sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: κοινοβούλιο

έτσι νυχτώνει στις αθήνες*

2271-620x

έτσι γίνεται πάντα. κάτι θα τύχει να ακούσω στο ραδιόφωνο κάποιο απόγευμα σχολώντας και ύστερα θα τρέξω στο σπίτι σαν την ηρωινομανή, να βρω το δίσκο, να περάσω το τραγούδι στο άι-ποντ, να το ακούσω –πόσα χρόνια περάσανε από την τελευταία φορά που το άκουσα, πότε είχα αγοράσει το σιντί, αλήθεια έχω χρόνια να αγοράσω δίσκο– να το ξανακούσω, να γράψω τους στίχους σε ένα κομμάτι χαρτί, ύστερα να περάσω τα δάχτυλά μου πάνω από το χαρτί, πάνω από τις λέξεις, πάνω από τους φθόγγους, να σβήσω τα κεφαλαία, να τονίσω τις λέξεις αλλιώς, να μπούνε μέσα μου οι στίχοι, να βγουν ύστερα από την έξοδο των ματιών αλμυροί, κι ύστερα να κλάψω, να κλείσω το κινητό, να κλείσω το παντζούρι, να ανάψω ένα δύο πέντε δέκα τριάντα τσιγάρα, να ακούω ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα, ένα ποίημα να μου στοιχειώσει το απόγευμα, τσιγάρα και αλμυρά υγρά τριγύρω στο σεντόνι μου, το μαξιλάρι σφιχτό όσο πρέπει για να παριστάνει το φίλο, ανοίγει η πόρτα διακριτικά, φοβισμένος ο πατέρας, τι συμβαίνει, τίποτα. τίποτα καινούριο δεν συμβαίνει. μα, κλαις κόρη μου. γι’ αυτό κλαίω. κι έτσι νυχτώνει στις αθήνες, έτσι βραδιάζει στις πάλαι ποτέ ορμητικές μας καρδιές, έτσι πέφτει η νύχτα στα μπαλκόνια μας, έτσι μαραίνονται οι γλάστρες μας, έτσι σβηστήκανε δια παντός τα σημεία στίξης από τα στομάχια μας -γράφω ό,τι μου κατέβει με το στομάχι και απαγγέλλω ποίηση με το συκώτι- έτσι γαμάει ο πειραιάς με το μαρινάκη βλαχοδημαρχαίο, έτσι λήξανε τα γάλατα στο ψυγείο και τώρα πια πίνουμε ληγμένα, τρώμε χημικά και ψαρεύουμε σόλες παπουτσιών στις θάλασσές μας. από ένα τραγούδι ξεκινήσανε όλα. ένα ποίημα παρακίνησε κάποτε το θεό να φτιάξει τον κόσμο. δύο μπορούν να φτιάξουν τον κόσμο όλο αφού κι ο κόσμος φτιάχτηκε από δύο, έλεγε κάπου ο λουντέμης, και δε νομίζω το υπονοούμενο να ‘ναι χριστιανικό, πιο πολύ ερωτικό μου ακούγεται.

λοιπόν το κορμί μου έγινε με τα χρόνια ένα μικρό δειλό φέρι μποτ. κάθε πρωί ανοίγει η μπουκαπόρτα. μπαίνουν μέσα πεζοί, λεωφορεία, ασφαλιστικά ταμεία, τραπεζοϋπάλληλοι, δικόγραφα, συγγενείς, έγγραφα Ε3, τρεις καφέδες στο χέρι ημερησίως, ένα περίπτερο, μια μάσκαρα, φωτογραφίες από το βερολίνο, το γιουσουρούμ του άσιμου και ένα τσιμπιδάκι φρυδιών. τη νύχτα όλοι αυτοί βγαίνουν από μέσα μου με ασκήσεις πανικού. ανάσες και τρόμος. μετά η μπουκαπόρτα πέφτει βαριά. τα μάτια μου κλείνουν ανεπίστρεπτα. το σώμα μου βουλιάζει κάτω από το δροσερό σεντόνι. όσο περνάει ο καιρός η μπουκαπόρτα δυσκολεύεται να ανοίξει το πρωί. οι δικές μου οι ρυτίδες δε φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. τα γεράματά μου κατέφτασαν λίαν προώρως και κατακάθισαν μέσα μου ύπουλα. κανείς δεν τα βλέπει. κανείς δεν τα νιώθει. τι ανάγκη έχεις εσύ. καμία ανάγκη δεν έχω. μόνο όνειρα. τι όνειρα; να περπατήσω πλάι σε ένα ποτάμι. να μυρίσω λίγο γιασεμί. να αυξήσω τη χωρητικότητα των πνευμόνων μου σε οξυγόνο. αυτά.

