sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: καπνός

χρόνια καλά λίαν

τέτοιες ξυπνάδες όμως πέρασι δεν έχουνε σ’ εμάς
τους χριστιανούς. «ανέγνως, αλλ’ ουκ έγνως· ει γαρ έγνως,
ουκ αν κατέγνως» απαντήσαμεν αμέσως

κ. π. καβάφης, ουκ έγνως, 1928

 

όλα βαίνουν καλώς λίαν
προτού ο θεάνθρωπος για ένα νανοσεκόντ ξαναγεννηθεί
στις αγκαλιές των νεοφώτιστων πατεράδων κλαίνε οι αλήθειες

όλα βαίνουν καλώς λίαν
κατεβάσαμε από το πατάρι τα στολίδια της εσαεί γιορτής
κατόπιν ανεβήκαμε μεις κουτρουβαλώντας για να κρυφτούμε

όλα βαίνουν καλώς λίαν
οι πόλεις και τα χωριά βυθιστήκανε στο άπλυτο φως
σε κάθε τζάκι πλούσιο καίει λευκός καπνός ανυπαρξίας

όλα βαίνουν λίαν καλώς
νύχια βαμμένα ποιήματα σκισμένα τσιγάρα σβησμένα
τα ζώα της φάτνης μάς ζέσταναν τα συσπασμένα μέτωπα

όλα βαίνουν καλώς λίαν
στολίστηκαν τα βλέφαρά μας την ένδεια της ζωής μας
φωτιά στους μάγους τροφή στα ζώα κρεμάλα στον ηρώδη

Advertisements

από τα μαλλιά

11224372_925604850842663_3032113991148043313_n

τύλιξε τα χέρια του ήρεμα γύρω από το λαιμό
άναψε το προτελευταίο τσιγάρο
πόσο μακριά του φάνηκε τώρα το περίπτερο
πόσο μακριά ήταν όλα τα περίπτερα της πόλης
καθώς η ανάσα του λιγόστευε
θυμήθηκε τις τελευταίες τους κουβέντες
υπόσχομαι της είχε πει
να κλαίω όταν θα κλαις
και υπόσχομαι ακόμα
να συνεχίσω να κλαίω όταν εσύ θα γελάς
εκείνη δεν απάντησε
της ξέφυγε μόνο ένα πνιγμένο χαμόγελο
άλλαξε το σταθμό στο ραδιόφωνο
ανακάτεψε τα παγάκια στη λεμονίτα της
κι ύστερα ντύθηκε αργά και βασανιστικά
τελευταία τους κουβέντα το πνιγμένο της χαμόγελο
κι έτσι τώρα εκείνος τύλιξε τα χέρια γύρω από το λαιμό
άφησε ένα τελευταίο τσιγάρο άκαπνο να τον θυμίζει
και αποφάσισε να φύγει έτσι πνιχτά
όπως έφυγε χθες εκείνη
με το άρωμα που αφήνει στον αέρα ένα χαμόγελο πνιγμένο
και με την κραυγή που αφήνει στο δωμάτιο μια απόγνωση πηχτή

 

φωτογραφία: niwse

η μπαλάντα των αντίχριστων

μια εντύπωση. νιώθω σα να χτίζω εκεί που δεν στεριώνει τίποτα.
μια εμμονή. συνεχίζω να προπαγανδίζω ιδέες ασαφείς.
μια ανάγκη. αυτιστικά αναζητώ τον μέγιστο κοινό διαιρέτη στο ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο
ν. α.

10406469_10203200208180918_8672930402534808982_n

κάτι λίγες ελάχιστες στιγμές
που η μπύρα έχει αλλιώτικη γεύση
κάτι σπάνιες αγαπημένες νύχτες
που οι άνθρωποι κλαίνε παρέα εξ αποστάσεως
κάτι πρωινά που περιμένεις ανυπόμονα το κουδούνι να χτυπήσει
που ο ταχυδρόμος σου φέρνει ανεπίδοτη επιστολή
κάτι μεσημέρια φθινοπωρινά και ηλιόλουστα
που το γράμμα σου βρήκε ύστερα από χρόνια τον παραλήπτη του

μου μυρίζει αλλιώτικα απόψε ο καπνός
όχι αμερικάνικος ούτε ελληνικός
απόψε καπνίζω κάτι που ‘ρθε από κείνη τη γη
που δεν υπάρχουνε σύνορα
που όσοι αγαπιόμαστε καθόμαστε παρέα στο μπαλκονάκι
με τις αλυσίδες μας σπασμένες

