sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: μάνα

επικήδειος, η

ένιωθα περίεργα

η μουσική δεν ηχούσε πια στα αυτιά μου

η αφή δεν άγγιζε πια τα χέρια μου

και το βλέμμα σου δεν έφτανε πια στα μάτια μου

ένιωθα ξαφνικά περίεργα

όλα τα ζωτικά όργανα του βίου μου απεργούσαν

και τρόπο δεν είχα πια για να υπάρξεις

ένιωθα τόσο μόνη

γιατί δεν μπορούσα να ξεδιαλέξω αν κάποιος πέθανε ή αν ζει

ήμουν στ’ αλήθεια κείμενη σε φέρετρο φτηνό

έτοιμη για ταξίδι ανεπίστρεφο μέσα στον εφιάλτη της μάνας

ή μήπως καθόμουν δίπλα σου

ενώ εσύ κοιμόσουνα εσαεί αδάκρυτη και ζώσα αναιμάκτως

 

και η νύχτα δεν τελείωνε

δεν ξημέρωνε ξεκάθαρα επιτέλους η αλήθεια

μόνο ένιωθα τόσο περίεργα

γιατί δεν μπορούσα πια τίποτα να νιώσω

τα δάχτυλά μου δεν λύγιζαν όσο κι αν τα πίεζα

και ο αέρας δεν βλεφάριζε τα μάτια μου

δεν με ενοχλούσε πια η ζωή που σφύριζε γύρω μου

και δεν είχα έναν τρόπο να θυμηθώ το ηχόχρωμά σου

πώς άκουγες

πώς φίλαγες

πώς φώναζες

και πώς ανάσαινες

 

κι η νύχτα τραβούσε αιώνια

τόσο αργά

που άρχισα να σιγουρεύομαι για τούτο το όνειρο

τηλεγράφησα στον πατέρα μου να ησυχάσει τη μάνα

μείνε ψύχραιμος· πρέπει

πίεσα το αίμα μου να φτάσει στο μυαλό για μια ύστατη φορά

κι έσκυψα πονώντας οικτρά σε όλη μου τη ράχη

να κυνηγήσω έστω κλεφτά έστω για τελευταία φορά

τη μόνη αίσθηση που ανέπαφη απ’ τον οδυρμό είχε μείνει

κείνη τη γεύση του φιλιού σου που αγέρωχη πάντα έστεκε

στο θάνατο και στη ζωή στο τώρα και στο πάντα

Advertisements

εάλω οι άνθρωποι

image

βρέχει
η πόλη κοιμάται λήθαργο αϋπνίας
τα κορίτσια χαμογελάνε πληθωρικά
φοράνε τα τζιν ζωσμένα ψηλά στη μέση
λούζουν τα μαλλιά με αλάτι και νερό
τα αγόρια πίνουν μπύρα από το σωλήνα
πρέπει να φανούν άντρες σε τούτη τη σκληρή εποχή

η βροχή έγινε ψιχάλα
τα κορίτσια γίνανε γυναίκες κακοποιημένες
τα αγόρια γίνανε λαός φτωχός
μια επανάσταση κοιμάται πάνω στη μπλούζα σου
ο ερνέστο τσε δολοφονήθηκε χτες
το κουφάρι του ξαγρυπνάει πάνω σε στάμπες

ξαναβγήκε ήλιος
οι νέοι δεν ανησυχούν
πλένονται με λήθη
σπουδάζουν την επιστήμη της ανημποριάς
η πόλη σκοτώνει τους αστέγους της
τα μοναδικά γνήσια παιδιά της

τα μαγαζιά εκκωφαντικά γεμάτα
χτες τη νύχτα σκοτώσανε τον τσε
μα η νύχτα δεν ανησυχεί
πουλάει έρωτα νοθεία στη φοιτητιώσα φτωχολογιά
ανήλικες πουτάνες από τη μέση ανατολή
διαρρηγνύουν τα ιμάτια της πληρωμένης αγάπης
ενήλικοι σωτήρες ντυθήκαν τη στολή της δημοκρατίας εν παραλλαγή

βγάλε αυτήν την μπλούζα πια
τον σκοτώσανε σου λέω χτες αργά
και πες μου ποιοι τελικά
είναι οι παράταιροι αυτής της γης
πες μου ακόμα σε παρακαλώ
γιατί ο κόσμος ράφτηκε για διαστάσεις δήθεν αθώων με φενάκη

ο ήλιος φεύγει για την αρτζεντίνα
τελευταία έξοδος και επικήδειο φως
η πόλη έμεινε με τις λεπτές ψιχάλες
πέφτουν στις πλάτες των ενόχων
γεμίσαμε πληγές και μελανιές
γιατί φορέσαμε κοστούμια άνυδρα και ανήλιαγα
σκύψαμε τον αυχένα μπροστά στο ενδεχόμενο της επί γης κολάσεως
βρέχει κανονικά πάνω στη ράχη μας
κορμιά πνιγμένα στις παραλίες με σημαία γαλάζια

ψάχνω
ψάχνω έναν άνεμο
να μου φράξει το στόμα
ψάχνω μια φωτιά
να μου οπλίσει το χέρι
ψάχνω μια θάλασσα που δεν θα πνίγει αδέρφια και μανάδες

ψάχνω
ψάχνω έναν πόλεμο για τα παιδιά μου
που εκδίκηση θα πάρει
για όλες τις εξεγέρσεις
που δεν τολμήσαμε ποτέ

του νεκρού φωτογράφου

«πετάγομαι το βράδυ απ’ το κρεβάτι και κόβω βόλτες.
πού γυρνάς μες στη νύχτα; με ρωτάει.
δεν ξέρω τι να της απαντήσω.
τι να της απαντήσω;
της είπα προχθές ότι για εμάς καμία Νυρεμβέργη δεν θα υπάρξει.
ότι εμείς ξέραμε.
αυτό που μας τρώει τα σωθικά και για το οποίο ταχθήκαμε να χαλάμε τη ζωή μας, που δεν είναι αναγκαστικά σπουδαίο, ίσως ούτε και συνταρακτικό, είναι οπωσδήποτε κάπως αδύνατο πλέον να ειπωθεί με το συνήθη τρόπο.
ψάχνω.»

