sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: κόλαση

εάλω οι άνθρωποι

image

βρέχει
η πόλη κοιμάται λήθαργο αϋπνίας
τα κορίτσια χαμογελάνε πληθωρικά
φοράνε τα τζιν ζωσμένα ψηλά στη μέση
λούζουν τα μαλλιά με αλάτι και νερό
τα αγόρια πίνουν μπύρα από το σωλήνα
πρέπει να φανούν άντρες σε τούτη τη σκληρή εποχή

η βροχή έγινε ψιχάλα
τα κορίτσια γίνανε γυναίκες κακοποιημένες
τα αγόρια γίνανε λαός φτωχός
μια επανάσταση κοιμάται πάνω στη μπλούζα σου
ο ερνέστο τσε δολοφονήθηκε χτες
το κουφάρι του ξαγρυπνάει πάνω σε στάμπες

ξαναβγήκε ήλιος
οι νέοι δεν ανησυχούν
πλένονται με λήθη
σπουδάζουν την επιστήμη της ανημποριάς
η πόλη σκοτώνει τους αστέγους της
τα μοναδικά γνήσια παιδιά της

τα μαγαζιά εκκωφαντικά γεμάτα
χτες τη νύχτα σκοτώσανε τον τσε
μα η νύχτα δεν ανησυχεί
πουλάει έρωτα νοθεία στη φοιτητιώσα φτωχολογιά
ανήλικες πουτάνες από τη μέση ανατολή
διαρρηγνύουν τα ιμάτια της πληρωμένης αγάπης
ενήλικοι σωτήρες ντυθήκαν τη στολή της δημοκρατίας εν παραλλαγή

βγάλε αυτήν την μπλούζα πια
τον σκοτώσανε σου λέω χτες αργά
και πες μου ποιοι τελικά
είναι οι παράταιροι αυτής της γης
πες μου ακόμα σε παρακαλώ
γιατί ο κόσμος ράφτηκε για διαστάσεις δήθεν αθώων με φενάκη

ο ήλιος φεύγει για την αρτζεντίνα
τελευταία έξοδος και επικήδειο φως
η πόλη έμεινε με τις λεπτές ψιχάλες
πέφτουν στις πλάτες των ενόχων
γεμίσαμε πληγές και μελανιές
γιατί φορέσαμε κοστούμια άνυδρα και ανήλιαγα
σκύψαμε τον αυχένα μπροστά στο ενδεχόμενο της επί γης κολάσεως
βρέχει κανονικά πάνω στη ράχη μας
κορμιά πνιγμένα στις παραλίες με σημαία γαλάζια

ψάχνω
ψάχνω έναν άνεμο
να μου φράξει το στόμα
ψάχνω μια φωτιά
να μου οπλίσει το χέρι
ψάχνω μια θάλασσα που δεν θα πνίγει αδέρφια και μανάδες

ψάχνω
ψάχνω έναν πόλεμο για τα παιδιά μου
που εκδίκηση θα πάρει
για όλες τις εξεγέρσεις
που δεν τολμήσαμε ποτέ

Advertisements

πασών των θαλασσών

στων νικημένων το νησί
γλεντώντας σιωπηλά
στων νικημένων τη γιορτή
γλεντώντας κάθε βράδυ σιωπηλά

χάρης και πάνος κατσιμίχας

η αλλαγή ρότας
από την πόλη των πάντα δυσάρεστων εξελίξεων
στο νησί του σιορ αντρίκου
μοιάζει με τη μεταφορά του κορμιού σου
διαμελισμένου
μέσα σε πλαστική σακούλα σκουπιδιών
− και η ειρωνεία είναι πως τη διάλεξες εσύ αυτή τη μεταφορά −
θυμάμαι τα ποιήματα των από καιρό πεθαμένων
κομμουνιστών ποιητών
που τα διάβαζα όταν η καρδιά μου ήταν ακόμα άκοπη
θυμάμαι λοιπόν που διάβαζα
για τον υπέροχο ίλιγγο
της αναμενόμενης πτώσης
− κι εγώ είχα ξέρετε πάντα πρόβλημα με το στομαχικό ίλιγγο −
και στ’ αλήθεια δεν ξέρω τι με τρομάζει πιο πολύ
οι φιδίσιοι δρόμοι που κατατρώνε τα σωθικά των βουνών
τα άκακα φίδια που εμφανίζονται στον κήπο
ή μήπως το μήλο που άδικα κατηγορήθηκε
για τους χυμούς του
από τους πρωθιερείς σας

