sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: κορίτσι

εάλω οι άνθρωποι

image

βρέχει
η πόλη κοιμάται λήθαργο αϋπνίας
τα κορίτσια χαμογελάνε πληθωρικά
φοράνε τα τζιν ζωσμένα ψηλά στη μέση
λούζουν τα μαλλιά με αλάτι και νερό
τα αγόρια πίνουν μπύρα από το σωλήνα
πρέπει να φανούν άντρες σε τούτη τη σκληρή εποχή

η βροχή έγινε ψιχάλα
τα κορίτσια γίνανε γυναίκες κακοποιημένες
τα αγόρια γίνανε λαός φτωχός
μια επανάσταση κοιμάται πάνω στη μπλούζα σου
ο ερνέστο τσε δολοφονήθηκε χτες
το κουφάρι του ξαγρυπνάει πάνω σε στάμπες

ξαναβγήκε ήλιος
οι νέοι δεν ανησυχούν
πλένονται με λήθη
σπουδάζουν την επιστήμη της ανημποριάς
η πόλη σκοτώνει τους αστέγους της
τα μοναδικά γνήσια παιδιά της

τα μαγαζιά εκκωφαντικά γεμάτα
χτες τη νύχτα σκοτώσανε τον τσε
μα η νύχτα δεν ανησυχεί
πουλάει έρωτα νοθεία στη φοιτητιώσα φτωχολογιά
ανήλικες πουτάνες από τη μέση ανατολή
διαρρηγνύουν τα ιμάτια της πληρωμένης αγάπης
ενήλικοι σωτήρες ντυθήκαν τη στολή της δημοκρατίας εν παραλλαγή

βγάλε αυτήν την μπλούζα πια
τον σκοτώσανε σου λέω χτες αργά
και πες μου ποιοι τελικά
είναι οι παράταιροι αυτής της γης
πες μου ακόμα σε παρακαλώ
γιατί ο κόσμος ράφτηκε για διαστάσεις δήθεν αθώων με φενάκη

ο ήλιος φεύγει για την αρτζεντίνα
τελευταία έξοδος και επικήδειο φως
η πόλη έμεινε με τις λεπτές ψιχάλες
πέφτουν στις πλάτες των ενόχων
γεμίσαμε πληγές και μελανιές
γιατί φορέσαμε κοστούμια άνυδρα και ανήλιαγα
σκύψαμε τον αυχένα μπροστά στο ενδεχόμενο της επί γης κολάσεως
βρέχει κανονικά πάνω στη ράχη μας
κορμιά πνιγμένα στις παραλίες με σημαία γαλάζια

ψάχνω
ψάχνω έναν άνεμο
να μου φράξει το στόμα
ψάχνω μια φωτιά
να μου οπλίσει το χέρι
ψάχνω μια θάλασσα που δεν θα πνίγει αδέρφια και μανάδες

ψάχνω
ψάχνω έναν πόλεμο για τα παιδιά μου
που εκδίκηση θα πάρει
για όλες τις εξεγέρσεις
που δεν τολμήσαμε ποτέ

απετάξω τον αύγουστο

πουλάω κοσμήματα πάνω στο κράσπεδο
ξεπουλάω υπάρχοντα στους δρόμους
οι ποδηλάτες δεν με βλέπουν καν
ποδοπατάνε τα οικογενειακά μου κειμήλια

τα φώτα του αυγούστου με τυφλώνουν
μα εγώ πουλάω
πουλάω σωρηδόν
εξασφαλίζω ανάσες
υπογράφοντας δικαιοπραξίες υποσχετικές
υπόσχομαι
πως ό,τι στα χρόνια που μέλλει να ‘ρθουνε
ό,τι
οτιδήποτε σου λέω
θα σας το ξεπουλήσω
ζωή και τιμή και αντεθνική υπερηφάνεια
θα τα μεταβιβάσω
θυσία εκτελώντας
στο βωμό του πατριωτικού τουρισμού

όταν η νύχτα ξημερώσει
άπαντα τα υπάρχοντά μου έχουνε δοθεί μισοτιμής
στα κορίτσια με τις ανταυγίζουσες αλογοουρές
που πιάσανε το συνοδό τους από το χέρι
και δια της ερωτικής βίας τον σύρανε στο νησί μου
κακή συνήθεια οι αντωνυμίες που κτήση δηλώνουν κύριε καθηγητά

