sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: λαός

ad hominem

«να φτύσω μέσα με θυμό που οι νέες εποχές
με κάνουνε να μοιάζω με κρετίνο»

θaνάσης παπακωνσταντίνου

κλειδαμπαρώνω τη θάλασσα
δεσποινίς νεοφώτιστη ετών γηραιών
περίκλειστη από άψυχα μυαλά

ο παράλογος ερμής εναπόθεσε ειρηνικά
αποβραδίς στην πόρτα μου
το ψυχρό μήνυμα του πολέμου

άκουσα τον αντίλαλο της φωνής μου
από τον άλλο κόσμο
και πρέπει να πω σε σας
τους πολιτισμένα θρήσκους
τους ζεστά ντυμένους
τους ειρηνικά υποταγμένους
πως ο άλλος κόσμος δεν υπάρχει

άκου ερμή
έμαθα να γεννιέμαι εν ειρήνη
και να πεθαίνω εν πολέμω

άκου ανθρωπότητα
δεν επιθυμώ ούτε ένα τίμιο δάκρυ σου

άκου κυρία των γηραιών ετών και πάντων δήθεν των λαών
στα σύνορά σου οι θάλασσες ξερνούν ποτάμια αίμα

άκου κι εσύ που δήθεν γράφεις με λυγμό
πως ήμουν μόλις εν σοφία τριών ετών

Advertisements

πίνω όπιο και βλέπω μουντιάλ

10366033_481077755357684_6178996178496860312_n

έλα ρε, τι θα κάνουμε το βράδυ; έχει βγει πρόγραμμα; ποιοι παίζουν απόψε ρε φίλος; έχω παίξει και στοιχηματάκι, άμα το κερδίσουμε τις βγάλαμε τις διακοπούλες στο νησί.

τώρα που το σκέφτομαι ρε συ, δύσκολη χρονιά και φέτος. πολύ δύσκολη. εγώ άνεργος. η μάνα μου απολύθηκε. ο πατέρας μου συνταξιούχος που παίρνει πέντε κατοστάρικα μετά από σαράντα χρόνια ένσημα. χάλια.

κι εγώ ρε μαν, μια απ’ τα ίδια. σχεδόν με ζει η κοπέλα μου ρε φίλος, δεν βρίσκω δουλειά πουθενά. είναι που πέθανε και η οικοδομή ρε συ, αλλιώς όλο και κάπου θα με έχωνε ο πατέρας μου να κάνω κανα μεροκάματο. αλλά τι τα θες, εκεί μας φτάσανε.

ρε δεν σε ρώτησα, τι σκατά ψήφισες ρε φίλε τις προάλλες; εγώ δεν ήξερα τι να ψηφίσω, με πίεσε η μάνα μου να πάω για να βάλω σταυρό σε έναν λέει υποψήφιο δημοτικό σύμβουλο γιο μιας φίλης της που μπορεί και να μου έβρισκε καμιά δουλίτσα στο δήμο κατόπιν. αυτός που λες κατέβαινε με έναν τάχα μου υποψήφιο ανεξάρτητο, δηλαδή πασόκ του κερατά εδώ που τα λέμε, κι εγώ έλεγα στη μάνα μου, ρε μάνα πας καλά; και πήγα που λες αλλά το ‘ριξα στο συριζαίο δήμαρχο που βγήκε κιόλας για να τα λέμε όλα, αλλά εντάξει δεν πιστεύω ότι θα γίνει κάτι και μ’ αυτόν. όλοι ίδιοι είναι ρε, όλοι θέλουν την καρέκλα της εξουσίας και να φάνε παραδάκι, έχω έναν ξάδερφο που ‘ναι στην ανταρσύα και μου πρήζει μη σου πω τι μου πρήζει κάθε φορά που τον βλέπω, ότι λέει το απολιτίκ και το μαζί τα φάγαμε μας έφερε ως εδώ και οδήγησε στην ενδυνάμωση της χ.α., αλήθεια ρε πώς σου φαίνονται αυτοί με τις σβάστικες; εμένα τι να σου πω, αδιάφοροι έως αντιπαθητικοί αλλά δεν τρελαίνομαι κιόλας όπως οι αριστεροί και οι άπλυτοι που νομίζουν ότι έχουν να κάνουν με τα εγγόνια του χίτλερ να πούμε, λες κι εκείνοι λίγα κάνανε στον εμφύλιο, σφάζανε ρε μαν, σφάζανε όποιον αρνιότανε να μπει στο στρατό τους, απίστευτο δεν είναι;

τελωσπάντων, στις ευρωεκλογές που ‘ναι πιο κυριλέ γενικώς ψήφισα ποτάμι γιατί πολύ κομπλέ τυπάκι ρε συ αυτός ο ρεπόρτερ, κάνει και κάτι εκπομπές μούρλια, φτάνει το μαχαίρι στο κόκκαλο. θυμάσαι την εκπομπή με τον φύσσα; και ποιος δεν την είδε. και ποιος δεν έκλαψε. και ποιος δεν άκουσε όλη την αλήθεια επιτέλους. πολύ χάρηκα που έκανε κόμμα κι άμα ιδρυθεί νεολαία θα πάω να γραφτώ γιατί μυρίζει αέρας αλλαγής ρε παιδί μου, πώς να το κάνουμε; οι άλλοι ρε μαν κατεβάζουνε στο ευρωκοινοβούλιο τον γλέζο. πόσων χρονών είναι ο γλέζος ρε; έλεος. σαράντα χρόνια οι ίδιοι και οι ίδιοι. να αλλάξουμε λίγο αέρα, προοπτική και ιδέες.

