sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: καλοκαίρι

απετάξω τον αύγουστο

πουλάω κοσμήματα πάνω στο κράσπεδο
ξεπουλάω υπάρχοντα στους δρόμους
οι ποδηλάτες δεν με βλέπουν καν
ποδοπατάνε τα οικογενειακά μου κειμήλια

τα φώτα του αυγούστου με τυφλώνουν
μα εγώ πουλάω
πουλάω σωρηδόν
εξασφαλίζω ανάσες
υπογράφοντας δικαιοπραξίες υποσχετικές
υπόσχομαι
πως ό,τι στα χρόνια που μέλλει να ‘ρθουνε
ό,τι
οτιδήποτε σου λέω
θα σας το ξεπουλήσω
ζωή και τιμή και αντεθνική υπερηφάνεια
θα τα μεταβιβάσω
θυσία εκτελώντας
στο βωμό του πατριωτικού τουρισμού

όταν η νύχτα ξημερώσει
άπαντα τα υπάρχοντά μου έχουνε δοθεί μισοτιμής
στα κορίτσια με τις ανταυγίζουσες αλογοουρές
που πιάσανε το συνοδό τους από το χέρι
και δια της ερωτικής βίας τον σύρανε στο νησί μου
κακή συνήθεια οι αντωνυμίες που κτήση δηλώνουν κύριε καθηγητά

σου έλεγα ότι με το ξημέρωμα της παλλαϊκής αργίας
της κοιμήσεως της ανύπανδρης μαρίας
στα χρόνια μου βλέπεις οι αιμάτινες απεργίες από αργίες βουλιμικής κατάνυξης αντικαταστάθηκαν
ο πάγκος μου αδειάζει
έδωσα πια ό,τι είχα
ξεπούλησα τα πάντα
καλοκαίρια και χειμώνες και ακτίνες του ήλιου
και υποθαλάσσιους υδρογονάνθρακες που πάνω σε μυθικούς ιππόκαμπους
για τις χώρες του δύοντος ηλίου ταξιδεύουνε
έναν τόπο ολόκληρο ξεπούλησα
σε κείνα τα αγόρια με το τατουάζ του Τσε ακριβώς πάνω στον καλογυμνασμένο βραχιόνιο μυ
αλήθεια σε ρωτάω κάθε αύγουστο και απάντηση δεν παίρνω
γιατί του Άρη τη ζωή δεν μας μάθανε ποτέ οι δάσκαλοι

ξημερώνει σεπτέμβρης
ο μήνας που πάντα γρήγορα έρχεται κι ύστερα πάντοτε ξεχνά να αποχωρήσει
ξημερώνει φθινόπωρο λέω
και ήρθε πια ο καιρός τον πάγκο του ξεπουλήματός μου να μαζέψω
θα ζήσω τον χειμώνα μου
τρώγοντας περήφανες συμφωνίες σωτηρίας

μια μόνο απέλπιδα ερώτηση μομφής και δυσπιστίας σε όλους σας απευθύνω

γιατί φορώντας το ρούχο του σοσιαλισμού
τις σάρκες μου σταυρώσατε
και στον αιώνιο χειμώνα των τραπεζών με καταδικάσατε;

Advertisements

άνοδος των μυρίων, η

1208747_10200888393947007_499785804_n

 