σου έλεγα ότι με το ξημέρωμα της παλλαϊκής αργίας
της κοιμήσεως της ανύπανδρης μαρίας
στα χρόνια μου βλέπεις οι αιμάτινες απεργίες από αργίες βουλιμικής κατάνυξης αντικαταστάθηκαν
ο πάγκος μου αδειάζει
έδωσα πια ό,τι είχα
ξεπούλησα τα πάντα
καλοκαίρια και χειμώνες και ακτίνες του ήλιου
και υποθαλάσσιους υδρογονάνθρακες που πάνω σε μυθικούς ιππόκαμπους
για τις χώρες του δύοντος ηλίου ταξιδεύουνε
έναν τόπο ολόκληρο ξεπούλησα
σε κείνα τα αγόρια με το τατουάζ του Τσε ακριβώς πάνω στον καλογυμνασμένο βραχιόνιο μυ
αλήθεια σε ρωτάω κάθε αύγουστο και απάντηση δεν παίρνω
γιατί του Άρη τη ζωή δεν μας μάθανε ποτέ οι δάσκαλοι

ξημερώνει σεπτέμβρης
ο μήνας που πάντα γρήγορα έρχεται κι ύστερα πάντοτε ξεχνά να αποχωρήσει
ξημερώνει φθινόπωρο λέω
και ήρθε πια ο καιρός τον πάγκο του ξεπουλήματός μου να μαζέψω
θα ζήσω τον χειμώνα μου
τρώγοντας περήφανες συμφωνίες σωτηρίας

μια μόνο απέλπιδα ερώτηση μομφής και δυσπιστίας σε όλους σας απευθύνω

γιατί φορώντας το ρούχο του σοσιαλισμού
τις σάρκες μου σταυρώσατε
και στον αιώνιο χειμώνα των τραπεζών με καταδικάσατε;

ομφάλιοι της αγάπης, οι

τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα να ξέρεις πως σου τα ‘χω φυλαγμένα

14437_1232770414276_3212409_n

λες να μην ξανακοιμηθώ ποτέ; πέρα δώθε στο δωμάτιο όλη νύχτα. πέρα δώθε. καπνίζω κι ύστερα το βλέμμα μου ξεχνιέται στους θορύβους της νύχτας. οι γάτες της γειτονιάς κλαίνε σπαραχτικά ζητώντας το ερωτικό τους ταίρι, οι τέντες κουνιούνται ελαφριά από το αεράκι, ο καπνός μου υψώνεται ως το ταβάνι του δωματίου κι ύστερα πάει και κάθεται στο τζάμι της κορνίζας πάνω στο κομοδίνο. μια φωτογραφία που είχαμε βγάλει πριν από χρόνια, θυμάσαι; στη μέση η μικρή και τριγύρω της οι τέσσερις μας. δίχτυ προστασίας. ανάβω το επόμενο τσιγάρο. πού να ξεχαστώ και πώς. στο διπλανό δωμάτιο σε ακούω. δεν κοιμάσαι. ακούω την έγνοια σου που ανοίγει την πόρτα του δωματίου όλο ανησυχία. δεν κοιμάσαι; πώς θα σηκωθείς το πρωί να πας για δουλειά; δεν μπορώ να κοιμηθώ. δεν μπορώ να κοιμηθώ πια. νομίζω πως η στάθμη του πατώματος του δωματίου μου έχει κατέβει κάπως. σκάβω τα πλακάκια. αλλά τι ψάχνω να βρω;

δυσκολεύομαι. έχω μια ανάκατη χαρά με θλίψη ομού με ένα ανακατεμένο στομάχι. κι έναν πόνο στο στέρνο. δεν μπορώ να πάρω βαθιά ανάσα. δυσκολεύομαι. δεν σηκώνω το τηλέφωνο σε κανένα φίλο. δεν θέλω κουβέντες. δεν μπορώ να μιλήσω. κλείνομαι μέσα μου. ο εαυτός μου ήταν πάντα η μοναδική μου άμυνα απέναντι στη σκληράδα. στην έλλειψη κατανόησης. στη σκόνη που προκαλούν οι κοινωνικές συναναστροφές. προχθές σου είπα να μου βρεις χαρτόκουτα. μα τι να τα κάνεις, νωρίς δεν είναι ακόμα; απόρησες. πρέπει να μαζέψω τα πράγματά μου, σου είπα. δεν μίλησες. μόνο το βράδυ μπήκες στο δωμάτιό μου και κοιτούσες τριγύρω. τι κοιτάζεις; τίποτα. έτσι να, κοιτάζω τη διακόσμηση. και κάπως σαν να είχες συγκινηθεί μου φάνηκε.

