sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: κελί

κακοποιός χορωδία, η

κόρη κλεπταποδόχου και ερμηνεύτρια στίχων λαϊκών

αφήνω πίσω μου τον ήλιο του δικαίου

και ξεκινώ εκστρατεία ανίχνευσης των παρανόμων

θα τους μαζέψω όλους σε κελί ευήλιον ευάερον και απαστράπτον

θα απαγγείλω ενώπιόν τους ποιήματα γραφιάδων

που δεν εκδόθηκαν ποτέ

θα δανειστώ φωτιά  από τσακμάκι ναυτικού

κι ύστερα θα οργανώσω χορωδία παρανόμων

τούτη η μπάντα θα καντάρει τραγούδια μόνο αντιεπαναστατικά

γιατί τα μέλη της αναλωμένα θα ‘ναι

στον μάταιο της επιβίωσης αγώνα

τενόροι μπάσοι και σοπράνοι θα άδουνε συναισθηματικά νεκροί

πώς η ζωή τους χάθηκε μέσα στις αίθουσες των εφετείων

χειμώνα μήνα με θέρμανση μόνο στα έδρανα των δικαστών

ζεστοί γλουτοί καμπυλωμένες τσέπες σέντρα στων τάξεων την πάλη

 

άδετε παρανόμοι μου, να λιώσει η μουσική τα υπουργεία!

 

κυκλοφορεί τυπωμένο σε χαρτί στο τσακμάκι #4

 

Advertisements

in dubio pro morte

το τεκμήριο αθωότητας καθιερώθηκε για πρώτη φορά μετά τη γαλλική επανάσταση στη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 1789 στο άρθρο 9. σήμερα κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της ευρωπαϊκής συνθήκης για τα δικαιώματα του ανθρώπου. το τεκμήριο αυτό σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος θεωρείται αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου και η πολιτεία μέσω των οργάνων της οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο. η αρχή αυτή επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo)

(πηγή: wikipedia)

 10366295_10202610171510370_4096755527937152488_n

 