καλά τα λέει ο πατέρας μου μωρέ.

τελωσπάντων, πολύ ασχολήθηκα. τι μας νοιάζει εμάς για την πολιτική; η καθημερινότητα είναι το θέμα. τα μικρά πρακτικά προβλήματα. οι θεωρίες είναι για τους μαρξιστές, τους τροτσκιστές και για όλους αυτούς που είναι πιο γραφικοί και από τα καλάβρυτα. εμείς να ‘μαστε καλά ρε συ. να βρούμε μιαν ακρούλα κάπου να φτιάξουμε τη ζωή μας. μια δουλίτσα σίγουρη κι ας είναι πρωθυπουργός και ο γιος του παττακού. αλλάζει κάτι μωρέ για το λαό;

άσε που βλέπω κάτι περίεργα στο φέισμπουκ ρε συ. ότι λέει ο κόσμος στη βραζιλία δεν το θέλει το μουντιάλ. ότι εκκενώνουν με το ζόρι τα σπίτια οι μπάτσοι λέει, ότι γίνονται διαμαρτυρίες, πορείες και τα συναφή και πέφτει ξύλο, ότι σκοτώνουνε και κόσμο ακόμα, ότι φωνάζουν ότι είναι φτωχοί και δεν θέλουνε λέει ποδόσφαιρο αλλά ψωμί και παιδεία. ρε μαλάκα, τι καταλαβαίνουνε με τις πορείες και τα τοιαύτα; έτσι δεν έγινε και δω τότε με τη μαρφίν και φάγανε την κοπελίτσα που ήτανε κι έγκυος ρε; κι ακόμα ατιμώρητοι οι κουκουλοφόροι. ρε πάει καλά ο κόσμος ρε; ψέμματα είναι, εγώ δεν πιστεύω τίποτα. σιγά που δεν θα θέλουνε ολόκληρη διοργανωσάρα να γίνει στη χώρα τους. σκέψου να γινότανε εδώ μουντιάλ. θα ξεχνάγαμε όλα μας τα προβλήματα ρε φίλος, θα βλέπαμε μπαλίτσα από κοντά για ένα μήνα, όλες οι ομαδάρες και οι παιχτούρες θα μένανε στη χώρα μας, όνειρο θα ‘τανε.

αλλά τι τα θες. πάντα θα υπάρχουνε γραφικοί ρε φίλος. άκου εκεί δεν θέλουνε το μουντιάλ. τη γιορτή του ποδοσφαίρου ρε μαν. και είναι και κάτι αριστεροί του κώλου εδώ που συμφωνούν. όχι λέει. κλείνουμε τα μάτια στα αληθινά προβλήματα των λαών. ξεπλένουμε χρήμα. σπαταλάμε δισεκατομμύρια για το τίποτα. ε όχι και τίποτα. ρε αφήστε ρε τον κόσμο να ζήσει και καμιά χαρά ρε. όλα στραβά τα βρίσκετε. όλα σας ενοχλούν. αμάν πια.

για πες τώρα, τι απόδοση δίνει για απόψε; φίλε φαντάζεσαι να γίνει κανα θαύμα και να πάει η ελλαδάρα στον τελικό; ρε φίλε μιλάμε θα τρελαθώ. θα κατεβάσω από το πατάρι τη σημαία και θα βάλω φωτιά στην ομόνοια. όπως τότε θυμάσαι; τι περηφάνια. τι συγκίνηση. τι ρίγος. να ακούγεται ο εθνικός μας ύμνος μέσα σε ξένη χώρα. και τα δικά μας τα παιδιά να σηκώνουνε την κούπα. παιδιά λαϊκά ρε μαν, σαν εσένα και σαν εμένα. ναι εντάξει βγάζουνε εκατομμύρια, το ξέρω. αλλά λίγο το ‘χεις να μας κάνουν περήφανους στην άλλη άκρη της γης; κάτσε ρε, μην τα ισοπεδώνουμε και όλα. υπάρχει και κόσμος που αξίζει τα εκατομμύρια που τσεπώνει. εγώ αυτούς τους παραδέχομαι. χαλάλι και τα λεφτά που χάλασε το κράτος για να τους στείλει εκεί. φτωχοί άνθρωποι είμαστε, λίγες χαρές μας έχουνε μείνει. ε δεν θα στερηθούμε και το ποδόσφαιρο. έλεος δηλαδή.

τι να σου πω ρε μαν, μακάρι να ξαναζήσουμε τέτοιες στιγμές.