υπερβολικοί σε όλα μας σ’ αυτόν τον τόπο. κι εγώ πιο υπερβολική από την καμπύλη της υπερβολής που κάτι μας δείχνει στα μαθηματικά αλλά μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή. όμως ξέρω ότι ξέρεις. όμως νιώθω ότι καταλαβαίνεις. και τι θλίψη άραγε να κουβαλάς μέσα σου βλέποντας τα παιδιά σου να κάνουν τη διαδρομή σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι κουβαλώντας στην πλάτη χρόνια ολόκληρα διαβάσματος, κόπων, χαρτιά και πτυχία που όσο περνάνε τα χρόνια αντί να βαραίνουν γίνονται όλο και πιο ελαφριά, ίδια με τσιγαρόχαρτα. τώρα πια ίσα που αρκούν για να τα απλώσεις, να στρίψεις πάνω τους λίγο καπνό και να κάνεις ένα τσιγάρο μετάνοιας. και να αναλογιστείς τη ζωή που ζεις.

υπερβολικοί σε όλα μας. κι εγώ πιο συναισθηματική κι από ταινία του γαλλικού σινεμά. δεν θα κλάψεις, σου είπα. απαγορεύονται τα κλάματα. προστακτική έγκλιση. αλλά τι τα θες. οι εγκλίσεις ήταν μια απάτη, κύριε μπαμπινιώτη μου. θυμάμαι εκείνη τη φωτογραφία που ήσουν κοριτσάκι. έπαιρνες το πτυχίο σου από τα χέρια του μπαμπινιώτη. πόσο όμορφη ήσουν. μας εξαπάτησαν που λες οι ρημάδες οι εγκλίσεις. και γω τις είχα μάθει τόσο καλά. μπερδέψαμε την ευκτική με την προστακτική. κι ύστερα διαγράψαμε την οριστική και αποφασίσαμε να ζήσουμε βουτηγμένοι μέσα στην υποτακτική. υποταγμένοι. να, αυτά μου τρώνε το μυαλό. αυτά με εξοργίζουν και κάθε φορά που γυρνάω στο σπίτι ερείπιο βάζω τις φωνές. κλείσε την τηλεόραση, λένε όλοι ψέματα. είναι διορισμένοι υπάλληλοι. ολόκληρη η χώρα υπάλληλος του μπόμπολα. κι εγώ φυσικά. αυτά είναι που δεν αντέχω και αρχίζω να φωνάζω και να βρίζω. φυσιολογικό διάλογο δεν μπορώ να κάνω πια με κανέναν. στο νησί λένε αυτή που έρχεται ξέρουμε ποια είναι. αυτή που στα κείμενά της βρίζει. πώς να μείνω άπραγη; πώς να πηγαινοέρχομαι κάθε μέρα έχοντας αποδεχτεί ότι αυτή θα ‘ναι η ζωή μας πια. δεν μπορώ. το ξέρεις. εξεγείρομαι. είναι κι αυτός ο στίχος του καρούζου που παίζει μέσα μόνιμα στο κεφάλι μου σε επανάληψη τόσους μήνες τώρα. φεύγετε, να φεύγουμε, να αχρηστέψουμε τις πόλεις. προσωπικός εθνικός ύμνος. δεν αντέχω. κι ας μου λες πάντα ηρέμησε, κατέβασε τον τόνο της φωνής σου, μη φωνάζεις, χάνεις το δίκιο σου. ξέρω πως από μέσα σου συμφωνείς. ξέρω πως βράζεις από οργή για αυτό που ζούμε. αλλά βλέπεις, ο ρόλος σου είναι αυτός. πυροσβέστης. βρίσκεσαι σε διατεταγμένη υπηρεσία εδώ και τριάντα χρόνια. να σβήνεις φωτιές. να δίνεις κουράγιο. να ζωγραφίζεις ανύπαρκτες ελπίδες στον τοίχο του σαλονιού. να μην το βάζεις κάτω για να μην το βάλουμε κάτω κι εμείς. κι ας βρήκα καταχωνιασμένα σε μια γωνία της αποθήκης τα βιβλία σου. μαρξ και ένγκελς. κι ας δηλώνεις υπερήφανα πως είσαι κομμουνιστής. θυμάμαι μια φορά που είχες δει πάνω στο γραφείο μου ένα βιβλίο του μπακούνιν. μα, αυτός είναι αναρχικός, μου ‘πες και γέλασες συνωμοτικά. κι ας ξέρεις πως τα πράγματα πάνε κατά διαόλου. εσύ εκεί. να παλεύεις πάντα για το καλύτερο. να δείχνεις πάντα έναν δρόμο πιο φωτεινό που δεν ξέρουμε πού οδηγεί αλλά υπάρχει. το σπίτι μας ένα λιμάνι κι εσύ ο φάρος.