αν η ζωή είναι κρασί
εμείς διαλέγουμε τις χρωστικές που θα της δώσουνε το χρώμα
διάλεξα πάντα το μαύρο της οργής και το κόκκινο της αγάπης
κι ύστερα έμαθα πως είναι κι άλλοι σαν εμένα εκεί έξω
που δακρύζουνε συχνά και βρίζουνε το θεό ακόμα πιο συχνά
όχι γιατί τον μισούν αλλά γιατί τον θεωρούν δικό τους άνθρωπο

αυτή είναι η διαφορά
οι αντίχριστοι νιώθουμε τον ναζωραίο δικό μας
γείτονα, εραστή, φίλο, ξάδερφο, επαναστάτη

υπάρχουνε άνθρωποι που γεννήθηκαν χωρίς να κλάψουνε
αλλά έχουνε πάντα μια συγκίνηση στα μάτια
τίποτα πιο ερωτικό από τα υγρά βλέμματα
κι ας πουλάνε σαν τρελά τα πορνό με τα υγρά κορμιά

αλλιώτικη γεύση έχει απόψε ο λυκίσκος
αλμυρή μπύρα και γλυκά δάκρυα
για έναν κόσμο που πρέπει να αλλάξει
γιατί άλλο δεν μας έμεινε να κάνουμε πια
φτάσαμε στην εσχατιά του ψέματος
τελειώσανε οι προφάσεις
αδειάσανε τα πτυελοδοχεία των εξηγήσεων
σπάσανε οι αμφορείς της πολυλογίας
και γκρεμίστηκαν τα αυθαίρετα της αδικίας

ίσως πάλι να πιστέψετε πως σάλεψα
ίσως πάλι αύριο πρωί πρωί
εισαγγελική παραγγελία να δοθεί
διατάσσει τον εγκλεισμό σε ίδρυμα ευαγές
καθώς η κατάστασις κρίνεται ιδιαιτέρως κρίσιμη για τη ζωή της
καταδικάστε με στην εσχάτη των ποινών
διατάσσει υποχρεωτική εικοσιτετράωρη παρακολούθηση
προγράμματος ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού
και κατόπιν ενέσεις πολιτικής αισιοδοξίας εν αναμονή του μεσσία
όμως μη λησμονήσετε
όταν εγώ εδώ δεν θα ‘μαι
πως παρέα με τον κεμάλ νέα απόφαση ελάβαμε
πως έφτασε η ανεπίστρεπτη στιγμή
να αλλάξει ο κόσμος άρωμα υφή οσμή και γεύση

ομφάλιοι της αγάπης, οι

τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα να ξέρεις πως σου τα ‘χω φυλαγμένα

14437_1232770414276_3212409_n

λες να μην ξανακοιμηθώ ποτέ; πέρα δώθε στο δωμάτιο όλη νύχτα. πέρα δώθε. καπνίζω κι ύστερα το βλέμμα μου ξεχνιέται στους θορύβους της νύχτας. οι γάτες της γειτονιάς κλαίνε σπαραχτικά ζητώντας το ερωτικό τους ταίρι, οι τέντες κουνιούνται ελαφριά από το αεράκι, ο καπνός μου υψώνεται ως το ταβάνι του δωματίου κι ύστερα πάει και κάθεται στο τζάμι της κορνίζας πάνω στο κομοδίνο. μια φωτογραφία που είχαμε βγάλει πριν από χρόνια, θυμάσαι; στη μέση η μικρή και τριγύρω της οι τέσσερις μας. δίχτυ προστασίας. ανάβω το επόμενο τσιγάρο. πού να ξεχαστώ και πώς. στο διπλανό δωμάτιο σε ακούω. δεν κοιμάσαι. ακούω την έγνοια σου που ανοίγει την πόρτα του δωματίου όλο ανησυχία. δεν κοιμάσαι; πώς θα σηκωθείς το πρωί να πας για δουλειά; δεν μπορώ να κοιμηθώ. δεν μπορώ να κοιμηθώ πια. νομίζω πως η στάθμη του πατώματος του δωματίου μου έχει κατέβει κάπως. σκάβω τα πλακάκια. αλλά τι ψάχνω να βρω;

