας

τα παιδιά των Ρομά που τραγουδάνε τα κάλαντα δώδεκα μήνες το χρόνο

 

κατεβάστε τις σημαίες

υψώστε τις κιθάρες

 

θυμόμαστε πάντα εν τιμή στρατηγούς εθνοσωτήρες

που οδήγησαν τους γιους μας σε ξένο θάνατο στα βουνά της αλβανίας

και λησμονάμε πάντα τους ραψωδούς με τα μακριά μαλλιά

που χάρισαν στις κόρες μας τα δάκρυα της άνοιξης δεκέμβρη μήνα

 

αφότου εμφανίστηκαν στη γη οι αδόλφοι

κατακερματίσαμε το αξιακό μας σύστημα

και νομίσαμε πως ο κόσμος χτίζεται στην ησυχία

 

όμως ειρήνη σημαίνει πόλεμος

ησυχία βρίσκεις μόνο μέσα στο φέρετρο

 

η ελευθερία είναι ανήσυχη

αλλιώς δεν θα ‘χε μέσα της το γράμμα ρο

 

αγαπώ το γράμμα ρο

γιατί με αφήνει να κυλάω

μου λειαίνει τις γωνίες

το γράμμα ρο είναι ο Δημιουργός της καμπύλης

 

-αν σας αγάπησε κάποιος άντρας για τις καμπύλες του κορμιού σας

να ευχαριστείτε το γράμμα ρο-

 

το ρο είναι το γράμμα της γυναίκας

το ταυ είναι το γράμμα του άντρα

-καθώς θυμίζει φαλλό καταλαβαίνουμε πως ο επιβήτορας του αλφάβητου είναι-

 

και δεν είναι τυχαίο που έτσι αρχίζει η λέξη Τροία

 

γιατί οι Ελένες και οι Περσεφόνες της παγκόσμιας Ιστορίας

δε γεννήσανε παιδιά

αλλά αρουραίους

που πριν κλειστούν στους υπονόμους

ήταν ελεύθεροι να κυκλοφορούν σαν άνθρωποι

και να τραγουδούν τις ζωές των μανάδων τους

 

όμως η ωμή αλήθεια πόναγε τον αστικό πολιτισμό

κι έτσι έσβησαν κάθε αναφορά στα τρωκτικά από τις σελίδες της Ιστορίας

 

κι έμειναν μόνες οι γυναίκες

κλεισμένες σε διαμερίσματα

στο περιστέρι

στο μπραχάμι

και στα άνω λιόσια

να αιμορραγούν κάθε μήνα

να ερωτεύονται κάθε μέρα

να ψαχουλεύουν τη μήτρα τους

μήπως απόμεινε πουθενά λίγη αλήθεια

 

και μη θαρρείς πως κατηγορώ τους άντρες

κάθε στρατιώτης που βρέθηκε με ένα σπαθί ορθό και ετοιμοπόλεμο

νόμισε πως θ’ αλλάξει τον κόσμο

 

και στο κάτω κάτω όσων ποτέ δε γράφτηκαν

ο κόσμος πάντα αλλάζει

μόλις το σπαθί συναντηθεί με τη μήτρα

μόλις το ταυ ενωθεί με το ρο

μόλις ο Πάρης αγαπήσει πάλι την Ελένη

μόλις η Κλυταιμνήστρα σκοτώσει το μέγα νικητή Αγαμέμνονα

και μόλις η Περσεφόνη για πάντα με το θεό του Αχέροντα δεθεί

 

και μόλις στρατηλάτες και αοιδοί

για πάντα το αποτύπωμά τους

στην παγκόσμια πανανθρώπινη Ιστορία απαρνηθούν

 

ο φόβος δε νικιέται από τον ήλιο

πέφτει μόνο σε ακούσια νάρκη

όπως ο εραστής θεός ναρκώνεται από τα χάδια της θνητής γυναίκας

που έδεσε ζωή και θάνατο

με τη δύναμη της αγάπης

 