ξέρεις τι μου ‘πε το αφεντικό μου όταν του είπα πως θα φύγω μόνιμα για το νησί; οι άνθρωποι του νησιού σου είναι περιπετειώδεις. ωραίο πράγμα η περιπέτεια. ειδικά για μένα που ζω με το φόβο μήπως κάποια μέρα ξυπνήσω και είμαι ικανοποιημένη και δυστυχής. μήπως χαθώ στη βολεμένη καθημερινότητα. μήπως γίνουν σκόνη τα όνειρά μου. μήπως σταματήσω να αποζητάω κάτι, που δεν ξέρω και πού ούτε και θέλω να μάθω τι ακριβώς είναι.

σου απαγόρευσα το κλάμα αλλά τώρα πια δεν με νοιάζει για τα δάκρυά μου που τρέχουνε με αναίδεια. τώρα ξανάγινα το μικρό κοριτσάκι που ψάχνει το χέρι σου για να το κρατήσει σφιχτά και να διασχίσουμε το δρόμο μαζί. θυμάμαι που μου ‘λεγες πως όταν γεννήθηκα όλα μου τα δάχτυλα τυλίγονταν γύρω από το μικρό σου δάχτυλο. αντικειμενικά δεν ήμουν και πολύ όμορφο μωρό. αλλά εσύ με έλεγες ορτανσία. θα είμαι δυνατή λοιπόν. κόβω τον ομφάλιο λώρο και τον κάνω κολιέ στο λαιμό μου. περήφανο κόσμημα αγάπης για το ταξίδι μου. μαζί θα ΄μαστε παντού.

εμείς θα ζήσουμε, ρε.

κοιτάζω τον ουρανό καθώς ξημερώνει. έρχεται μια καινούρια μέρα και γω νιώθω μια άγρια χαρά που ακόμα δεν το ΄χω βάλει κάτω. και που πάω να δοκιμάσω το καινούριο. σε λίγο πρέπει να πάω για δουλειά. βλέπεις, θα δουλεύω μέχρι και την τελευταία μέρα. έτσι μου ‘μαθες. ότι ο αγώνας είναι αέναος. ότι η ζωή είναι βασανιστική. μου ‘μαθες να είμαι δυνατή. και θα είμαι. φύγαμε για το άγνωστο. το σαλόνι γεμάτο κούτες. όλη μου η ζωή πακεταρισμένη σε κιβώτια. αλλά μέσα μου ό,τι δεν κλείνεται σε κουτιά, δεν τυλίγεται με μονωτική ταινία, δεν ταξιδεύει με φορτωτική. μέσα μου όλα όσα μου έμαθες αυτά τα χρόνια. μέσα μου το βλέμμα σου και το χαμόγελό σου. μέσα μου η ευγνωμοσύνη. μόνο.

σ’ ευχαριστώ.

στους δύο Δασκάλους της ζωής μου,
τον Β. και τη Χ.