ν. α.

1779294_10203532044556620_1418356629904746154_n

να βγω κι εγώ μια φωτογραφία
γελαστή και γυμνασμένη με χείλη ροζ και βλέμμα ασταθές
τραβήξτε με κι εμένα μια φωτογραφία
ίσα να δω πώς φαίνεται η αδιαφορία στο φακό
να με θυμάμαι όταν περάσει ο πόλεμος
μα σας παρακαλώ· τραβήξτε με κι εμένα μια φωτογραφία
κρίμα να πάει χαμένη μια ολόκληρη βραδιά
θέλω να με θυμάμαι όταν ολάκεροι λαοί δεν θα υπάρχουν πια
όταν οι βόμβες αφανίσουν πια λογής ανθρώπους και χωράφια
να με θυμάμαι επιθυμώ
να, βγάλτε με εδώ δίπλα στο αφρίζον κύμα
εδώ που ξέβρασε η μάνα θάλασσα κουφάρια
εδώ που υπερχείλισε ο αχέρων ποταμός
μόνο προσέξτε της γενιάς μου το φεγγάρι
θέλω να φαίνομαι χλωμή τάχα φτωχή και ταλαιπωρημένη
κι ας πλέουν γύρω μου μωρά φουρτουνιασμένα
κι ας μείνανε τα στόματα αδειανά από ζωή
κι ας έρχεται ολόγυρα ο άδης χορτασμένος

τραβήξτε με ακόμα μια φωτογραφία
γιατί οι άνθρωποι χωράμε πια σε έναν τόσο δα φακό
ίσα να φαίνονται τα άδεια μας κρανία
ίσα να γράφουμε συνθήματα στους τοίχους
ίσα να σπαταλάμε τα υγρά του σώματος για ίδιους σκοπούς

μα σας παρακαλώ· μια τελευταία λήψη επιθυμώ
εδώ κάτω από της άπληστης ένδειας το φεγγάρι
ίσα να με θυμάμαι
όταν αντίκρισα για τελευταία φορά της ύπαρξής μου το κενό

 

*φωτογραφία τραβηγμένη στο λένινγκραντ εν έτει 1937, περιμένοντας την επέλαση των ναζί

μπαλάντα των μη μετρήσιμων, η

πόσα δίνεις πόσα βγάζεις τι αμάξι έχεις από μισθό πώς πάμε δεν πας κομμωτήριο κάθε βδομάδα είναι δυνατόν να κάνεις αποτρίχωση μόνη σου τι θα πει κραγιόν με ένα γιούρο χρυσή μου να τα βγάλουμε έξω να τα μετρήσουμε όλα όλα τα πάντα να μπουν σε εξισώσεις δεν βγαίνουν τα φράγκα μάγκα μου κόψε τα όνειρα κόψε τα δάκρυα σε βαρεθήκαμε να βουρκώνεις είσαι παιδί μόνο ένα παιδί θα αντιδρούσε έτσι στα πράγματα είσαι ανώριμη η δουλειά και η ζωή θα σε σκληρύνει θα το δεις βάλτε τα όλα σε ένα κλάσμα αριθμητής τα χρέη και παρονομαστής η δυστυχία να στρέφεις το βλέμμα αλλού όταν κάποιος ψάχνει για φαγητό στα σκουπίδια αυτό θέλανε να γίνει όλοι τους να μην νιώθουμε πια να μπούμε στο περιθώριο οι με τα μόνιμα βουρκωμένα μάτια να πνίγονται τα παιδιά έξω από το φαρμακονήσι και να ‘σαι γελοίος άμα κλαις να λες τι να κάνουμε έτσι τα ‘φερε η ζωή να μην έχεις συναίσθημα ούτε οργή ούτε θυμό να σκύβεις το κεφάλι να βγαίνει η απόφαση για τη μανωλάδα και να μην σκίζεις τον ποινικό κώδικα να κοντεύει να πεθάνει ο ρωμανός και να σου λένε τι σόι δικηγόρος θα γίνεις μωρέ δεν θα πας μπροστά ποτέ σου κοίτα τη δουλίτσα σου και άσε τη ζωή να σαπίζει σε μια γωνιά να έχεις πάντα άδεια τσέπη και προίκα από τον πατέρα σου και τη μάνα σου ιδέες μόνο ιδέες να ‘χουνε ζήσει μέσα σε σχολικές αίθουσες τη μισή τους ζωή και το μόνο που σου μάθανε να ‘ναι να σκύβεις το κεφάλι μόνο όταν διαβάζεις βιβλία και να ‘σαι περιθώριο για τους πολλούς και ανεδαφική για τους λίγους βάλτε τα όλα σε μια εξίσωση λοιπόν οι πρωθυπουργοί δεν κλαίνε οι δικηγόροι έχουνε μόνο βαθιά τσέπη και ακριβές δερμάτινες τσάντες κι εσύ πάντα να χορεύεις μόνη το βαλς των χαμένων ονείρων πάντα όνειρα και πάντα χαμένα να κύριοι μετρήσιμοι πάρτε το τελευταίο που μου ‘μεινε δικά σας τα σημεία στίξης δικές οι εγκλίσεις της γραμματικής δικά σας τα απρόσωπα ρήματα δεν μου ανήκει τίποτα πια παρά μόνο μια μικρή στιγμή μια μόνο στιγμή που σπάει τη μοναχικότητα δεν είμαστε μόνοι γελάστε εις βάρος μου χάρισμά σας τα ισοσκελισμένα λόγια και τα πλεονάσματα λογικής κρατάω μόνο ένα βαλς το βαλς των ονείρων που ουρλιάζουνε μέσα μου για ζωή