ο φόβος δε νικιέται από τον ήλιο

πέφτει μόνο σε νάρκη

την περσεφόνεια νάρκη

 

 *

εξ αφορμής μιας εικόνας

κυριακή μεσημέρι ζέστη νωχέλεια

Πακιστανοί που πίνουν αναψυκτικά κάθονται στα παγκάκια της πλατείας

χαμογελούν αφήνουν τον ήλιο να μπει μέσα τους

φτάνουν στο μέλλον με το νου

λησμονούν για λίγο το φόβο

ξεσκίζουν την άθλια λέξη μετανάστης

και ξεκινούν να χτίζουν εκεί

στο παγκάκι της πλατείας

τη νέα πανανθρώπινη χώρα

με σημαία μια κιθάρα

κι έμβλημα ένα μελαμψό χαμόγελο

 

στο ραδιόφωνο έπαιζε αυτό

σελίδα δεκατρία, εικόνα τρίτη

283227_4285835779002_1939992038_n

από τα μεγάφωνα ακούγεται ένας βρυχηθμός

δεν με νοιάζει μη σε νοιάζει τι τους νοιάζει

απαγορεύεται να περπατήσεις μες στην πόλη

χωρίς να ακούς τους βρυχηθμούς του τέρατος

που πνίγεται από τα ίδια του τα υγρά

*

το καθεστώς

έτσι το λεν στις συνελεύσεις

-εγώ καλύτερα με τη λέξη τέρας αγκαλιάζομαι-

αντάλλαξε τις μουσικές με τις κραυγές

-καλπάζει η ανεργία στους μουσικούς-

 

ίσως στο τέλος τέλος

οι μαθητές του μέλλοντος πιο τυχεροί από μας να είναι

γιατί μπορεί στα σχολικά βιβλία της ιστορίας

μόνο εικόνες να περιέχονται

φωτογραφίες μωρών, ανέργων και νεκρών

 

και τότε όλοι εμείς θα στριμωχτούμε

ιστορική ανάγκη οι συνωστισμοί

σε μια λεζάντα μιας φωτογραφίας

ο πληθυσμός ανήμπορος τη μοίρα του εδέχθη

σελίδα δεκατρία εικόνα τρίτη· βλέπετε την ανημποριά;

 

και μόλις η κουβέντα στην τάξη θα φουντώνει

στην πρώτη ερώτηση γιατί από κάποιον μέτριο μαθητή

ο δάσκαλος θα ψάχνει δήθεν τα χαρτιά του

μήπως και την απαίσια απάντηση αναβάλει

αλλά το βλέμμα απορίας θα παραμένει

 

κι έτσι ακουσίως ο δάσκαλος

θα αναγκάζεται απόκριση να δώσει

γιατί δεν κάναν τίποτα;

γιατί παιδιά μου η αλήθεια είναι

πως φοβήθηκαν·

 

πιστεύω στα σχολεία του μέλλοντος

οι μαθητές το μάθημα πως θα ορίζουν

θα μπλέκονται η ιστορία με τη φιλοσοφία

και του πολίτη η αγωγή με νότες στο πεντάγραμμο θα γίνεται

κι οι μαθηματικοί θα ξέρουνε τη θάλασσα να ζωγραφίζουν

 

και μην ξεχάσω να σας πω

πως μέχρι τότε η γεωγραφία

ποτάμια, λίμνες και βουνά θα αναφέρει

και στων παιδιών τους νέους χάρτες που θα μοιράζονται

ως σύνορο μοναδικό ο ορίζοντας θα υπάρχει

*

άξαφνα μελωδία πλημμύρισε τους ματωμένους δρόμους

κάποιος ανέβηκε παράνομα στης πόλης μας τους στύλους

άλλαξε την κασέτα που από τα μεγάφωνα κραυγές ξερνούσε

και ακούστηκε ύστερα από μήνες

-μήνες πολλούς, βαριούς και άκαπνους-

 

