sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: καρκίνος

λεφτεριά, η*

θέλω να γίνω κανονική. θέλω να είμαι κανονική. θέλω να χωρέσω κάπου κι εγώ. να βουλιάξω στον καναπέ. να παρακολουθήσω τρία σήριαλ αυτή τη χρονιά. θέλω να μάθω μαθηματικά. πάλι. αφαίρεση αφαίμαξη άφεση. θέλω να χωρέσω σε μια καρέκλα γραφείου επιτέλους. θέλω να καπνίσω γυναικεία τσιγάρα. θέλω να φωτογραφίζομαι πίσω από το λευκό μου κρασί. μπροστά από το κόκκινο κραγιόν μου. θέλω να νοικιάσω ένα νυφικό γεμάτο πέρλες. να σε νοικιάσω κι εσένα και να σου δώσω για εγγύηση την αγάπη μου. να σε σύρω στην φαρμακολύτρια ενώπιον ψαλτάδων και να σου πατήσω το πόδι την κατάλληλη στιγμή. κι ύστερα στου παιδιού μου τη χαρά έσφαξα ένα κοτέτσι ολόκληρο. θέλω να σας κοιτάζω να σφάζετε κόκορες. θέλω να ζήσω κανονικά. θέλω να οδηγήσω ένα καινούριο μεταχειρισμένο αμάξι με υδραυλικό τιμόνι. θέλω να ανήκω κάπου μαζί σας. να μιλάμε για τα ίδια πράγματα. να κλαίμε με τις βαριές ταινίες. τις ακαταλαβίστικες. να έχω τις αγωνίες σας. θέλω να συζητάω ήρεμα για το ποτάμι του μπόμπολα. να μην μου τινάζονται οι φλέβες στο πρόσωπο. γυναίκα είμαι, τι στο διάολο ασχολούμαι. θέλω να μην με λέτε σκληροπυρηνική. θέλω να ξεσπάω οδηγώντας. να γράφω ποιήματα για την ικαρία. κανένα μακρονήσι. καμία λαμπεντούζα. να κλαίω για τα παιδιά στην αφρική, στη σρι λάνκα, στη συρία. μέχρι να πατήσουν το πόδι τους εδώ τα κωλόπαιδα. θέλω μετά να με ενοχλούν. θέλω να αποδεχτώ τον βορίδη. θέλω να ονειρεύομαι τον τσίπρα πρωθυπουργό. θέλω να αρκούμαι. να ψάξω για γαμπρό με σπίτι και αμάξι. να μην με νοιάζει κανένα ηλίθιο όνειρο. να ονειρεύομαι τις νύχτες και όχι όταν περπατάω στο δρόμο. μαλακισμένες ονειρώξεις. να βλέπω δόντια να μου πέφτουν και μωρά να γεννιούνται. όνειρα κανονικά. με κούρασα πια. θέλω να μην είχες πεθάνει δύο μέρες μετά τα χριστούγεννα. με έπνιξα. δεν ανήκω πουθενά. είμαι τόσο μόνη όσο και ένας πεθαμένος. θέλω να με πληγώνει μόνο ο θάνατος. θέλω να ανάβω ένα κερί στην εκκλησία. θέλω να φοράω κολλητά παντελόνια. θέλω να δείχνω το στήθος μου. γυναίκα είμαι ρε αδελφέ. θέλω να σφυρίζω μόρτικα. να με καίει μόνο πόσα έχω στο πορτοφόλι μου. θέλω να πεταρίζω τα βλέφαρά μου με θηλυπρέπεια. θέλω να δακρύζω όταν ακούω τον εθνικό ύμνο. θέλω να γίνω κανονική. θέλω να ζήσω κανονικά. θέλω να βρω μια γωνιά να πεθάνω ήσυχα. θέλω να με καταθλίβουν οι γιορτές. θέλω να μην γεμίζω με άγρια χαρά για ό,τι καινούριο έρχεται. θέλω να διαβάζω με ψυχραιμία τις ειδήσεις. να μην με νοιάζει ο διπλανός. θέλω να αγαπήσω αυτή τη χώρα. θέλω να αγαπήσω τις βρώμικες θάλασσες της αττικής. θέλω να ξεχάσω τα πράσινα νερά του νησιού για πάντα. θέλω να ζήσω κανονικά. να μην ξαναγράψω. γράφω τα ίδια και τα ίδια. νόμιζα πως θα νικήσω τον καρκίνο με το γράψιμο. πως θα διώξω τα κονδυλώματα. πως θα ηττηθούν τα πνευμονικά οιδήματα. νόμιζα πως σώπα, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες. πολιτιστική επανάσταση. γαμημένε σοσιαλισμέ. θέλω να πηγαίνω μέχρι το σούνιο. όχι στο λαύριο. ποτέ ξανά στο λαύριο. ποτέ, μ’ ακούς; να θαυμάζω τους αρχαίους ναούς. όχι τα σύγχρονα νεκροταφεία. θέλω να με ραίνουν με γαρύφαλλα από νεκροταφεία την ώρα που θα χορεύω ζεϊμπέκικο. να ‘χω βγάλει τις γόβες μου. κι αυτό να είναι η επανάστασή μου. με κούρασα. θέλω να πατήσω στη γη και να μην ξανακουνηθώ ποτέ. ρεαλισμός. θέλω να ζήσω παρέα με τα απρόσωπα ρήματα. θέλω να γίνω ένα απαρέμφατο. να ζήσω μια ζωή κλεισμένη μέσα σε μια μετοχή παθητικής φωνής. να παθαίνω ζημιές. να είμαι το θύμα του συστήματος. να μην φταίω ποτέ για τίποτα. θέλω να μην σε είχα ερωτευτεί. να δίνω λεφτά σε πέντε ασφαλιστικές εταιρείες για παν ενδεχόμενο και πάλι να νιώθω ανασφάλεια.

