sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: μέλλον

ένα φιλί │ χαίρω πολύ │ μιας χειραψίας πρώτης

ρωτάς χωρίς να με κοιτάς
κοιτώ το βλέμμα σου
τρέχει στο μέλλον με κομμένη την ανάσα
κινούμαι σαν μηχανοκίνητο καΐκι
κάποιος θαρρείς πως μου ‘σβησε από μέσα τη φωτιά
μα μέσα μου ρέει άμμος κινούμενη
οι παραλίες μου βλέπεις
οι παραλίες μου πήραν από καιρό φωτιά
ζω από τότε δια της βίας ελέω πυρκαγιάς

φεύγοντας κοίταξα στα σκοτεινά πάλι το ίδιο βλέμμα
ίσως αν με κοιτούσες να ‘βλεπες
πως η φωτιά έχει πια φτάσει στο νερό
κι έτσι κινδυνεύει πια η κεντρική της καρδιάς αντλία να καεί
όμως να
πώς να στο πω
δεν θέλω να χωράνε όλα μέσα σε λέξεις και χροιές

το παραδέχομαι πως εκ του πονηρού
επιχειρώ τις διαστάσεις της καταστροφής
ελαττωμένες να παρουσιάσω
γιατί οι φωτιές δεν γράφονται σε στίχους
γιατί οι ζωές δεν χτίζονται με φθόγγους
γιατί αγάπησα τούτη την εντός μου ολοσχερή καταστροφή
όσο τον ίδιο μου τον εαυτό

οδήγησα στην πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη
στάθηκα στο φανάρι σε στάση προσοχής
κι αν θες πιστεύεις
πως δεν άκουγα πια του κύματος τον παφλασμό
μόνο αφουγκράστηκα με προσοχή
τις τελευταίες άκαυτες εστίες
να παραδίδονται αμαχητί στης φωνής σου τη φωτιά
στο φάρυγγά μου δεν κυλούσε πια λυκίσκος
μόνο ένα φιλί │ χαίρω πολύ │ μιας χειραψίας πρώτης
νόμιζα πως κάνω τους άλλους να κλαίνε
γιατί δεν άφησα κανέναν να ακούσει τον δικό μου τον λυγμό

νίκησες τη θάλασσα
νίκησες τη δίνη
νίκησες τους δανεικούς λυγμούς

χάνω τη μοναξιά μου μέρα τη μέρα
για να κερδίσω πλάι σου τη φλογισμένη ελευθερία

εδώ που στέκομαι
μπορώ να αφήσω άφοβα το βλέμμα μου στο μέλλον να καλπάσει
στα κρεβάτια του πρώτου έρωτα
στην πετσέτα του πρώτου αλατιού
στη δίνη του τελευταίου φιλιού
στο χαμόγελο του πρώτου αποχωρισμού
και σε κείνο το πλέξιμο των χεριών μέχρι τον πόνο
μέχρι τα κόκκαλα να ενωθούν εις χείρα μία

συγχώρεσέ με θάλασσα
μα δέθηκα σε δέντρο της στεριάς που θάλλει αεί
να
πάρε την κινούμενη άμμο μου
δώρο προσχήματος και νίκη πάνω στην τύψη της συνήθειας της μοναξιάς
απόψε εγώ θα κοιμηθώ κάτω από δέντρο στεριανό
γιατί ο παφλασμός εντός μου βρήκε απάγγειο δικό του
γιατί ο λυγμός μου σίγασε λόγω απρόσμενης χαράς
γιατί ο μάντης έρωτας κατάκαψε τα πάντα
γιατί απόψε πάνω μου φύτρωσε ζωή

zurückgegangen

θα ξανάρθουμε μια μέρα εδώ μαζί

στο ίδιο χώμα θα πατήσουμε και πάλι

θα πλημμυρίσουν με υγρασίες τα χωράφια των φτωχών

οι προλετάριοι θα δρέψουν τους καρπούς τους

οι γιοι και οι κόρες τους να μην πεινάνε πια

 

θα ξαναρθώ μια μέρα εδώ λίαν συντόμως

εδώ στον τόπο που γέννησε και τη δική σου τέχνη

καράβι μαυροκόκκινο παντιέρα θα ανεμίζει

η φτώχεια μου θα κελαηδά μονάχη της τα βράδια

κι εγώ θα ζω απ’ τις φωνές των ορεινών πουλιών

 

θα ξανάρθουμε πάλι εδώ στη γη του οδυσσέα

θα σβήνονται τα αστέρια από ντροπή

και θα ανθίζουν οι ροδιές με κοραλλένια φρούτα

θα είναι οι μέρες άυπνες κι οι νύχτες σκεπασμένες

κλινοσκεπάσματα υγρά· ο τόπος διψασμένος

 