κοιτάξτε προσεκτικά παρακαλώ
τον τρόπο που ο νέος σηκώνεται από το σκουριασμένο σκαμπό
το λεπτό του ντύσιμο παρατηρείστε
το δώρο πτυχίου που καλύπτει τον καρπό του
− ηχορρύπανση βόμβας −
ανοίγει τη δερμάτινη τσάντα του
− δώρο της κοπέλας του για τη σπουδαία πρόσληψη −
τάχα καμώνεται πως ταχτοποιεί τα χαρτιά του
μέχρι να σιγουρευτεί πως ο πελάτης του
έτοιμος πια να κρεμαστεί από τη ζώνη του
ανήσυχα εφησυχασμένος γυρίζει στο κελί του
(ώρες επισκεπτηρίου αυστηρώς δύο· κανείς όμως δεν ενημέρωσε της πόλης τα πουλιά· αυτά έρχονται απρόσκλητα στα τετραγωνισμένα σιδερένια παράθυρα και ατενίζουν την ελπίδα που βγάζει φτερά και φεύγει μακριά κι αυτή)
κι ύστερα παρατηρείστε πιο προσεκτικά παρακαλώ
την ώρα που ένας κορυδαλλός ανίδεος για τη συνωνυμία
στέκεται στο παράθυρο και ανακαλύπτει αίφνης
πως δεν μπορεί να κελαηδήσει πια
ο νέος λοιπόν που ουδέποτε φέρελπις υπήρξε
βγάζει το αντισηπτικό από τη μέσα τσέπη
− την κρυφή −
και όλο επιμέλεια σκουπίζει χέρια, μάτια, λαιμό, αυτιά
αφήνοντας για πάντα την καρδιά του βρώμικη
κι ύστερα καθαρός από ενοχές και με οσμή νεκροτομείου
καληνυχτίζει φιλικά τους ανθρωποφύλακες της εννόμου τάξεως
και φεύγει γρήγορα για κάποιο μπαρ
όπου συχνάζει κάθε καρυδιάς υψηλά ιστάμενος
εκεί θα μπει, θα πιει κρασί λευκό και θα κοιτάξει την ατζέντα του
κι ύστερα από την ούρηση στο αποχωρητήριο
σίγουρος πως κανείς δεν τον κοιτάζει
θα λησμονήσει βαρεθεί τα χέρια του να πλύνει
αλλά θα θυμηθεί να ανασηκώσει το γιακά του πουκαμίσου του
− όσο πιο ψηλός ο γιακάς τόσο πιο φτηνιάρικα ακριβή η κολόνια του −
κι όταν την άλλη μέρα του τηλεφωνήσουν
να τον ενημερώσουν πως ο κρατούμενος του χτες
τάχα απροσδόκητα έθεσε τέλος στη ζωή του
δεν θα τον κυριεύσει ούτε θλίψη ούτε δάκρυ
δεν θα σταθεί καταμεσής της πανεπιστημίου να ουρλιάξει
δεν θα χτυπήσει το κεφάλι στην κολώνα της δεή
δεν θα χαθεί το βλέμμα του ψηλά ψάχνοντας τον κορυδαλλό
που δεν θα τραγουδήσει πια ποτέ
μόνο θα βάψει την ψυχή του ολόκληρη με σπρέι αντισηπτικό
που καταστρέφει δια παντός τις μνήμες
θα ακολουθήσει με το βλέμμα μια φούστα στενή
που εκείνη την ώρα θα περνάει το φανάρι απέναντι
και θα χαθεί ως πέρα στον μεγάλο εμπορικό της πόλης δρόμο
αναζητώντας βιαστικά πουκάμισα με γιακά χτισμένο από χάλυβα
πληρώνοντας όσο όσο για τα κατάλληλα ενός δικολάβου ρούχα
που προστατεύουν πλήρως όλους τους νέους αυτού του κόσμου
που ουδέποτε φερέλπιδες υπήρξαν
από την εξάπλωση του ιού της ανθρωπιάς

τζάνκια της ομορφίνης*

 

ανάσα

*σκηνές από τα ηλιόλουστα σαββατοκύριακα της ασχήμιας

*

αν οι κλεισμένοι σε κελιά μετρούν τις μέρες της σκλαβιάς τους

γράφοντας πάνω στους τοίχους την αντίστροφη των φυλακών αλφάβητο

τότε όλοι εμείς πού πρέπει άραγε τις μέρες της αφθόνου μας σκλαβιάς να τις χαράξουμε;