Άκου. Άμα είναι να πούμε αλήθειες τότε να μην φοβηθούμε. Άκουσέ με. Μην κοιτάς που χαμογελάω όλη μέρα σαν ηλίθια, μην κοιτάς που σου γελάω συνωμοτικά και σου λέω δεν έχω κάρτα, θα σου κάνω αναπάντητη όταν έρθω- άλλο που εσύ, κανενός παπά ευαγγέλιο, πήγες και μου αγόρασες μονάδες για να έχω στο κινητό- το νιώθω πως πάμε κατά διαόλου. Κάτι αλλάζει προς το χειρότερο. Θυμάσαι που λέγαμε ότι ο πάτος δεν έχει πάτο; Κατεβαίνουμε κι άλλο. Αργά, υγρά, βασανιστικά. Η κάθοδος των μυρίων της εποχής μας και δεν βρέθηκε ένας ιστορικός της προκοπής να την καταγράψει. Ένας πελοποννησιακός και κλείσαμε. Είπαμε να μην το βάλουμε κάτω αλλά ψάχνω να ελπίσω σε κάτι και καταντάω να ακούω έξω φωνή τους Κερκυραίους που ξημεροβραδιάζονται ανάμεσα στη σύγχυση και το γέλιο και να διαβάζω από την ανάποδη- το πίσω μπρος, αν έχεις το θεό σου– τον Επαναστατημένο Άνθρωπο του Αλμπέρ μήπως βρεθεί και κάτι ακόμα για οξυγόνωση. Κανένας δεν ήθελε να τελειώσει ο Αύγουστος και μόνο εγώ ήθελα να γυρίσω στην Αθήνα, με κούρασε η νωχέλεια, να γυρίσω στη δουλειά μου, να σιγουρευτώ ότι ακόμα έχω δουλειά, ο ένας απολύθηκε, ο άλλος ετοιμάζεται για έξω, ο τρίτος θα δουλεύει πια τρεις μέρες και τις υπόλοιπες θα αναρωτιέται γιατί ανέβηκε η μυωπία του τρεις βαθμούς μέσα στο Μετσόβιο τόσα χρόνια, ρε στραβώνει το πράγμα ολοένα και πιο πολύ, δεν το βλέπετε; Κι ύστερα βγαίνεις μια βόλτα στις γειτονιές το σούρουπο και βλέπεις κόσμο στα μαγαζιά, χαμός, φέρε μπύρες να πιούμε, έχει ο θεός, μαλάκα μου αλήθεια έλεγε ο άλλος, λεφτά υπάρχουν, και πιο πολύ από όλα με πειράζει που ακόμα πιστεύουν σε θεούς και δαίμονες όλοι αυτοί οι άνθρωποι, κι άμα τους πεις λίγο στην πλάκα λίγο σοβαρά πως πάνω από τα σύννεφα είναι τα αστέρια, πιο πάνω η στρατόσφαιρα και πιο κει άλλα σύμπαντα, αλλά τίποτα το θεϊκό γιατί θεοί είμαστε μόνο εμείς οι ίδιοι, ο θεός κατάγεται από τον πίθηκο ρε μάγκες, σε στήνουν στον τοίχο και σε πυροβολούν, πάει αυτή αποτρελάθηκε, κάπου έχει μπλέξει. Δεν αντέχουν μάτια μου οι άνθρωποι να νιώσουν πως είναι μόνοι, οι μόνοι υπεύθυνοι για τη ζωή τους, κλείνουν τα μάτια στην αλήθεια, καλά όλοι το κάνουμε αυτό δε λέω, αλλά καμιά φορά που ανοίγω τα μάτια μου ορθάνοιχτα στην καταιγίδα μετά τον τρόμο έρχεται η απελευθέρωση, αλήθεια σου λέω, δοκίμασέ το έστω μια φορά, είναι ωραίο, σα να κάνεις έρωτα φαντάσου.

Ωραία και τα νησιά και οι θάλασσες και τα τοπία και τα φαγητά αλλά εγώ φέτος έψαχνα για [α]γωνίες. Κοιτούσα τους ανθρώπους στα μάτια, λαχταρούσα να δω την αγωνία στο βλέμμα τους, γιατί από την αγωνία γεννιέται ο ελεύθερος, από τη γωνία ξεπηδά η ιδέα και η σκέψη, μην τα στρογγυλεύετε όλα ρε παιδιά, άμα έχεις γωνίες μαθαίνεις να είσαι ευλύγιστος, άμα είσαι στρογγυλός κουτρουβαλάς από τις κατηφοριές αδιάφορα και μόνο ο θάνατος σε σταματάει κι ούτε που νιώθεις πόνο ή χαρά, απλά κατρακυλάς. Στις εσοχές και τις εξοχές σου είναι που πληγώνεσαι, κι άμα πληγώνεσαι παλεύεις να επουλωθείς, κι άμα μαθαίνεις να παλεύεις μαθαίνεις να νικάς.