σε μισώ αθήνα. δεν μου φταις αλλά σε μισώ. πάνω σου περπατάνε αυτά τα μιάσματα με τα γαλανόλευκα κουρέλια, η παπάρια φυλή, τραβάτε ρε στις μανάδες του φύσσα και του σαχτζάτ, τραβάτε ρε γαμώ το έθνος σας και μην τους μιλήσετε, μόνο τολμήστε να σταθείτε απέναντί τους. δεν θα τα καταφέρετε. σε μισώ ρε αθήνα. οι τραγουδιστάδες από τα ριάλιτι βγαίνουν στις τηλεοράσεις βαμμένοι σαν γαλανόλευκοι ινδιάνοι και τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο στις ποδοσφαιρικές φιέστες και οι κόσμοι από κάτω χειροκροτάνε αφηνιασμένοι αντί να φτύνουν το έθνος. αντί να φτύνουν τη σημαία. αντί να ξερνάνε ελληνισμό. αντί να κατεβάζουν χριστοπαναγίες λίαν βυζαντινές και θεοσεβούμενες. οι υπουργοί μπαίνουνε μέσα στα μπουρδέλα και σέρνουν έξω γυναίκες οροθετικές τραβώντας τες από τα μαλλιά και κάτι λίγοι γραφικοί τολμάνε και μιλάνε, οι υπουργοί κάνουνε μηνύσεις -που δεν κατατίθενται ποτέ σε κανένα αστυνομικό τμήμα- στις εφημερίδες που τολμάνε να πούνε ότι οι μπάτσοι βασανίζουνε κόσμο σ’ αυτόν τον τόπο, μας απασχολεί πάρα πολύ που βρέχει λάσπη και σκονίζονται τα ακριβά και δανεικά μας αυτοκίνητα, τα κοινοβούλια κλείνουνε όποτε οι εξουσιαστές [δεν] έχουνε όρεξη για σεξ, ο κόσμος ψηφίζει όποιον έχει το καλύτερο σακίδιο στην πλάτη κι εγώ κατάντησα να λέω τα ίδια και τα ίδια κάθε λίγο και λιγάκι, επανάληψη μήτηρ πάσης αργίας ή κάπως έτσι τελωσπάντων, τις ξεχνάω τις παροιμίες και τις αναπληρώνω μόνη μου, κι ύστερα τις πετάω σε άσχετες συζητήσεις, άσχετες παροιμίες μεταξύ ασχέτων επιχειρημάτων ανάμεσα σε άσχετους συνομιλητές που δεν πρόκειται να συμφωνήσουν στον αιώνα τον άπαντα δικαιώνοντας όσους κυνικά και τρυφερά εξίσου ζήσανε μέσα σε πιθάρια χορταίνοντας με ηλιακή ενέργεια και ακονίζοντας μυαλά.

λοιπόν. μάνα. άκου. μην με ρωτήσεις πού πάω. δεν πάω στα καράβια. ξεκινώ ταξίδι. μην απορείς που παραληρώ. παραλήρημα είναι ολάκερη η ζωή μας, δεν το βλέπεις;

ξεκινώ ταξίδι μάνα και πατέρα. και έτσι μόνο θα ‘μαι πάντα εδώ.

