sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: καναπές

μπαλάντα των απέξω, η

«επιδοκιμάζετε την σημερινήν δράσιν της συμμοριακής σπείρας;»

απόσπασμα από τη διαβόητη δήλωση μετάνοιας της ελληνικής δημοκρατίας


θυμήσου

να κλείσω τα στόρια να κατεβάσω τα βλέφαρα να πέσει το βράδυ βαρύ στους ώμους μου να με ζεστάνει να κλείσω τα φώτα προτού μου τα κλείσουν αυτοί να καθίσω εδώ μέσα μόνη να σκεφτώ τι να σκεφτώ τίποτα δεν έχω να σκεφτώ να καθίσω στο γραφείο μήνες έχω να καθίσω στο γραφείο να διαβάσω όχι δεν θέλω να διαβάσω να κάνω μουτζούρες όλη νύχτα πάνω στο τζάμι με κείνον το μαρκαδόρο που αγόρασα για να κάνω γκράφιτι να κλείσω κι αυτό ακόμα το φως του γραφείου με ενοχλεί το φως γιατί μου φωτίζει τα σκοτάδια απρόσκλητο στάσου να φέρω ένα κερί καλύτερα ρομαντζάδα και πατάτα βραστή κουράστηκα πια τα παρατάω να μην μιλάω σε κανέναν απαξιώνω τον ανθρώπινο διάλογο κατακρίνω τους αρχαίους δασκάλους η αξία του διαλόγου μηδενική μιλάμε μόνο για να αυτοπροβληθούμε στον έναντι ημών κουράστηκα τόσο είχατε δίκιο όλοι πεινάω κάμποσο καιρό τώρα νόμισα η πείνα θα με αγριέψει νόμισα θα γίνω θηρίο αδάμαστο εγώ και το άδειο στομάχι μου όμως κουράστηκα πείνασα έπεσα σε λήθαργο είμαι δική σας πια δεν κινούμαι μόνο ανοίγω τα στόρια το πρωί έχω το νου μου μην λερωθεί το χαλί αερίζω το πάπλωμα κι ύστερα βυθίζομαι στη λάσπη του τίποτα μέχρι το βράδυ που το κρύο με ξυπνάει από τη νάρκη όχι όχι η πείνα δεν με εξαγρίωσε η φτώχεια με έκανε αυτό που εξαρχής ήμουν κατασκευασμένη να γίνω να μένω σιωπηλή ήρεμη φρόνιμη έχασα όλη μου την οργή στη διαδρομή και τώρα κάθομαι απαλά στον καναπέ φάρδυνε το κορμί μου πήρε το σχήμα της αμαχητί παράδοσης είμαι ένας φίλος του συστήματος καρδιακός κάθομαι και παρακολουθώ το αίμα μου να χάνει το χρώμα του γίνεται απαλό πράσινο ναι ναι πράσινο το χρώμα της ελπίδας θυμάστε δεν αντέχουν τα μάτια μου στο φως με ζάλισε τούτο το κερί με κούρασε τούτη η ζωή παραδίνομαι εντάξει έχετε δίκιο μόνο μην με αναγκάσετε να μιλήσω σε κανέναν ποτέ ξανά φέρτε μου εκείνο το χαρτί να το υπογράψω απλά ύστερα αφήστε με να βυθιστώ μόνη στην εξορία μου μην με ξαναστείλετε πίσω στη ζωή γιατί δεν θα αντέξω να βλέπω την ήττα ζωγραφισμένη στο βλέμμα του αδέσποτου σκύλου της παλιάς μου γειτονιάς μάνα με θέλεις πίσω να με ταΐζεις να με πλένεις να μου χώνεις στην τσέπη τρία κέρματα για να πιω καφέ να με αγαπάς να με κοιτάζεις και να αναρωτιέσαι για το μέλλον μου με νευριάζει τούτο το γραφείο το έχω από τότε που ήμουνα μαθήτρια και όλα πήγαιναν καλά ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα θα βγω στη βροχή στο ασκούπιστο μπαλκόνι και θα το πετάξω κάτω και το γραφείο και την καρέκλα ποτέ άλλωστε δεν μπορούσα να χωρέσω σε μια καρέκλα θα το πετάξω να βρει στο κεφάλι κανέναν πρώην εχθρό γιατί τώρα πια υπογράφω να δείτε μετανοώ υπαναχωρώ και εχθρόν ουκ έχω είστε όλοι φίλοι μου σε τούτον τον πουλημένο από τα αποδυτήρια αγώνα γιατί κουράστηκα και πεινάω και διψάω και το νερό της βρύσης μου δεν πίνεται και τυλίγω αμπελόφυλλα σε χαρτοπετσέτες και τα καπνίζω και ύστερα ζαλίζομαι τόσο που δεν βρίσκω τον καναπέ μου και σωριάζομαι στο πάτωμα και σφίγγω τα δόντια για να έρθει κάποιο όνειρο για παρέα αλλά τα όνειρα είναι για τους αμετανόητους και όχι για τα ανθρωπάκια σαν και του λόγου μου κι έτσι τέρμα τα όνειρα τέρμα το πόσιμο νερό τέρμα οι νύχτες και οι μέρες και οι ζωές μια δήλωση έσχατη να κάνω πριν σβήσω και αυτό ακόμα το κερί απόψε δεν θα καθίσω στον καναπέ θα κοιμηθώ με τα μάτια ανοιχτά καθιστή σε μιαν άβολη καρέκλα θα κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά μέχρι να κλάψουν ακουσίως θα θυμηθώ όλα αυτά που με δημιουργήσανε ό,τι έζησα ό,τι δεν τόλμησα να κάνω όσους στέκονται ακόμα εδώ και παλεύουν όσους υπογράψανε τη μετάνοιά τους και τώρα ζούνε τρισευτυχισμένοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στρουθοκάμηλων θα κάνω νοητό αντιχριστιανικό μνημόσυνο για τα κορμιά που κείνται στο καταγάλανο αιγαίο γιατί φταίξανε που θελήσανε να ζήσουνε κι ύστερα ποιος ξέρει ίσως σηκωθώ από την άβολη καρέκλα ίσως ανάψω μέρα μεσημέρι όλα τα φώτα του σπιτιού και του κτιρίου ολόκληρου και φωνάξω ελάτε να τα σβήσετε μόνοι σας κόψτε μου το ρεύμα κόψτε μου το φαγητό κόψτε μου βρώση πόση αέρα πάρτε πνευμόνια συκώτια μάτια αλλά όχι βλέμματα κάποια δήλωση ήθελα να κάνω αλλά την ξέχασα δεν έχει πια καμία σημασία τίποτα δεν έχει σημασία μόνο η μνήμη που αναζωπυρώθηκε απόψε ξύπνησε το θηρίο όχι από φτώχια όχι από πείνα όχι από απόγνωση απλά να θυμήθηκα το μέλλον που έρχεται κατά πάνω μας και λέω να είμαι παρούσα όταν έρθει έρχεται σας λέω ακούστε με έζησα στο σκοτάδι των κεριών κι έτσι ξέρω πως το φως έρχεται όχι τα αμπέρ που δεν πληρώνουμε αλλά εκείνο το άλλο το ελευθέριο φως που κοντέψαμε να το ξεχάσουμε ότι υπάρχει υπάρχει ρε υπάρχει ξεκινάει από τα κορμιά μας φτάνει στον ορίζοντα και καταλήγει σε μιαν έκρηξη φαντασμαγορική έσβησα το κερί μου τρέμω από φόβο κι από κρύο αλλά θυμήθηκα ζωντάνεψα τα χείλη μου κινήθηκαν φιλώ το τζάμι του γραφείου γεμίζω σκόνες τα χαλιά σκάβω το πάτωμα θάβω τον καναπέ και ξεκινώ πορεία προς τα εκεί που προορίζομαι μετά βασάνων όρθια να φτάσω·