τότε θα ξαναρθείς κι εσύ μαζί μου εδώ

στη γη που αναζητούσε αέναα να σπάει ρίζες

το μέλλον και ο αόριστος στήσανε ήδη το χορό

βιολιά κιθάρες τσίπουρο ζητάνε συνοδεία

να μπούμε στο γαϊτάνι τους πιασμένοι χέρι χέρι

 

σου ‘πα ποτέ πως το νησί σαλεύει πότε πότε;

πως οι άνθρωποι φοβήθηκαν και στήσανε επιστήμη

κι ονοματίσαν το φαινόμενο τάχα να το ξορκίσουν;

μα οι εγκέλαδοι δεν ήρθανε για να μπουν σε βιβλία

εντός μας γίνονται οι σεισμοί εντός μας και οι πλημμύρες

 

θα ξανάρθουμε σύντομα εδώ· μ’ ακούς ή έχεις φύγει;

θα κατεβούμε ανηφοριές και θα γλυστράν τα φύκια

θα σκάψουμε τη γη βαθιά να βρούμε σταλακτίτες

να μάθουμε επιτέλους από πού πηγάζουν τα ποτάμια

και θα νικήσουμε όποιον πάλεψε τα μάτια μας να υγράνει

 

θα ξαναρθούμε σύντροφε, πατέρα και εραστή μου

αγκαλιασμένοι αδάκρυτοι και πάντα βουρκωμένοι

δρόμο θα ανοίξουμε στις λίμνες που γέρασαν προώρως

νερά και στάχτες και φωτιές που καίνε τις πληγές μας

θα ξαναρθούμε σύντροφε, πατέρα και θεέ μου

κοινόν αυτάδελφον

BiczBMgIYAA62b4

φώναξα ώσπου πια να μην με ακούει κανείς

ούρλιαξα ώσπου πια κανείς να μην αντέχει τις κραυγές μου

τυλίχτηκα μέχρι πάνω με τη φωτιά από τα σωθικά μου έτσι που έντερα να μην έχω πια

γιατί χαλάσανε πια τα ζωτικά μου όργανα, με απαρνηθήκανε

με διώξανε από το κορμί μου

να περιπλανιέμαι σε πλατείες που ζητήσανε το οξυγόνο που τους ανήκει

να περιπλανιέμαι σε νεκροτομεία εφήβων

να μοιράζω το φιλί της ζωής που κανέναν ποτέ δεν ζωντάνεψε

 

εγώ είμαι ο έφηβος που σκότωσες

εγώ είμαι το παιδί που θα γεννήσει αύριο η γυναίκα σου

εγώ είμαι ο γιος του αφεντικού σου

εγώ είμαι όλα τα παιδιά που δεν πρόλαβαν να καταλάβουν

που κανείς ποτέ δεν τους εξήγησε

πως οι πατέρες των εκκλησιών μας φλόμωσαν με ψέμμα

 

γρήγορα πείτε σε όλα τα παιδιά την άμωμο αλήθεια

όλοι τους λέτε για το δώρο της ζωής

μα για τους δαναούς σας τσιμουδιά

 

θέλω παιδιά που με φόβο να γεννιούνται

θέλω παιδιά που με δακρυγόνα να αντρώνονται

θέλω παιδιά καταληψίες της μήτρας και του νου

 

θέλω παιδιά που φωτιές μόνο θα βάζουνε

θέλω φωτιές που στα σχολεία θα ζυγώνουν

θέλω τις νύχτες οι αϋπνίες να βασανίζουνε

κάθε κακόμοιρο που ίσως πίστεψε

πως πρόκειται να έχει αύριο

σκοτώνοντας την ίδια τη ζωή

σελίδα δεκατρία, εικόνα τρίτη

283227_4285835779002_1939992038_n

από τα μεγάφωνα ακούγεται ένας βρυχηθμός

δεν με νοιάζει μη σε νοιάζει τι τους νοιάζει

απαγορεύεται να περπατήσεις μες στην πόλη

χωρίς να ακούς τους βρυχηθμούς του τέρατος

που πνίγεται από τα ίδια του τα υγρά

*

το καθεστώς

έτσι το λεν στις συνελεύσεις

-εγώ καλύτερα με τη λέξη τέρας αγκαλιάζομαι-

αντάλλαξε τις μουσικές με τις κραυγές

-καλπάζει η ανεργία στους μουσικούς-

 

ίσως στο τέλος τέλος

οι μαθητές του μέλλοντος πιο τυχεροί από μας να είναι

γιατί μπορεί στα σχολικά βιβλία της ιστορίας

μόνο εικόνες να περιέχονται

φωτογραφίες μωρών, ανέργων και νεκρών

 