σε γνωρίζω από την όψη // της ελιάς στο στέρνο σου

arbeit macht frei. γύρισα στη γερμανία κλαίγοντας. μα γιατί κλαις; με ρωτούσαν οι γερμανοί. τι να τους απαντήσω; τι ξέρουν για τον δεκέμβρη του αλέξη, για τον ιούνιο της πλατείας, για τους νεκρούς της μαρφίν, για τα χημικά που ζουν μέσα μας, δε λυγάνε τα ξεράδια, και πονάνε τα ρημάδια, ολόκληρο ipod και να ακούς βάρναλη καταμεσής στην alexanderplatz, πού ακούστηκε; τι ξέρουν για τις ταράτσες που γέμισαν απόγνωση, τι να τους πρωτοπώ; ψωμί, παιδεία, ελευθερία, και μας έμεινε μόνο το ψωμί, κι αυτό για πόσο; μεταπολίτευση, μετανάστευση, μετενσάρκωση κι όλο ένα μετά να περιμένει ο άνθρωπος. τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις;

22.11.2012
s. l.

το βλέμμα μου καρφωμένο σε κείνη την ελιά στο στέρνο
η ελιά σου σε συνοδεύει στους μονολόγους σου
θέλω να γίνω ο αγαπημένος σου ακροατής
θέλω συνέχεια να μου μιλάς
τι υπέροχες μέρες πόσο βρώμικα χρόνια
νικάμε χάνοντας
θες να βγούμε στο βουνό;
από κυβέρνηση και από τσάι προτιμώ του βουνού, ευχαριστώ
μίλα μου
η ελιά σου με κοιτάζει
σαράντα χρόνια ιστορίας κουβαλημένα πάνω σε ένα κορμί

λοιπόν θα βγω στο σαλόνι να κάτσω
τα παράθυρα μπάζουν αέρα
και δεν είναι αέρας αλλαγής
ακούγονται ιστορίες από την περεστρόικα του γκόρμπι
σου ‘πα ότι ο πατέρας μου έλεγε γκόρμπι το λάντα μας;
έτσι μεγαλώσαμε μωρέ σε κείνο το σπίτι
να διαβάζετε παιδιά να είσαστε δυνατοί
γιατί έφυγες μπαμπά από την κνε
πες μου την αλήθεια
λοιπόν έλα κερνάω τσιγάρο
όπου να ‘ναι το κόβουμε μη σε νοιάζει
την περπάτησα λίγο την πόλη
είδα τις αφίσες με την ελπίδα που είναι καθοδόν
η ζωή είναι άδικη
η ζωή είναι άτυχη
η ζωή είναι η εκτέλεση του νίκου μπελογιάννη
ξημερώματα κυριακής
ο θάνατος είναι πάντα παρών
ο θάνατος είναι πάντα δίπλα μας
ο θάνατος είναι η μαχαιριά στην καρδιά του παύλου
υπόσχομαι να χτυπάω για δύο, ψιθύρισε μια καρδιά
βία νοθεία και έρωτας
το δικαίωμα του εκλογικεύειν και του παραλογίζεσθαι
σαράντα χρόνια αγώνα λοιπόν
κι ο πέτρουλας ήτανε παιδί μη νομίζεις
ελεύθεροι αγωνιζόμενοι τηλεθεατές
αρρυθμία γιατρέ μου
επίπονη επικίνδυνη επελθούσα και επ’ ώμου αρμ
ψέματα σας είπα τούτα δω τα λόγια δεν είναι πολιτικά
τώρα είμαι ελεύθερη να μιλήσω για την οργή της αγάπης
θέλω μόνο να μιλήσω για τα τρία έψιλον
έρωτας
επανάσταση
και ποιο να ‘ναι άραγε το τρίτο ξέχασα
πάντως να θυμάστε πως κάπου κάπως κάποτε στο τέλος
η ζωή δικαιώνει τους που αγαπήσανε
τους που οργιστήκανε
τους που βγήκανε από το νοσοκομείο όρθιοι
στα δυο τους πόδια χαμογελώντας πικρά

θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
η μαρία νεφέλη ζει, στο ‘πα;
θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
και μια μέρα
− σύντομα, πολύ σύντομα −
θα χαμογελάσουμε γλυκά
γιατί κύριε οδυσσέα ήρθε θαρρώ η ώρα

ήρθε η ώρα να πεθάνω σαν χώρα
μόνο και μόνο για να ξαναγεννηθώ
θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
να το θυμάσαι

ομφάλιοι της αγάπης, οι

τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα να ξέρεις πως σου τα ‘χω φυλαγμένα