Είπαμε, θα σου πω αλήθειες. Με κυριεύει ο φόβος πολλές φορές, όχι τις νύχτες, οι νύχτες με αγαπάνε γιατί τους χαρίζομαι, αλλά είναι κάτι πρωινά που φοβάμαι, οδηγώ και σκέφτομαι γιατί να μην υπάρχει και έκτη και έβδομη ταχύτητα, ο συμπλέκτης σταματάει στην πέμπτη και μετά τι; Δεν υπάρχει τίποτα άλλο μετά, κι αυτό είναι που με κάνει να κλαίω, η ανυπαρξία του μετά.

Η πιο μισητή λέξη της δεκαετίας είναι η λέξη μέλλον. Τη φοβόμαστε γιατί την καταστρέψαμε. Κι αυτή μας εκδικείται γιατί της στερήσαμε το λόγο ύπαρξης.

Κι έτσι τι κάνουμε οι άνθρωποι; Ξαναγυρνάμε πίσω. Στον κουβά του παρελθόντος. Κι ούτε μαθαίνουμε απ’ αυτό, ούτε το αγαπάμε, ούτε συμφιλιωνόμαστε. Αναμασάμε τις ίδιες έχθρες ξανά και ξανά, ξανανάβουμε φωτιές από χρόνια σβησμένες μπας και νιώσουμε λίγη ασφάλεια, την οικειότητα του ξανά και ξανά καμένου δάσους. Δεν μας νοιάζει που είναι καμένα τα δέντρα, φτάνει που ξέρουμε πώς είναι, το έχουμε ξαναζήσει, παίζουμε στο γήπεδό μας. Μα για αναδάσωση ούτε λόγος.

Κοίτα δεν σου κρύβομαι. Φοβάμαι. Είναι που φέτος στο διάβα μου από Αιγαίο και Ιόνιο είδα πολλούς με κάτι σβάστικες στο μπράτσο και κάτι ελληνικές σημαίες- κουρελόπανα, πανάθεμά τα- και με έπιασε μια θλίψη. Συνομήλικοι. Θα μπορούσαμε να πίναμε χυμό μαζί και να γελάμε με τους μαλάκες τους παλιούς που κύλησαν αίμα την Ευρώπη και όχι μόνο γιατί δεν είδαν ποτέ στ’ αλήθεια τι είναι αυτό που τους φταίει στις ζωές τους. Μα τι χυμό να πιεις με βλέμμα κενό απέναντί σου; Κι εγώ πια, έλεος, το στόμα μου δεν ξέρω να το κλείνω, βγαίνω από τα ρούχα μου και παλεύω να εξηγήσω σε αυτιά που δεν ακούνε πια γιατί έχουν βουλώσει οι φλέβες και οι αρτηρίες και οι αδένες από κακία ότι η αγάπη και η ελευθερία θα με στείλουν στον αγύριστο πριν την ώρα μου, ναι το ξέρω ότι η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή ρε βλάκες ηδονιστές, αλλά δεν με νοιάζει αν είναι μικρή ή μεγάλη, με νοιάζει να είναι όμορφη.

Κι από ειρωνεία; Πού να στα λέω. Πόσες φορές άκουσα και φέτος από φίλους και γνωστούς και συγγενείς και αγνώστους και εχθρούς για τις βλακείες που κάθομαι και γράφω, για τις χαζές μου τις ιδέες, για τα όνειρά μου που είναι τόσο μα τόσο ηλίθια, μια χαρά κορίτσι είσαι, έχεις τη δουλίτσα σου, έχεις τις σπουδές σου, θα κάνεις κι έναν καλό γάμο κι όλα τα άλλα να πα’ να γαμηθούν, τι τα θες και τα σκαλίζεις μωρέ όλα αυτά, εμείς διαβάζουμε ό,τι λες και γελάμε πολλές φορές, μην ασχολείσαι και μην πωρώνεσαι, ούτε στη δουλειά σου κάνει καλό αυτό, και μέσα σε όλα αυτά ένας πατέρας που μου χαμογελάει συνωμοτικά, μην σταματήσεις να γράφεις μου λέει, κι εγώ σηκώνω και πάλι κεφάλι, εντάξει, ήσουν ποτέ με τις πλειοψηφίες για να είσαι και τώρα ή νοιάστηκες ποτέ αν σε λένε τρελή και αλλοπαρμένη; Άστους μωρέ. Ου γαρ οίδασιν.