φολκσβάγκεν

972116_10200387714590336_1742539768_n

σενιόρ, με ψυχοφάρμακα κρατιέμαι στη ζωή, σενιόρ

πριν συγκινηθείς από το δράμα του εγκλείστου στις φυλακές ναυπλίου μέλους της συμμορίας των μπράβων της νύχτας, εμπόρων πρέζας και θρασύδειλων ανθρωπάριων, ευρισκόμενων σε μόνιμη νοητική κατάσταση αμοιβάδας, ρίξε μια μικρή μόνο ματιά στα λόγια που σου άφησε παρακαταθήκη κάποιος διανοητής σχετικά με την ιστορία ενός τόπου που αν δεν την αντιμετωπίσουμε ως κωμικοτραγική τότε καλύτερα να φουντάρουμε από τις ταράτσες. τις ταράτσες που κάποτε χτυπούσαν τον αντρέα αλλά πάνε αυτά πια. τα λησμονήσαμε. τώρα ετούτοι οι μονοκύτταροι οργανισμοί θα έμπαιναν στη βουλή και θα καθαρίζανε. γιατί όλοι οι άλλοι είναι ίδιοι μωρέ. γιατί είναι όλοι τους λαμόγια και θα δούνε τι θα πάθουνε αυτοί. γιατί θα εκδικηθούμε τη δημοκρατία και το μπουρδέλο το σύστημα που εμείς εκθρέψαμε με την πιο ακραία μορφή καπιταλισμού, το πιο μακρύ του χέρι, την πιο παρανοϊκή του μορφή, την πιο αρρωστημένη του κόρη, τα πιο φρικιαστικά του εγκλήματα, τους πιο άσχημους εφιάλτες όλων όσοι κυνηγάνε τις ελεύθερες αναπνοές στη γαμημένη τη ζωή μας.

με το φασισμό.

βγείτε στους δρόμους και ζωγραφίστε αγκυλωτές σβάστικες παντού. βγείτε στους δρόμους της ουκρανίας και κάψτε ζωντανούς τους εργάτες αφού τους βιάσετε και τους ξεκοιλιάσετε πρώτα. μαχαιρώστε τον λουκμάν. κι ύστερα μαχαιρώστε τον παύλο. κι ύστερα βγείτε στις τηλεοράσεις τάχα μου δήθεν άνετοι, απέναντι από δημοσιογράφους εξίσου άνετους, χαμογελαστούς, ανέμελους, σχεδόν αέρινους. που πίνουν το καφεδάκι τους στην αιματοβαμμένη κούπα της συμμορίας σας και σας ρωτάνε με ύφος τιφαγητόέφαγεςχτες λοιπόν, τι νέα φασίστα; σε ξεπλένω καλά;

άσε που ύστερα αυτοί οι δημοσιογράφοι ταξιδεύουν στην άλλη πλευρά του αιγαίου, εκεί που πνίγονται οι άνθρωποι κάθε μέρα και κάθε νύχτα γιατί οι ζωές τους είναι πανάκριβες ενώ ο θάνατός τους δεν κοστίζει τίποτα παραπάνω από μια εντολή σε βυσματικούς λιμενόμπατσους πνίξτε τους στα σκυλόψαρα.

εσείς συνεχίστε. τα αφεντικά σας έχουν ανάγκη. εκπνέει ο καπιταλισμός παγκοσμίως. και κάπως πρέπει να τον σώσουμε. χαράξτε αγκυλωτούς σταυρούς στις πλάτες των ανθρώπων. χαράξτε τους τα μέτωπα. εξευτελίστε την ανθρωπότητα. εγέρθητε όταν ο αρρωστημένος σας αρχηγός μπαίνει στην αίθουσα. σπάστε τους πάγκους των μικροπωλητών. βρίστε. σκοτώστε. κάψτε. ξανανοίξτε τη μακρόνησο γαμώ το χριστό μου. εκεί να πάμε να πεθάνουμε. ανήσυχοι και ελεύθεροι. μη σταματάτε. είμαστε όλοι έλληνες. έξω οι ξένοι. έξω και όσοι τους θεωρούν αδέρφια τους. δηλαδή τι έξω. μέσα στη γη. θάψτε όποιον αντιστέκεται βαθιά μέσα στη γη. οι άνθρωποι είναι χρυσόψαρα, δεν το βλέπετε; ξεχνούν.

λησμόνησε η ανθρωπότητα.

μόνη μου απέμεινα να κλαίω όταν ακούω αυτό; κάθε μέρα. έξω φωνή. ξανά και ξανά. γιατί τα κορίτσια να πεθαίνουν φορώντας τα καθημερινά τους φορέματα πριν ακόμα να ζήσουν καλά καλά;

τι άλλο θέλεις να σου εξηγήσουν δηλαδή ρε ανθρωπότητα, τι.

