sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: κάλαντα

διάολε, φύγε από μπροστά μου, μου κρύβεις το θεό*

1236633_10201028339805566_456309227_n

Δεν πιστεύω στα όνειρα. Έχω εκπαιδεύσει τα όνειρά μου να πιστεύουν αυτά σε μένα.

Σήμερα, την τελευταία νύχτα του χρόνου -σύμφωνα πάντα με τον ανθρώπινο τρόπο μέτρησής του- είδα περίεργα όνειρα.

Το πρωί πετάχτηκα από το κρεβάτι ακούγοντας το κουδούνι. Άκουσα δύο κορίτσια να λένε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς στον πατέρα μου. Σκέφτηκα πως τα κάλαντα αυτής της μέρας μου αρέσουν πιότερο από τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Η αλήθεια είναι πάντως, πως ποτέ δεν κατάλαβα τους στίχους τους. Κρυφοκοίταξα από τη γωνιά του δωματίου μου και άκουσα τον πατέρα μου να λέει στα παιδιά πως δεν έχει ψιλά, οπότε προτείνει να τους δώσει ένα εικοσάρικο και να του δώσουν πίσω είκοσι-πέντε ευρώ σε ψιλά. Ακολούθησε το γάργαρο γέλιο των κοριτσιών· μα δεν έχουμε τόσα λεφτά πάνω μας! Ο πατέρας μου ανταπέδωσε το γέλιο. Τους έδωσε μερικά ψιλά και τους ευχήθηκε καλή χρονιά και καλή πρόοδο. Αιώνιος δάσκαλος. Κρυφογελούσα όσο ντυνόμουν να πάω για δουλειά.

Μα πού το βρίσκει το κέφι για πλάκα πάντα; Μάλλον εκεί που το χάνω εγώ. Πάντα.

// Στο πρώτο όνειρο δύο γυναίκες αστυνομικοί στάθηκαν έξω από το παράθυρο του σπιτιού μας και με πυροβόλησαν όχι μία αλλά τέσσερις φορές ενώ ο πατέρας μου προσπαθούσε να με σώσει. Δεν έμαθα ποτέ αν πέθανα. Κάπως έτσι πρέπει να είναι ο θάνατος. Δεν είσαι εκεί για να τον νιώσεις. Πεθαίνεις για τους ζωντανούς. Αλλά πού πάνε οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν; Και είναι άραγε το ίδιο να πεθαίνεις και το ίδιο να σε σκοτώνουν; Όπως και να ‘χει. Χρόνια πολλά, Χάρε. Χρόνια καλά, Μαρμαρένια Αλώνια. //

Κατήντησα πιο γραφική κι από το χιονοδρομικό κέντρο του Χελμού. Ο κόσμος μου εύχεται καλή χρονιά κι εγώ αντεύχομαι καλό κουράγιο. Η γιαγιά μου που διανύει το εκατοστόν έτος της ζωής της σίγουρα απαντάει πιο αισιόδοξα από μένα. Η φίλη μου η χοντρούλα με πήρε τηλέφωνο τα Χριστούγεννα για να μου ευχηθεί φοβόταν την αντίδρασή μου.

«- Χρόνια πολλά σίνε λέγκε, καλά Χριστούγεννα!

– Ρε δε μας παρατάς κι εσύ και τα Χριστούγεννα και ο Χριστός σου;

– Ρε σίνε λέγκε, ούτε καν σήμερα δε δίνεις μια άφεση αμαρτιών στον κόσμο που θέλει να βγει έξω, να διασκεδάσει, να μεθύσει, να παίξει χαρτιά;

– Όταν όλος ο κόσμος καίγεται, εμείς χτενιζόμαστε χοντρούλα. Η σκέψη μου με τους που δεν έχουν τόπο. Ούτε ελπίδα. Ούτε ζωή. Ούτε απόψε, ούτε αύριο.»