14437_1232770414276_3212409_n

λες να μην ξανακοιμηθώ ποτέ; πέρα δώθε στο δωμάτιο όλη νύχτα. πέρα δώθε. καπνίζω κι ύστερα το βλέμμα μου ξεχνιέται στους θορύβους της νύχτας. οι γάτες της γειτονιάς κλαίνε σπαραχτικά ζητώντας το ερωτικό τους ταίρι, οι τέντες κουνιούνται ελαφριά από το αεράκι, ο καπνός μου υψώνεται ως το ταβάνι του δωματίου κι ύστερα πάει και κάθεται στο τζάμι της κορνίζας πάνω στο κομοδίνο. μια φωτογραφία που είχαμε βγάλει πριν από χρόνια, θυμάσαι; στη μέση η μικρή και τριγύρω της οι τέσσερις μας. δίχτυ προστασίας. ανάβω το επόμενο τσιγάρο. πού να ξεχαστώ και πώς. στο διπλανό δωμάτιο σε ακούω. δεν κοιμάσαι. ακούω την έγνοια σου που ανοίγει την πόρτα του δωματίου όλο ανησυχία. δεν κοιμάσαι; πώς θα σηκωθείς το πρωί να πας για δουλειά; δεν μπορώ να κοιμηθώ. δεν μπορώ να κοιμηθώ πια. νομίζω πως η στάθμη του πατώματος του δωματίου μου έχει κατέβει κάπως. σκάβω τα πλακάκια. αλλά τι ψάχνω να βρω;

δυσκολεύομαι. έχω μια ανάκατη χαρά με θλίψη ομού με ένα ανακατεμένο στομάχι. κι έναν πόνο στο στέρνο. δεν μπορώ να πάρω βαθιά ανάσα. δυσκολεύομαι. δεν σηκώνω το τηλέφωνο σε κανένα φίλο. δεν θέλω κουβέντες. δεν μπορώ να μιλήσω. κλείνομαι μέσα μου. ο εαυτός μου ήταν πάντα η μοναδική μου άμυνα απέναντι στη σκληράδα. στην έλλειψη κατανόησης. στη σκόνη που προκαλούν οι κοινωνικές συναναστροφές. προχθές σου είπα να μου βρεις χαρτόκουτα. μα τι να τα κάνεις, νωρίς δεν είναι ακόμα; απόρησες. πρέπει να μαζέψω τα πράγματά μου, σου είπα. δεν μίλησες. μόνο το βράδυ μπήκες στο δωμάτιό μου και κοιτούσες τριγύρω. τι κοιτάζεις; τίποτα. έτσι να, κοιτάζω τη διακόσμηση. και κάπως σαν να είχες συγκινηθεί μου φάνηκε.

υπερβολικοί σε όλα μας σ’ αυτόν τον τόπο. κι εγώ πιο υπερβολική από την καμπύλη της υπερβολής που κάτι μας δείχνει στα μαθηματικά αλλά μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή. όμως ξέρω ότι ξέρεις. όμως νιώθω ότι καταλαβαίνεις. και τι θλίψη άραγε να κουβαλάς μέσα σου βλέποντας τα παιδιά σου να κάνουν τη διαδρομή σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι κουβαλώντας στην πλάτη χρόνια ολόκληρα διαβάσματος, κόπων, χαρτιά και πτυχία που όσο περνάνε τα χρόνια αντί να βαραίνουν γίνονται όλο και πιο ελαφριά, ίδια με τσιγαρόχαρτα. τώρα πια ίσα που αρκούν για να τα απλώσεις, να στρίψεις πάνω τους λίγο καπνό και να κάνεις ένα τσιγάρο μετάνοιας. και να αναλογιστείς τη ζωή που ζεις.