πώς τολμάς ρε μαλάκα να μου λες ότι ‘ντάξει, οικογενειάρχης άνθρωπος είναι, το μετάνιωσε, ας δείξουμε οίκτο; ο οίκτος αν θες να ξέρεις πέθανε στο κερατσίνι μια νύχτα που έπαιζε μπάλα ο σταρχίδιαμου με τον χέστηκαπατώκορφα. μια νύχτα που έμοιαζε με όλες τις άλλες. αλλά ήταν το τέλος της αθωότητας. και μια επόμενη μέρα που βρέθηκα εκεί που κύλησε το αίμα της εκδίκησης. που μου ρίξανε δεκάδες δακρυγόνα. με κυνήγησαν. έμαθα όλα τα στενά της περιοχής. ξέμεινα από ανάσες. χέρι χέρι κρατιόμουν με αδέρφια και φίλους και σχεδόν πετούσαμε πάνω από την άσφαλτο που έκαιγε για να μην μας πιάσουν στα χέρια τους οι δικαιούχοι του πλεονάσματος. και κείνη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. ένιωθα τόσο ένοχη που ζούσα. γιατί άλλοι δεν ζούσαν πια. και από κείνη τη νύχτα ξεκίνησα να κάνω κάτι που ποτέ μου δεν είχα ξανακάνει. περπατούσα και κοιτούσα πίσω μου να δω αν με ακολουθεί κανένας. ποιος είσαι ρε γαμημένε σκατοφασίστα που θα γεννήσεις το φόβο μέσα μου, ποιος. και κείνη τη μέρα η αδερφή μου μου ‘πε σταμάτα να τα γράφεις όλα αυτά είναι επικίνδυνο. και γω την πήρα από το χέρι και βγήκαμε στο μπαλκόνι. και της είπα με το τρία θα φωνάξουμε μαζί. μα μήπως δεν είναι σωστό, μήπως προκαλούμε. μα ναι, φυσικά. έλα να προκαλέσουμε σου λέω. και φωνάξαμε μαζί σε κείνη την πάλαι ποτέ τη γειτονιά των προσφύγων πως, φασίστες, κουφάλες, έρχονται κρεμάλες. και τώρα πάει, της είπα. αυτό ήταν. αποχαιρέτα τον το φόβο. πέταξέ τον από το μπαλκόνι. τώρα θα τους γαμήσουμε.

μάγκες, ο αδόλφος χίτλερ πλάσαρε στην αγορά το φολκσβάγκεν. φολκσβάγκεν σημαίνει το όχημα του λαού. πάντα ο φασισμός θα σε πλησιάζει με το πρόσχημα της προσέγγισης των λαϊκών στρωμάτων. πάντα θα σου απλώνει το χέρι και θα σου λέει ανέβα κι εσύ στο όχημά μου, είμαστε λαϊκά παιδιά εδώ, όλους τους χωράει η αγκαλιά μας, θα σου δώσουμε τροφή και στέγη και νερό κι ύστερα θα σε στείλουμε να γίνεις άντρας σκοτώνοντας, σφάζοντας, γδέρνοντας. κι εσύ θα το κάνεις. γιατί αυτό παθαίνεις άμα ποτέ δεν ξεστραβώθηκες. γιατί αυτοί που τώρα σε καλούν να ανέβεις στο λαϊκό τους όχημα μεθαύριο θα κάψουν εσένα ζωντανό, μόλις θα σταματήσεις να τους είσαι χρήσιμος.

ανθρωπότητα, δεν μπορείς να καμώνεσαι πια πως δεν ήξερες.

ό,τι κάνεις είναι εν γνώσει σου.

και θα μας βρεις απέναντί σου.

πετάξτε τα φολκσβάγκεν από τα μπαλκόνια

 

Περίπατος

φοβούμενη μια νύχτα μαύρη τις προάλλες

πως από ασφυξία η ζωή μου θα τελειώσει

πετάχτηκα από το σπίτι σέρνοντας

τις μπάλες που με το κελί μ’ ενώνουν

 

στο δρόμο πάνω, στη γωνία

-και μη νομίζετε, σε λαϊκή νεόπτωχων επαρχία μένω-

συνάντησα μια εξαίσια εικόνα

‘’κι αν κάποτε οι εχθροί σου ξεκινήσουν

με στόχο στην κοιλιά σου πάνω να καθίσουν

θα στέκεις άραγε αγέρωχο λιοντάρι

ή τάχα την πνοή σου όλη έχουν πάρει;‘’

 

με σπρέι μαύρο, βιαστικό και οργισμένο

κάποιος στου γείτονα τον τοίχο ορνιθοσκάλισε

 

στα γράμματα στρογγύλεμα ουδέν

οι τόνοι τα απειλούσαν με εκρήξεις

-ελέω λαού και ελευθερίας

και με σκοπό την προστασία των ηθών

οι τόνοι που όλοι ξέραμε μαράθηκαν

μετονομάστηκαν σε κρότου λάμψης αναιδώς

οι λέξεις πια δεν θέλουν να τονίζονται

οι σκέψεις μας ανατινάζονται τῂ εκφορά των

κι όποιος τονίζει ως εχθρός του καθεστώτος θεωρείται

 

στη νέα αυτή πραγματικότητα

-ρούχο επίσημο του ψεύδους των αρχόντων-

που ευνούχισε τους ποιητές και λείανε τα πάθη

που γκρέμισε τα σπίτια μας και ύψωσε το μήπως

που στέρησε από το λαό και το όχι και το λάθος

καταλαβαίνετε το εξαίσιο της εικόνας

 

κατά παράβαση του νόμου των αρχών

ο εγκληματίας μου θύμισε πληγές και γεγονότα

ξανάφερα στη μνήμη μου το λόγο της οργής μου

θυμήθηκα πώς κάποτε -δεν πάει αλήθεια πολύς καιρός-

κι εγώ κι εσύ παλεύαμε κατά της αδικίας

και πώς το επιτρέψαμε βιαίως να αλωθούμε

 