φολκσβάγκεν

972116_10200387714590336_1742539768_n

σενιόρ, με ψυχοφάρμακα κρατιέμαι στη ζωή, σενιόρ

πριν συγκινηθείς από το δράμα του εγκλείστου στις φυλακές ναυπλίου μέλους της συμμορίας των μπράβων της νύχτας, εμπόρων πρέζας και θρασύδειλων ανθρωπάριων, ευρισκόμενων σε μόνιμη νοητική κατάσταση αμοιβάδας, ρίξε μια μικρή μόνο ματιά στα λόγια που σου άφησε παρακαταθήκη κάποιος διανοητής σχετικά με την ιστορία ενός τόπου που αν δεν την αντιμετωπίσουμε ως κωμικοτραγική τότε καλύτερα να φουντάρουμε από τις ταράτσες. τις ταράτσες που κάποτε χτυπούσαν τον αντρέα αλλά πάνε αυτά πια. τα λησμονήσαμε. τώρα ετούτοι οι μονοκύτταροι οργανισμοί θα έμπαιναν στη βουλή και θα καθαρίζανε. γιατί όλοι οι άλλοι είναι ίδιοι μωρέ. γιατί είναι όλοι τους λαμόγια και θα δούνε τι θα πάθουνε αυτοί. γιατί θα εκδικηθούμε τη δημοκρατία και το μπουρδέλο το σύστημα που εμείς εκθρέψαμε με την πιο ακραία μορφή καπιταλισμού, το πιο μακρύ του χέρι, την πιο παρανοϊκή του μορφή, την πιο αρρωστημένη του κόρη, τα πιο φρικιαστικά του εγκλήματα, τους πιο άσχημους εφιάλτες όλων όσοι κυνηγάνε τις ελεύθερες αναπνοές στη γαμημένη τη ζωή μας.

με το φασισμό.

βγείτε στους δρόμους και ζωγραφίστε αγκυλωτές σβάστικες παντού. βγείτε στους δρόμους της ουκρανίας και κάψτε ζωντανούς τους εργάτες αφού τους βιάσετε και τους ξεκοιλιάσετε πρώτα. μαχαιρώστε τον λουκμάν. κι ύστερα μαχαιρώστε τον παύλο. κι ύστερα βγείτε στις τηλεοράσεις τάχα μου δήθεν άνετοι, απέναντι από δημοσιογράφους εξίσου άνετους, χαμογελαστούς, ανέμελους, σχεδόν αέρινους. που πίνουν το καφεδάκι τους στην αιματοβαμμένη κούπα της συμμορίας σας και σας ρωτάνε με ύφος τιφαγητόέφαγεςχτες λοιπόν, τι νέα φασίστα; σε ξεπλένω καλά;

άσε που ύστερα αυτοί οι δημοσιογράφοι ταξιδεύουν στην άλλη πλευρά του αιγαίου, εκεί που πνίγονται οι άνθρωποι κάθε μέρα και κάθε νύχτα γιατί οι ζωές τους είναι πανάκριβες ενώ ο θάνατός τους δεν κοστίζει τίποτα παραπάνω από μια εντολή σε βυσματικούς λιμενόμπατσους πνίξτε τους στα σκυλόψαρα.

εσείς συνεχίστε. τα αφεντικά σας έχουν ανάγκη. εκπνέει ο καπιταλισμός παγκοσμίως. και κάπως πρέπει να τον σώσουμε. χαράξτε αγκυλωτούς σταυρούς στις πλάτες των ανθρώπων. χαράξτε τους τα μέτωπα. εξευτελίστε την ανθρωπότητα. εγέρθητε όταν ο αρρωστημένος σας αρχηγός μπαίνει στην αίθουσα. σπάστε τους πάγκους των μικροπωλητών. βρίστε. σκοτώστε. κάψτε. ξανανοίξτε τη μακρόνησο γαμώ το χριστό μου. εκεί να πάμε να πεθάνουμε. ανήσυχοι και ελεύθεροι. μη σταματάτε. είμαστε όλοι έλληνες. έξω οι ξένοι. έξω και όσοι τους θεωρούν αδέρφια τους. δηλαδή τι έξω. μέσα στη γη. θάψτε όποιον αντιστέκεται βαθιά μέσα στη γη. οι άνθρωποι είναι χρυσόψαρα, δεν το βλέπετε; ξεχνούν.