δυσκολεύομαι. έχω μια ανάκατη χαρά με θλίψη ομού με ένα ανακατεμένο στομάχι. κι έναν πόνο στο στέρνο. δεν μπορώ να πάρω βαθιά ανάσα. δυσκολεύομαι. δεν σηκώνω το τηλέφωνο σε κανένα φίλο. δεν θέλω κουβέντες. δεν μπορώ να μιλήσω. κλείνομαι μέσα μου. ο εαυτός μου ήταν πάντα η μοναδική μου άμυνα απέναντι στη σκληράδα. στην έλλειψη κατανόησης. στη σκόνη που προκαλούν οι κοινωνικές συναναστροφές. προχθές σου είπα να μου βρεις χαρτόκουτα. μα τι να τα κάνεις, νωρίς δεν είναι ακόμα; απόρησες. πρέπει να μαζέψω τα πράγματά μου, σου είπα. δεν μίλησες. μόνο το βράδυ μπήκες στο δωμάτιό μου και κοιτούσες τριγύρω. τι κοιτάζεις; τίποτα. έτσι να, κοιτάζω τη διακόσμηση. και κάπως σαν να είχες συγκινηθεί μου φάνηκε.

υπερβολικοί σε όλα μας σ’ αυτόν τον τόπο. κι εγώ πιο υπερβολική από την καμπύλη της υπερβολής που κάτι μας δείχνει στα μαθηματικά αλλά μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή. όμως ξέρω ότι ξέρεις. όμως νιώθω ότι καταλαβαίνεις. και τι θλίψη άραγε να κουβαλάς μέσα σου βλέποντας τα παιδιά σου να κάνουν τη διαδρομή σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι κουβαλώντας στην πλάτη χρόνια ολόκληρα διαβάσματος, κόπων, χαρτιά και πτυχία που όσο περνάνε τα χρόνια αντί να βαραίνουν γίνονται όλο και πιο ελαφριά, ίδια με τσιγαρόχαρτα. τώρα πια ίσα που αρκούν για να τα απλώσεις, να στρίψεις πάνω τους λίγο καπνό και να κάνεις ένα τσιγάρο μετάνοιας. και να αναλογιστείς τη ζωή που ζεις.

υπερβολικοί σε όλα μας. κι εγώ πιο συναισθηματική κι από ταινία του γαλλικού σινεμά. δεν θα κλάψεις, σου είπα. απαγορεύονται τα κλάματα. προστακτική έγκλιση. αλλά τι τα θες. οι εγκλίσεις ήταν μια απάτη, κύριε μπαμπινιώτη μου. θυμάμαι εκείνη τη φωτογραφία που ήσουν κοριτσάκι. έπαιρνες το πτυχίο σου από τα χέρια του μπαμπινιώτη. πόσο όμορφη ήσουν. μας εξαπάτησαν που λες οι ρημάδες οι εγκλίσεις. και γω τις είχα μάθει τόσο καλά. μπερδέψαμε την ευκτική με την προστακτική. κι ύστερα διαγράψαμε την οριστική και αποφασίσαμε να ζήσουμε βουτηγμένοι μέσα στην υποτακτική. υποταγμένοι. να, αυτά μου τρώνε το μυαλό. αυτά με εξοργίζουν και κάθε φορά που γυρνάω στο σπίτι ερείπιο βάζω τις φωνές. κλείσε την τηλεόραση, λένε όλοι ψέματα. είναι διορισμένοι υπάλληλοι. ολόκληρη η χώρα υπάλληλος του μπόμπολα. κι εγώ φυσικά. αυτά είναι που δεν αντέχω και αρχίζω να φωνάζω και να βρίζω. φυσιολογικό διάλογο δεν μπορώ να κάνω πια με κανέναν. στο νησί λένε αυτή που έρχεται ξέρουμε ποια είναι. αυτή που στα κείμενά της βρίζει. πώς να μείνω άπραγη; πώς να πηγαινοέρχομαι κάθε μέρα έχοντας αποδεχτεί ότι αυτή θα ‘ναι η ζωή μας πια. δεν μπορώ. το ξέρεις. εξεγείρομαι. είναι κι αυτός ο στίχος του καρούζου που παίζει μέσα μόνιμα στο κεφάλι μου σε επανάληψη τόσους μήνες τώρα. φεύγετε, να φεύγουμε, να αχρηστέψουμε τις πόλεις. προσωπικός εθνικός ύμνος. δεν αντέχω. κι ας μου λες πάντα ηρέμησε, κατέβασε τον τόνο της φωνής σου, μη φωνάζεις, χάνεις το δίκιο σου. ξέρω πως από μέσα σου συμφωνείς. ξέρω πως βράζεις από οργή για αυτό που ζούμε. αλλά βλέπεις, ο ρόλος σου είναι αυτός. πυροσβέστης. βρίσκεσαι σε διατεταγμένη υπηρεσία εδώ και τριάντα χρόνια. να σβήνεις φωτιές. να δίνεις κουράγιο. να ζωγραφίζεις ανύπαρκτες ελπίδες στον τοίχο του σαλονιού. να μην το βάζεις κάτω για να μην το βάλουμε κάτω κι εμείς. κι ας βρήκα καταχωνιασμένα σε μια γωνία της αποθήκης τα βιβλία σου. μαρξ και ένγκελς. κι ας δηλώνεις υπερήφανα πως είσαι κομμουνιστής. θυμάμαι μια φορά που είχες δει πάνω στο γραφείο μου ένα βιβλίο του μπακούνιν. μα, αυτός είναι αναρχικός, μου ‘πες και γέλασες συνωμοτικά. κι ας ξέρεις πως τα πράγματα πάνε κατά διαόλου. εσύ εκεί. να παλεύεις πάντα για το καλύτερο. να δείχνεις πάντα έναν δρόμο πιο φωτεινό που δεν ξέρουμε πού οδηγεί αλλά υπάρχει. το σπίτι μας ένα λιμάνι κι εσύ ο φάρος.