πλησίασα με αφοβισιά στον τονισμένο τοίχο

έχωσα μες στις τσέπες μου τους κρότου λάμψης τόνους

και χάθηκα στις γειτονιές που βύθισαν στη λήθη και στο γήρας

καπεταναίοι ασήμαντοι και εφοπλιστές αδέκαστοι φονεύοντας τους νέους

 

σύμφωνα με το ανακοινωθέν που εκδόθηκε το επόμενο πρωί

ομάδα αγνώστων νεαρών που πια καταζητούνται

βανδάλισε τα κτίρια του οσίου καθεστώτος

κι όποιος πληροφορίες δώσει περί αυτού

απλόχερα θα πληρωθεί -κουκούλα προαιρετική-

 

εγώ, ο διαβάτης που κάθε βράδυ κυνηγιέται από ασφυξία

σ’ ευχαριστώ, παράνομε των τόνων μαχητή

εγώ, ο αγριεμένος κάτοικος νεόπτωχης περιοχής

σ’ ευχαριστώ, ασυγκράτητε του δικαίου των αδίκων καθεστώτος

αγρόν ηγοράζομεν

1236860_10200992044538207_923447239_n

λοιπόν, εντάξει.

μπήκε το νερό στ’ αυλάκι. τα πράγματα στρώνουν.

ο καιρός μας ευνοεί, σηκώνεσαι το πρωί έτοιμος να χώσεις μπουκέτο σε όποιον σου απευθύνει το λόγο και αντικρίζεις τον ήλιο να λάμπει στον ουρανό και να ομορφαίνει την πρωτεύουσα της δυστοπίας. αυτός ο ήλιος δεν σ’ αφήνει να μελαγχολήσεις, αυτή η πόλη έχει τόσες κρυμμένες ομορφιές, σήμερα λήγει το φ.π.α. και όποιος δεν το καταβάλει εμπροθέσμως ας ετοιμαστεί να πληρώσει πρόστιμο ένα χιλιαρικάκι, έτσι, γιατί η δημοκρατία δεν εκδικείται, τι ψέμα ακόμα να γράψω για να σταματήσουνε να μου λένε ότι τα βλέπω όλα μαύρα, να γραφτώ στους ατενίστας, να κάνω βόλτες με το ποδήλατό μου στην πλατεία καρύτση και να χαμογελάω στους φωτογράφους των φρι πρες, μα πότε ρε, αφού δουλεύω όλη μέρα, ε αφού δουλεύεις δόξα τω θεώ να λες κορίτσι μου, μπουνιά και πάρ’ τον κάτω όποιον μου ξαναπετάξει τέτοια κοτσάνα, τι λέγαμε;

α ναι. τα πράγματα πάνε καλύτερα παιδιά.

λοιπόν που λέτε, ο προαλειφόμενος -εμένα γιατί μονίμως αυτή η λέξη με παραπέμπει πάντα σε φρυγανιές με μαρμελάδα, άλλο θέμα- το λοιπόν ο άνθρωπος που προετοιμάζεται λέει για να γίνει ο επόμενος πρωθυπουργός είναι άθεος, κι αυτό πολύ με έχει τρομοκρατήσει, γιατί άθεος σημαίνει ότι δεν πιστεύει στην επικρατούσα κατά το σύνταγμα χριστιανική θρησκεία και εδώ στην ελλάδα όπως ξέρετε με τις συνταγματικές διατάξεις δεν παίζουμε, είναι όλες απαραβίαστες και κανείς εξουσιαστής μέχρι τούδε δεν έχει διανοηθεί να καταπατήσει έστω και μισή γραμμή από τα οριζόμενα στο σύνταγμα. βέβαια, οι έχοντες την εξουσία αποτελούν μικρογραφία της κοινωνίας, και αφού η κοινωνία μας είναι τόσο ώριμη πολιτικά είναι λογικό και οι εκλεγμένοι μας άρχοντες να δρουν με γνώμονα μόνο το δικό μας συμφέρον. άθεος που λέτε ο επόμενος πρωθυπουργός και φωτιά στα μπατζάκια μας. διότι, εάν είναι άθεος, πού και πώς περνάει το βράδυ της ανάστασης του κυρίου ημών; και τι κάνει την μεγάλη παρασκευή; ικανό τον έχω να σκάει μύτη σε κανα σουβλατζίδικο και να τρώει τίποτα σουβλάκια απ’ όλα την ιερή εκείνη ώρα και στιγμή που άπαντες ημείς κάνουμε την περιφορά του επιταφίου και κουτσομπολεύουμε όλη μας τη γειτονιά ή το χωριό. η τάδε που φόρεσε ξώβυζο, ο άλλος που ήρθε στην εκκλησία με την γκόμενα, ο γιος της διπλανής που έννοια σου, ξέρουμε τι κουμάσι είναι, κάθε βράδυ πάνω στο καζίνο της πάρνηθας ξεπούλησε γυάρδα προς γυάρδα την προίκα της μάνας του, και τέτοια πράγματα, χριστιανικά. και ξαναρωτώ, πού βρίσκεται ο φέρελπις πρωθυπουργός του μέλλοντός μας τις σεπτές εκείνες ώρες; ρε μπας και κλείνεται στα υπόγεια της κουμουνδούρου παρέα με τον άγιο παστίτσιο και καταστρώνουν σχέδια κατά της ορθοδοξίας;

