sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: καράβι

της αποκοιμήσεως

                 αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους

μπορεί να ‘ναι κι από αίμα

όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα

γιάννης ρίτσος

1622798_10201974097288912_367661674_n

 

δεν πέθανε, κοιμήθηκε· με διορθώνουν οι ρασοφόροι του χωριού χαϊδεύοντας το επίχρυσο ευαγγέλιο

πέθανε η μάνα που γέννησε έναν επαναστάτη του καιρού του· έναν που κυνηγήθηκε, σφάχτηκε, χλευάστηκε

αλλά κανείς δεν κλαίει τούτη τη μέρα· όλοι τρώνε και πίνουν μέχρι το ξημέρωμα

οι νέοι με τα ουίσκια στο χέρι κοιτάνε λιγωμένοι τα κορίτσια του νησιού και οι γέροι πίνουν κρασί

οι πιστοί που κάνουν το σταυρό τους την ώρα που σφάζονται μωρά κόβουνε αδέξια τον αύγουστο στα δυο

καταμεσής της ανεμελιάς οι χριστιανοί απλώσανε μια νωχελική αργία για να σκεπάσει την αδιαφορία τους

μια μέρα θανάτου που γιορτάζεται ιαμβικά μέσα σε ναούς κι ύστερα σε τραπέζια με σφάγια από άλλες θρησκείες

της αποκοιμήσεως των λαών απόψε· βοήθειά μας

αλλά όσοι απόψε κυνηγάνε τη ζωή μέσα στις εντατικές, όσοι σκοτώνονται από τα υπερσύγχρονα όπλα

αυτοί που γεννηθήκαν κάπου αλλά τη νιότη και τα γηρατειά δεν θα προλάβουν να γνωρίσουν

όσοι θα κλάψουνε απόψε για τη μάνα και το παιδί τους που θα εκπνεύσει σε πεδίο μάχης σύγχρονο

αυτοί που απόψε θα πεθάνουν και δεν θα κοιμηθούν γιατί η παραγωγή αγίων σταμάτησε από καιρό

όλοι αυτοί λησμονημένοι θα την περάσουν και τη νύχτα αυτή αποδεικνύοντας το ψέμα της ζωής των χριστιανών

ρίχνω ένα βλέμμα ειρωνείας στο φεγγάρι της γιορτής και ακούω τη θάλασσα οργισμένη να παφλάζει

κι απέναντί μου ο φάρος γέρογόμπος συναινεί και σταματά να δίνει πια σινιάλο στα αδιάφορα καράβια

γιατί τα όπλα βλέπεις πρέπει να δοκιμαστούν πάνω σε ανθρώπινη σάρκα

λοιπόν νομίζω οι γιορτές σας οι χριστιανικές κακοπαιγμένο θέατρο του παραλόγου αποτελούν

αποτελούμε έναν θίασο περιφερόμενων ευνουχισμένων και ες αεί υποταγμένων ηθοποιών

τηρούμε με ευλάβεια τα έθιμα που την προσωπική μας βολεψιά δεν ενοχλούν

ο έχων δυο χιτώνες έκανε φτερά· στη θέση του μας κυβερνά ο έχων τους χιτώνες άπαντες της υφηλίου

αντί εμείς να ξεγυμνώσουμε δια παντός το βασιλιά του πόνου ξεγυμνωθήκαμε και παραδώσαμε και ρούχα και ζωές

ξεχάσαμε και τον επαναστάτη και τις αλήθειες που είπε και τον έστειλαν σε θάνατο μαρτυρικό και επίπονο

και απόψε τάχα μου με παραφουσκωμένα τα έντερα και τα μυαλά γιορτάζουμε με δέος για της μάνας του το θάνατο

μόνο ένα φεγγάρι κι ένας φάρος μείνανε ενθύμια· μνημόσυνα της από αιώνες πεθαμένης ανθρωπιάς μας