ξέρεις τι μου ‘πε το αφεντικό μου όταν του είπα πως θα φύγω μόνιμα για το νησί; οι άνθρωποι του νησιού σου είναι περιπετειώδεις. ωραίο πράγμα η περιπέτεια. ειδικά για μένα που ζω με το φόβο μήπως κάποια μέρα ξυπνήσω και είμαι ικανοποιημένη και δυστυχής. μήπως χαθώ στη βολεμένη καθημερινότητα. μήπως γίνουν σκόνη τα όνειρά μου. μήπως σταματήσω να αποζητάω κάτι, που δεν ξέρω και πού ούτε και θέλω να μάθω τι ακριβώς είναι.

σου απαγόρευσα το κλάμα αλλά τώρα πια δεν με νοιάζει για τα δάκρυά μου που τρέχουνε με αναίδεια. τώρα ξανάγινα το μικρό κοριτσάκι που ψάχνει το χέρι σου για να το κρατήσει σφιχτά και να διασχίσουμε το δρόμο μαζί. θυμάμαι που μου ‘λεγες πως όταν γεννήθηκα όλα μου τα δάχτυλα τυλίγονταν γύρω από το μικρό σου δάχτυλο. αντικειμενικά δεν ήμουν και πολύ όμορφο μωρό. αλλά εσύ με έλεγες ορτανσία. θα είμαι δυνατή λοιπόν. κόβω τον ομφάλιο λώρο και τον κάνω κολιέ στο λαιμό μου. περήφανο κόσμημα αγάπης για το ταξίδι μου. μαζί θα ΄μαστε παντού.

εμείς θα ζήσουμε, ρε.

κοιτάζω τον ουρανό καθώς ξημερώνει. έρχεται μια καινούρια μέρα και γω νιώθω μια άγρια χαρά που ακόμα δεν το ΄χω βάλει κάτω. και που πάω να δοκιμάσω το καινούριο. σε λίγο πρέπει να πάω για δουλειά. βλέπεις, θα δουλεύω μέχρι και την τελευταία μέρα. έτσι μου ‘μαθες. ότι ο αγώνας είναι αέναος. ότι η ζωή είναι βασανιστική. μου ‘μαθες να είμαι δυνατή. και θα είμαι. φύγαμε για το άγνωστο. το σαλόνι γεμάτο κούτες. όλη μου η ζωή πακεταρισμένη σε κιβώτια. αλλά μέσα μου ό,τι δεν κλείνεται σε κουτιά, δεν τυλίγεται με μονωτική ταινία, δεν ταξιδεύει με φορτωτική. μέσα μου όλα όσα μου έμαθες αυτά τα χρόνια. μέσα μου το βλέμμα σου και το χαμόγελό σου. μέσα μου η ευγνωμοσύνη. μόνο.