και καλά όλα αυτά, αλλά ποιος τους είπε ότι η ορθοδοξία πέφτει τόσο εύκολα;

να σας πω την αλήθεια μου, όσο γραφικά κι αν μου φαίνονται όλα αυτά, εγώ πρόβλημα δεν έχω με τη θρησκεία. κάπου πιστεύουμε όλοι μας, άλλος στο ουλαλούμ του σκαρίμπα, άλλος στο βαγγέλη μαρινάκη κι άλλος στο άγιο πνεύμα. εξάλλου, άμα σας πω κι εγώ πού πιστεύω θα καταλάβετε ότι είμαι πιο γραφική κι από το ναυάγιο στη ζάκυνθο. δεν με ενοχλεί η ορθοδοξία μέχρι το σημείο που θα αρχίσει να παρεμβαίνει στη δική μου τη ζωή. δέκα άνθρωποι συνομήλικοι και αντικειμενικώς θεωρούμενοι ως νέοι δώσαμε όρκο προ ενός έτους στο πρωτοδικείο για να λάβουμε άδεια ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος, μόνη μου έδωσα όρκο πολιτικό και υπό το στραβό βλέμμα συναδέλφων, γραμματέως, εισαγγελέως και δικαστού.

απειροελάχιστη σημασία έχει βέβαια για τους παροικούντες την ιερουσαλήμ και τα τηλεοπτικά παράθυρα, πως το γαμημένο το συνταγματικό άρθρο καθιερώνει το δικαίωμα στην ανεξιθρησκία και ουχί την υποχρεωτική επικράτηση του χριστιανισμού. οι λάτρεις της ιστορίας ας κάνουν μια περατζάδα από το σημερινό κέντρο της μόδας με την πάλαι ποτέ ονομασία μεδιόλανα και ας μας πουν τι στο διάολο αποφασίστηκε εκεί.

ποσώς με αφορούν οι απανωτές γκάφες και τα λάθη της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

για τη βρωμιά του κυβερνητικού επιτελείου δεν θα εκφραστώ καν. ο πανικός είναι κακός σύμβουλος όμως παίδες.

αυτό που αφορά εμένα και τον καθένα από μας ως μέρη ενός κοινωνικού συνόλου -είτε το θέμε είτε όχι- είναι το κύμα ανελευθερίας που καταφθάνει σαν τσουνάμι και ετοιμάζεται να μας κατασπαράξει άπαντες. από τη θρησκευτική ελευθερία μέχρι τα καταπατηθέντα από καιρό εργατικά δικαιώματα, η απόσταση είναι μερικά μόνο άρθρα του συντάγματος. από τις ποινικώς κολάσιμες πράξεις μέχρι την ποινικοποίηση της σκέψης και της ιδεολογίας, η απόσταση δεν είναι παρά λίγη ακόμα τρομοκράτηση εξερχόμενη από τους τηλεοπτικούς δέκτες. από τη δυστοπική πραγματικότητα που ζούμε μέχρι να βρεθούμε γραμμένοι σε κάποια από τις σελίδες του μεγάλου αδελφού του όργουελ, δεν απέχουμε παρά ένα σημείο στίξης.

 

ου γαρ ίσμεν τι ποιούμεν;*

 

*απαλλοτριωμένο

die fetten tage sind vorbei

418131_2903251815267_1820077945_n

παρασκευή πρωί. δημόσιο νοσοκομείο. μπαίνεις και η μυρωδιά της ασθένειας των σωμάτων σου σπάει τα σωθικά. ράντζα παντού. κουρασμένοι γιατροί. προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους. κάποτε ήταν επιστήμονες. τώρα πια αναρωτιούνται τι κάνουν. νοσηλεύτριες με βλέμμα κουρασμένο και μαύρους κύκλους να τονίζουν τα ανοιχτόχρωμα μάτια τους. ασθενείς που ασφυκτιούν μέσα σε θαλάμους, σε διαδρόμους, σε χειρουργεία και σε αίθουσες αναμονής. μπαίνω στο νοσοκομείο και παλεύω να μην σωριαστώ κάπου. δεν νιώθω καλά από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο χώρο. πλησιάζω στο γκισέ να ρωτήσω πού θα βγάλω το εισιτήριο των πέντε ευρώ που απαιτείται για να σε δει γιατρός στα εξωτερικά ιατρεία. είμαι σε λάθος γκισέ, η γραμματέας δεν μου απαντάει καν· μου δείχνει μόνο τη χειρόγραφη ανακοίνωση που βρίσκεται κολλημένη στο τζάμι μπροστά της. μπροστά σε τόση αγένεια, χαμογελώ. πηγαίνω στο σωστό γκισέ. προτού πληρώσω, η γραμματέας με ρωτά αν έχω υπόψιν μου τις οικονομικές αλλαγές που συντελέσθηκαν προ διημέρου αναφορικά με την επέμβαση που θέλω να κάνω σε συγκεκριμένη κλινική. η τιμή άλλαξε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του νοσοκομείου, είναι πλέον πενταπλάσια. με παραπέμπει στην εξειδικευμένη γραμματεία. η φράση ταύρος εν υαλοπωλείω αρχίζει σιγά σιγά να παίρνει σάρκα και οστά. εκεί η γραμματέας μου επιβεβαιώνει τις αλλαγές, μπροστά και ο χειρουργός γιατρός, αυτή είναι η τιμή του ιδιώτη γιατρού, του λέω, το γνωρίζω, μου λέει, η διοίκηση έλαβε την απόφαση χωρίς να λάβει υπόψιν της τις ενστάσεις του ιατρικού προσωπικού. δεν συμφωνούμε, απευθυνθείτε στον διοικητή. ανεβαίνω τις βρώμικες σκάλες, περνάω από κατάμεστους με ασθενείς θαλάμους, γεμάτους με ράντζα διαδρόμους, πόσος κόσμος παλεύει να βρει την υγεία του, προλαβαίνω να σκεφτώ. θα πεθάνουμε όλοι. ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως. κατά συρροή. άμεσος δόλος άλφα βαθμού.