υπερβολικοί σε όλα μας. κι εγώ πιο συναισθηματική κι από ταινία του γαλλικού σινεμά. δεν θα κλάψεις, σου είπα. απαγορεύονται τα κλάματα. προστακτική έγκλιση. αλλά τι τα θες. οι εγκλίσεις ήταν μια απάτη, κύριε μπαμπινιώτη μου. θυμάμαι εκείνη τη φωτογραφία που ήσουν κοριτσάκι. έπαιρνες το πτυχίο σου από τα χέρια του μπαμπινιώτη. πόσο όμορφη ήσουν. μας εξαπάτησαν που λες οι ρημάδες οι εγκλίσεις. και γω τις είχα μάθει τόσο καλά. μπερδέψαμε την ευκτική με την προστακτική. κι ύστερα διαγράψαμε την οριστική και αποφασίσαμε να ζήσουμε βουτηγμένοι μέσα στην υποτακτική. υποταγμένοι. να, αυτά μου τρώνε το μυαλό. αυτά με εξοργίζουν και κάθε φορά που γυρνάω στο σπίτι ερείπιο βάζω τις φωνές. κλείσε την τηλεόραση, λένε όλοι ψέματα. είναι διορισμένοι υπάλληλοι. ολόκληρη η χώρα υπάλληλος του μπόμπολα. κι εγώ φυσικά. αυτά είναι που δεν αντέχω και αρχίζω να φωνάζω και να βρίζω. φυσιολογικό διάλογο δεν μπορώ να κάνω πια με κανέναν. στο νησί λένε αυτή που έρχεται ξέρουμε ποια είναι. αυτή που στα κείμενά της βρίζει. πώς να μείνω άπραγη; πώς να πηγαινοέρχομαι κάθε μέρα έχοντας αποδεχτεί ότι αυτή θα ‘ναι η ζωή μας πια. δεν μπορώ. το ξέρεις. εξεγείρομαι. είναι κι αυτός ο στίχος του καρούζου που παίζει μέσα μόνιμα στο κεφάλι μου σε επανάληψη τόσους μήνες τώρα. φεύγετε, να φεύγουμε, να αχρηστέψουμε τις πόλεις. προσωπικός εθνικός ύμνος. δεν αντέχω. κι ας μου λες πάντα ηρέμησε, κατέβασε τον τόνο της φωνής σου, μη φωνάζεις, χάνεις το δίκιο σου. ξέρω πως από μέσα σου συμφωνείς. ξέρω πως βράζεις από οργή για αυτό που ζούμε. αλλά βλέπεις, ο ρόλος σου είναι αυτός. πυροσβέστης. βρίσκεσαι σε διατεταγμένη υπηρεσία εδώ και τριάντα χρόνια. να σβήνεις φωτιές. να δίνεις κουράγιο. να ζωγραφίζεις ανύπαρκτες ελπίδες στον τοίχο του σαλονιού. να μην το βάζεις κάτω για να μην το βάλουμε κάτω κι εμείς. κι ας βρήκα καταχωνιασμένα σε μια γωνία της αποθήκης τα βιβλία σου. μαρξ και ένγκελς. κι ας δηλώνεις υπερήφανα πως είσαι κομμουνιστής. θυμάμαι μια φορά που είχες δει πάνω στο γραφείο μου ένα βιβλίο του μπακούνιν. μα, αυτός είναι αναρχικός, μου ‘πες και γέλασες συνωμοτικά. κι ας ξέρεις πως τα πράγματα πάνε κατά διαόλου. εσύ εκεί. να παλεύεις πάντα για το καλύτερο. να δείχνεις πάντα έναν δρόμο πιο φωτεινό που δεν ξέρουμε πού οδηγεί αλλά υπάρχει. το σπίτι μας ένα λιμάνι κι εσύ ο φάρος.

ξέρεις τι μου ‘πε το αφεντικό μου όταν του είπα πως θα φύγω μόνιμα για το νησί; οι άνθρωποι του νησιού σου είναι περιπετειώδεις. ωραίο πράγμα η περιπέτεια. ειδικά για μένα που ζω με το φόβο μήπως κάποια μέρα ξυπνήσω και είμαι ικανοποιημένη και δυστυχής. μήπως χαθώ στη βολεμένη καθημερινότητα. μήπως γίνουν σκόνη τα όνειρά μου. μήπως σταματήσω να αποζητάω κάτι, που δεν ξέρω και πού ούτε και θέλω να μάθω τι ακριβώς είναι.

σου απαγόρευσα το κλάμα αλλά τώρα πια δεν με νοιάζει για τα δάκρυά μου που τρέχουνε με αναίδεια. τώρα ξανάγινα το μικρό κοριτσάκι που ψάχνει το χέρι σου για να το κρατήσει σφιχτά και να διασχίσουμε το δρόμο μαζί. θυμάμαι που μου ‘λεγες πως όταν γεννήθηκα όλα μου τα δάχτυλα τυλίγονταν γύρω από το μικρό σου δάχτυλο. αντικειμενικά δεν ήμουν και πολύ όμορφο μωρό. αλλά εσύ με έλεγες ορτανσία. θα είμαι δυνατή λοιπόν. κόβω τον ομφάλιο λώρο και τον κάνω κολιέ στο λαιμό μου. περήφανο κόσμημα αγάπης για το ταξίδι μου. μαζί θα ΄μαστε παντού.

εμείς θα ζήσουμε, ρε.

κοιτάζω τον ουρανό καθώς ξημερώνει. έρχεται μια καινούρια μέρα και γω νιώθω μια άγρια χαρά που ακόμα δεν το ΄χω βάλει κάτω. και που πάω να δοκιμάσω το καινούριο. σε λίγο πρέπει να πάω για δουλειά. βλέπεις, θα δουλεύω μέχρι και την τελευταία μέρα. έτσι μου ‘μαθες. ότι ο αγώνας είναι αέναος. ότι η ζωή είναι βασανιστική. μου ‘μαθες να είμαι δυνατή. και θα είμαι. φύγαμε για το άγνωστο. το σαλόνι γεμάτο κούτες. όλη μου η ζωή πακεταρισμένη σε κιβώτια. αλλά μέσα μου ό,τι δεν κλείνεται σε κουτιά, δεν τυλίγεται με μονωτική ταινία, δεν ταξιδεύει με φορτωτική. μέσα μου όλα όσα μου έμαθες αυτά τα χρόνια. μέσα μου το βλέμμα σου και το χαμόγελό σου. μέσα μου η ευγνωμοσύνη. μόνο.

σ’ ευχαριστώ.

στους δύο Δασκάλους της ζωής μου,
τον Β. και τη Χ.