λησμόνησε η ανθρωπότητα.

μόνη μου απέμεινα να κλαίω όταν ακούω αυτό; κάθε μέρα. έξω φωνή. ξανά και ξανά. γιατί τα κορίτσια να πεθαίνουν φορώντας τα καθημερινά τους φορέματα πριν ακόμα να ζήσουν καλά καλά;

τι άλλο θέλεις να σου εξηγήσουν δηλαδή ρε ανθρωπότητα, τι.

πώς τολμάς ρε μαλάκα να μου λες ότι ‘ντάξει, οικογενειάρχης άνθρωπος είναι, το μετάνιωσε, ας δείξουμε οίκτο; ο οίκτος αν θες να ξέρεις πέθανε στο κερατσίνι μια νύχτα που έπαιζε μπάλα ο σταρχίδιαμου με τον χέστηκαπατώκορφα. μια νύχτα που έμοιαζε με όλες τις άλλες. αλλά ήταν το τέλος της αθωότητας. και μια επόμενη μέρα που βρέθηκα εκεί που κύλησε το αίμα της εκδίκησης. που μου ρίξανε δεκάδες δακρυγόνα. με κυνήγησαν. έμαθα όλα τα στενά της περιοχής. ξέμεινα από ανάσες. χέρι χέρι κρατιόμουν με αδέρφια και φίλους και σχεδόν πετούσαμε πάνω από την άσφαλτο που έκαιγε για να μην μας πιάσουν στα χέρια τους οι δικαιούχοι του πλεονάσματος. και κείνη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. ένιωθα τόσο ένοχη που ζούσα. γιατί άλλοι δεν ζούσαν πια. και από κείνη τη νύχτα ξεκίνησα να κάνω κάτι που ποτέ μου δεν είχα ξανακάνει. περπατούσα και κοιτούσα πίσω μου να δω αν με ακολουθεί κανένας. ποιος είσαι ρε γαμημένε σκατοφασίστα που θα γεννήσεις το φόβο μέσα μου, ποιος. και κείνη τη μέρα η αδερφή μου μου ‘πε σταμάτα να τα γράφεις όλα αυτά είναι επικίνδυνο. και γω την πήρα από το χέρι και βγήκαμε στο μπαλκόνι. και της είπα με το τρία θα φωνάξουμε μαζί. μα μήπως δεν είναι σωστό, μήπως προκαλούμε. μα ναι, φυσικά. έλα να προκαλέσουμε σου λέω. και φωνάξαμε μαζί σε κείνη την πάλαι ποτέ τη γειτονιά των προσφύγων πως, φασίστες, κουφάλες, έρχονται κρεμάλες. και τώρα πάει, της είπα. αυτό ήταν. αποχαιρέτα τον το φόβο. πέταξέ τον από το μπαλκόνι. τώρα θα τους γαμήσουμε.

μάγκες, ο αδόλφος χίτλερ πλάσαρε στην αγορά το φολκσβάγκεν. φολκσβάγκεν σημαίνει το όχημα του λαού. πάντα ο φασισμός θα σε πλησιάζει με το πρόσχημα της προσέγγισης των λαϊκών στρωμάτων. πάντα θα σου απλώνει το χέρι και θα σου λέει ανέβα κι εσύ στο όχημά μου, είμαστε λαϊκά παιδιά εδώ, όλους τους χωράει η αγκαλιά μας, θα σου δώσουμε τροφή και στέγη και νερό κι ύστερα θα σε στείλουμε να γίνεις άντρας σκοτώνοντας, σφάζοντας, γδέρνοντας. κι εσύ θα το κάνεις. γιατί αυτό παθαίνεις άμα ποτέ δεν ξεστραβώθηκες. γιατί αυτοί που τώρα σε καλούν να ανέβεις στο λαϊκό τους όχημα μεθαύριο θα κάψουν εσένα ζωντανό, μόλις θα σταματήσεις να τους είσαι χρήσιμος.

ανθρωπότητα, δεν μπορείς να καμώνεσαι πια πως δεν ήξερες.

ό,τι κάνεις είναι εν γνώσει σου.

και θα μας βρεις απέναντί σου.