στον προθάλαμο του γραφείου του διοικητή εισέρχομαι σε άλλο σύμπαν. καμιά μυρωδιά, κανένας θάνατος, καμία μιζέρια. με παραπέμπουν σε κάποιον κύριο, μέλος του διοικητικού συμβουλίου. με κοιτάζει με βλέμμα ιερής αγελάδας της ινδίας.

κυρία μου, κατανοώ την ένστασή σας, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι. από τη στιγμή που το συμβούλιο έλαβε την απόφαση αυτή, δεν μπορώ παρά να την εκτελέσω.

κατά το σύνηθες, προσπαθώ να διαβάσω πίσω από τα δρύινα λόγια του ρόμποκοπ με το κοστούμι.

μπορώ να σας ρωτήσω κάτι; εσείς, συμφωνείτε με την απόφαση αυτή; συμφωνείτε με την εξίσωση των τιμών του δημοσίου τομέα με εκείνες του ιδιωτικού; σας φαίνεται λογικό; σας ακούγεται ανθρώπινο; πώς και πού νομίζετε ότι ο τριαντάρης εργαζόμενος και φορολογούμενος– το σχήμα κατ’ ευφημισμόν σε μεγάλες δόξες, μόλις ξεστόμισα τη λέξη εργαζόμενος η εικόνα της παναγιάς της φιλελεύθερης που ο ρόμποκοπ είχε πάνω από το κεφάλι του δάκρυσε- έχει την οικονομική ευχέρεια να πληρώσει αυτό το ποσόν;

εγώ κυρία μου, ως μάνατζερ υγείας, θεωρώ την απόφαση πλήρως σωστή. λείπουν χρήματα από τον προϋπολογισμό του νοσοκομείου, αφήστε που το ασφαλιστικό σας ταμείο αποφάσισε πια να μην καλύπτει το κόστος αυτού του είδους των επεμβάσεων. δεν μπορώ να κάνω κάτι και αν συνεχίσετε σε αυτό το ύφος θα πρέπει να διακόψω τη συζήτησή μας εδώ.

συγγνώμη, είπατε τη φράση μάνατζερ υγείας. κατανοείτε το οξύμωρον του λόγου σας; μάνατζερ και υγεία στην ίδια περίοδο λόγου. εγκρίνετε μια σαφέστατη πολιτική απόφαση άλωσης της δημόσιας υγείας και με στέλνετε καρφωτή στον ιδιώτη γιατρό και αυτό εσάς δεν σας συγκινεί καθόλου ούτε σας στερεί τον ύπνο. βρίσκομαι ή δεν βρίσκομαι σε δημόσιο νοσοκομείο;

μα τι σημαίνει τελωσπάντων δημόσιο νοσοκομείο, από τη στιγμή που λείπουν λεφτά, όλα τα άλλα δεν μας αφορούν. και περάστε έξω, τελειώσαμε.

// λατρεύω τις στιγμές της ζωής μου που τα μάτια μου δακρύζουν από χαρά, συγκίνηση, θλίψη, ευτυχία, ακόμα και πόνο. τις έχω αγαπήσει πλέον. αλλά θα μισώ για πάντα τις στιγμές που τα δάκρυα ανεβαίνουν στα μάτια μου από θυμό. και έχω μάθει πια, να μετατρέπω το θυμό σε απλό και καθάριο μίσος.//

σειρά έχει ο διοικητής.

μα γιατί φωνάζετε κυρία μου, περάστε στο γραφείο μου.

το ιδιωτικό του γραφείο είναι ένας τεράστιος χώρος με γραφείο, καρέκλες, τραπεζαρία, χαλιά, όλα δερμάτινα. πέτσινα. οι άνθρωποι εδώ πάνε ασορτί με τα έπιπλά τους. ο κύριος διοικητής του νοσοκομείου είναι μειλίχιος. ήρεμος. ασφαλής. κατανοεί το πρόβλημά μου. αλλά δεν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό.