φα

φα

φακός
ψευδαίσθηση ελπίδας στο σκοτάδι

φαρίνα
κυριακή παιδιού που μυρίζει μητρικό γλυκό

φαρέτρα
αδειάσαμε από επιχειρήματα και τόξο δεν κρατήσαμε ποτέ

φάση
το ορόσημο της γενιάς της αφασίας

φαβέλα
εμπρός της γης οι ινδιάνοι

φάνηκες
αλλά η πλάτη μου έμαθε στο σχολείο μόνο το όχι του νησιώτη δικτάτορα

φασαρία
συνθήματα και οργή που δεν αντικαθίσταται απ’ το δάκρυ

φαρσί
έμαθες ξένες γλώσσες για να αποβάλεις τη λαθραία σου πατρίδα

φακίδες
τα κορίτσια των παραμυθιών σκοτώθηκαν από υπερβολική δόση αλήθειας

φα
έβαλα στη βαλίτσα μου τρία κλειδιά του σολ και πέντε διαπασών

κι ύστερα έφυγα

τώρα κάθομαι εδώ στο περιθώριο της πρωτεύουσας
σας γράφω με λυγμούς για τη δειλία μου
που μουντζουρώνω τα χαρτιά δίχως να λέω αυτό που μου τρυπάει τα ρουθούνια
δίχως να παραδέχομαι πως έφαγα τόσα ληγμένα δακρυγόνα
για να γεννήσει η γενιά μου μια λέξη από φα που την ήλπιζα νεκρή

μόλις περάσανε οι ένστολοι τοποτηρητές της θηριωδίας από δω
μου σκίσαν το χαρτί
με χαστουκίσανε
με διέταξαν στο νέο λεξικό να υπακούσω
να καταπιώ το μίσος που αρχίζει από φα
να πορευτώ στο κλίμα του ευρωπαϊκού καλοκαιριού*

κυρίως όμως
ό,τι γράφω
στην επιτροπή λογοκρισίας να το στέλνω πριν το δημοσιεύσω
– κοινοποιούνται οι κραυγές;-
ειδάλλως ως εχθρός του έθνους θα λογίζομαι
και μέσα σ’ ένα πάλλευκο υπερσύγχρονο κελί
το υπόλοιπο του βίου μου θα ζήσω

*τρέξτε να πείτε στις αγέννητες ακόμα νεολαίες
πως του καιρού μας το κυκλοφοριακό
για φαεινό σηματοδότη τον τρόμο είχε

έτσι νυχτώνει στις αθήνες*

2271-620x

έτσι γίνεται πάντα. κάτι θα τύχει να ακούσω στο ραδιόφωνο κάποιο απόγευμα σχολώντας και ύστερα θα τρέξω στο σπίτι σαν την ηρωινομανή, να βρω το δίσκο, να περάσω το τραγούδι στο άι-ποντ, να το ακούσω –πόσα χρόνια περάσανε από την τελευταία φορά που το άκουσα, πότε είχα αγοράσει το σιντί, αλήθεια έχω χρόνια να αγοράσω δίσκο– να το ξανακούσω, να γράψω τους στίχους σε ένα κομμάτι χαρτί, ύστερα να περάσω τα δάχτυλά μου πάνω από το χαρτί, πάνω από τις λέξεις, πάνω από τους φθόγγους, να σβήσω τα κεφαλαία, να τονίσω τις λέξεις αλλιώς, να μπούνε μέσα μου οι στίχοι, να βγουν ύστερα από την έξοδο των ματιών αλμυροί, κι ύστερα να κλάψω, να κλείσω το κινητό, να κλείσω το παντζούρι, να ανάψω ένα δύο πέντε δέκα τριάντα τσιγάρα, να ακούω ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα, ένα ποίημα να μου στοιχειώσει το απόγευμα, τσιγάρα και αλμυρά υγρά τριγύρω στο σεντόνι μου, το μαξιλάρι σφιχτό όσο πρέπει για να παριστάνει το φίλο, ανοίγει η πόρτα διακριτικά, φοβισμένος ο πατέρας, τι συμβαίνει, τίποτα. τίποτα καινούριο δεν συμβαίνει. μα, κλαις κόρη μου. γι’ αυτό κλαίω. κι έτσι νυχτώνει στις αθήνες, έτσι βραδιάζει στις πάλαι ποτέ ορμητικές μας καρδιές, έτσι πέφτει η νύχτα στα μπαλκόνια μας, έτσι μαραίνονται οι γλάστρες μας, έτσι σβηστήκανε δια παντός τα σημεία στίξης από τα στομάχια μας -γράφω ό,τι μου κατέβει με το στομάχι και απαγγέλλω ποίηση με το συκώτι- έτσι γαμάει ο πειραιάς με το μαρινάκη βλαχοδημαρχαίο, έτσι λήξανε τα γάλατα στο ψυγείο και τώρα πια πίνουμε ληγμένα, τρώμε χημικά και ψαρεύουμε σόλες παπουτσιών στις θάλασσές μας. από ένα τραγούδι ξεκινήσανε όλα. ένα ποίημα παρακίνησε κάποτε το θεό να φτιάξει τον κόσμο. δύο μπορούν να φτιάξουν τον κόσμο όλο αφού κι ο κόσμος φτιάχτηκε από δύο, έλεγε κάπου ο λουντέμης, και δε νομίζω το υπονοούμενο να ‘ναι χριστιανικό, πιο πολύ ερωτικό μου ακούγεται.