πετάξτε τα φολκσβάγκεν από τα μπαλκόνια

 

στον κήπο βγες

σε όλα να έχετε ένα κράτημα, μια απαλότητα

 

πες μου, θέλεις να μου πεις κάτι;
όχι όχι καλύτερα να μιλάω μόνο εγώ
έχω πολλά να σου πω
μπορεί βέβαια να σου ακουστούν σαν ένα τίποτα
αλλά το τίποτα των άλλων είναι η ανάσα που με έφερε ως εδώ

ξέρεις, όταν ξαπλώνω τις νύχτες
τα χέρια μου δεν κοιμούνται ποτέ
η καρδιά ηρεμεί τα πνευμόνια ησυχάζουν
έχεις σκεφτεί πόσο λίγο οξυγόνο χρειαζόμαστε για να ζήσουμε;
τα πόδια σταυρώνουν μεταξύ τους κουρασμένα
τα μαλλιά εισπνέουν μαξιλάρι και μαλακτικό
η νύχτα πέφτει στο σπίτι αργά και σταθερά

κινούμαστε γύρω από νύχτες με ανεκπλήρωτα όνειρα
το σκοτάδι έγινε η σταθερά μας
το σκοτάδι και η αιώνια ελπίδα για φως
θρησκευόμενοι άθεοι, εξεγερμένοι μέσα από ναούς και κολυμπήθρες

πάντως τα χέρια μου εμένα μένουν άυπνα εδώ και αιώνες
σκάβουν
γράφουν
ψάχνουν

ξέρεις
πάντα προτιμούσα τα ρήματα από τα άλλα μέρη του λόγου
και πιο πολύ τα ανώμαλα
αυτά που δεν μπήκανε στις λίστες των κανόνων
αυτά που δεν στεριώσανε σε ομάδες
αυτά που τράβηξαν δικό τους δρόμο

στη φαντασία των δώδεκά μου χρόνων
τα ανώμαλα ρήματα ήταν ο Χριστός
ανέβαιναν το γολγοθά και ούτε που κοίταζαν
αν κάποιος νοιάστηκε να τα ακολουθήσει

σου έλεγα για τα χέρια μου
λοιπόν
νομίζω πως χρειάζομαι ηρεμιστικά χεριών
κάποτε και τα δάχτυλα πρέπει να ξεκουράζονται

και τι θαρρείς πως γράφω;
και τι θαρρώ πως ψάχνω;
και τι νομίζω πως σκάβοντας θα βρω;

εξάλλου
η ομορφιά είναι κρυμμένη
στις κοπέλες με τα προσεγμένα βαμμένα νύχια
στα κορίτσια με τα σκισμένα τζιν και τα κοντομάνικα μπλουζάκια
που δουλεύουνε στα κομμωτήρια για τέσσερα κατοστάρικα το μήνα
στις γυναίκες που εγκυμονούν την άνοιξη για να γεννήσουν χειμωνιάτικα τοπία
στους άντρες που δεν ντρέπονται να κλάψουν
στις συνουσίες της μεγάλης παρασκευής
στα αγόρια που ξυπνήσανε μες στις εντατικές κατόπιν βέβαιου θανάτου
στις γιαγιάδες που ζουν για αιώνες
στις μυροφόρους που ράντισαν κρεβάτια με υγρά σεξουαλικά

κι ίσως γι’ αυτό να σκάβω
επάγγελμα αρχαιολόγος
ηλικία απροσδιόριστη
πολιτική ταυτότητα επανένταξη των ανένταχτων και σφαγιασμός των σχημάτων
τέκνα αγέννητα και σκοτωμένα
μέλλον εγγύς και φουλ του άσσου

πολύ σου μίλησα
αλλά συγχώρεσέ με
βλέπεις
οι πόρτες του σπιτιού μου σφραγίστηκαν από σιωπή
σήμερα φώναξα μάστορα να τις γκρεμίσει
στη θέση τους θέλω να βάλω παράθυρα μεγάλα
να δραπετεύω στη ζωή
να περιθάλπω άλλους δραπέτες
κάθε παράθυρο θα οδηγεί σε κήπο
αν θέλεις να βραχείς θα βγαίνεις έξω
αν πάλι θέλεις να σιωπάς θα σε σκεπάζω με στοργή