θέλω να ζήσω κανονικά. αναίμακτα. βολικά. τραγανά.

ζήτω η κανονικότητα ρε κουφάλες*

γιατί τραγουδάμε, σύντροφε;

935117_10200211817673023_813381845_n

να καθίσουμε, σύντροφε. να σου πω δυο λόγια. να καθίσουμε ήρεμοι. με τη γαλήνη του αλκοόλ. η αιθυλική αλκοόλη χαρίζει ελευθεριότητα. άκου με που σου λέω. να καθίσουμε σύντροφε και στ’ αυτιά μας να ακούγεται πως όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία. κι εγώ επιτέλους να σου μιλήσω. για ό,τι κάθισε μέσα μου σαν καρκίνος μεταστατικός, άσχημος, από κείνες τις μορφές του που ο γιατρός δεν σε κοιτάζει στα μάτια. κοιτάζει έξω ένα σπουργίτι που τσιμπάει το νοσοκομειακό φαγητό που του δίνει στο στόμα ο παππούς με τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και σου λέει λυπάμαι, μα δεν σώζεται. ξέρεις τι κάθισε μέσα μου τόσα χρόνια; τα χρόνια δεν μετριούνται με βάση την αριθμητική που μας μάθανε παλιά αλλά με βάση το απόβαρό τους. κάθε χρόνος που φεύγει σου αφήνει βάρη που ζυγίζονται μόνο με τις αναπνοές σου. οι νοικοκυραίοι σβήνουν τα βάρη των ακινήτων τους με δόσεις στις τράπεζες. οι άνθρωποι προσπαθούν να σβήσουν τα βάρη τους ανασαίνοντας.

κάθισε κοντά μου σύντροφε γιατί αν δεν μιλήσω επιτέλους θα αποτρελαθώ. δείξε κατανόηση και υπομονή γιατί είναι πολλά που κανείς ποτέ δεν με άκουσε να λέω γιατί ποτέ κανείς δεν ήθελε να ακούσει τις κραυγές μου. κι έτσι πορεύτηκα με τη σιωπή για χρόνια. δώδεκα χρόνων παιδάκι και έκλαιγα. μα τόσο μικρή και τόσο απεγνωσμένη, μου λέγανε όλοι. ξέχνα τα αυτά και πήγαινε έξω να ζήσεις. και το δοκίμαζα, σύντροφε. πολλές φορές είπα δίκιο έχουνε, να βγω έξω, να ανασάνω. αλλά με πνίξανε. οι άνθρωποι μου βάλανε δερμάτινη ζώνη στο λαιμό και με πνίξανε. έτσι θα ζεις. αυτά θα φοράς. βάζε κραγιόν. μη μιλάς. μη φωνάζεις όταν κάνεις έρωτα. όταν θα βγαίνεις από τη σχολή θα ανεβαίνεις στο κολωνάκι και δεν θα κατεβαίνεις στα εξάρχεια. τι πας και κάνεις μόνη σου εκεί; μα διαβάζω. θα διαβάζεις στη βιβλιοθήκη. όχι στην ίντριγκα. κι ύστερα θα κάνεις δεσμό. να τηρεί τις προϋποθέσεις. όχι τον πρώτο τυχόντα. μα όλοι τυχόντες και τυχούσες δεν είμαστε;