σ’ ευχαριστώ.

στους δύο Δασκάλους της ζωής μου,
τον Β. και τη Χ.

ωδή εις το πυρ το εσώτερον

images2

μέσα μου κάτι σπαρταράει

σπάει τα τζάκια και μοιράζει ισάξια τις φωτιές

μισή εδώ μισή εκεί και ολόκληρη δική μας

φωτιά που καίει μα δεν ξεχνά

σπίθα αναμμένη από το μέλλον

με ζέστη από ξύλο δεν ζεσταίνονται οι καρδιές

κι από θεούς μόνο ο πολύτροπος ο προμηθεύς

θυσίασε το δικό του ευ ζην για το επονείδιστο ανθρώπινο γένος

 

πιστεύω πως το λάθος του χριστιανισμού

ήτανε πάνω από όλα

το αγάπα τον πλησίον σου

εγώ τον ξένο αγαπώ

αυτόν που δίπλα μου ποτέ δε στάθηκε

εκείνον που ποτέ μου δε συνάντησα

όποιον με μίσησε μ’ αρνήθηκε με πρόδωσε

όποιον με κούρασε με τσάκισε με πούλησε

 

πλησίον μου κόσμος πολύς

σταυροκοπιούνται και ελπίζουσιν στη μετά θάνατον ζωή

μα σωτηρία χωρίς ζωή δεν είναι σωτηρία

εναποθέτεις την ελπίδα σου στον άνθρωπο

 που βόλτα με τη βάρκα του σε πάει

μα ο βαρκάρης ανέκαθεν φιλάργυρος εδήλωνε

κοστίζουν οι κηδείες φτηναίνουν οι επικήδειοι

στείλτε στεφάνια με κορδέλες μωβ υπέρ της μνήμης αδελφού

 

δεν ξέρω αν χρόνο έχουμε αρκετό

να σώσουμε εαυτόν δια παντός

απ’ την καταστροφή του δράμαλη

του νώε τον κατακλυσμό

του χίτλερ τα στρατόπεδα

της κίνας τα εργοστάσια με εξάχρονους εργάτες

της επαρχίας αρκ τις ανθρωπόμορφες φωτιές

του χρήματος τον πάλλευκο καπνό που ανεμίζει απ’ το βατικανό

 

ίσως ο εαυτός δε σώζεται

η χρήση της προσωπικής αντωνυμίας τώρα αληθεύει

το εγώ υπάρχει γιατί υπάρχει το εσύ

και αν άσκηση ο φιλόλογος μέσα στην τάξη βάλει

θα δεις στην κλίση του εγώ πώς ξεπροβάλλει το εμείς

και άμα δε σώζεται ο εαυτός να σώσεις τον πληθυντικό

γιατί από πλήθος συνέβαινε ανέκαθεν η αλλαγή

όχι μεγάλο· πάντως πλήθος·

 

η θέρμη θέλει άνοιξη και η φτώχεια μας χειμώνα

αυτό που μέσα σου ξυπνά

είναι φωτιά που δεν την άναψε θεός

μια πυρκαγιά που δεν χρειάστηκε τσιγάρο

μια απαλλοτρίωση δασών που δεν ανοίξαν δρόμο σε μπουλντόζες

ένας σωρός με ξύλα που δεν έκαψε βιβλία

μία φωτιά που γέννησε πατρίδες και εξεγέρσεις

σου ‘τυχε άραγε ποτέ, φωτιά που να αναδύει οξυγόνο να αντικρίσεις;