την πρώτη μέρα που ξύπνησα εδώ
ήρθε και κάθισε κοντά μου ο εκπεσών άγγελος
μα τα χρόνια μας με κάνανε τόσο ρηχή
που του αστειεύτηκα με ύφος τηλεπαρουσιαστή
της κυβερνητικής τηλεόρασης της προπαγάνδας
ξέρεις άγγελε, το μόνο που με νοιάζει να εκπέσει
είναι ο φόρος μου
χαμογέλασε
τα ούλα του κατακόκκινα από τη μοναξιά
τα μάτια του γεμάτα ρυτίδες
ύστερα δάγκωσε το μήλο που του πρόσφερα
και καταδύθηκε μέσα σε μια από τις ρωγμές
που χάρισε στον τόπο ο εγκέλαδος

την πρώτη μέρα που ξύπνησα εδώ
φύτρωσε μέσα μου η μέκκα
ξημέρωσε το ραμαζάνι
και σας ορκίζομαι πως άκουσα τον ιμάμη
να παρακαλάει κλαίγοντας το θεό του
να μη δείξει έλεος στην ανθρωπότητα

την πρώτη μέρα που ξύπνησα εδώ
έφτιαξα τούρκικο καφέ στον βούδα
έκλαιγε ανήσυχος όλη τη νύχτα έξω από το παράθυρό μου
γιατί τον ανάγκασαν
με χρήση εκλεπτυσμένων ψυχολογικών βασανιστηρίων
να καταδικάσει τη βία
αγκάλιασα τα ιδρωμένα του μπράτσα
και τον ρώτησα με έναν ανεπαίσθητο λυγμό στη χροιά
τι είδους ασθένειες κυκλοφορούν στο γάγγη
κι εκείνος τότε
πράος
μου είπε να παραμείνω ψύχραιμη
γιατί στο τέλος έρχεται για όλους μας ο θάνατος

ο σοσιαλισμός που ονειρευτήκαμε ήταν μια απάτη
γιατί έρχεται μόνο μετά θάνατον
τότε μόνο θα σταθούμε όλοι όρθιοι και ισότιμοι
− επιτέλους −

την πρώτη νύχτα που ξημερώθηκα εδώ
έλαβε χώρα το τέλος πασών των θρησκειών
αλλά όχι των θαλασσών
κάθε που στρίβω στο στενό λοιπόν
χαιρετάω την ονομασία της οδού
οδός νίκου καββαδία
στα νησιά ξέρετε νιώθουμε όλοι
κόρες και γιοι των ναυτικών
κι ας είδαμε θάλασσα να κλαίει
για πρώτη φορά
στα δεκαεφτά μας

τα τρικοτυλήδονα

άφησα το σπίτι ανοιχτό την τηλεόραση κλειστή

ανέβηκα στην τεράστια σφεντόνα του μυαλού

άφησα την ονείρωξη να με παρασύρει μακριά

 

τι ανάλαφρο συναίσθημα να ‘σαι η πέτρα

κι όχι το χέρι που οργισμένα την κλοτσάει

-καλώς ήρθατε στη λίθινη εποχή των υπολογιστών-

 

πέταξα πάνω απ’ τη μνήμη και τη λήθη

είδα τα όνειρα του μέλλοντος

σινιάλο να μου κάνουνε από μακριά

μα φοβήθηκα να πλησιάσω

 

-προσπερνάμε τα όνειρά μας πάντα από απόσταση ασφαλείας

κι ύστερα με την πλάτη τάχα γυρισμένη

καμωνόμαστε πως δεν τα βλέπουμε

την ώρα που μας αποχαιρετούν

με χειρονομίες λίαν υβριστικές-

 