λοιπόν το κορμί μου έγινε με τα χρόνια ένα μικρό δειλό φέρι μποτ. κάθε πρωί ανοίγει η μπουκαπόρτα. μπαίνουν μέσα πεζοί, λεωφορεία, ασφαλιστικά ταμεία, τραπεζοϋπάλληλοι, δικόγραφα, συγγενείς, έγγραφα Ε3, τρεις καφέδες στο χέρι ημερησίως, ένα περίπτερο, μια μάσκαρα, φωτογραφίες από το βερολίνο, το γιουσουρούμ του άσιμου και ένα τσιμπιδάκι φρυδιών. τη νύχτα όλοι αυτοί βγαίνουν από μέσα μου με ασκήσεις πανικού. ανάσες και τρόμος. μετά η μπουκαπόρτα πέφτει βαριά. τα μάτια μου κλείνουν ανεπίστρεπτα. το σώμα μου βουλιάζει κάτω από το δροσερό σεντόνι. όσο περνάει ο καιρός η μπουκαπόρτα δυσκολεύεται να ανοίξει το πρωί. οι δικές μου οι ρυτίδες δε φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. τα γεράματά μου κατέφτασαν λίαν προώρως και κατακάθισαν μέσα μου ύπουλα. κανείς δεν τα βλέπει. κανείς δεν τα νιώθει. τι ανάγκη έχεις εσύ. καμία ανάγκη δεν έχω. μόνο όνειρα. τι όνειρα; να περπατήσω πλάι σε ένα ποτάμι. να μυρίσω λίγο γιασεμί. να αυξήσω τη χωρητικότητα των πνευμόνων μου σε οξυγόνο. αυτά.

σε μισώ αθήνα. δεν μου φταις αλλά σε μισώ. πάνω σου περπατάνε αυτά τα μιάσματα με τα γαλανόλευκα κουρέλια, η παπάρια φυλή, τραβάτε ρε στις μανάδες του φύσσα και του σαχτζάτ, τραβάτε ρε γαμώ το έθνος σας και μην τους μιλήσετε, μόνο τολμήστε να σταθείτε απέναντί τους. δεν θα τα καταφέρετε. σε μισώ ρε αθήνα. οι τραγουδιστάδες από τα ριάλιτι βγαίνουν στις τηλεοράσεις βαμμένοι σαν γαλανόλευκοι ινδιάνοι και τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο στις ποδοσφαιρικές φιέστες και οι κόσμοι από κάτω χειροκροτάνε αφηνιασμένοι αντί να φτύνουν το έθνος. αντί να φτύνουν τη σημαία. αντί να ξερνάνε ελληνισμό. αντί να κατεβάζουν χριστοπαναγίες λίαν βυζαντινές και θεοσεβούμενες. οι υπουργοί μπαίνουνε μέσα στα μπουρδέλα και σέρνουν έξω γυναίκες οροθετικές τραβώντας τες από τα μαλλιά και κάτι λίγοι γραφικοί τολμάνε και μιλάνε, οι υπουργοί κάνουνε μηνύσεις -που δεν κατατίθενται ποτέ σε κανένα αστυνομικό τμήμα- στις εφημερίδες που τολμάνε να πούνε ότι οι μπάτσοι βασανίζουνε κόσμο σ’ αυτόν τον τόπο, μας απασχολεί πάρα πολύ που βρέχει λάσπη και σκονίζονται τα ακριβά και δανεικά μας αυτοκίνητα, τα κοινοβούλια κλείνουνε όποτε οι εξουσιαστές [δεν] έχουνε όρεξη για σεξ, ο κόσμος ψηφίζει όποιον έχει το καλύτερο σακίδιο στην πλάτη κι εγώ κατάντησα να λέω τα ίδια και τα ίδια κάθε λίγο και λιγάκι, επανάληψη μήτηρ πάσης αργίας ή κάπως έτσι τελωσπάντων, τις ξεχνάω τις παροιμίες και τις αναπληρώνω μόνη μου, κι ύστερα τις πετάω σε άσχετες συζητήσεις, άσχετες παροιμίες μεταξύ ασχέτων επιχειρημάτων ανάμεσα σε άσχετους συνομιλητές που δεν πρόκειται να συμφωνήσουν στον αιώνα τον άπαντα δικαιώνοντας όσους κυνικά και τρυφερά εξίσου ζήσανε μέσα σε πιθάρια χορταίνοντας με ηλιακή ενέργεια και ακονίζοντας μυαλά.

λοιπόν. μάνα. άκου. μην με ρωτήσεις πού πάω. δεν πάω στα καράβια. ξεκινώ ταξίδι. μην απορείς που παραληρώ. παραλήρημα είναι ολάκερη η ζωή μας, δεν το βλέπεις;

ξεκινώ ταξίδι μάνα και πατέρα. και έτσι μόνο θα ‘μαι πάντα εδώ.

ζωντανή.

σκέφτομαι άρα πετάω

δεν θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω

διόλου δεν επιθυμώ χαιρετισμούς στο δρόμο

οι δρόμοι δεν φτιαχτήκαν για να χαιρετάς

αλλά για να πορεύεσαι

περίσσεψε η χριστιανική αγάπη

όλοι να αγαπάτε αλλήλους

κι ας μην γνωρίζετε στο ελάχιστο

πως η αγάπη δεν είναι λίμνη στάσιμη

αλλά ποτάμι ανυπάκουο σε προβλέψεις

απ’ την πηγή ως την εκβολή

ακολουθεί πορεία προσωπική

σε παρασέρνει

σε ξεβράζει

σε ταξιδεύει

και σε πνίγει

ποιος θέλει όρθιος να σταθεί κι ενάντια στου καθένα το ποτάμι να μιλήσει;

 