ελάτε

*φωτό από niwse

Advertisements

sangria, ποτήρια, δύο

οι κουβέντες σας
στον καφέ του απογεύματος
περισσεύουν
μπροστά στο λυγμό της ζωής
μιλάτε για την ελλάδα της κρίσης
δαγκώνοντας με ηδυπάθεια το πολύχρωμο καλαμάκι του καφέ
αλήθεια ποια χώρα να ‘ναι αυτή
την ώρα που ένας πατέρας
βαμμένος το γκρίζο του πολέμου
τυλίγει το μωρό του με μαύρες σακούλες σκουπιδιών
γιατί βρέχει ασταμάτητα στο νησί που τον έριξε ο αριστοφάνης
μεγάλες μαύρες ασφυκτικές σακούλες
σαν εκείνες που χρησιμοποιείτε για να ξεφορτώνεστε την υπερεργασία που ξεχειλίζει από το κορμί σας

οι άρχοντές σας συνεδριάζουν τούτη την ώρα διεθνώς
αποφασίζοντας ότι οι πρόσφυγες την αναπτυσσόμενη δυστυχία των χωρών τους παρακωλύουν
κι έτσι τρόπο ψάχνουν
για να μην τους γράψει η ιστορία ως φονιάδες των λαών

κι εσείς συνεχίζετε να συνομιλείτε ελαφρά
γέρνω την καρέκλα πίσω
ψάχνω να βρω των ματιών σας τις κόρες
− τι διάβολο, δεν συστέλλονται ποτέ από ντροπή
και μη νομίζετε πως καμώνομαι ανωτερότητα εν συγκρίσει με εσάς
εδώ είμαι κι εγώ
πίνω το κρασί μου ρουφώντας αμερικάνικο καπνό
πατώ πάνω στα εφευρήματα της κεφαλαιοκρατίας
ανανεώνω το κραγιόν μου
κι αναρωτιέμαι
ποία η λύσις για τα παραπάνω κιλά του αυγούστου

όμως δεν μιλώ
πού και πού σου σφίγγω το χέρι
αναζητώ την αγκαλιά σου
ξανανάβω τσιγάρο
με πιάνει πανικός
ο πατέρας ανοίγει τη μαύρη σακούλα της ασφυξίας
αγκαλιάζει το πτώμα του γιου του
που αγνοείται ήδη από το πρωί
σε κείνο το νησί συνεχίζει να βρέχει
να βρέχει θάνατο

βρέχει θάνατο γύρω μας παντού
κι εμείς πιάνουμε τα μαλλιά μας
μην τύχει και ποτίσουν την οσμή του κορακιού
μετράμε κέρματα για ένα ακόμα ποτήρι κρασί
πλέκουμε όνειρα παχιά για το φτωχό μας μέλλον
φτιάχνουμε τεράστιες βαρετές παρέες
καθόμαστε σε λίβινγκ ρουμ φτηνιάρικα
κι εκεί
στην πρώτη ερώτηση του επιδαπέδιου παιχνιδιού
απαριθμείστε όλα τα επισήμως καταγεγραμμένα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας
στεκόμαστε βουβοί
καθώς τεράστιες νάυλον σακούλες σκουπιδιών
πέφτουν απ’ το ταβάνι του σπιτιού
πνίγοντας με φτηνό ισπανικό κρασί
την αναίτια ύπαρξή μας
δια παντός