ζωντανή.

Advertisements

σκέφτομαι άρα πετάω

δεν θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω

διόλου δεν επιθυμώ χαιρετισμούς στο δρόμο

οι δρόμοι δεν φτιαχτήκαν για να χαιρετάς

αλλά για να πορεύεσαι

περίσσεψε η χριστιανική αγάπη

όλοι να αγαπάτε αλλήλους

κι ας μην γνωρίζετε στο ελάχιστο

πως η αγάπη δεν είναι λίμνη στάσιμη

αλλά ποτάμι ανυπάκουο σε προβλέψεις

απ’ την πηγή ως την εκβολή

ακολουθεί πορεία προσωπική

σε παρασέρνει

σε ξεβράζει

σε ταξιδεύει

και σε πνίγει

ποιος θέλει όρθιος να σταθεί κι ενάντια στου καθένα το ποτάμι να μιλήσει;

 

δε θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω

κι αυτό δεν είναι απαίτηση

κι ούτε να κάνετε το λάθος σαν χάρη να το θεωρήσετε

να ζω σημαίνει να ανασαίνω

χωρίς την άδεια των γειτόνων

χωρίς την έγκριση ηγετών

χωρίς ερώτηση και απάντηση μέσα στα κοινοβούλια

να ζω σημαίνει να ανασαίνω

πάρτε για χάρισμά σας τα δικαιώματα

σας επιστρέφω τις ελευθερίες

σας αντιτείνω τις θρησκείες

στέκομαι σιωπηλή ξεσπώντας

και αποζητάω μια ζωή

χωρίς χαρτιά και απολογίες

στις εξουσίες κάθονται όσοι κοιμούνται σε μαντριά

 

δε θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω

τίποτα δεν μου δόθηκε

ποτέ κανένας δε με ρώτησε

τι σημασία έχει ποιος, γιατί και από πού

γιατί μετράτε τους λαούς με χρώματα

γιατί σκοτώνετε την ομορφιά με λάβαρα

τη σκέψη μου ποτέ καμιά ομιλία δεν περιέλαβε

λέγεται σκέψη επειδή ξέρει να πετάει

είμαι ο κύκλωπας κανένας των λαών

είμαι ο ούριος άνεμος των πειρατών

είμαι το χάδι γάτας σε μωρό παρατημένο από τη μάνα

κατηγορία αταξινόμητη εταιρειών που ειδικεύονται σε ράφια

πρόγραμμα υπολογιστή που ξέρει να μεθάει σαν άνθρωπος

θεοί μου οι αφορισμένοι ποιητές

οι άλιωτοι στο πέρασμα των χρόνων

 

δε θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω

κι εγώ σας δίνω για αντάλλαγμα

κάθε φωτιά κάθε φωνή και κάθε δάκρυ

κρατήστε τα για ενθύμια

για να διδάξετε στα αγέννητα ακόμα τέκνα

πως οι άνθρωποι πηγαινοέρχονται τελείως μόνοι

επιφαινόμενες παρέες και κοινωνίες της συνουσίας

σπρώχνουνε κάτω απ’ τα παχιά χαλιά των γηγενών

όσους κατάλαβαν νωρίς πως η ζωή

αποτελεί κομμάτια από ανέκδοτα λυπητερά

πάρτε για λάφυρο τη μνήμη

και υπόσχομαι μια μέρα παρέα με τη σκέψη μου

στεγνό καθάρισμα του διοξειδίου του άνθρακα να πράξω

να βρέξει μόνο ατόφιο οξυγόνο

να οξειδωθούν οι αναμνήσεις σας· να σβήσουν

 

κι ύστερα σκουριασμένοι να ατενίσετε το μέλλον

να ανακαλύψετε βαφές και τρόπους αναγέννησης

 

πώς ξαναφέρνω στη ζωή το πριν απ’ όλα υπάρχον;

 

δε θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω