sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: κομμουνιστής

ομφάλιοι της αγάπης, οι

τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα να ξέρεις πως σου τα ‘χω φυλαγμένα

14437_1232770414276_3212409_n

λες να μην ξανακοιμηθώ ποτέ; πέρα δώθε στο δωμάτιο όλη νύχτα. πέρα δώθε. καπνίζω κι ύστερα το βλέμμα μου ξεχνιέται στους θορύβους της νύχτας. οι γάτες της γειτονιάς κλαίνε σπαραχτικά ζητώντας το ερωτικό τους ταίρι, οι τέντες κουνιούνται ελαφριά από το αεράκι, ο καπνός μου υψώνεται ως το ταβάνι του δωματίου κι ύστερα πάει και κάθεται στο τζάμι της κορνίζας πάνω στο κομοδίνο. μια φωτογραφία που είχαμε βγάλει πριν από χρόνια, θυμάσαι; στη μέση η μικρή και τριγύρω της οι τέσσερις μας. δίχτυ προστασίας. ανάβω το επόμενο τσιγάρο. πού να ξεχαστώ και πώς. στο διπλανό δωμάτιο σε ακούω. δεν κοιμάσαι. ακούω την έγνοια σου που ανοίγει την πόρτα του δωματίου όλο ανησυχία. δεν κοιμάσαι; πώς θα σηκωθείς το πρωί να πας για δουλειά; δεν μπορώ να κοιμηθώ. δεν μπορώ να κοιμηθώ πια. νομίζω πως η στάθμη του πατώματος του δωματίου μου έχει κατέβει κάπως. σκάβω τα πλακάκια. αλλά τι ψάχνω να βρω;

δυσκολεύομαι. έχω μια ανάκατη χαρά με θλίψη ομού με ένα ανακατεμένο στομάχι. κι έναν πόνο στο στέρνο. δεν μπορώ να πάρω βαθιά ανάσα. δυσκολεύομαι. δεν σηκώνω το τηλέφωνο σε κανένα φίλο. δεν θέλω κουβέντες. δεν μπορώ να μιλήσω. κλείνομαι μέσα μου. ο εαυτός μου ήταν πάντα η μοναδική μου άμυνα απέναντι στη σκληράδα. στην έλλειψη κατανόησης. στη σκόνη που προκαλούν οι κοινωνικές συναναστροφές. προχθές σου είπα να μου βρεις χαρτόκουτα. μα τι να τα κάνεις, νωρίς δεν είναι ακόμα; απόρησες. πρέπει να μαζέψω τα πράγματά μου, σου είπα. δεν μίλησες. μόνο το βράδυ μπήκες στο δωμάτιό μου και κοιτούσες τριγύρω. τι κοιτάζεις; τίποτα. έτσι να, κοιτάζω τη διακόσμηση. και κάπως σαν να είχες συγκινηθεί μου φάνηκε.

υπερβολικοί σε όλα μας σ’ αυτόν τον τόπο. κι εγώ πιο υπερβολική από την καμπύλη της υπερβολής που κάτι μας δείχνει στα μαθηματικά αλλά μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή. όμως ξέρω ότι ξέρεις. όμως νιώθω ότι καταλαβαίνεις. και τι θλίψη άραγε να κουβαλάς μέσα σου βλέποντας τα παιδιά σου να κάνουν τη διαδρομή σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι κουβαλώντας στην πλάτη χρόνια ολόκληρα διαβάσματος, κόπων, χαρτιά και πτυχία που όσο περνάνε τα χρόνια αντί να βαραίνουν γίνονται όλο και πιο ελαφριά, ίδια με τσιγαρόχαρτα. τώρα πια ίσα που αρκούν για να τα απλώσεις, να στρίψεις πάνω τους λίγο καπνό και να κάνεις ένα τσιγάρο μετάνοιας. και να αναλογιστείς τη ζωή που ζεις.

υπερβολικοί σε όλα μας. κι εγώ πιο συναισθηματική κι από ταινία του γαλλικού σινεμά. δεν θα κλάψεις, σου είπα. απαγορεύονται τα κλάματα. προστακτική έγκλιση. αλλά τι τα θες. οι εγκλίσεις ήταν μια απάτη, κύριε μπαμπινιώτη μου. θυμάμαι εκείνη τη φωτογραφία που ήσουν κοριτσάκι. έπαιρνες το πτυχίο σου από τα χέρια του μπαμπινιώτη. πόσο όμορφη ήσουν. μας εξαπάτησαν που λες οι ρημάδες οι εγκλίσεις. και γω τις είχα μάθει τόσο καλά. μπερδέψαμε την ευκτική με την προστακτική. κι ύστερα διαγράψαμε την οριστική και αποφασίσαμε να ζήσουμε βουτηγμένοι μέσα στην υποτακτική. υποταγμένοι. να, αυτά μου τρώνε το μυαλό. αυτά με εξοργίζουν και κάθε φορά που γυρνάω στο σπίτι ερείπιο βάζω τις φωνές. κλείσε την τηλεόραση, λένε όλοι ψέματα. είναι διορισμένοι υπάλληλοι. ολόκληρη η χώρα υπάλληλος του μπόμπολα. κι εγώ φυσικά. αυτά είναι που δεν αντέχω και αρχίζω να φωνάζω και να βρίζω. φυσιολογικό διάλογο δεν μπορώ να κάνω πια με κανέναν. στο νησί λένε αυτή που έρχεται ξέρουμε ποια είναι. αυτή που στα κείμενά της βρίζει. πώς να μείνω άπραγη; πώς να πηγαινοέρχομαι κάθε μέρα έχοντας αποδεχτεί ότι αυτή θα ‘ναι η ζωή μας πια. δεν μπορώ. το ξέρεις. εξεγείρομαι. είναι κι αυτός ο στίχος του καρούζου που παίζει μέσα μόνιμα στο κεφάλι μου σε επανάληψη τόσους μήνες τώρα. φεύγετε, να φεύγουμε, να αχρηστέψουμε τις πόλεις. προσωπικός εθνικός ύμνος. δεν αντέχω. κι ας μου λες πάντα ηρέμησε, κατέβασε τον τόνο της φωνής σου, μη φωνάζεις, χάνεις το δίκιο σου. ξέρω πως από μέσα σου συμφωνείς. ξέρω πως βράζεις από οργή για αυτό που ζούμε. αλλά βλέπεις, ο ρόλος σου είναι αυτός. πυροσβέστης. βρίσκεσαι σε διατεταγμένη υπηρεσία εδώ και τριάντα χρόνια. να σβήνεις φωτιές. να δίνεις κουράγιο. να ζωγραφίζεις ανύπαρκτες ελπίδες στον τοίχο του σαλονιού. να μην το βάζεις κάτω για να μην το βάλουμε κάτω κι εμείς. κι ας βρήκα καταχωνιασμένα σε μια γωνία της αποθήκης τα βιβλία σου. μαρξ και ένγκελς. κι ας δηλώνεις υπερήφανα πως είσαι κομμουνιστής. θυμάμαι μια φορά που είχες δει πάνω στο γραφείο μου ένα βιβλίο του μπακούνιν. μα, αυτός είναι αναρχικός, μου ‘πες και γέλασες συνωμοτικά. κι ας ξέρεις πως τα πράγματα πάνε κατά διαόλου. εσύ εκεί. να παλεύεις πάντα για το καλύτερο. να δείχνεις πάντα έναν δρόμο πιο φωτεινό που δεν ξέρουμε πού οδηγεί αλλά υπάρχει. το σπίτι μας ένα λιμάνι κι εσύ ο φάρος.

ξέρεις τι μου ‘πε το αφεντικό μου όταν του είπα πως θα φύγω μόνιμα για το νησί; οι άνθρωποι του νησιού σου είναι περιπετειώδεις. ωραίο πράγμα η περιπέτεια. ειδικά για μένα που ζω με το φόβο μήπως κάποια μέρα ξυπνήσω και είμαι ικανοποιημένη και δυστυχής. μήπως χαθώ στη βολεμένη καθημερινότητα. μήπως γίνουν σκόνη τα όνειρά μου. μήπως σταματήσω να αποζητάω κάτι, που δεν ξέρω και πού ούτε και θέλω να μάθω τι ακριβώς είναι.

σου απαγόρευσα το κλάμα αλλά τώρα πια δεν με νοιάζει για τα δάκρυά μου που τρέχουνε με αναίδεια. τώρα ξανάγινα το μικρό κοριτσάκι που ψάχνει το χέρι σου για να το κρατήσει σφιχτά και να διασχίσουμε το δρόμο μαζί. θυμάμαι που μου ‘λεγες πως όταν γεννήθηκα όλα μου τα δάχτυλα τυλίγονταν γύρω από το μικρό σου δάχτυλο. αντικειμενικά δεν ήμουν και πολύ όμορφο μωρό. αλλά εσύ με έλεγες ορτανσία. θα είμαι δυνατή λοιπόν. κόβω τον ομφάλιο λώρο και τον κάνω κολιέ στο λαιμό μου. περήφανο κόσμημα αγάπης για το ταξίδι μου. μαζί θα ΄μαστε παντού.

εμείς θα ζήσουμε, ρε.

κοιτάζω τον ουρανό καθώς ξημερώνει. έρχεται μια καινούρια μέρα και γω νιώθω μια άγρια χαρά που ακόμα δεν το ΄χω βάλει κάτω. και που πάω να δοκιμάσω το καινούριο. σε λίγο πρέπει να πάω για δουλειά. βλέπεις, θα δουλεύω μέχρι και την τελευταία μέρα. έτσι μου ‘μαθες. ότι ο αγώνας είναι αέναος. ότι η ζωή είναι βασανιστική. μου ‘μαθες να είμαι δυνατή. και θα είμαι. φύγαμε για το άγνωστο. το σαλόνι γεμάτο κούτες. όλη μου η ζωή πακεταρισμένη σε κιβώτια. αλλά μέσα μου ό,τι δεν κλείνεται σε κουτιά, δεν τυλίγεται με μονωτική ταινία, δεν ταξιδεύει με φορτωτική. μέσα μου όλα όσα μου έμαθες αυτά τα χρόνια. μέσα μου το βλέμμα σου και το χαμόγελό σου. μέσα μου η ευγνωμοσύνη. μόνο.

σ’ ευχαριστώ.

στους δύο Δασκάλους της ζωής μου,
τον Β. και τη Χ.

Advertisements

δήλωση α-μετανοίας

BdubduRCYAACS0W

στον τοίχο ένα κακό αντίγραφο κάποιου πίνακα ζωγραφικής. στα μεγάφωνα ο πιο διασκεδαστικός σταθμός της πόλης, ή κάτι τέτοιο. στα αυτιά της το βουητό άλλης μιας μέρας που την ξεψάχνισε.

κοιτάζει τα πόδια της. μία μαύρη βρώμικη λωρίδα πλαστικού έρχεται και ξανάρχεται. κοιτάζει το ρολόι του μηχανήματος. άλλα δέκα λεπτά. σηκώνει το κεφάλι και κοιτάζει έξω. περαστικοί περνούν σκυφτοί, μερικοί κοιτάζουν με περιέργεια μέσα από τη τζαμαρία την αίθουσα, άλλοι μπαίνουν στο διπλανό προποτζίδικο να κυνηγήσουν την τύχη τους, κοπέλες με τσάντες στον ώμο που σέρνονται μέχρι το φροντιστήριο για να μάθουν την κλίση του οίδα, να περάσουν στη φιλοσοφική και να ενταχθούν στον οικονομικά ανενεργό πληθυσμό, συνταξιούχοι με γλυκά που πάνε να δουν τα εγγόνια τους. το απόγευμα πέφτει βαριεστημένα στις πλάτες της γειτονιάς, το απέναντι καφενείο γεμίζει με κόσμο που πάει να δει το ματς των αιωνίων, η πόλη που κάποτε δεν ησύχαζε ποτέ μάλλον δεν θα ξυπνήσει ποτέ από τη χειμερία νάρκη της. χτυπάει το τηλέφωνό της, είναι από τη δουλειά, δυσανασχετεί. έχω σχολάσει, αφήστε με ήσυχη. ξανακοιτάζει το ρολόι του μηχανήματος. πέντε λεπτά ακόμα.

το δημοτικό γυμναστήριο γεμίζει κόσμο. οι νεαροί καμαρώνουν για τα γυμνασμένα τους μπράτσα, οι κοπέλες για τα ωραία αθλητικά τους παπούτσια, οι μεσήλικες έρχονται με εντολή γιατρού για να ρίξουν την κακή χοληστερίνη, οι κυρίες καταφθάνουν για να συζητήσουν τα νέα της ημέρας πάνω στο ποδήλατο -ποδήλατο το ονομάζουν κι ας μην σε πηγαίνει πουθενά, ένα ποδήλατο ίδιο με το μαρτύριο του ταντάλου, όλο να κάνεις πεντάλ και όλο να μένεις καρφωμένος στο ίδιο σημείο, να καταπίνεις τα χιλιόμετρα και όλο εδώ να είσαι στάσιμος, στην ίδια γειτονιά, στην ίδια χώρα, τίποτα να μην αλλάζει, να καίγονται οι γάμπες σου, να καίγεται το μυαλό σου γιατί αύριο λήγει το φ.π.α. και πού θα το βρεις το χιλιάρικο που το έδωσες για το χαράτσι– και δώστου να σηκώνουν τα δεκάκιλα οι φουσκωτοί, να κάνουν κάμψεις, να αναστενάζουν, να γεμίζει χνώτα η τζαμαρία και να κρύβει το θέαμα από τους περίεργους μπόμπιρες που κολλάνε τις μύτες τους στο τζάμι, κοίτα μαμά, κοίτα τι κάνουν αυτοί!

πόσες φορές έχει πατηθεί αυτός ο διάδρομος; η μαύρη λωρίδα έρχεται και ξανάρχεται κάτω από τα πέλματά της, το μηχάνημα λέει πως έχει διανύσει ενάμιση χιλιόμετρο, γιατί βρίσκεται ακόμα φυτευμένη εδώ; δεν θα ‘πρεπε να έχει φτάσει τώρα μέχρι το μενίδι ας πούμε;

στήνει αυτί. οι διπλανές κυρίες μιλάνε για την κατάσταση. για τα παιδιά τους που σπουδάσανε και τώρα είναι κλεισμένα στα δωμάτιά τους πίσω από έναν υπολογιστή όλη μέρα, που δεν βρίσκουν δουλειά, για τις περικοπές στους μισθούς τους, για τα χρήματα που φάγανε και τώρα πρέπει να τα επιστρέψουν αυτοί που τα πήρανε, και τι με νοιάζει εμένα μαρία μου να μπούνε φυλακή; τα λεφτά να δώσουνε πίσω, αυτό με νοιάζει. τρέμει στην επόμενη κουβέντα που θα ακούσει. σύριζα, ναι, σύριζα. κι αν αποτύχει, ακόμα πιο πέρα. ανταρσύα, δεν το συζητώ!

απροσδόκητο.

ο διάδρομος της επανάληψης που δεν είναι μαμά καμιάς μάθησης σφυρίζει. τέλος χρόνου. ό,τι κάηκε κάηκε. και δεν ξαναγυρίζει.

βγαίνοντας από το δημοτικό γυμναστήριο που όπου να ‘ναι θα κλείσει γιατί ο δήμος δεν έχει τα απαραίτητα κονδύλια για να πληρώνει τους γυμναστές -βλέπεις οι γυμναστές δεν ανήκουν στο σκληρό πυρήνα του κράτους- ένιωσε καλύτερα. τα ανοιχτά πνευμόνια είναι ο καλύτερος υποδοχέας της νικοτίνης και της πίσσας. ένιωσε την ανάγκη να συνοδέψει το τσιγάρο με καφέ.

μπήκε στη συνοικιακή καφετέρια. τρεις νεαροί καθισμένοι σε ένα τραπέζι με το μάτι καρφωμένο στην οθόνη που δείχνει μπάλα συζητάνε έντονα. βγαίνοντας από το μαγαζί ακούει άθελά της τον έναν από τους τρεις· άσε ρε φίλε, μόνο η χρυσή αυγή ασχολείται με τα προβλήματά μας, εγώ θα πάω στα γραφεία τους και θα τους πω το και το. και θα με βοηθήσουνε, θα δεις.

κοίτα να δεις ώρα που βρήκε η πόρτα και δεν ανοίγει να βγω έξω, να πάρω λίγο καθαρό αέρα, σκέφτηκε.

πάγωσε ο καφές.

και η τσιμινιέρα ακόμα καυτή.

*

γυρίζοντας προς το σπίτι, ο γείτονας καταστηματάρχης της πιάνει κουβέντα. για το γιο του, που έφυγε για έξω και δουλεύει τώρα πια με μεγάλο μισθό στην αγγλία, για το πόσο καλύτερη είναι τώρα πια η ζωή του παιδιού του. δίπλα του η γυναίκα του. πίσω από αυτά που της λένε διαβάζει την αλήθεια τους. τον πόνο για την απουσία, το μίσος για αυτούς που διώξανε τους ανθρώπους στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, τη θλίψη για την ισοπέδωση.

πώς να κοιμούνται άραγε τα βράδια αυτοί οι γονείς;

οι γειτονιές που είναι η λύση στη μοναξιά και η μαμή της αλληλεγγύης ξεψυχούν αθόρυβα τα απογεύματα.

ίσως και να ‘ναι αργά τώρα πια. ίσως πάλι και να μην είναι.

*

την άλλη μέρα το πρωί ένας ταξιτζής της δίνει άθελά του το στίγμα των ημερών που έρχονται.

– πώς πάει η δουλειά σας;

– χάλια μαύρα.

– λέτε να αλλάξει κάτι;

– δίνω ό,τι έχω και δεν έχω για να μην μπει το πασόκ στη βουλή. πιο πολύ με νοιάζει να μην μπουν αυτοί παρά οι χρυσαυγίτες.

– μα ξέρετε, συγκρίνετε ανόμοια πράγματα. είναι δολοφόνοι.

– έλα μωρέ, γιατί οι κομμουνιστές καλύτεροι ήταν; δεν είδες τα πρότυπα του ξηρού; τον ανθρωποσφαγέα βελουχιώτη είχε πίσω του. εμένα τα άκρα κορίτσι μου δεν μου αρέσουν. και τον τσίπρα ακόμα θα τον ψηφίσω. αλλά μακριά από κομμουνιστές να μείνεις.

– λίγο δύσκολο. βλέπετε, ελπίζω κάποτε να γίνω αληθινή κομμουνίστρια. φτάσαμε. τι χρωστάω;

την άφησε με το βλέμμα κρίμα και σε είχα συμπαθήσει. εκείνη κατέβηκε από το ταξί με το βλέμμα τα κατάφεραν οι μαλάκες. όπου να ‘ναι έρχονται και οι δηλώσεις.

*

έμεινε στην ουρά της εφορίας στην ευελπίδων καρφωμένη για δυόμιση ώρες. μία υπάλληλος από το πρωί για εκατοντάδες πολιτών που έβριζαν και φώναζαν για το ανύπαρκτο κράτος, να απολυθείτε όλοι σας ρε, άχρηστοι είσαστε, σας πληρώνουμε εμείς για να κάθεστε.

αν το κράτος είναι ανύπαρκτο, τότε πρώτοι και καλύτεροι ανύπαρκτοι είσαστε εσείς.

μπροστά της ένας νεαρός. χρειαζόταν μόνο ένα μεγαρόσημο και στεκόταν στην ουρά μόνο για αυτό, φαινόταν ανήσυχος, μετρούσε και ξαναμετρούσε τα ψιλά του, έπιασαν την κουβέντα.

μα γιατί φωνάζουν; δεν βλέπουν ότι η γυναίκα παλεύει να τους εξυπηρετήσει όλους;

φωνάζουν γιατί βλέπουν το πολλαπλό τους είδωλο να καθρεφτίζεται απέναντί τους.

μπακιρτζής.

μα φυσικά μπακιρτζής. συγγνώμη για το θάρρος, αλλά γιατί στέκεστε τόσες ώρες εδώ; μπορείτε να αγοράσετε από κάτω το μεγαρόσημο και να μην φάτε όλη σας τη μέρα εδώ.

ξέρετε, έχω μόνο τρία ευρώ και τα μεγαρόσημα κάτω κοστίζουν τρία ευρώ και τριάντα λεπτά.

στέκεστε σε αυτήν την εφιαλτική ουρά για τριάντα λεπτά. πάρτε τα και γλιτώστε.

δεν μπορώ να τα πάρω, δεν είναι σωστό.

κι εγώ δεν μπορώ να μην τα δώσω. η ζωή είναι τόσο εκνευριστικά όμορφη για να στεκόμαστε σε ουρές. καλό μεσημέρι.

*

η υπόλοιπη μιάμιση ώρα στην ουρά πέρασε γρήγορα.

μοναχικά, αλλά γρήγορα.

 

η φωτογραφία είναι καλοπίστως απαλλοτριωμένη από το λογαριασμό του @silentcrossing στο twitter