τραγούδι αέναο από το μέλλον μας φερμένο

κάποιος τραγούδαγε

πως όπου να ‘ναι

τα σύνορα και οι μαχαιριές

ταυτόχρονα απ’ τους χάρτες θα σβηστούν

Αγρίμια κι Αγριμάκια μου

~τα σπηλιαράκια του βουνού είναι τα γονικά μας~

Πάνε χρόνια. Ας μην τα υπολογίσω καλύτερα. Όχι, όχι θα τα υπολογίσω. Πάνω από δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε.

Το χωριό βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού. Σηκώνεις το βλέμμα και βλέπεις παντού βουνά. Δεν έχεις άλλη επιλογή από το να γίνεις φίλος μαζί τους. Βγαίνεις στο μπαλκόνι του ετοιμόρροπου πατρικού σπιτιού και αναρωτιέσαι πώς έναν τόσο σκληρό τόπο ξεπετάχτηκαν άνθρωποι μέσα στη γλύκα και την ανθρωπιά. Τώρα πια μετράει γύρω στους 20 μόνιμους κατοίκους· μέσος όρος ηλικίας τα εβδομήντα. Η γριά νόνα πατάει φέτος τα εκατό. Το καταγάλανο βλέμμα της έχει τη σπιρτάδα των είκοσι χρόνων, η καρδιά της τη θλίψη των σαράντα. Στην ηλικία της πάντως δεν ταιριάζει. Δεν τη νοιάζει που δεν μπορεί πια να ανέβει πάνω στην καρυδιά για να μαζέψει τα καρύδια της, δεν λυπάται που δεν μπορεί να πάει στο χωράφι να ποτίσει τα ζαρζαβατικά της, την καίει που δεν μπορεί πια να χ ο ρ έ ψ ε ι. Ακόμα και με το πι σηκώνεται και ρίχνει τη γύρα της με έξι πόδια, αλλά δεν είναι πια το ίδιο. Αλλά ακόμα κι έτσι είναι η πρωταγωνίστρια του γλεντιού. Τραγουδάει με φωνή βραχνή που μαρτυράει τι φωνή είχε στα νιάτα της, απαγγέλει την Άλωση της Πόλης- ολόκληρη, ούτε στίχο δεν ξεχνάει- και αφιερώνει πάντα ένα τραγούδι στην εγγόνα της που να περιέχει το όνομά της. Εσύ να μην παντρευτείς μικρή, μου λέει. Εγώ δασκάλα ήθελα να γίνω και δεν με άφησαν. Με πάντρεψαν.

Στον εμφύλιο οι αντάρτες εφορμούσαν στο χωριό κι έκλεβαν ότι έβρισκαν. Από τότε η νόνα δεν τους ήθελε τους αριστερούς, και τι να κάνει που έστειλε το γιο στην Αθήνα να σπουδάσει κι αυτός γύρισε το πρώτο καλοκαίρι με τη σημαία της ΚΝΕ στον ώμο; Το κατάπιε κι αυτό. Και νάσου μετά τα εγγόνια, τα παιδιά του γιου, να της κάνουμε πλάκα, γιαγιά θα έρθουν οι κομμουνιστές και θα σου πάρουν το σπίτι και να δαγκώνει τα χείλη σχεδόν φοβισμένη, και να γελάμε αναίσθητα, δεν ζήσαμε βλέπεις το φόβο του τότε, δεν αντέχουμε καν να τον δικαιολογήσουμε, για μας τους μακρινούς αναγνώστες αυτής της ιστορίας είναι ξεκάθαρο ποιος ήταν τότε ο σωστός, μακριά παιδιά μου από πόλεμο, ο πόλεμος φέρνει πόνο κι ο πόνος θάνατο, συνέχιζε η νόνα, δυο παιδιά έχασα στην Κατοχή και ξέρω τι σας λέω, πάρε τώρα την πιο απλή και αληθινή ανάλυση του πολέμου, κανείς δεν έφταιγε μα όλοι ήμασταν λ ά θ ο ς.

Και φτάσαμε στο πέρυσι να της κάνουμε την ίδια πλάκα ενόψει εκλογών για να μας πει παιδιά μου έχετε δίκιο, άλλη λύση δεν υπάρχει τώρα πια.

Πριν μια δεκαπενταετία λοιπόν, ο πατέρας αποφάσισε να μας πάει εκδρομή. Αλλά τι εκδρομή. Όχι από κείνες με το αμάξι, που κουβαλάς μαζί σου ταπεράκι με κεφτέδες, ψυγείο με νερό, χυμό για τα παιδιά και μαγιό για ένα γρήγορο μπάνιο στη θάλασσα. Ανάβαση στο πιο ψηλό βουνό της περιοχής, ορειβασία τέσσερις ώρες για να ανέβεις και άλλες τέσσερις για να κατέβεις. Ανησυχούσε κάπως η μαμά, μακριά τα πας τα παιδιά, όχι έλεγε ο πατέρας, θα τους αρέσει, θα δεις.

Σηκωθήκαμε γύρω στις τέσσερις το ξημέρωμα. Αν σε βρει ο ήλιος την ώρα που ανεβαίνεις την πλαγιά ζήτω που πέθανες. Με βαρβάτο εξοπλισμό, παντελόνι, αρβύλες, καπέλο, γκλίτσες, παγουράκι με νερό- δεν χρειάζεται να κουβαλάμε νερό έλεγε ο πατέρας, στη διαδρομή θα βρούμε πολλές βρύσες φτιαγμένες από τους τσοπάνηδες- και ψωμοτύρι. Ενθουσιασμένοι εμείς, ρωτούσαμε αν θα δούμε ζώα, αλεπούδες, λαγούς- έχει ακόμα λύκους μπαμπά;– γεράκια, αετούς. Μην μιλάτε πολύ γιατί θα κουραστείτε, μας απαντούσε αινιγματικά. Αλλά ήταν μπαμπάς, οπότε ήξερε το σωστό. Αυθεντία από τις αγαπημένες που είδε μετά από χρόνια την αυθεντία του να γκρεμίζεται από τα ίδια του τα σπλάχνα που την πήγανε τουλάχιστον δέκα βήματα παρακάτω και ήταν ο πρώτος που σηκώθηκε και τα χειροκρότησε.

Ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε που λέτε και μαζί με μας ξεκίνησε και η κούραση. Ο πατέρας, μεγαλωμένος κυριολεκτικά πάνω σ’ αυτά τα κακοτράχαλα μέρη δεν καταλάβαινε χριστό. Μας εμείς, τα παιδιά της πόλης, που νομίζαμε ότι κούραση νιώθεις όταν παίζεις μπάσκετ, ανοίγαμε όλο και πιο συχνά το παγούρι για να ξεγελαστούμε. Κι ας μας έλεγε μην πίνετε πολύ νερό, θα διψάσετε περισσότερο. Μετά από καμιά ώρα πεζοπορίας κι ενώ είχαμε συνηθίσει κάπως την αίσθηση του κράτα με να σε κρατώ να ανεβούμε το βουνό, μας ανακοίνωσε ότι σε περίπου άλλη μία ώρα θα βρίσκαμε την πρώτη βρύση, όπου και θα καθόμασταν να φάμε κάτι και να ξεκουραστούμε. Αναπτερωθήκαμε ως έπρεπε και συνεχίσαμε, μέχρι που φτάσαμε στην πρώτη βρύση για να τη βρούμε ξεραμένη από καιρό και χωρίς καθόλου τρεχούμενο νερό. Δεν μας πείραξε πολύ- νερό είχαμε άλλωστε στα παγούρια μας- αλλά ο νους μας δεν πήγε καν στην απογοήτευση του πατέρα που κοιτούσε τις πλαγιές που άλλοτε έσφυζαν από ζωή και τώρα πια κατέρρεαν ερημωμένες. Κανένας δεν περνάει πια από δω. Εκείνη την ώρα, εκείνος συνειδητοποιούσε το τέλος μιας εποχής πολύ δύσκολης, πολύ φτωχής, μα και πολύ όμορφης. Αναρωτιόμουν πάντα πώς γίνεται να νοσταλγεί εκείνα τα χρόνια που ήταν μικρός, που έκλεβαν φρούτα από τα δέντρα του γείτονα λίγο για να φάνε αλλά πιο πολύ γιατί μέσα τους δεν τους φαινόταν έγκλημα αυτό που κάνανε, πες μου μπαμπά πού πήγες μετά το δημοτικό, τι γινόταν στο γυμνάσιο που πήγες σε άλλη πόλη, καλά ρε μπαμπά ποιος σας μαγείρευε να φάτε, δεκαπέντε χρονών παιδάκια και ήσασταν μόνα σας, μα πώς γίνεται αυτό το πράγμα;

Μικρή μου άρεσε να ακούω ιστορίες, τώρα μου αρέσει να τις γράφω.

Από τις τέσσερις-πέντε βρύσες που περιμέναμε να βρούμε στο δρόμο μας μόνο η μία είχε νερό τελικά, αλλά αυτό δεν ανέκοψε την πορεία μας προς τα πάνω. Πάρ’ το και γενικότερα αυτό αν θες, για τη ζωή σου ρε παιδί μου, μην σε σταματάει τίποτα, κάνε ό,τι γουστάρεις, είτε ανηφόρα είτε κατηφόρα είτε και τα δύο για ποικιλία, αλλά μην αφήνεις τίποτα να σε σταματάει.

Μετά από τέσσερις ώρες ανάβασης αρχίσαμε να βλέπουμε την κορυφή από μακριά. Τα παιδικά μάτια πέταξαν φλόγες. Φτάνουμε. Εδώ μια ιστορία για τον παππού που κάποτε είχε συναντήσει σ’ αυτό ακριβώς το σημείο έναν λύκο- πωπω και τι έκανε ο παππούς μπαμπά; κι ο λύκος πλάσμα της φύσης είναι παιδιά- μια ιστορία για έναν συγχωριανό που τον είχε χτυπήσει κεραυνός πάνω στο βουνό κι έμεινε στον τόπο, ένας άλλος που φοβόταν εδώ πάνω τα αστραπόβροντα και φώναζε βοήθησέ με παναγία μου γαμώ το χριστό μου, και με τα πολλά πατήσαμε στην κορυφή. Φωνές και γέλια, τι όμορφα που είναι δω πάνω, ο αέρας είναι ελαφρύς, μπαίνει μέσα στα πνευμόνια και τα ανταριάζει, μπαίνει μέσα στην ψυχή και την αλαφρώνει, νομίζω ποτέ δεν είχαμε ξανανιώσει έτσι, βγάλε με μια φωτογραφία όπως σ’ εκείνη την ταινία, I am the king of the world, όλα λουσμένα στο φως και στην ομορφιά, όλα ελεύθερα, όλα ελαφριά κι από μακριά το χωριό να μας κλείνει το μάτι συνωμοτικά.

Φυσικά η κατάβαση ήταν πολύ πιο δύσκολη από την ανάβαση. Τα πόδια μας, εξαντλημένα πια, δεν υπάκουαν στις εντολές μας, σχεδόν κουτρουβαλούσαμε στην πλαγιά- μωρέ καλά μας έλεγε ο πατέρας να κρατήσουμε δυνάμεις για το κατέβασμα- η κούραση είχε εξαπλωθεί σε όλο μας το κορμί αλλά τα μάτια έλαμπαν ακόμα· είχαμε αγγίξει την κορυφή. Κατεβαίνοντας, ο πατέρας σταμάτησε ξαφνικά. Ακούστε παιδιά. Φλογέρα. Ένας τσοπάνης καθόταν κάπου που δεν μπορούσαμε να τον δούμε. Ακούγαμε μόνο τη μελωδία που έβγαινε από τη φλογέρα του. Ήμασταν μικρά για να καταλάβουμε τη συγκίνησή του στο άκουσμα αυτής της μελωδίας, αλλά δεν ήμασταν μικρά για να τη νιώσουμε.

Κοντεύω τριάντα κι όταν ακούω φλογέρα κλαίω.

Φτάσαμε στο σπίτι εξαντλημένοι, η μαμά ήταν στο τσακ να αρχίσει να ανησυχεί, κινητά δεν υπήρχαν τότε φυσικά, αλλά και να υπήρχαν δεν υπήρχε σήμα, μόνο μετά από χρόνια ήρθε μια εταιρεία και αναβάθμισε το χωριό, κότσαρε πάνω σε έναν λόφο μια κεραία και μας είπε, τώρα μπορείτε να επικοινωνείτε, μια πανύψηλη, άσχημη κεραία που δεν έδεσε ποτέ με το τοπίο, φοβού τον πολιτισμό και δώρα φέροντα. 

Κοιμηθήκαμε για αρκετές ώρες και όταν ξυπνήσαμε η κούραση είχε πάρει δρόμο. Και δώστου να λέμε ιστορίες στη μαμά λες και πήγαμε στη χώρα των θαυμάτων, και είδαμε και αετό μαμά, αλήθεια, είχε κάτι τεράστια φτερά και πετούσε μόνος, σαν τον λούκι λουκ του ουρανού ήταν, και διψάσαμε λίγο αλλά δεν πειράζει, γιατί εκεί πάνω ο αέρας που φύσηξε μέσα μας ήταν αλλιώτικος, όχι σαν της Αθήνας, μύριζε διαφορετικά, πώς να στο πω, ήτανε μόνος του ο άνεμος εκεί πάνω αλλά δεν τον ένοιαζε.

Στο χωριό δεν είχα ποτέ τηλεόραση, ίντερνετ, παρέα, τίποτα. Όταν πηγαίναμε, άρπαζα τη γκλίτσα, έβαζα την αγαπημένη μου κασέτα στο γουόκμαν, φορούσα τα ακουστικά στα αυτιά και έφευγα. Περίπατος. Έβρισκα έναν μεγάλο βράχο, ανέβαινα πάνω, και είμαι σίγουρη ότι από μακριά φαίνονταν ευδιάκριτα τα σύννεφα των ονείρων μου να ξεπετάγονται από το κεφάλι μου και κόβουν τις δικές τους βόλτες στον ουρανό. Άσε που έβλεπα πάντα αστέρια τη νύχτα, αλλά δεν τα μετρούσα ποτέ, γιατί λέει όποιο παιδί μετράει τα άστρα βγάζει κάτι κόκκινα σημάδια στο χέρι του που δεν φεύγουν ποτέ. Και η πιο ακριβή στιγμή, τα βράδια του Αυγούστου, όταν έπεφτε το σκοτάδι, μέσα στην απόλυτη ησυχία με φώναζε ο πατέρας στο μπαλκόνι για να ακούσω το πιο όμορφο τραγούδι. Άκου, μου έλεγε. Τραγουδάει ο φίλος μας. Αηδόνι. Μόνο εκεί, σ’ αυτό το χωριό, σ’ αυτό το μπαλκόνι, μαζί με τον πατέρα, έχω ακούσει αηδόνι αληθινό. Κι ούτε που θέλω αλλού να ακούσω.

Πατέρα, τα αηδόνια δε μ’ αφήνουνε να κοιμηθώ· όπου κι αν βρίσκομαι.