// Στο δεύτερο όνειρό μου ήρθε κάποιος από τα παλιά. Από τα πολύ παλιά. Από τα παιδικά, πολύχρωμα χρόνια. Κάποιος που με όρους ανθρώπινης κουλτούρας δε ζει πια. Ήρθε, κάθισε δίπλα μου, με αγκάλιασε και με ρώτησε τι κάνω. Του χαμογέλασα. Αισθάνθηκα ευτυχία που τον ξαναβρίσκω μετά από πολύ καιρό. Ξαναζωντάνεψε. Ή ίσως να ξαναζωντάνεψα εγώ. Τα χαμόγελα στα όνειρά μας διαρκούν πολύ περισσότερο από ό,τι στον ξύπνιο μας. Το χαμόγελο αυτού του ονείρου με συνοδεύει ακόμα και τώρα, δέκα ώρες μετά. Σ’ ευχαριστώ που ήρθες. //

Στο νησί μου σήμερα ο κόσμος εύχεται καλή αποκοπή.

Η αποκοπή είναι μία έννοια πολυσήμαντη και αόριστη.

Στο νησί μου γενικώς -και συγχωρέστε μου τη χρήση κτητικών αντωνυμιών, δεν το εννοώ στ’ αλήθεια ότι κατέχω κάτι- μας λένε τρελούς. Όπως ο ζωντανός λέει τον πεθαμένο νεκρό γιατί αλλιώς δεν μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο, έτσι και οι δήθεν λογικοί μας λένε τρελούς γιατί τους φαινόμαστε κομματάκι νεραϊδοπαρμένοι, ανεξήγητοι, ζαβολιάρηδες. Το ξέρετε φυσικά πως η λέξη ζαβολιά ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων με τη λέξη διάβολος, έτσι δεν είναι;

Σας τρομάζει η λέξη διάβολος όσο σας ερεθίζει η λέξη θεός. Αλλά το δίφραγκο έχει πάντα δύο πλευρές. Κι αν δεν μπορείτε να αποδεχθείτε πως μπορείτε να είσαστε εσείς οι θεοί της ζωής σας, τότε θα πρέπει να χωνέψετε πως ούτε διάβολοι μπορείτε να είστε. Ας παραμείνετε πάντα μέτριοι. Χρυσοποίκιλτες μετριότητες που αναμένουν το μάννα εξ ουρανού, πατάνε στη γη και ονειρεύονται να πετάξουν μόνο όταν πεθάνουν και γίνουν άγγελοι.

Εμένα πάντως οι άγγελοι με τρομάζουν λίγο γιατί είναι λέει άφυλοι. Και άμα είσαι άφυλος -τουτέστιν δεν έχεις γεννητικά όργανα- δεν μπορείς να κάνεις έρωτα. Και όχι μόνο δεν μπορείς να κάνεις έρωτα, αλλά δεν έχεις καν την επιθυμία για τον έρωτα. Τώρα αν εσάς αυτό σας ακούγεται παραδεισένιο, εμένα μου φαντάζει αληθινή κόλαση.

Όπως καταλαβαίνετε, κάνω τα πάντα για τον αφορισμό μου, γιατί εγώ κάθε καλοκαίρι που πατάω το πόδι μου στο νησί πλησιάζω με ανατριχίλα το άγαλμα του Αντρίκου και χαϊδεύω με τα ακροδάχτυλα το κρύο υλικό. Κι ύστερα κάθομαι και του μιλάω. Του λέω τα νέα του χειμώνα που πέρασε, αν και συνήθως τα ξέρει από πριν.

Σίγουρα παίζει δάχτυλος της Ασφάλειας και κάπου εδώ κολλάει και το αποψινό μου όνειρο με τις μπατσίνες που με πυροβολούσαν με μένος. Αλλά για κάποιον λόγο δεν ένιωθα πόνο.

Στα όνειρα δεν πονάς.