Χαμόγελο.

Εντάξει τώρα που στα είπα πάνω κάτω νιώθω καλύτερα.

Εξάχνωση φόβου θα το ονομάσω το φαινόμενο.

Καλύτερα είμαι, αλήθεια σου λέω.

Ε γι’ αυτό μάλλον γράφω. Για να ξορκίσω το φόβο, που θα ‘λεγε και κάποιος χριστιανός.

Κερνάω όνειρα, ψήνεσαι;

 

δέκα καθέτως

182390_4400739891533_1862133994_n

άκουσε // δεν βιαζόμαστε να φύγουμε βαρκάρη // ευχόμαστε να κρατούσε για πάντα αυτό το δεκαήμερο βλέπεις // μόνο που αν κρατούσε παραπάνω για κάτι άλλο θα νιώθαμε δίψα κατόπιν // θηρία ανήμερα // ανικανοποίητα // υπό διαρκή ταλάντωση // το γραπτό μας μηδενίζεται στη φυσική

φώναξε η ζωή σου χάνεται πάει // ανάθεμά τες για πορείες // το αιώνιο τίποτα της απογοήτευσης // όλο την αλλαγή να κυνηγάμε κι όλο αυτή να μην μας κάθεται // σαν κάτι γυναίκες που τις κυνηγούν διαρκώς οι άντρες κι ας ξέρουν πως ποτέ δεν θα γίνουν δικές τους // τους αρκεί θαρρείς η θήρευση // να πάρω μαζί μου κι έναν καβάφη τώρα που το ‘φερε η κουβέντα // τα άπαντα θα πάρω // είναι ανακουφιστικός

αγέρα να ‘σαι τιμωρός να ‘σαι και παιχνιδιάρης // σε τούτα τα νησιά φυσάει πάντα // τα κορίτσια δεν φτιάχνουν τα μαλλιά τους // γνωρίζουν το ανώφελο // όλοι πουλάνε εσάρπες κι όλοι αγοράζουν κάτι να ρίξουν απάνω τους // ο αέρας καταντάει ενοχλητικός // φλερτάρει με τη θάλασσα κι εκείνη του θυμώνει // άσε με ήσυχη πια // του φωνάζει με παράπονο στη φωνή // μου διώχνεις τον κόσμο κι εγώ στέκομαι εδώ μόνη και περιμένω τους ανθρώπους μου τόσους μήνες // έχεις σκεφτεί ποτέ ότι η θάλασσα μπορεί να σε λαχταράει πιο πολύ από ό,τι την επιθυμείς εσύ; // της λείπουμε

οι τελευταίες μέρες του αυγούστου με βρήκαν ξαπλωμένο σε αγκάθια // πόσα τραγούδια γράφτηκαν για το μήνα με το ομορφότερο φεγγάρι // συνήθως το έβλεπα από το μπαλκόνι ή από την αετόσταση // φέτος θα ερωτευτώ // πλάκα μας κάνεις // πάνε χρόνια από τότε που ερωτεύτηκες αληθινά // φτάνω τα τριάντα και καταλαβαίνω το αυτονόητο // δεν είμαι ρομαντική // ποτέ δεν ήμουν // τι θα διάλεγες ανάμεσα στον ήλιο και το φεγγάρι

μια λέξη μου λείπει μόνο // το δέκα καθέτως // πέντε γράμματα // το ένα νεκρό // να συναντήσεις τους νεκρούς σου και φέτος // να τα πείτε // πώς περνούν // σε σκέφτονται // άραγε να κλαίνε οι πεθαμένοι // μια λέξη σου λέω και λύθηκε το σταυρόλεξο // το καλοκαίρι είναι σταυρόλεξο // ούτε θάλασσα // ούτε ούζο // ούτε ήλιος // ούτε καρπούζι // ούτε αγάπη // ούτε νησιά // ούτε βουνά // μόνο λέξεις που σταυρώνουν η μία την άλλη // χάνομαι στα ασπρόμαυρα κουτιά // μπαμπά βοήθησέ με