το ταμείο του νοσοκομείου έχει έλλειμμα. και δεν θα το πληρώσω εγώ, κυρία μου. θα το πληρώσετε εσείς. βρισκόμαστε ήδη σε συνεργασία με γερμανούς για την εκμάθηση ενός νέου συστήματος εξυγίανσης των οικονομικών προβλημάτων των δημόσιων νοσοκομείων, το οποίο βέβαια δεν γνωρίζω και πόσο θα κοστίσει.

κι άλλα λεφτά στους γερμανούς;, τον ρωτάω.

με κοιτάζει με βλέμμα «λαϊκίζετε και είναι κρίμα, τόσο νέα και τόσο στενόμυαλη». αντικρούω το βλέμμα του με βλέμμα «δώδεκα μέτρα από την πόρτα σας κι εσάς πέρα βρέχει».

μα τα λεφτά, μου λέει, έτσι κι αλλιώς ανήκουν στους γερμανούς. τους χρωστάμε τα πάντα. το ημερολόγιο γράφει δεκατρείς δεκέμβρη. είναι η μαύρη επέτειος της σφαγής των καλαβρύτων από τους ναζί. οι κόρες των ματιών του σάιμποργκ δεν σαλεύουν όσο μιλά.

η απόφαση άλωσης κάθε πράγματος που έχει δημόσιο χαρακτήρα είναι καθαρά πολιτική, κύριε σάιμποργκ. κι εσείς βρίσκεστε σε θέση εξουσίας. και συναινείτε. και συνυπογράφετε. και εγκρίνετε. πείτε μου σας παρακαλώ σε απλά γαμημένα ελληνικά πού θα βρω τα χρήματα να πληρώσω.

δεν με απασχολεί, κυρία μου. εγώ βρίσκομαι σε αυτή τη θέση κατόπιν αποφάσεως της πολιτικής ηγεσίας. είμαι εδώ για να εκτελώ τις αποφάσεις της. είμαι κομμάτι της εξουσίας αυτής.

νομίζω πως όσο μιλούσε μεγάλωναν οι κυνόδοντές του. ίσως πάλι και να ήταν ιδέα μου. ίσως πάλι και να κάθισε από την αρχή στην μεγάλη πολυθρόνα για να κρύψει την ουρά του.

αν θέλατε, ας ψηφίζατε άλλους. αυτούς ψηφίσατε, αυτά που θέλουν κάνουν.

σας έχουν βιάσει ποτέ; εμένα όχι. αλλά το σάιμποργκ προσπάθησε να εκτελέσει ψυχικό βιασμό. έμεινε στην απόπειρα. με το πουλί στο χέρι. απρόσφορη απόπειρα.

πιστεύετε κύριε σάιμποργκ πως έχετε μπροστά σας πολλές μέρες ακόμα για να δολοφονείτε κόσμο;

εδώ που τα λέμε κυρία μου, εμείς όσο μεγαλώναμε δεν είχαμε παπούτσια να φορέσουμε. εσείς μεγαλώσατε μέσα στη χλιδή. κάποιος πρέπει να τα πληρώσει όλα αυτά.

σκέφτηκα ότι τον κλωτσούσα στην κοιλιά. καταδικάζω τα σάιμποργκ από όπου κι αν προέρχονται.

οι μέρες της αφθονίας σας τελειώνουν κύριε.

ναι, βγάλτε το σύριζα που έχει μαζέψει το μισό πασόκ να δω τι θα καταλάβετε.

ώστε όποιος έχει αντίρρηση για τις πρακτικές του συζύγου της ευγενίας μανωλίδου είναι συριζαίος. μπορώ να σας ρωτήσω κάτι τελευταίο; κατέχετε μία θέση εξουσίας σε έναν ευαίσθητο κλάδο του δημοσίου, σε ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της αττικής. νιώθετε ποτέ σας λειτουργός; αισθανθήκατε ποτέ σας ότι είσαστε εδώ για την προάσπιση της υγείας, των ανθρώπων, της ζωής και της αξιοπρέπειας; μου μιλάτε για λεφτά και σας μιλώ για ανθρώπους. κι αυτό το χάσμα δεν γεφυρώνεται. δεν πρόκειται να γεφυρωθεί ποτέ. σας θυμίζει κάτι η φράση κοινωνικό κράτος πρόνοιας;

το κράτος πρόνοιας θέλει λεφτά, κυρία μου.

// λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά //

τρέμω από οργή και παλεύω να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. μην κλάψεις, μην του κάνεις τη χάρη του σάιμποργκ, την ανάσα δεν θα στην κλέψει κανείς.

όχι, κύριε διοικητά που τολμάτε να με κοιτάτε κατάματα μέσα στα μάτια και να ξεστομίζετε τις απάνθρωπες λέξεις σας σαν ρουκέτες που πέφτουν στη λωρίδα της γάζας. το κράτος δικαίου θέλει ανθρώπους, δίκαιο και καρδιά.

θα τα ξαναπούμε, κύριε διοικητά. σύντομα. και δεν θα σας είναι ευχάριστο.

// μόνο μίσος ταξικό και οι καρδιές θα βγάλουνε φτερά //