είναι κι άλλα σύντροφε, πολλά. κοροϊδία. ξέρεις, εγώ περπατάω πάντα με μουσική στ’ αυτιά. μέσα μου καταιγίδες φουρτούνες και κλιματικές αλλαγές και έξω μου κορίτσια ανέμελα και αγέλαστα, αγόρια με τζελ στα μαλλιά και αμάξι που το χρωστάνε στην τράπεζα, άνεργοι που φοβούνται μην κυβερνήσουν οι αριστεροί, να πετάξω από μια θεατρική τριλογία του ίψεν στο κεφάλι του καθενός μου ‘ρχεται, κόσμος που περπατάει με θόρυβο σέρνοντας αλυσίδες, τα βάρη που σου ‘λεγα πριν, κι όλοι να περιμένουν το καλοκαίρι για να πληρώνουν είκοσι ευρώ για να πάνε στην παραλία, να βγάλουνε φωτογραφίες δυστυχίας με τεράστια γυαλιά ηλίου και άδειες ψυχές, λες και η ασχήμια καλύπτεται από διόπτρες, κι εγώ το μόνο που θέλω να είμαι στους πετανούς και να με βγάζουν τα λεφτά μου για πέντε μπύρες τη μέρα, να κοιτάζω τον ήλιο που δε βαριέται να πέφτει και να ξανασηκώνεται και να σου λέω για την επανάσταση. την επανάσταση της καρδιάς. την ελευθερία του νερού. την αλμύρα των δακρύων μου. το χαμόγελο που δεν θα αποτυπωθεί ποτέ σε κάμερα. αλλά κοροϊδία ρε σύντροφε. η τρελή άρχισε πάλι τις βλακείες. κι εγώ να μην αντιμιλάω. να χαμογελάω πικρά. να λέω δεν πειράζει. θα καταλάβουνε. κάποτε θα καταλάβουνε. κι αν δεν καταλάβουνε όλοι, τουλάχιστον να ζήσω με αυτούς που νιώθουνε.

μα τι τα θες. να βρεις μια δουλίτσα. ένα καλό παιδί. ένα γραφειάκι. κι ύστερα ένα διαμερισματάκι. και να κάνεις ένα παιδάκι. καλά τα όνειρα αλλά προσγειώσου. όλα υποκοριστικά. όλα πνιγηρά. τι είναι η ζωή για να την κλείσω μέσα σε μια κατάληξη υποκοριστικού; θαρρείτε πως θα ξανάρθει; θάνατος στα υποκοριστικά. εγώ διάβασα για το ωραίο το μεγάλο και το αληθινό κι από τότε ίδια δεν θα ξαναείμαι. μα το ωραίο και το μεγάλο και το αληθινό σπέρνει πόνο. καλοδεχούμενος και ο πόνος. δικός μου κι ο πόνος. κομμάτι μου. παιδί μου κι ο πόνος μου. παιδί μου και ο αγώνας για ελευθερία. εξώγαμα που δεν θέλουν αναγνώριση από κανένα δικαστήριο και υπογραφή από κανέναν συμβολαιογράφο. παιδιά που ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα. παιδιά που δεν ανήκουν πουθενά. κοινοκτημοσύνη και ακτημοσύνη. και αγνωμοσύνη από όλους. ωχ η τρελή. άρχισε πάλι τα χαζά.

τριάντα χρονών και έπαθα καρκίνο στο βλέμμα ρε σύντροφε. γέμισαν τα δόντια μου φτηνό κραγιόν και οι γάμπες μου μικρές ύπουλες μπλε φλέβες. κούραση και αϋπνία. σερβιτόρα, πωλήτρια, δασκάλα. καλό παιδί αλλά δεν κάνει για δικηγόρος. ονειροπόλα. με κοιτάζουν και γελάνε. φανερά. βλέπω το μειδίαμα. βλέπω την ειρωνεία. όλα τα βλέπω. γι’ αυτό και εγώ σταμάτησα να μιλάω. κλείστηκα στο εφηβικό μου δωμάτιο και κανέναν δεν θέλω να βλέπω. τις νύχτες πηγαίνω στη θάλασσα και σπαταλάω δεκαπέντε ευρώ βενζίνη μόνο και μόνο για να ουρλιάξω ελεύθερη. γράφω χαρτιά και τα πετάω στο κύμα. κάποιος. κάπου. να τα βρει. να ζωντανέψει το υγρό μελάνι και να τους ξαναδώσει πνοή. φτιάχνω καραβάκια και τα σκορπάω παντού. το σινιάλο μου για όταν έρθει η ώρα. να είσαστε έτοιμοι. θα σαλπάρουμε κάποια στιγμή. λες αλήθεια; λέω αλήθεια. στο ‘χω ξαναπεί, σύντροφε. το arbeit macht frei να τους το τρίψουμε στη μούρη.

θυμάσαι; κάναμε όνειρα. ακόμα κάνουμε. δεν είμαστε λίγοι. μην τους ακούς τι λένε οι ανθρωποφύλακες με και χωρίς στολή. σύντροφε. εδώ είμαστε. κι εδώ θα ‘μαστε. ανάχωμα και εμπόδιο στο σκοτάδι. να μοιράζουμε χαμόγελα κι ας μας λένε τρελούς. σχεδόν χριστιανοί. σχεδόν παιδιά του χριστού και της μαγδαληνής. σχεδόν απέθαντοι. σχεδόν όμορφοι. σχεδόν σχεδίες. ποτέ με σχέδιο. σχεδόν ανασαίνοντας. ελάχιστοι ανυπέρβλητοι και επουσιώδεις.

για να ενώσουμε τον κόσμο.

γι’ αυτό τραγουδάμε, σύντροφε.