λεφτεριά, η*

θέλω να γίνω κανονική. θέλω να είμαι κανονική. θέλω να χωρέσω κάπου κι εγώ. να βουλιάξω στον καναπέ. να παρακολουθήσω τρία σήριαλ αυτή τη χρονιά. θέλω να μάθω μαθηματικά. πάλι. αφαίρεση αφαίμαξη άφεση. θέλω να χωρέσω σε μια καρέκλα γραφείου επιτέλους. θέλω να καπνίσω γυναικεία τσιγάρα. θέλω να φωτογραφίζομαι πίσω από το λευκό μου κρασί. μπροστά από το κόκκινο κραγιόν μου. θέλω να νοικιάσω ένα νυφικό γεμάτο πέρλες. να σε νοικιάσω κι εσένα και να σου δώσω για εγγύηση την αγάπη μου. να σε σύρω στην φαρμακολύτρια ενώπιον ψαλτάδων και να σου πατήσω το πόδι την κατάλληλη στιγμή. κι ύστερα στου παιδιού μου τη χαρά έσφαξα ένα κοτέτσι ολόκληρο. θέλω να σας κοιτάζω να σφάζετε κόκορες. θέλω να ζήσω κανονικά. θέλω να οδηγήσω ένα καινούριο μεταχειρισμένο αμάξι με υδραυλικό τιμόνι. θέλω να ανήκω κάπου μαζί σας. να μιλάμε για τα ίδια πράγματα. να κλαίμε με τις βαριές ταινίες. τις ακαταλαβίστικες. να έχω τις αγωνίες σας. θέλω να συζητάω ήρεμα για το ποτάμι του μπόμπολα. να μην μου τινάζονται οι φλέβες στο πρόσωπο. γυναίκα είμαι, τι στο διάολο ασχολούμαι. θέλω να μην με λέτε σκληροπυρηνική. θέλω να ξεσπάω οδηγώντας. να γράφω ποιήματα για την ικαρία. κανένα μακρονήσι. καμία λαμπεντούζα. να κλαίω για τα παιδιά στην αφρική, στη σρι λάνκα, στη συρία. μέχρι να πατήσουν το πόδι τους εδώ τα κωλόπαιδα. θέλω μετά να με ενοχλούν. θέλω να αποδεχτώ τον βορίδη. θέλω να ονειρεύομαι τον τσίπρα πρωθυπουργό. θέλω να αρκούμαι. να ψάξω για γαμπρό με σπίτι και αμάξι. να μην με νοιάζει κανένα ηλίθιο όνειρο. να ονειρεύομαι τις νύχτες και όχι όταν περπατάω στο δρόμο. μαλακισμένες ονειρώξεις. να βλέπω δόντια να μου πέφτουν και μωρά να γεννιούνται. όνειρα κανονικά. με κούρασα πια. θέλω να μην είχες πεθάνει δύο μέρες μετά τα χριστούγεννα. με έπνιξα. δεν ανήκω πουθενά. είμαι τόσο μόνη όσο και ένας πεθαμένος. θέλω να με πληγώνει μόνο ο θάνατος. θέλω να ανάβω ένα κερί στην εκκλησία. θέλω να φοράω κολλητά παντελόνια. θέλω να δείχνω το στήθος μου. γυναίκα είμαι ρε αδελφέ. θέλω να σφυρίζω μόρτικα. να με καίει μόνο πόσα έχω στο πορτοφόλι μου. θέλω να πεταρίζω τα βλέφαρά μου με θηλυπρέπεια. θέλω να δακρύζω όταν ακούω τον εθνικό ύμνο. θέλω να γίνω κανονική. θέλω να ζήσω κανονικά. θέλω να βρω μια γωνιά να πεθάνω ήσυχα. θέλω να με καταθλίβουν οι γιορτές. θέλω να μην γεμίζω με άγρια χαρά για ό,τι καινούριο έρχεται. θέλω να διαβάζω με ψυχραιμία τις ειδήσεις. να μην με νοιάζει ο διπλανός. θέλω να αγαπήσω αυτή τη χώρα. θέλω να αγαπήσω τις βρώμικες θάλασσες της αττικής. θέλω να ξεχάσω τα πράσινα νερά του νησιού για πάντα. θέλω να ζήσω κανονικά. να μην ξαναγράψω. γράφω τα ίδια και τα ίδια. νόμιζα πως θα νικήσω τον καρκίνο με το γράψιμο. πως θα διώξω τα κονδυλώματα. πως θα ηττηθούν τα πνευμονικά οιδήματα. νόμιζα πως σώπα, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες. πολιτιστική επανάσταση. γαμημένε σοσιαλισμέ. θέλω να πηγαίνω μέχρι το σούνιο. όχι στο λαύριο. ποτέ ξανά στο λαύριο. ποτέ, μ’ ακούς; να θαυμάζω τους αρχαίους ναούς. όχι τα σύγχρονα νεκροταφεία. θέλω να με ραίνουν με γαρύφαλλα από νεκροταφεία την ώρα που θα χορεύω ζεϊμπέκικο. να ‘χω βγάλει τις γόβες μου. κι αυτό να είναι η επανάστασή μου. με κούρασα. θέλω να πατήσω στη γη και να μην ξανακουνηθώ ποτέ. ρεαλισμός. θέλω να ζήσω παρέα με τα απρόσωπα ρήματα. θέλω να γίνω ένα απαρέμφατο. να ζήσω μια ζωή κλεισμένη μέσα σε μια μετοχή παθητικής φωνής. να παθαίνω ζημιές. να είμαι το θύμα του συστήματος. να μην φταίω ποτέ για τίποτα. θέλω να μην σε είχα ερωτευτεί. να δίνω λεφτά σε πέντε ασφαλιστικές εταιρείες για παν ενδεχόμενο και πάλι να νιώθω ανασφάλεια.