σκάβω
που λες
γιατί πιστεύω στο θεό της ομορφιάς
θέλω στο φως να φέρω όλα τα όμορφα
τη νύχτα η ομορφιά θα λούζεται με φεγγαρίσιο φως
τη μέρα η ασχήμια θα καίγεται από τον ήλιο

μόνο που, να
έτσι δεν καταφέρνω ποτέ κι εγώ όμορφα νύχια να επιδεικνύω
καμιά φορά ασυναίσθητα
κρύβω τα χέρια μου
για να γλιτώσω από τη χλεύη

ιδού η βασίλισσα του μανικιούρ
και γύρω μου ένα ακάνθινο στεφάνι από νύχια και από δέρμα

άλλα ξεκίνησα να λέω κι άλλα σου είπα
μου συμβαίνει συχνά αυτό
φυλακίζω τις σκέψεις μου μέσα σε παρενθέσεις
ύστερα τις παρενθέσεις σε αγκύλες
κι ύστερα τις αγκύλες σε σύννεφα καπνού
στο τέλος αποφασίζω πως δεν γνωρίζω την κοινή μιλιά των γύρω μου
διπλοκλειδώνομαι στο σπίτι μου και κλαίω γοερά
μα μην τρομάζεις·
μόνο η νεκρική ακαμψία να σε φοβίζει

μια ζωή εγκιβωτίζομαι

εγκιβωτισμός
είναι και κάτι λέξεις που αυτούσιες μου μείνανε απ’ το σχολείο
ή ίσως πάλι ο Όμηρος να ζει μέσα σε όλους μας
βλέπεις
όποιος γεννιέται ποιητής
ποτέ του δεν πεθαίνει μοναχά δολοφονείται εν θερμώ

εν θερμώ να ζήσουμε
για να πεθάνουμε ήσυχα
αλλιώς νομίζω θα πεθάνουμε ουρλιάζοντας φρικτά απ’ τις στερήσεις
και να θυμάσαι πως
ό,τι μας στέρησαν δικό μας παραμένει

έξω έχει άνοιξη και λέω να βγούμε για κυνήγι
βγήκαν προς άγραν έρωτος κι ούτε που τους ξανάδε μάτι ζώου ή ανθρώπου
κι αν για τα νύχια δεν σε νοιάζει ούτε εσένα
τότε αν θες μπορούμε να σκάψουμε
μαζί

να ανακαλύψουμε στα βάθη των χωμάτων
ό,τι μέχρι κι εχθές στρατόσφαιρα μας φάνταζε
και για τα νύχια μη σε νοιάζει
θα φτιάξουμε από αυτά πανοπλίες από κερατίνη
θα τις φορέσουμε στα αποδημητικά πουλιά
κι έτσι του τόπου μας τα χελιδόνια πάντα πίσω θα ξαναγυρνάνε
ψηλά πετώντας θα σπέρνουνε της ελευθεριότητας το μήνυμα
και θα ανθίζει η γη με θερμόαιμα λουλούδια

μην με νομίσεις για αγενή
αλλά τώρα πρέπει πίσω στον κήπο να γυρίσω
νομίζω πως στην πάνω αριστερή γωνιά
φύτρωσε ένα λουλούδι που είχα για πεθαμένο
δεν ξέρω το όνομά του
ξέρω μονάχα πως θα γίνει κάποτε δέντρο με φιλόξενο ίσκιο

πάντως σ’ ευχαριστώ που μ’ άκουσες
συγγνώμη για τις τόσες παρενθέσεις
ελπίζω να μην σε πλήγωσαν οι αγκυλώσεις
εύχομαι να ξανάρθεις σύντομα
να δεις πώς τα λουλούδια αντρειώνονται σε δέντρα
και πώς οι ρίζες τους σπάνε το αστικό πολιτισμένο μπετόν

κι ίσως αν είσαι τυχερός
μπορεί ακόμα ακόμα και να δεις και σκαπανέα να γελά
σπάνιο φαινόμενο και δυσεξήγητον
βροχή χαμόγελων από αγέλαστους και αγέρωχους

όλοι στον κήπο γρήγορα
βρέχει ευτυχία