Advertisements

έτσι νυχτώνει στις αθήνες*

2271-620x

έτσι γίνεται πάντα. κάτι θα τύχει να ακούσω στο ραδιόφωνο κάποιο απόγευμα σχολώντας και ύστερα θα τρέξω στο σπίτι σαν την ηρωινομανή, να βρω το δίσκο, να περάσω το τραγούδι στο άι-ποντ, να το ακούσω –πόσα χρόνια περάσανε από την τελευταία φορά που το άκουσα, πότε είχα αγοράσει το σιντί, αλήθεια έχω χρόνια να αγοράσω δίσκο– να το ξανακούσω, να γράψω τους στίχους σε ένα κομμάτι χαρτί, ύστερα να περάσω τα δάχτυλά μου πάνω από το χαρτί, πάνω από τις λέξεις, πάνω από τους φθόγγους, να σβήσω τα κεφαλαία, να τονίσω τις λέξεις αλλιώς, να μπούνε μέσα μου οι στίχοι, να βγουν ύστερα από την έξοδο των ματιών αλμυροί, κι ύστερα να κλάψω, να κλείσω το κινητό, να κλείσω το παντζούρι, να ανάψω ένα δύο πέντε δέκα τριάντα τσιγάρα, να ακούω ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα, ένα ποίημα να μου στοιχειώσει το απόγευμα, τσιγάρα και αλμυρά υγρά τριγύρω στο σεντόνι μου, το μαξιλάρι σφιχτό όσο πρέπει για να παριστάνει το φίλο, ανοίγει η πόρτα διακριτικά, φοβισμένος ο πατέρας, τι συμβαίνει, τίποτα. τίποτα καινούριο δεν συμβαίνει. μα, κλαις κόρη μου. γι’ αυτό κλαίω. κι έτσι νυχτώνει στις αθήνες, έτσι βραδιάζει στις πάλαι ποτέ ορμητικές μας καρδιές, έτσι πέφτει η νύχτα στα μπαλκόνια μας, έτσι μαραίνονται οι γλάστρες μας, έτσι σβηστήκανε δια παντός τα σημεία στίξης από τα στομάχια μας -γράφω ό,τι μου κατέβει με το στομάχι και απαγγέλλω ποίηση με το συκώτι- έτσι γαμάει ο πειραιάς με το μαρινάκη βλαχοδημαρχαίο, έτσι λήξανε τα γάλατα στο ψυγείο και τώρα πια πίνουμε ληγμένα, τρώμε χημικά και ψαρεύουμε σόλες παπουτσιών στις θάλασσές μας. από ένα τραγούδι ξεκινήσανε όλα. ένα ποίημα παρακίνησε κάποτε το θεό να φτιάξει τον κόσμο. δύο μπορούν να φτιάξουν τον κόσμο όλο αφού κι ο κόσμος φτιάχτηκε από δύο, έλεγε κάπου ο λουντέμης, και δε νομίζω το υπονοούμενο να ‘ναι χριστιανικό, πιο πολύ ερωτικό μου ακούγεται.

λοιπόν το κορμί μου έγινε με τα χρόνια ένα μικρό δειλό φέρι μποτ. κάθε πρωί ανοίγει η μπουκαπόρτα. μπαίνουν μέσα πεζοί, λεωφορεία, ασφαλιστικά ταμεία, τραπεζοϋπάλληλοι, δικόγραφα, συγγενείς, έγγραφα Ε3, τρεις καφέδες στο χέρι ημερησίως, ένα περίπτερο, μια μάσκαρα, φωτογραφίες από το βερολίνο, το γιουσουρούμ του άσιμου και ένα τσιμπιδάκι φρυδιών. τη νύχτα όλοι αυτοί βγαίνουν από μέσα μου με ασκήσεις πανικού. ανάσες και τρόμος. μετά η μπουκαπόρτα πέφτει βαριά. τα μάτια μου κλείνουν ανεπίστρεπτα. το σώμα μου βουλιάζει κάτω από το δροσερό σεντόνι. όσο περνάει ο καιρός η μπουκαπόρτα δυσκολεύεται να ανοίξει το πρωί. οι δικές μου οι ρυτίδες δε φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. τα γεράματά μου κατέφτασαν λίαν προώρως και κατακάθισαν μέσα μου ύπουλα. κανείς δεν τα βλέπει. κανείς δεν τα νιώθει. τι ανάγκη έχεις εσύ. καμία ανάγκη δεν έχω. μόνο όνειρα. τι όνειρα; να περπατήσω πλάι σε ένα ποτάμι. να μυρίσω λίγο γιασεμί. να αυξήσω τη χωρητικότητα των πνευμόνων μου σε οξυγόνο. αυτά.