ο δεκέμβρης των τσιγάρων

μετράω τα τσιγάρα μου. προτελευταίο για απόψε. πρέπει να συντονίσω το μυαλό μου. νιώθω πως χωρίς νικοτίνη δεν μπορώ να σκεφτώ. αν υποθέσω ότι το κάθε τσιγάρο κρατάει τρία με τέσσερα λεπτά, έχω στη διάθεσή μου οχτώ περίπου λεπτά. με το σβήσιμο της τελευταίας καύτρας τελειώνει το βράδυ. η πίσσα και όχι ο χρόνος με κυνηγά ανένδοτα. το δικό μου ρολόι μετρά με βάση τις μονάδες μονοξειδίου του άνθρακα που κατακάθονται στα πνευμόνια μου. έχω την επιλογή να ζήσω για λίγο ακόμα όμως. ξέρω πως, τουλάχιστον για απόψε, το δηλητήριο δεν θα με σκοτώσει. πάντα έλεγα πως ο χειρότερος θάνατος είναι εκείνος που έρχεται από ασφυξία. να μην μπορείς να ανασάνεις και να ξέρεις πως είναι οι τελευταίες σου στιγμές πάνω στο έδαφος. ανοίγω το παράθυρο. ο αέρας ξεριζώνει τα δέντρα αλλά όχι τα μυαλά. εύχομαι τα στοιχεία της φύσης να μπορούσαν να καταστρέψουν ιδεολογίες και τρόπους ζωής. γιατί τα δέντρα τι μας έφταιξαν; ποιον πείραξαν; θέλω να βγω από το σπίτι μέσα στη μαύρη νύχτα και να βρω έναν πιστό. μιας οποιασδήποτε θρησκείας. να τον ρωτήσω για το θεό του. γιατί ο θεός σου αγαπάει να σκοτώνει; θα τον ρωτήσω. άμα πεθάνει η μάνα σου θα πεις πως ήταν θέλημα θεού ή η πίστη σου μετράει μόνο για κοριτσάκια από τη σερβία που δεν έχουν λεφτά και πεθαίνουν κάπου μακριά μέσα στη φτώχεια και το δηλητήριο;

έβαλε ψύχρα. κλείνω το παράθυρο. το πρώτο τσιγάρο κοντεύει να σβήσει. γρήγορα στο επόμενο θέμα γιατί η νικοτίνη τελειώνει. πάλι θέλω να βγω από το σπίτι και να σπάσω όλα τα φωτεινά λαμπάκια των δρόμων και των σπιτιών που θέλουν να μου φορέσουν τη χαρά με το ζόρι. η χώρα μου μετατράπηκε σε ένα απέραντο γυμνάσιο θηλέων. αν δεν φορέσεις την ποδιά της υποχρεωτικής χαράς είσαι ένας περιθωριακός παρίας. αμέσως διατάσσεται η αποβολή σου από το σχολείο και η αλλαγή περιβάλλοντος. εξάλλου οι αγγλίες, οι γερμανίες και οι αυστραλίες έχουν ανοίξει την αγκάλη τους και σε περιμένουν. μόλις περνάς τα σύνορα της χώρας ο καινούριος αέρας που φυσάει σε συνδυασμό με το φόβο για το άγνωστο είναι μάλλον από τα πιο συγκλονιστικά πράγματα που θα νιώσεις στη ζωή σου ως μετανάστης.

πάμε πίσω σε μας που ξεμείναμε εδώ. οι καθηγητές του γυμνασίου μας δεν φοράνε γυαλιά ούτε τους έχουν πέσει τα μαλλιά από το διάβασμα και τη συσσώρευση γνώσεων. δεν είναι δάσκαλοι, αλλά ορκ από τη γη του σάρουμαν, που στόχο τους βάλανε να μην μείνει κανένας μας ζωντανός ή ακόμα καλύτερα να μείνουμε όλοι ακρωτηριασμένοι για το υπόλοιπο της ζωής μας.

οι μαθητές που ονειρεύονται να παίζουν, να κάνουν έρωτα, να λένε ανέκδοτα και να διαβάζουν παραμύθια του τριβιζά το μόνο που καταφέρνουν είναι να κολλάνε χαρτιά στα σακάκια των δασκάλων τους που γράφουν ‘’είμαι στουρνάρι στα οικονομικά των λαών αλλά τα καταφέρνω με τις τράπεζες’’. μικρά μόνο πλήγματα χωρίς στόχο και χωρίς αποτέλεσμα. όταν οι δάσκαλοι ανακαλύπτουν τις φάρσες αυτές στέλνουν τη μαθητική αστυνομία να συλλάβει όποιον βρει στο διάβα της και κυρίως τα κωλόπαιδα που μαζεύονται στη στρογγυλή πλατεία του προαυλίου, πλατεία δια βίου μάθησης κατά τους δασκάλους, πλατεία αλέξανδρου γρηγορόπουλου κατά τους μαθητές. η μαθητική αστυνομία έχει στην κατοχή της πολύ γρήγορα ποδήλατα που τα καβαλάει και όποιον πάρει ο δένδιας.