κάποτε έφτασα σε λιβάδι που δεν ήταν χλοερό

-μήπως στην κόλαση;-

πήρα επιφοίτηση ονειρική αδεία

και πλησίασα έναν θάμνο

που πιότερο με ζώο παρά με φυτό έμοιαζε

ένα φυτό με τρεις καρδιές

τρεις καρδιές μ’ έναν κορμό

-φύλλα καρποί κλαδιά και μίσχοι

όλα πλουσιοπάροχα απ’ το θεό της κόλασης δοσμένα-

 

έμοιαζε τούτο το φυτό σαν μια παραφωνία

στα σχολικά βιβλία της φυτολογίας

κανείς ποτέ επιστήμων βιολόγος

δεν είχε ανακαλύψει τούτη την αναίσχυντη ομορφιά

 

κι έτσι αφού η επιστήμη δεν τόλμησε σε ποτέ ν’ ανακαλύψει

πώς οι άνθρωποι σε άλλους χρόνους

άλλους τόπους

άλλες μήτρες

και άλλες αγκαλιές γεννιούνται

κάποτε φτάνουν να τίκτονται μαζί

-ομοούσιοι με της δυστυχίας την άγρια χαρά-

βρέθηκε η φτηνή μου τέχνη σε θέση λίαν δυσχερή

νέα κατηγορία στα φυτολόγια να εφεύρει

μα θα ‘ρθουν ύστερα από μένα

σπουδαίοι και μεγάλοι θεριστές

τους σπόρους της αγάπης μας να δρέψουν

να τους πατήσουν απαλά με τις παλάμες

να βγάλουν των νέων κόσμων τα υγρά

-πράσινα, διαυγή, με γεύση κάπως παλιακή-

 

ξημέρωνε κι επέστρεψα στο διπλοκλειδωμένο σπίτι

η τηλεόραση ανοιχτή· κάποιος λογύδριο έβγαζε

πως γέμισαν οι πόλεις με τρελούς

που στην αέναη εξέλιξη του γένους

τροχοπέδη αποτελούν

όλοι αυτοί έπρεπε να συσσωρευτούν

στα νέα του καιρού μας στρατόπεδα χαράς

να μάθουν να χαμογελάνε δίχως να δείχνουν δόντια

να μάθουν να αγαπάνε δίχως να ρωτάνε πάντα το γιατί

να πεθαίνουν ζωντανοί χωρίς να λαχταράνε την καύση των παθών

η πρόοδος άλλωστε επιτάσσει

να γίνουμε όλοι μια ενιαία εμετικά απαλή μάσκα ομορφιάς

οι εφηβικές ακμές και οι πολεμικές ουλές

να εκλείψουν απ’ της ανθρωπότητας το πρόσωπο

 

πήρα βαθιά ανάσα· τι ατυχία να χωράνε τόσα τα πνευμόνια μου

σήκωσα τη μοντέρνα και κομψή οθόνη· τι ατυχία να αντέχει τόσο λίγο το κορμί μου

σύρθηκα ως τον πράσινο ανακυκλωτικό μεταμοντέρνο κάδο

άφησα εκεί την τηλεόραση που επίτευγμα λαμπρό δύο μηνιάτικων αποτελεί

 

κι ύστερα με τα μπράτσα πληγωμένα

ένιωσα στην καρδιά μου να φυτρώνουνε φτερά

πετάχτηκα ως το κοντινότερο άλσος

βρήκα στην τσέπη μου πέντε έξι σπόρους

-που μοιάζανε θαρρώ με ωάρια απ’ το πάθος γονιμοποιημένα-

και φύτεψα εκεί της φαντασίας μου το πιο όμορφο λουλούδι

τρία κλαδιά σε μια καρδιά

τρία δάχτυλα σε σχήμα νίκης υψωμένα

τρεις φαντασίες σε μια ζωή

ανώμαλα προσγειωμένες.