σε μισώ αθήνα. δεν μου φταις αλλά σε μισώ. πάνω σου περπατάνε αυτά τα μιάσματα με τα γαλανόλευκα κουρέλια, η παπάρια φυλή, τραβάτε ρε στις μανάδες του φύσσα και του σαχτζάτ, τραβάτε ρε γαμώ το έθνος σας και μην τους μιλήσετε, μόνο τολμήστε να σταθείτε απέναντί τους. δεν θα τα καταφέρετε. σε μισώ ρε αθήνα. οι τραγουδιστάδες από τα ριάλιτι βγαίνουν στις τηλεοράσεις βαμμένοι σαν γαλανόλευκοι ινδιάνοι και τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο στις ποδοσφαιρικές φιέστες και οι κόσμοι από κάτω χειροκροτάνε αφηνιασμένοι αντί να φτύνουν το έθνος. αντί να φτύνουν τη σημαία. αντί να ξερνάνε ελληνισμό. αντί να κατεβάζουν χριστοπαναγίες λίαν βυζαντινές και θεοσεβούμενες. οι υπουργοί μπαίνουνε μέσα στα μπουρδέλα και σέρνουν έξω γυναίκες οροθετικές τραβώντας τες από τα μαλλιά και κάτι λίγοι γραφικοί τολμάνε και μιλάνε, οι υπουργοί κάνουνε μηνύσεις -που δεν κατατίθενται ποτέ σε κανένα αστυνομικό τμήμα- στις εφημερίδες που τολμάνε να πούνε ότι οι μπάτσοι βασανίζουνε κόσμο σ’ αυτόν τον τόπο, μας απασχολεί πάρα πολύ που βρέχει λάσπη και σκονίζονται τα ακριβά και δανεικά μας αυτοκίνητα, τα κοινοβούλια κλείνουνε όποτε οι εξουσιαστές [δεν] έχουνε όρεξη για σεξ, ο κόσμος ψηφίζει όποιον έχει το καλύτερο σακίδιο στην πλάτη κι εγώ κατάντησα να λέω τα ίδια και τα ίδια κάθε λίγο και λιγάκι, επανάληψη μήτηρ πάσης αργίας ή κάπως έτσι τελωσπάντων, τις ξεχνάω τις παροιμίες και τις αναπληρώνω μόνη μου, κι ύστερα τις πετάω σε άσχετες συζητήσεις, άσχετες παροιμίες μεταξύ ασχέτων επιχειρημάτων ανάμεσα σε άσχετους συνομιλητές που δεν πρόκειται να συμφωνήσουν στον αιώνα τον άπαντα δικαιώνοντας όσους κυνικά και τρυφερά εξίσου ζήσανε μέσα σε πιθάρια χορταίνοντας με ηλιακή ενέργεια και ακονίζοντας μυαλά.

λοιπόν. μάνα. άκου. μην με ρωτήσεις πού πάω. δεν πάω στα καράβια. ξεκινώ ταξίδι. μην απορείς που παραληρώ. παραλήρημα είναι ολάκερη η ζωή μας, δεν το βλέπεις;

ξεκινώ ταξίδι μάνα και πατέρα. και έτσι μόνο θα ‘μαι πάντα εδώ.

ζωντανή.