Τα εκπαιδευμένα να πιστεύουν σε μένα όνειρά μου έκαναν απόψε για λογαριασμό μου τον απολογισμό της χρονιάς.

Ζωντανέψτε τους νεκρούς σας και τα πεθαμένα από καιρό όνειρά σας. Αφήστε τα να ζήσουν μέσα από σας.

Ας μην ξεχάσουμε.

Κανέναν.

Καλή αποκοπή, σύντροφοι.

*στίχος από το Αιρετικό του Γιάννη Αγγελάκα

ω τάνενμπαουμ

 

1468618_10201526844347868_127492506_n

*

αν τα φίδια αλλάζουν δέρμα μία φορά το χρόνο εγώ παρατηρώ το δέρμα μου να αλλάζει χρώμα και υφή πολλές φορές τη μέρα.

κι αλήθεια, πόσο ειρωνικό να λέγεται πουκάμισο το δέρμα των φιδιών;

ειδικά τις στιγμές πριν κοιμηθώ νιώθω ότι τα ερυθρά και τα λευκά αιμοσφαίρια, τα αιμοπετάλια και όλο το παρεάκι θέλουν να βγουν έξω στο δρόμο κι ας κρυώνουν. η θερμοκρασία του σώματός μου πέφτει δραματικά τα βράδια· υποθέτω πως ο εγκέφαλος δίνει εντολή να νεκρώσουν τα πάντα για να ξεκουραστούν οι καταπονημένες μου γάμπες.

τα βράδια λοιπόν το δέρμα μου αρνείται να μου προσφέρει άλλη κάλυψη, το σώμα μου παραπαίει, το μυαλό μου καίει, θέλω να γδάρω με τα μισοφαγωμένα μου νύχια όλη τη βρωμιά της ημέρας. οι σκέψεις κάνουν ολομέλεια κι αποφασίζουν την απόρριψη της αίτησης αποφυλάκισης του πόνου μου, ένεκα των ημερών.

την ώρα του τελευταίου τσιγάρου μένω με το παράθυρο ορθάνοιχτο για να επιταχύνω τη διαδικασία παγώματος του αίματος· μια αρρωστημένη φωνή μέσα μου, μου ψιθυρίζει ύπουλα πως κάνω πρόβες θανάτου. κοιτάζω τα λαμπάκια που αναβοσβήνουν στα μπαλκόνια της γειτονιάς. τα βρίσκω άρρυθμα. τα κοιτάζω μέχρι τα μάτια μου να τυφλωθούν, μέχρι που όπου κι αν κοιτάξω να βλέπω λαμπάκια. συντονίζω το ρυθμό των φώτων με τις σκέψεις μου που πέφτουν από το ταβάνι όπως πέφτουν οι πατάτες στο καυτό λάδι και σχηματίζουν σταλακτίτες πάνω στο χαλί. λαμπάκι και σκέψη. ένας σύγχρονος άνθρωπος των σπηλαίων.

*

«το πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών είναι η αποξένωση». καλά τα λένε οι μεσημεριανοί ψυχοβγάλτες. γι’ αυτό κι εγώ όταν βγαίνω από το μπάνιο προσπαθώ να συμφιλιώνομαι με τον εαυτό μου. στέκομαι απέναντι από τον καθρέφτη και αποκαλύπτω αργά σε μένα το σώμα που παραμελώ μόνιμα, το κορμί που δεν πιστεύω ότι θα με αφήσει σύντομα, όσες πρόβες θανάτου κι αν κάνω. μια φλεβίτσα πετάγεται στο πίσω μέρος της γάμπας. ένα καινούριο σπυράκι στο μονίμως εφηβικό πρόσωπο. τα νύχια που πρέπει να σταματήσω να τρώω. το βλέμμα που σκοτεινιάζει άθελά του. μια σταγόνα νερού που ξέμεινε από το μπάνιο πάνω στον ώμο. χέρια και πόδια σε καθημερινό αγώνα δρόμου χωρίς σημείο τερματισμού. προσπαθώ να φανταστώ το σώμα μου από μέσα.