αν δεν χωράς πουθενά // έκλεισα εισιτήριο // αν δε χωράς μέσα σε μια άθλια πατρίδα // πουτάνα ολκής // το καράβι λέει δεν έχει κενές θέσεις // μη σε νοιάζει // θα ταξιδέψουμε με το πειρατικό του κάπταιν τζιμ // εκεί βρίσκεις πάντα θέση // φτάνει να ξέρεις να παραπατάς // πού θα πάει θα ξεκολλήσει // ναι πήρα και καββαδία μαζί μου // μην ανησυχείς // τόσα χρόνια που ταξιδεύει ο άντρας σου στους ωκεανούς σου τηλεφωνεί και σου διαβάζει καββαδία από την άλλη άκρη της γης κι εσύ κλαις // τόσα χρόνια από ευτυχία // να κλαις από ευτυχία τι ευτυχία ρε συ

κόκκινα σύννεφα στον ουρανό κι εσύ γελάς // θα έρθω να σε πάρω από το λιμάνι και φύγαμε κατευθείαν για την πλατεία // δύο καφέδες τέσσερα πακέτα τσιγάρα και ιστορίες από τότε που ήμασταν παιδιά // μου έλειψες // να πάμε με το αμάξι και στον άη-σπυρίδωνα // και να ακούμε έξω φωνή τις ιστορίες με τα μπλε λεωφορεία και να ουρλιάζουμε μόνοι // εκκωφαντικές οι σιωπές που έχουμε ζήσει παρέα

δώδεκα μέτρα από την πόρτα σας // κατεβαίνω με το κορσάκι την ηρακλείου // λιγοστός φωτισμός // κανένας πεζός // στα καταστήματα η λέξη εκπτώσεις γραμμένη με κάθε πιθανή γραμματοσειρά // με όλα τα χρώματα // γραμμένη ίσια // γραμμένη ανάποδα // προλάβετε τις προσφορές // είναι θλιβερή λέξη η έκπτωση // στρίβω αριστερά στο φανάρι // στα δεξιά μου η εφορία // στα αριστερά μου ο αγοράζω χρυσό // ο παράνομος κλέφτης και ο νόμιμος μαυραγορίτης ένθεν και ένθεν του δρόμου // να πάτε να γαμηθείτε // φωνάζω // αφού η μαμά σας το θέλει // να φάμε απ’ το ίδιο καρβέλι // με τη γενιά του ε.α.μ.

καλύτερα να μ’ έλεγαν μαρία και να ‘μουν ράφτρα μες την κοκκινιά // όχι όχι προτιμώ το δικό μου // έκανες την επιλογή σου // τώρα κάνω κι εγώ τη δική μου // καμιά επιστροφή // αναστεναγμός // γαμημένη νοσταλγία // μου πήρες τα καλύτερα βράδια // πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις έναν ποιητή // μέσα σε φάκελο έβαλα προσεκτικά την ψυττάλειά μου // το καλή αντάμωση στα γουναράδικα έγινε καλή αντάμωση στα ξερονήσια // ένας φαύλος κύκλος είμαστε // ποιος θα τον σπάσει // θα ζω άραγε για να το δω

φεύγουμε // και μαζί // και ο καθένας μόνος // ναι φεύγουμε τώρα // μόνο να τελειώσω το γρίφο μου // μια μόνο λέξη μου λείπει σου λέω // το δέκα καθέτως // πέντε γράμματα // ένα νεκρό // δεν έχω ιδέα ποια λέξη είναι // ξέρεις τώρα που το ξανασκέφτομαι // μπορεί να μην είναι λέξη // μπορεί να είναι άρωμα ή τραγούδι ή φιλί

 

δέκα καθέτως πέντε γράμματα το ένα νεκρό

καλή αντάμωση