γιατί τραγουδάμε, σύντροφε;

935117_10200211817673023_813381845_n

να καθίσουμε, σύντροφε. να σου πω δυο λόγια. να καθίσουμε ήρεμοι. με τη γαλήνη του αλκοόλ. η αιθυλική αλκοόλη χαρίζει ελευθεριότητα. άκου με που σου λέω. να καθίσουμε σύντροφε και στ’ αυτιά μας να ακούγεται πως όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία. κι εγώ επιτέλους να σου μιλήσω. για ό,τι κάθισε μέσα μου σαν καρκίνος μεταστατικός, άσχημος, από κείνες τις μορφές του που ο γιατρός δεν σε κοιτάζει στα μάτια. κοιτάζει έξω ένα σπουργίτι που τσιμπάει το νοσοκομειακό φαγητό που του δίνει στο στόμα ο παππούς με τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και σου λέει λυπάμαι, μα δεν σώζεται. ξέρεις τι κάθισε μέσα μου τόσα χρόνια; τα χρόνια δεν μετριούνται με βάση την αριθμητική που μας μάθανε παλιά αλλά με βάση το απόβαρό τους. κάθε χρόνος που φεύγει σου αφήνει βάρη που ζυγίζονται μόνο με τις αναπνοές σου. οι νοικοκυραίοι σβήνουν τα βάρη των ακινήτων τους με δόσεις στις τράπεζες. οι άνθρωποι προσπαθούν να σβήσουν τα βάρη τους ανασαίνοντας.

κάθισε κοντά μου σύντροφε γιατί αν δεν μιλήσω επιτέλους θα αποτρελαθώ. δείξε κατανόηση και υπομονή γιατί είναι πολλά που κανείς ποτέ δεν με άκουσε να λέω γιατί ποτέ κανείς δεν ήθελε να ακούσει τις κραυγές μου. κι έτσι πορεύτηκα με τη σιωπή για χρόνια. δώδεκα χρόνων παιδάκι και έκλαιγα. μα τόσο μικρή και τόσο απεγνωσμένη, μου λέγανε όλοι. ξέχνα τα αυτά και πήγαινε έξω να ζήσεις. και το δοκίμαζα, σύντροφε. πολλές φορές είπα δίκιο έχουνε, να βγω έξω, να ανασάνω. αλλά με πνίξανε. οι άνθρωποι μου βάλανε δερμάτινη ζώνη στο λαιμό και με πνίξανε. έτσι θα ζεις. αυτά θα φοράς. βάζε κραγιόν. μη μιλάς. μη φωνάζεις όταν κάνεις έρωτα. όταν θα βγαίνεις από τη σχολή θα ανεβαίνεις στο κολωνάκι και δεν θα κατεβαίνεις στα εξάρχεια. τι πας και κάνεις μόνη σου εκεί; μα διαβάζω. θα διαβάζεις στη βιβλιοθήκη. όχι στην ίντριγκα. κι ύστερα θα κάνεις δεσμό. να τηρεί τις προϋποθέσεις. όχι τον πρώτο τυχόντα. μα όλοι τυχόντες και τυχούσες δεν είμαστε;

είναι κι άλλα σύντροφε, πολλά. κοροϊδία. ξέρεις, εγώ περπατάω πάντα με μουσική στ’ αυτιά. μέσα μου καταιγίδες φουρτούνες και κλιματικές αλλαγές και έξω μου κορίτσια ανέμελα και αγέλαστα, αγόρια με τζελ στα μαλλιά και αμάξι που το χρωστάνε στην τράπεζα, άνεργοι που φοβούνται μην κυβερνήσουν οι αριστεροί, να πετάξω από μια θεατρική τριλογία του ίψεν στο κεφάλι του καθενός μου ‘ρχεται, κόσμος που περπατάει με θόρυβο σέρνοντας αλυσίδες, τα βάρη που σου ‘λεγα πριν, κι όλοι να περιμένουν το καλοκαίρι για να πληρώνουν είκοσι ευρώ για να πάνε στην παραλία, να βγάλουνε φωτογραφίες δυστυχίας με τεράστια γυαλιά ηλίου και άδειες ψυχές, λες και η ασχήμια καλύπτεται από διόπτρες, κι εγώ το μόνο που θέλω να είμαι στους πετανούς και να με βγάζουν τα λεφτά μου για πέντε μπύρες τη μέρα, να κοιτάζω τον ήλιο που δε βαριέται να πέφτει και να ξανασηκώνεται και να σου λέω για την επανάσταση. την επανάσταση της καρδιάς. την ελευθερία του νερού. την αλμύρα των δακρύων μου. το χαμόγελο που δεν θα αποτυπωθεί ποτέ σε κάμερα. αλλά κοροϊδία ρε σύντροφε. η τρελή άρχισε πάλι τις βλακείες. κι εγώ να μην αντιμιλάω. να χαμογελάω πικρά. να λέω δεν πειράζει. θα καταλάβουνε. κάποτε θα καταλάβουνε. κι αν δεν καταλάβουνε όλοι, τουλάχιστον να ζήσω με αυτούς που νιώθουνε.

μα τι τα θες. να βρεις μια δουλίτσα. ένα καλό παιδί. ένα γραφειάκι. κι ύστερα ένα διαμερισματάκι. και να κάνεις ένα παιδάκι. καλά τα όνειρα αλλά προσγειώσου. όλα υποκοριστικά. όλα πνιγηρά. τι είναι η ζωή για να την κλείσω μέσα σε μια κατάληξη υποκοριστικού; θαρρείτε πως θα ξανάρθει; θάνατος στα υποκοριστικά. εγώ διάβασα για το ωραίο το μεγάλο και το αληθινό κι από τότε ίδια δεν θα ξαναείμαι. μα το ωραίο και το μεγάλο και το αληθινό σπέρνει πόνο. καλοδεχούμενος και ο πόνος. δικός μου κι ο πόνος. κομμάτι μου. παιδί μου κι ο πόνος μου. παιδί μου και ο αγώνας για ελευθερία. εξώγαμα που δεν θέλουν αναγνώριση από κανένα δικαστήριο και υπογραφή από κανέναν συμβολαιογράφο. παιδιά που ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα. παιδιά που δεν ανήκουν πουθενά. κοινοκτημοσύνη και ακτημοσύνη. και αγνωμοσύνη από όλους. ωχ η τρελή. άρχισε πάλι τα χαζά.

τριάντα χρονών και έπαθα καρκίνο στο βλέμμα ρε σύντροφε. γέμισαν τα δόντια μου φτηνό κραγιόν και οι γάμπες μου μικρές ύπουλες μπλε φλέβες. κούραση και αϋπνία. σερβιτόρα, πωλήτρια, δασκάλα. καλό παιδί αλλά δεν κάνει για δικηγόρος. ονειροπόλα. με κοιτάζουν και γελάνε. φανερά. βλέπω το μειδίαμα. βλέπω την ειρωνεία. όλα τα βλέπω. γι’ αυτό και εγώ σταμάτησα να μιλάω. κλείστηκα στο εφηβικό μου δωμάτιο και κανέναν δεν θέλω να βλέπω. τις νύχτες πηγαίνω στη θάλασσα και σπαταλάω δεκαπέντε ευρώ βενζίνη μόνο και μόνο για να ουρλιάξω ελεύθερη. γράφω χαρτιά και τα πετάω στο κύμα. κάποιος. κάπου. να τα βρει. να ζωντανέψει το υγρό μελάνι και να τους ξαναδώσει πνοή. φτιάχνω καραβάκια και τα σκορπάω παντού. το σινιάλο μου για όταν έρθει η ώρα. να είσαστε έτοιμοι. θα σαλπάρουμε κάποια στιγμή. λες αλήθεια; λέω αλήθεια. στο ‘χω ξαναπεί, σύντροφε. το arbeit macht frei να τους το τρίψουμε στη μούρη.

θυμάσαι; κάναμε όνειρα. ακόμα κάνουμε. δεν είμαστε λίγοι. μην τους ακούς τι λένε οι ανθρωποφύλακες με και χωρίς στολή. σύντροφε. εδώ είμαστε. κι εδώ θα ‘μαστε. ανάχωμα και εμπόδιο στο σκοτάδι. να μοιράζουμε χαμόγελα κι ας μας λένε τρελούς. σχεδόν χριστιανοί. σχεδόν παιδιά του χριστού και της μαγδαληνής. σχεδόν απέθαντοι. σχεδόν όμορφοι. σχεδόν σχεδίες. ποτέ με σχέδιο. σχεδόν ανασαίνοντας. ελάχιστοι ανυπέρβλητοι και επουσιώδεις.

για να ενώσουμε τον κόσμο.

γι’ αυτό τραγουδάμε, σύντροφε.

του εγκέλαδου παιδιά

1509765_10201898668643243_2019869640_n

 

παράθυρο στον ουρανό και θύρα στο αιώνιο

αγέρωχη και όμορφη στολίζεις το Ιόνιο

μέσα στης γης τα έγκατα παλεύουν οι θεοί σου

ποιος θα σε κάμει να του πεις τώρα είμαι δική σου

 

ένα νησί παράταιρο και απ’ έξω από τα τείχη

της χώρας που πάει της τέλειωσε και η χαρά και η τύχη

σαν πέφτει η νύχτα σείεται, σαν ξημερώνει ανθίζει

ο μάστορας πολύτροπος· κάθε πρωί το χτίζει

 

ανέβα στην κιθάρα μου και άνοιξε τη φωνή σου

των άλλων τις αποκοτιές κάμε τες λογική σου

κι αν απορείς που σ’ έριξε στο χώμα αυτό η μοίρα

το μετανιώνεις μόλις πεις άγκυρες τώρα βίρα

 

γιατί ξανά μες σε χορούς και γλέντια θα ιδωθούμε

αγάντα εσύ νησάκι μου να ‘ρθω να αγκαλιαστούμε

κι όσο το αίσθημα γιορτής σαν σε κοιτώ θεριεύει

τόσο θυμώνει ο εγκέλαδος και με μανία ζηλεύει

 

εδώ τα πράσινα νερά νικούν τους καρχαρίες

έλα το βράδυ να σου πω θαλάσσιες ιστορίες

κι άσε τους ψηφοκυνηγούς τάχα μου να δακρύζουν

η ανάγκη τους περίσσεψε και άδικα πασχίζουν

 

και μην ξεχνάς τα πρωινά όταν θωρείς τον Αίνο

να σκέφτεσαι αιώνια εγώ πως μόνο εσέ προσμένω

να ταξιδέψουμε μαζί με σένα στα ηνία

ανέμη του σφυγμού μου εσύ, κυρά Κεφαλληνία

 

η φωτογραφία είναι τραβηγμένη κάποιον αύγουστο στην παραλία των πετανών της κεφαλονιάς

αταξίδευτοι

IMG_0978

το κύμα είναι σε άμεση συνάρτηση με

το στομάχι

το στομάχι με το έντερο

το έντερο με τον εγκέφαλο

κι ο εγκέφαλος με σένα.

 

η νωχέλεια του θαλασσινού ταξιδιού

 

μετά βίας ανάβεις τσιγάρο. κάνεις δυο τζούρες,

το πετάς

ο αέρας μαίνεται

 

μέσα σ’ ένα χαμηλοτάβανο σαλόνι

πλοίου παλιακού

ακούγονται ιστορίες

 

ιστορίες για καρχαρίες

ιστορίες για γιαγιάδες

ιστορίες για αγέννητα παιδιά

 

αφήσαμε πίσω μας την αθήνα,

πιάσαμε κάβο ντόρο,

έννοια σου

τόσες ιστορίες κι ούτε μία της προκοπής

 

κάπου- τρομακτικά κοντά μας-

οι φυλακισμένοι της ευρωπαϊκής ελλάδας

εξεγείρονται.