θέλω να ζήσω κανονικά. αναίμακτα. βολικά. τραγανά.

ζήτω η κανονικότητα ρε κουφάλες*

qui tacet consentit

όλοι εμείς
που προσπερνάμε βιαστικά τις κηλίδες αίματος στο δρόμο
που καταδικάζουμε τον πόλεμο μέσα σε σχολικές αίθουσες
που βγάζουμε πύρινο κήρυγμα κατά της βίας μέσα σε εκκλησίες

όλοι εμείς
που νομίσαμε ότι οι σειρήνες ηχούν μακριά μας
που πουλήσαμε την αξιοπρέπεια για την ασφάλεια
που αγοράσαμε μισοτιμής τη μισανθρωπιά

όλοι εμείς
που βουλιάξαμε σε έναν καναπέ μισοκοιμισμένοι
που πετάξαμε από το παράθυρο την αλληλεγγύη
που κάναμε τα παιδιά μας υπάκουους στρατιώτες

όλοι εμείς
που λερώσαμε με αίμα τα αβασάνιστα χέρια μας
που κάναμε σημαία μας τις σοφιστείες των αρχόντων
που κοιμηθήκαμε με υπνωτικά και δεν ξυπνήσαμε ποτέ

όλοι εμείς
που μετράμε νεκρούς λες και είναι κέρματα
που αγωνιούμε για τον καιρό και όχι για τις θάλασσες
που ευγνωμονούμε τους βιαστές μας γιατί μας άφησαν να ζήσουμε

όλοι εμείς
που σκεφτόμαστε με οδηγό μια αριθμομηχανή τσέπης
που διώξαμε τα δέντρα για να ζήσουμε στην πολυτέλεια του διοξειδίου
που ψιθυρίζουμε στον καθρέφτη ποιος είσαι εσύ δεν σε θυμάμαι

όλοι εμείς
που κλείσαμε εμετικά τον κύκλο της ανθρώπινης ζωής
που εγκαθιδρύσαμε μια νέα ανθρωπότητα τρόμου
που σπείραμε νεκρούς σε κάθε γη της υφηλίου

να ξέρετε πως πια θεατές δεν είμαστε
παρά οι φρικτοί πρωταγωνιστές της τελευταίας πράξης