δε θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω

κι αυτό δεν είναι απαίτηση

κι ούτε να κάνετε το λάθος σαν χάρη να το θεωρήσετε

να ζω σημαίνει να ανασαίνω

χωρίς την άδεια των γειτόνων

χωρίς την έγκριση ηγετών

χωρίς ερώτηση και απάντηση μέσα στα κοινοβούλια

να ζω σημαίνει να ανασαίνω

πάρτε για χάρισμά σας τα δικαιώματα

σας επιστρέφω τις ελευθερίες

σας αντιτείνω τις θρησκείες

στέκομαι σιωπηλή ξεσπώντας

και αποζητάω μια ζωή

χωρίς χαρτιά και απολογίες

στις εξουσίες κάθονται όσοι κοιμούνται σε μαντριά

 

δε θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω

τίποτα δεν μου δόθηκε

ποτέ κανένας δε με ρώτησε

τι σημασία έχει ποιος, γιατί και από πού

γιατί μετράτε τους λαούς με χρώματα

γιατί σκοτώνετε την ομορφιά με λάβαρα

τη σκέψη μου ποτέ καμιά ομιλία δεν περιέλαβε

λέγεται σκέψη επειδή ξέρει να πετάει

είμαι ο κύκλωπας κανένας των λαών

είμαι ο ούριος άνεμος των πειρατών

είμαι το χάδι γάτας σε μωρό παρατημένο από τη μάνα

κατηγορία αταξινόμητη εταιρειών που ειδικεύονται σε ράφια

πρόγραμμα υπολογιστή που ξέρει να μεθάει σαν άνθρωπος

θεοί μου οι αφορισμένοι ποιητές

οι άλιωτοι στο πέρασμα των χρόνων

 

δε θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω

κι εγώ σας δίνω για αντάλλαγμα

κάθε φωτιά κάθε φωνή και κάθε δάκρυ

κρατήστε τα για ενθύμια

για να διδάξετε στα αγέννητα ακόμα τέκνα

πως οι άνθρωποι πηγαινοέρχονται τελείως μόνοι

επιφαινόμενες παρέες και κοινωνίες της συνουσίας

σπρώχνουνε κάτω απ’ τα παχιά χαλιά των γηγενών

όσους κατάλαβαν νωρίς πως η ζωή

αποτελεί κομμάτια από ανέκδοτα λυπητερά

πάρτε για λάφυρο τη μνήμη

και υπόσχομαι μια μέρα παρέα με τη σκέψη μου

στεγνό καθάρισμα του διοξειδίου του άνθρακα να πράξω

να βρέξει μόνο ατόφιο οξυγόνο

να οξειδωθούν οι αναμνήσεις σας· να σβήσουν

 

κι ύστερα σκουριασμένοι να ατενίσετε το μέλλον

να ανακαλύψετε βαφές και τρόπους αναγέννησης

 

πώς ξαναφέρνω στη ζωή το πριν απ’ όλα υπάρχον;

 

δε θέλω να με αγαπάτε όλοι

θέλω μονάχα να μ’ αφήσετε να ζήσω

ο εγκαλών, η έγκλιση και το έγκλειστον

καλώ, κλίνω, κλείνω

ενώνω τις τρεις λέξεις με σχοινιά

κι εμφανίζεται μπροστά μου

ένα τρίγωνο σκαληνό

 

τηλεφωνώ στον πυθαγόρα·

ένα καινούριο πυθαγόρειο χρειάζομαι

μακριά από ορθές γωνίες και ορθούς ανθρώπους

ένα θεώρημα για μας τους σκαληνούς, τους άνισους, τους που γονατίσανε

 

ο μαθηματικός που καλείτε απουσιάζει σε κάποιο όργιο

παρακαλώ καλέστε αργότερα

ή έστω

ένα μήνυμα αφήστε μετά τον ήχο του γκονγκ

 

έβαλε ψύχρα απόψε

πού είσαι ευκτική να σκεπαστώ

να με ζεστάνεις

με την απάτη σου

 

σηκώθηκε νωρίς απ’ το κρεβάτι

πετάχτηκε από τον εφιάλτη πως κάποιος, κάπου, κάποτε

μαχαίρι στου παιδιού της το στήθος κάρφωνε

αποκλείεται· το παιδί μου θα τραγουδάει για πάντα

 

σηκώθηκα κι εγώ νωρίς

άνοιξα την ντουλάπα μου

διάλεξα έγκλιση, χρόνο και αριθμό

φόρεσα βιαστικά μια προστακτική

 

ανάγκασα το σώμα στον παρακείμενο να γυρίσει

διπλοκλειδώθηκα στο αμάξι του ενικού και ανέβασα το τζάμι

ούτε ήλιος, ούτε περαστικός να μην μπορεί να με αγγίξει

πράξη συντελεσθείσα και στο παρελθόν τετελεσμένη·

 

είστε ο εγκαλών;

ναι, μάλιστα·

σας εγκαλώ που με ρημάξατε

μα όση σάρκα μου απέμεινε στη μάχη θα τη ρίξω

 

μοιάζουμε με τα δόντια που κλειδωμένα μέσα στα ούλα κρυφτό μας παίζουν

έχουνε δύναμη υπόγεια

σπρώχνουν τα άλλα δόντια

και δονήσεις πόνου στέλνουν στο μυαλό

 

όταν οι έγκλειστοι ξεσπάσουν

όταν οι εγκλίσεις ξαποστάσουν

όταν ο εγκαλών την έφεση κερδίσει

όταν θα στήσεις πανηγύρι στων σκαληνών τριγώνων τις γωνίες

 

τότε θα αλλάξει -όχι η χρονιά-

τότε θα αλλάξει η εποχή

και τότε τα τραγούδια των που πέθαναν νωρίς

ως νέοι ύμνοι προς την ελευθερία θα ακουστούν