κλεισμένοι σε σύγχρονα κοντσεντρατσιόνςλάγκερ

απαιτούν την ελευθερία τους.

χωρίς θαλάμους αερίων αυτή τη φορά,

μόνο με ρουφήχτρες ανθρώπινων ζωών.

 

δέκα ώρες ταξίδι για την άγονη γραμμή ρε

παλιάνθρωποι

κι ούτε μια ιστορία δεν άκουσα από κει

 

η κατάρα του αυγούστου θα πέσει πάνω μας

και θα φύγουμε όλοι.

 

αταξίδευτοι.

έντεκα αυγούστου δύο χιλιάδες δεκατρία, κάπου στο αιγαίο

δέκα καθέτως

182390_4400739891533_1862133994_n

άκουσε // δεν βιαζόμαστε να φύγουμε βαρκάρη // ευχόμαστε να κρατούσε για πάντα αυτό το δεκαήμερο βλέπεις // μόνο που αν κρατούσε παραπάνω για κάτι άλλο θα νιώθαμε δίψα κατόπιν // θηρία ανήμερα // ανικανοποίητα // υπό διαρκή ταλάντωση // το γραπτό μας μηδενίζεται στη φυσική

φώναξε η ζωή σου χάνεται πάει // ανάθεμά τες για πορείες // το αιώνιο τίποτα της απογοήτευσης // όλο την αλλαγή να κυνηγάμε κι όλο αυτή να μην μας κάθεται // σαν κάτι γυναίκες που τις κυνηγούν διαρκώς οι άντρες κι ας ξέρουν πως ποτέ δεν θα γίνουν δικές τους // τους αρκεί θαρρείς η θήρευση // να πάρω μαζί μου κι έναν καβάφη τώρα που το ‘φερε η κουβέντα // τα άπαντα θα πάρω // είναι ανακουφιστικός

αγέρα να ‘σαι τιμωρός να ‘σαι και παιχνιδιάρης // σε τούτα τα νησιά φυσάει πάντα // τα κορίτσια δεν φτιάχνουν τα μαλλιά τους // γνωρίζουν το ανώφελο // όλοι πουλάνε εσάρπες κι όλοι αγοράζουν κάτι να ρίξουν απάνω τους // ο αέρας καταντάει ενοχλητικός // φλερτάρει με τη θάλασσα κι εκείνη του θυμώνει // άσε με ήσυχη πια // του φωνάζει με παράπονο στη φωνή // μου διώχνεις τον κόσμο κι εγώ στέκομαι εδώ μόνη και περιμένω τους ανθρώπους μου τόσους μήνες // έχεις σκεφτεί ποτέ ότι η θάλασσα μπορεί να σε λαχταράει πιο πολύ από ό,τι την επιθυμείς εσύ; // της λείπουμε

οι τελευταίες μέρες του αυγούστου με βρήκαν ξαπλωμένο σε αγκάθια // πόσα τραγούδια γράφτηκαν για το μήνα με το ομορφότερο φεγγάρι // συνήθως το έβλεπα από το μπαλκόνι ή από την αετόσταση // φέτος θα ερωτευτώ // πλάκα μας κάνεις // πάνε χρόνια από τότε που ερωτεύτηκες αληθινά // φτάνω τα τριάντα και καταλαβαίνω το αυτονόητο // δεν είμαι ρομαντική // ποτέ δεν ήμουν // τι θα διάλεγες ανάμεσα στον ήλιο και το φεγγάρι

μια λέξη μου λείπει μόνο // το δέκα καθέτως // πέντε γράμματα // το ένα νεκρό // να συναντήσεις τους νεκρούς σου και φέτος // να τα πείτε // πώς περνούν // σε σκέφτονται // άραγε να κλαίνε οι πεθαμένοι // μια λέξη σου λέω και λύθηκε το σταυρόλεξο // το καλοκαίρι είναι σταυρόλεξο // ούτε θάλασσα // ούτε ούζο // ούτε ήλιος // ούτε καρπούζι // ούτε αγάπη // ούτε νησιά // ούτε βουνά // μόνο λέξεις που σταυρώνουν η μία την άλλη // χάνομαι στα ασπρόμαυρα κουτιά // μπαμπά βοήθησέ με