θα ήταν άραγε τα ανθρώπινα κορμιά τόσο σεξουαλικά αν ξέραμε τι συμβαίνει μέσα τους; αν βλέπαμε αίματα, αρτηρίες, όργανα και δαιδαλώδεις διαδρομές ουσιών, θα νιώθαμε την ίδια επιθυμία για ένα σώμα; πώς ξέρεις ότι τώρα που σου μιλάω όλα σου τα όργανα δουλεύουν κανονικά; έχεις αναρωτηθεί πόσοι άνθρωποι θα αλλάξουνε χρονιά- αν αλλάξουνε- μέσα σε θαλάμους νοσοκομείων, γιατί η καρδιά, το συκώτι ή το νεφρό αρνούνται να δουλέψουν άλλο; γνωρίζεις ποιος θα ζει και ποιος θα έχει πεθάνει μέχρι απόψε το βράδυ; οι πρωτοχρονιές μέσα στους θαλάμους της εντατικής είναι ωδή στην ελπίδα. τι αισθάνεται ένα παιδί που βρίσκεται διασωληνωμένο; βλέπει όνειρα; ακούει τους δισεκατομμύρια παλμούς της μάνας του;

-πείτε μου γιατί ο θεός σας κλείνει τους νέους ανθρώπους μέσα στις εντατικές-

*

έξω από ένα σχολείο στην ευελπίδων ένας μπαμπάς κρατά προβληματισμένος τους βαθμούς του γιου του. παρατηρώ τον έφηβο. δαγκώνει τα χείλη του, εκείνος βλέπεις ήξερε από πριν αν οι βαθμοί του θα είναι καλοί, σα να ντρέπεται λιγάκι, ο μπαμπάς του όμως δεν φαίνεται θυμωμένος. κοιτάζει σχεδόν με απορία τη φωτοτυπία με τους βαθμούς. ίσως και να σκέφτεται πόσο ανούσια είναι όλα αυτά. μάθε παιδί μου γράμματα αλλά ετοιμάσου να πεθάνεις σε κάποιο πεζοδρόμιο.

άμα πεθαίνεις μορφωμένος ο θάνατος διαφέρει;

θυμάμαι τη δική μου αγωνία κάθε που παίρναμε βαθμούς. ήθελα να τα έχω όλα είκοσι. αν είχα κανένα δεκαεννιά έπεφτα σε μελαγχολία. μα τι δεν έκανα σωστά; στην εφηβεία μου η ευτυχία μου ήταν κλεισμένη μέσα σε βιβλία. παντός είδους.

αν το μετανιώνω; όχι.

ο θάνατος δεν έχει διαφορά αν έχεις καταπιεί βιβλιοθήκες ολόκληρες, αλλά έχει μια μικρή ίσως διαφορά η ζωή. ανακαλώ ένα χαρτάκι που βρίσκεται μόνιμα κολλημένο στο γραφείο του αδερφού μου.

η μόρφωση είναι στολίδι στην ευτυχία και καταφύγιο στη δυστυχία.

τι τα θες, όπως μάθει ο καθένας.

*

μέσα στην ευελπίδων οι νέες δικηγορίνες κάνουν πασαρέλα. γόβες, φορέματα, αϊλάινερ και κραγιόν κάνουν καλλιστεία. κοιτάζω τη φούστα δεκαετίας που φοράω και χαμογελάω πονηρά. άσχετη μεταξύ ασχέτων είσαι πάλι. όλοι μιλούν ακατάσχετα στο τηλέφωνο κι εγώ ακούω μουσική πηγαίνοντας από κτίριο σε κτίριο. παλιοί συμφοιτητές, γνώριμα πρόσωπα, ξαναφοράω τα γυαλιά μου γιατί δεν θέλω να κάνω κουβέντες συμβατικές. τι έγινε, τι κάνεις, πού δουλεύεις, πώς πάει, δύσκολα τα πράγματα. όχι ρε, τα πράγματα δεν είναι δύσκολα. τα πράγματα είναι σκατά.