σχίζω τον άνεμο τις νύχτες και τραγουδάω ανάποδα τις νότες της ελευθερίας

γύρω μου πόρτες και παράθυρα κλείνουνε σχεδόν ερμητικά

μια χαραμάδα μόνο αφήνουνε οι γείτονες σχεδόν αόρατη

ίσα για να χωρέσουν οι εφιάλτες της αστυφιλίας στο δωμάτιο να μπούνε

*

κάποτε ξέρετε στου νησιού μου τα νερά βαρύς εγκέλαδος την πόρτα χτύπησε

και όταν κάνοντας μια βόλτα να θαυμάσω την υπεροχή της φύσης καθ’ ημών

αντίκρισα το πιο υπέροχο θέαμα -τοίχοι κελιών ερείπια-

κατάλαβα πως οι σεισμοί έργο θεού του δωδεκάθεου αποτελούν

παλιές αγροτικές πετρόχτιστες και άνευ χρήσεως φυλακές

μόνο και μόνο για να δίνεις στίγμα πού είσαι φτάνεις

εδώ περνάω απ’ τις αγροτικές τις φυλακές σε ένα τέταρτο είμαι εκεί

μέσα λοιπόν στη μανία και την ολοσχερή καταστροφή

όπως αρέσκονται οι τηλεοπτικοί πομποί να την παρουσιάζουν

ξάφνου ο θεός της ομορφιάς διέταξε τις φυλακές να γκρεμιστούν

κι ύστερα έτερη εντολή εξέδωσε

στη θέση τους έχυσε θάλασσα απάτητη μέχρι χτες

κι έτσι λοιπόν έχουμε τώρα στο νησί θάλασσα αντί για φυλακές

σα να μας διατάσσει ο εγκέλαδος που αφανώς την ομορφιά υπηρετεί

να σπάσουμε τις αλυσίδες τα δεσμά τα ψέμματα και ό,τι βιδωμένους στο τσιμέντο μας κρατάει

*

εχτές μέσα στη νύχτα σίμωσε κάποια στιγμή ένα πλάσμα θεϊκό

ο θεός του ύπνου και του εφιάλτη της νυχτιάς και της αυγής

ο δημιουργός των ονειρώξεων και του ιδρώτα των πελμάτων

απόρησε που οι δυνάμεις του επάνω μου καμιά πια επιρροή δεν είχαν

αλλά κι εγώ δεν τον φοβήθηκα· πες μου μορφέα

τι σε έσπρωξε σε τούτο το περίεργο είδος βιοπορισμού;

κι εκείνος μίλησε για ώρες πολλές για όσα πριν κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει

μας βρήκε το ξημέρωμα με τον μορφέα στο σεντόνι μου να κλαίει

κάποτε ο θεός αυτός αγάπησε βαθιά με όλη του τη θεϊκή καρδιά

μία γυναίκα από τον κάτω κόσμο νεκρή μα αιωνίως ζωντανή

κι όταν εκείνη την αγάπη του αρνήθηκε εκείνος ήπιε δηλητήριο

μα αυτή του απαγόρευσε στον κάτω κόσμο

με γαλήνη νεκρική το υπόλοιπο του βίου του να ζήσει

κι έτσι οι θεοί που σαν παιδί τους τον μεγάλωσαν

του κάναν δώρο μια ζωή ενδιάμεση· μονίμως μεταβατικά να ζει

ούτε νεκρός ούτε εν ζωή μονάχα εν υπνώσει να διαβιοί

τις νύχτες να χαρίζει όνειρα σε ζώντες που ποτέ δεν έζησαν

αγκάλιασα σφιχτά τον άμορφο μορφέα

κατάλαβα πως κι οι θεοί πάντα τους θα κυνηγούν την ομορφιά

*

τα σούρουπα είναι οι μικροί θάνατοι των αστικών ζωών

βράδιαζε· τα φώτα των αυτοκινήτων φυλάκιζαν για πάντα τα αστέρια

ξάφνου χοροί και θόρυβοι και φώτα τεχνητά στον ουρανό

έσκυψα κάτω από την τέντα ανάμεσα στα κτήρια και ίσα πέρα στον ορίζοντα

κατάφερε το βλέμμα μου να φτάσει ως την πηγή της φασαρίας

βεγγαλικά ψηλά στον ουρανό δίπλα στο ενοριακό καμπαναριό

γάμος στην εκκλησία μας χαρές στα πατρικά μας

λοιπόν θαρρώ πως τα βεγγαλικά είναι μωρά που πεθαίνουν πάνω στη γέννα

μόλις φωτίζουν σβήνονται μόλις τα δεις πεθαίνουν

*

μα άνθρωποι και θεοί και όλοι μας για πάντα θα ποθούμε

στης ομορφιάς την αγκαλιά γλυκά να κοιμηθούμε

ξέρετε, έψαξα κι έμαθα πως η ομορφίνη μόνο σε ξέρες και σε βράχια ευδοκιμεί

αν θες να υμνήσεις το ωραίο είναι απαραίτητα τα ορειβατικά παπούτσια

και τα ψηλά και απάτητα βουνά είναι η πλατεία ομονοίας

για αυτούς που εθίστηκαν άνευ επιστροφής στην ομορφιά

φωτογραφία: νιώσε

poeta poetae lupus

L5_Peroulis_02

αναρωτιέμαι αν υπάρχουν ποιήματα

που πρέπει στη γέννα να τα πνίγεις

 