ο θεός δένδιας είναι ένας ημίθεος της ελληνικής χριστιανικής μυθολογίας, ο οποίος κατάφερε και έκλεψε την ελευθερία από το γένος των ανθρώπων και την προσέφερε στους θεούς, έτσι που οι άνθρωποι να ζουν για πάντα σκλαβωμένοι σε ανύπαρκτα ουράνια πλάσματα. εις ένδειξη διαμαρτυρίας, κάθε χρόνο την 21η απριλίου- που είναι του αγίου δένδια, ημέρα μάλιστα κατά την οποία συμπτωματικά υπεγράφη από τους δασκάλους του σχολείου μια συμφωνία με τους ιθύνοντες άλλων σχολείων περί του αφανισμού όλων των κωλόπαιδων όλων των σχολείων- οι πιο τολμηροί μαθητές καίνε στο προαύλιο του σχολείου μια σημαία που απεικονίζει τη δημιουργία του κόσμου από τον αλλάχ, το μαρμαρωμένο βασιλιά, το χριστιανικό θεό, τον χίτλερ και τον ιωάννη μεταξά.

τότε η μαθητική αστυνομία ξεσπάει σε αντίποινα, που είναι άλλοτε πολύ σκληρά και άλλοτε πάρα πολύ σκληρά, με αποκορύφωμα τις στυγνές δολοφονίες των πιο όμορφων μαθητών, σύμφωνα με όσα τα βιβλία του καθεστώτος διδάσκουν στους αστυνομικούς. οι αστυνομικοί του σχολείου κοιμούνται αγκαλιά με τα κλομπς τους και βαράνε στο ψαχνό γιατί ξέρουν ότι κανένας δεν πρόκειται να τους τιμωρήσει για τα εγκλήματά τους και είναι γενικά μάλλον άνθρωποι άσχημοι και με χνώτα που μυρίζουν αίμα. οι τραυματίες μαθητές- που δεν σκοτώνονται εν ψυχρώ από σφαίρες που, καθόλου μα καθόλου δεν εξοστρακίζονται αλλά έχουν βγει από την κάννη του όπλου με αποκλειστικό σκοπό να σε βρουν κατάκαρδα γιατί σκοτίζεις τα αρχίδια του συστήματος- έχουν την ατυχία να πηγαίνουν στο νοσοκομείο όπου εργάζονται γιατροί για ένα κομμάτι παντεσπάνι αλλά και πάλι κάνουν τα πάντα για να σε σώσουν. μόνο που τις περισσότερες φορές τα νοσοκομεία δεν έχουν γάζες, ιώδιο και τραυμαπλάστ, κι έτσι οι γιατροί παλεύουν με μόνο όπλο την πίστη τους στη γαμημένη τη ζωή.

υπεύθυνος για αυτό το θαύμα στον τομέα της υγείας είναι ένας άλλος άγιος του συστήματος- το εκπαιδευτικό σύστημα που περιγράφω δεν έχει υπουργούς αλλά μόνο ισόβιους αγίους, καθότι πολύ επαναστατικό- που ονομάζεται άδωνις. σύμφωνα με δικούς του υπολογισμούς, ο υπερπληθυσμός των σχολείων, καμιά φορά μπερδεύεται και τα ονομάζει στρατόπεδα συγκέντρωσης, μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο αν πεθάνουμε οι μισοί μαθητές, με ιδιαίτερη έμφαση στους αριστερούς και τους αναρχικούς, για τον ίδιο λόγο που ανέφερα προηγουμένως, δηλαδή το σκότισμα των όρχεων των δασκάλων και των αγίων.

μια μόνο φορά μετάνιωσε ο άδωνις που γάμησε το σύστημα υγείας, όταν το χρειάστηκε ο ίδιος. κάποτε, η τρομοκρατική οργάνωση συνομωσία βιβλίων της καρδιάς του έστειλε σφραγισμένο φάκελο που- άγνωστο ακόμα πώς- πέρασε από την προσωπική του ασφάλεια και έφτασε στα χέρια του. ο θανατηφόρος φάκελος περιείχε μία ενενηντάρα κασέτα με άγνωστα τραγούδια του νικόλα άσιμου και φυσικά ο άγιος άδωνις κόντεψε να πάθει έμμηνο ρύση, αλλά τον έσωσαν την τελευταία στιγμή με ενέσεις ζεϊμπέκικων κάποιου χρυσαυγίτη κατ’ ευφημισμόν τραγουδιστή και με ολονύχτια βίντεο από βασανισμούς στα υπόγεια της οδού μπουμπουλίνας στα τιμημένα χρόνια της χούντας.