με την άκρη του ματιού μου βλέπω μια κοπέλα να προχωράει βιαστικά προς την έξοδο. είναι απεριποίητη. διαβάζω τα άγχη στα μάτια της. αλλά διαβάζω και κάτι άλλο. δεν έχει έρθει εδώ για να μας κάνει επίδειξη ρούχων, ύφους, γνώσεων. είναι η δικηγόρος του κώστα σακκά- και όχι μόνο. την έχω ξαναδεί πολλές φορές, την έχω ακούσει να μιλά σε συνέδρια. έχει μια σπίθα στο μάτι.

τόσο ελπιδοφόρα αυτή η σπίθα, που σχεδόν χαμογελώ.

*

«οι γιορτές είναι μια ευκαιρία ανάπαυλας και ξεκούρασης. ταξιδέψτε, κάντε δώρα στους αγαπημένους σας, χαμογελάστε, βάλτε ένα σέξι μαύρο φόρεμα που δεν πρέπει να λείπει από τη ντουλάπα καμιάς γυναίκας.» οι νταβατζήδες της οθόνης συνεχίζουν να εκτελούν το εξουσιάρεστον έργο τους.

παιδιά, εγώ πάλι λέω ότι το μόνο που δεν χρειαζόμαστε είναι μια ανάπαυλα.

*

κάντε μου μια χάρη. μην με αφήνετε μόνη μου. οι φωνές λιγόστεψαν. συνηθίζουμε στο θάνατο. ξαναγυρνάμε στο θεό. η ελπίδα πάει περίπατο. ε, ας ζήσουμε έτσι, τι να γίνει.

όχι, όχι, όχι. όχι. να μη ζήσουμε έτσι. σταματήστε να καταπίνετε αντικαταθλιπτικά, αντισυλληπτικά, χάπια επόμενης μέρας, ηρεμιστικά, αντιβιώσεις. κάντε τα σκόνη και αλείψτε τα στο πρόσωπό σας. τα χάπια που αυτοί μας αναγκάζουν να παίρνουμε με το κιλό για να αντέξουμε ας είναι το όπλο μας απέναντι στα δακρυγόνα τους.

ελάτε να βγούμε στο δρόμο.

ο χρόνος μας τελειώνει.

*

καλά χριστούγεννα γιάννη πρετεντέρη, άδωνι γεωργιάδη, νίκο δένδια.

*

παιδιά, πάμε. μέχρι τη νίκη. μέχρι το τέλος.

*

τρίγωνα κάλαντα σε φα ένα ένα τέσσερα ύφεση

*

| αόρατα λαμπάκια στους τάφους όσων αυτοκτόνησαν |

| να επιτρέψουνε την καύση των νεκρών |

| τουλάχιστον |

| μήπως να κλειστούμε στη σιωπή του νομπελίστα |

| όχι | όχι | ναι |

| ένα | ένα | τέσσερα |

| συνθήματα γραμμένα πάνω σε ετοιμόρροπα ρήματα |

| απουσία επιθέτων |

| απουσία ουσιαστικών |

| ούτε επίθεση |

| ούτε ουσία |

| μόνο αδύναμη άμυνα |

| τα χριστούγεννα των ζωντανών |

| είναι οι απόκριες των νεκρών |

| όπως και | 

| το κλάμα των ζωντανών |

| είναι το γέλιο των νεκρών |

| και μην παρασυρθείς |

| και νομίσεις |

| πως το κλάμα είναι πάντοτε ζεστό |

| και το γέλιο πάντα παγωμένο |

| έτσι και |

| στους τάφους πάνω υπάρχουνε λαμπάκια |

| που την αιώνια ανάσταση προσδοκούν |

| αόρατα |

| μα φωτεινά |

*