υπήρχε κάποτε μια εποχή που οι μαίες

ρητή εντολή από πάνω λάμβαναν

τις διαφορές στο στίχο

στο αίμα να τις πνίγουν

 

κι έτσι χωρίστηκαν οι ποιητές

οι μεν στα πεζοδρόμια

οι δε σε οικειοθελούς αυτοσυγκέντρωσης στρατόπεδα

 

οι του πεζοδρομίου ποιητές

εισπνέουν χημικά και καυσαέριο

 

και οι κλεισμένοι στα στρατόπεδα

ρίχνονται κάθε νύχτα στους θαλάμους αερίων

 

όλοι οι ποιητές ζουν ετοιμοθάνατοι

διαφέρει μόνο η ταχύτητα θανάτου

είναι γινόμενο καπνού και σκέψης

 

σημειωτέον, πως στην ποίηση το φύλο αδιάφορο είναι

-μήπως και στη ζωή έτσι δεν θα ‘πρεπε να ήταν;-

δικαίωμα στη μητρότητα έχουν όλοι, άντρες γυναίκες

σημειωτέον, πως δε λέγεται μητρότητα

αλλά σκοτάδι, πόνος, τρόμος και ζωή

 

οι του πεζοδρομίου ποιητές

απέναντί τους έχουν τις πλατείες

 

και οι κλεισμένοι στα στρατόπεδα

καταναγκαστικώς χτίζουν συρματοπλέγματα

 

οι μεν αναρωτιούνται για τους δε

ποια αρρώστια τη ζωή τους όρισε

και οι στίχοι τους τις νύχτες

το παιχνίδι της αναίρεσης

απ’ την αρχή ορίζουν

 

μια κυριακή το μήνα

οι θεοί -που από ίδιον συμφέρον μόνο υπάρχουν-

όρισαν δημοκρατικά πως πρέπει

ειρηνική ανταλλαγή των πληθυσμών

για μία μέρα χώρα να λαμβάνει

 

-και πώς αλλιώς να γραφτεί η ιστορία, αν όχι με επίφαση δημοκρατίας των λαών;-

 

κι έτσι αυτήν τη μόνη κυριακή του μήνα

οι αλητήριοι του δρόμου ποιητές

τη μέρα τους μες σε στρατόπεδα αυτοσυγκέντρωσης περνάνε

και οι έγκλειστοι που από το zyclon επιβίωσαν

ξαπλώνουν στα παγκάκια της πρωτεύουσας

 

στο τέλος αυτής της κυριακής

το ανώτατο συμβούλιο νεκρών καλλιτεχνών

πόρισμα βγάζει για τη ζωή και την πορεία των ιδεών

 

μα ακόμα και αυτοί οι ίδιοι οι ποιητές

που ανταλλάξανε το τώρα με του ύστερα τη φήμη

που εδώ και αιώνες προσπαθούν

σε ασφαλές συμπέρασμα να καταλήξουν

και που νικήσαν σε αντοχή

το θεάρεστον του γαιοσκώληκα έργον

ακόμα απόφαση δε βγάλανε

 

ποια να ‘ναι άραγε η πιο μακάβρια φυλακή

ποιο να ‘ναι ίσως το πιο αποπνικτικό κελί

και ποια να ‘ναι επιτέλους η μορφή

αυτής της ίδιας της μαμής

που όλες τις τέχνες ξεγεννάει

 

πώς είναι η ελευθερία

και πώς την ξεχωρίζεις

ανάμεσα στα ψευδοαντίγραφα

που θεοί και πολιτεύματα

εγκαθίδρυσαν;