κι ενώ περιέργως λοιπόν σε όλο τον υπόλοιπο πολιτισμένο και απολίτιστο κόσμο το αρχαιότερο επάγγελμα είναι εκείνο της πουτάνας, στην ελλάδα το αρχαιότερο επάγγελμα είναι εκείνο του αστυνομικού και του ρουφιάνου. γιατί και παλιότερα αστυνομικοί με και χωρίς στολή έχουν βαρέσει κόσμο στο ψαχνό. κόσμο που περπατούσε στους δρόμους της πόλης φωνάζοντας πως δεν θέλει τυράννους πάνω από το κεφάλι του, αλλά βλέπεις οι τύραννοι είχαν ήδη προαποφασίσει για αυτόν το λαό και ο άρης είχε εκδιωχθεί κάπου μακριά για να μην μπορεί να σώσει κάπως την κατάσταση- μη μιλήσω για τους αρχηγούς του τότε παράνομου κκε, καλοί μαλάκες κι αυτοί- κι έτσι ο τότε τοποτηρητής του αγγλικού θρόνου γέρος παπανδρέου διέταξε να σκοτώσουν διαδηλωτές μπας και σταματήσουν να διεκδικούν ελευθερίες, λες και τους είπε κανένας ότι μπορούν να αποφασίζουν μόνοι τους για τις ζωές τους.

γενικά οι δεκέμβρηδες είναι κρύοι στην αθήνα αλλά και ταραγμένοι, όπως και οι νοέμβρηδες, όπως και όλοι οι μήνες- αν και προείπα ότι εγώ δε μετράω το χρόνο με βάση τα ημερολόγια των παπάδων αλλά με βάση τα τσιγάρα που έχω για να περάσω τη νύχτα μου- και από τότε συνηθίσαμε να ακούμε για αίμα που κυλάει ανένδοτα και για πνευμόνια που σκάνε από το δηλητήριο και για κορμιά που πνίγονται στις θάλασσες και για κεφάλια που κόβονται και τα κρεμάνε στις πλατείες και για μυαλά που τα πυροβολούν και να μην ταραζόμαστε και πολύ, γιατί η συνήθεια είναι η μήτηρ του καπιταλισμού.

πέρασε η ώρα, μου τελειώσανε τα τσιγάρα αλλά είμαι ακόμα ζωντανή. βλέπεις, η σκέψη δεν φυλακίζεται σε κανενός είδους τοπικό και χρονικό κλουβί. και πέρα από τις φιλοσοφίες, είμαι ακόμα ζωντανή γιατί δεν με πυροβόλησε κανένας αστυνομικός, δεν με δηλητηρίασε καμιά αυτοσχέδια σόμπα, δεν με βίασε κανένας ασφαλίτης της χούντας μέσα στο κελί μου· και το μόνο που μου απέμεινε να κάνω είναι να κλάψω για όλους όσοι πέθαναν τις κρύες μέρες του δεκέμβρη, τις καυτές νύχτες του αυγούστου και τα μεσημέρια του μαΐου, κλαίω για τους νεκρούς, κλαίω για τους ζωντανούς, κλαίω για τους ζωντανούς νεκρούς, κλαίω γιατί με λήστεψαν, κλαίω γιατί τα χριστούγεννα δεν γεννήθηκε κανένας θεός αλλά γιατί πεθαίνουν δεκάδες αστέγων στις μεγαλουπόλεις, κλαίω γιατί θέλω να ζήσω.

ανακαλύπτω ένα ξεχασμένο πακέτο τσιγάρα σε κάποιο συρτάρι. σταματάω το κλάμα. εγώ θα αποφασίσω πότε θα πεθάνω.

ανάβω τσιγάρο. ο καπνός ανεβαίνει ψηλά, τρυπάει το ταβάνι, τρυπάει το μπετόν, συναντά άλλους καπνούς, φτιάχνουν ένα μεγάλο σύννεφο από γκρι καπνό που ταξιδεύει πάνω από τις πόλεις και ψεκάζει τον κόσμο.

την άλλη μέρα το πρωί, οι ανυποψίαστοι πολίτες βρίσκουν προκηρύξεις στα μαξιλάρια τους.

‘’γάμησέ τα τα χριστούγεννα, έλα να κάνουμε έρωτα.’’