αν δεν χωράς πουθενά // έκλεισα εισιτήριο // αν δε χωράς μέσα σε μια άθλια πατρίδα // πουτάνα ολκής // το καράβι λέει δεν έχει κενές θέσεις // μη σε νοιάζει // θα ταξιδέψουμε με το πειρατικό του κάπταιν τζιμ // εκεί βρίσκεις πάντα θέση // φτάνει να ξέρεις να παραπατάς // πού θα πάει θα ξεκολλήσει // ναι πήρα και καββαδία μαζί μου // μην ανησυχείς // τόσα χρόνια που ταξιδεύει ο άντρας σου στους ωκεανούς σου τηλεφωνεί και σου διαβάζει καββαδία από την άλλη άκρη της γης κι εσύ κλαις // τόσα χρόνια από ευτυχία // να κλαις από ευτυχία τι ευτυχία ρε συ

κόκκινα σύννεφα στον ουρανό κι εσύ γελάς // θα έρθω να σε πάρω από το λιμάνι και φύγαμε κατευθείαν για την πλατεία // δύο καφέδες τέσσερα πακέτα τσιγάρα και ιστορίες από τότε που ήμασταν παιδιά // μου έλειψες // να πάμε με το αμάξι και στον άη-σπυρίδωνα // και να ακούμε έξω φωνή τις ιστορίες με τα μπλε λεωφορεία και να ουρλιάζουμε μόνοι // εκκωφαντικές οι σιωπές που έχουμε ζήσει παρέα

δώδεκα μέτρα από την πόρτα σας // κατεβαίνω με το κορσάκι την ηρακλείου // λιγοστός φωτισμός // κανένας πεζός // στα καταστήματα η λέξη εκπτώσεις γραμμένη με κάθε πιθανή γραμματοσειρά // με όλα τα χρώματα // γραμμένη ίσια // γραμμένη ανάποδα // προλάβετε τις προσφορές // είναι θλιβερή λέξη η έκπτωση // στρίβω αριστερά στο φανάρι // στα δεξιά μου η εφορία // στα αριστερά μου ο αγοράζω χρυσό // ο παράνομος κλέφτης και ο νόμιμος μαυραγορίτης ένθεν και ένθεν του δρόμου // να πάτε να γαμηθείτε // φωνάζω // αφού η μαμά σας το θέλει // να φάμε απ’ το ίδιο καρβέλι // με τη γενιά του ε.α.μ.

καλύτερα να μ’ έλεγαν μαρία και να ‘μουν ράφτρα μες την κοκκινιά // όχι όχι προτιμώ το δικό μου // έκανες την επιλογή σου // τώρα κάνω κι εγώ τη δική μου // καμιά επιστροφή // αναστεναγμός // γαμημένη νοσταλγία // μου πήρες τα καλύτερα βράδια // πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις έναν ποιητή // μέσα σε φάκελο έβαλα προσεκτικά την ψυττάλειά μου // το καλή αντάμωση στα γουναράδικα έγινε καλή αντάμωση στα ξερονήσια // ένας φαύλος κύκλος είμαστε // ποιος θα τον σπάσει // θα ζω άραγε για να το δω

φεύγουμε // και μαζί // και ο καθένας μόνος // ναι φεύγουμε τώρα // μόνο να τελειώσω το γρίφο μου // μια μόνο λέξη μου λείπει σου λέω // το δέκα καθέτως // πέντε γράμματα // ένα νεκρό // δεν έχω ιδέα ποια λέξη είναι // ξέρεις τώρα που το ξανασκέφτομαι // μπορεί να μην είναι λέξη // μπορεί να είναι άρωμα ή τραγούδι ή φιλί

 

δέκα καθέτως πέντε γράμματα το ένα νεκρό

καλή αντάμωση