και τότε όλοι εμείς θα στριμωχτούμε

ιστορική ανάγκη οι συνωστισμοί

σε μια λεζάντα μιας φωτογραφίας

ο πληθυσμός ανήμπορος τη μοίρα του εδέχθη

σελίδα δεκατρία εικόνα τρίτη· βλέπετε την ανημποριά;

 

και μόλις η κουβέντα στην τάξη θα φουντώνει

στην πρώτη ερώτηση γιατί από κάποιον μέτριο μαθητή

ο δάσκαλος θα ψάχνει δήθεν τα χαρτιά του

μήπως και την απαίσια απάντηση αναβάλει

αλλά το βλέμμα απορίας θα παραμένει

 

κι έτσι ακουσίως ο δάσκαλος

θα αναγκάζεται απόκριση να δώσει

γιατί δεν κάναν τίποτα;

γιατί παιδιά μου η αλήθεια είναι

πως φοβήθηκαν·

 

πιστεύω στα σχολεία του μέλλοντος

οι μαθητές το μάθημα πως θα ορίζουν

θα μπλέκονται η ιστορία με τη φιλοσοφία

και του πολίτη η αγωγή με νότες στο πεντάγραμμο θα γίνεται

κι οι μαθηματικοί θα ξέρουνε τη θάλασσα να ζωγραφίζουν

 

και μην ξεχάσω να σας πω

πως μέχρι τότε η γεωγραφία

ποτάμια, λίμνες και βουνά θα αναφέρει

και στων παιδιών τους νέους χάρτες που θα μοιράζονται

ως σύνορο μοναδικό ο ορίζοντας θα υπάρχει

*

άξαφνα μελωδία πλημμύρισε τους ματωμένους δρόμους

κάποιος ανέβηκε παράνομα στης πόλης μας τους στύλους

άλλαξε την κασέτα που από τα μεγάφωνα κραυγές ξερνούσε

και ακούστηκε ύστερα από μήνες

-μήνες πολλούς, βαριούς και άκαπνους-

 

τραγούδι αέναο από το μέλλον μας φερμένο

κάποιος τραγούδαγε

πως όπου να ‘ναι

τα σύνορα και οι μαχαιριές

ταυτόχρονα απ’ τους χάρτες θα σβηστούν

φωτογραβία

166269_10200246308375269_26712217_n

τόσοι αιώνες ιατρικής επιστήμης

κι ούτε μια εξήγηση σωστή

για κείνο το μούδιασμα στον πνεύμονα

– θαρρώ είναι στον πνεύμονα και όχι στην καρδιά

καθώς εκείνη δεν σταματά να χτυπά παρά μόνο σου κόβεται η ανάσα,

και ευτυχώς δηλαδή που ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει για λίγο χωρίς ανάσα·

γιατί χωρίς χτυποκάρδι δεν επιβιώνει ούτε για μια στιγμή-

τόσα επιτεύγματα κι ένας ορισμός για αυτό το ασύνειδο μάζεμα των σπλάχνων πουθενά.

 

τυχαία ή επί τούτου πέφτει στα χέρια σου μια φωτογραφία

απ’ τα παλιά, απ’ τα μελλούμενα, απ’ όσα τρέχουν στο παρόν μα εσύ δεν πρόλαβες να ζήσεις

πρόσωπα γνωστά μαζί με άγνωστα, χαμόγελα που κάποτε σου ανήκαν, μάτια που κάποτε τους χάρισες το γέλιο σου

γέρνουν τώρα σε άλλους ώμους, φιλάνε άλλους καθρέφτες, αγκαλιάζουν άλλα πρωινά, μαλώνουν με άλλα σούρουπα

κοιτάς διαδοχικά τα χέρια με τις φλέβες να πετιούνται γεμάτες έξαψη

τους ώμους που χαμήλωσαν για να δεχτούν τη νέα πραγματικότητα

τα ζυγωματικά που κάποτε μια νύχτα ολόκληρη περπάτησες με τα ακροδάχτυλα

τα πόδια ανοιχτά σε θέση υποδοχής

τα φρύδια τσαλακωμένα από τον αέρα

τα μάτια κοιτάζουν το φακό με πίστη σχεδόν ευλαβική·

η απουσία σου είναι η ζωή των άλλων.

 

| οι φωτογραφίες μας βιάζουν |

| βία είναι ο πόνος που μας προκαλούν | 

| έτσι γεννήθηκε στις μέρες μας |

| η φωτογραβία |

 

στα χρόνια των δικτύων

τα νέα τρέχουν πιο γρήγορα από τις μέρες και τις νύχτες μας

οι ώρες κυλάνε σε χρόνο αλλοτριωμένο

γρηγορότερα απ’ ό,τι αντέχει η μνήμη και η λήθη μας

μας καταπάτησαν οι οθόνες

γίναμε παιχνίδια των μηχανών

τίποτα δεν υπάρχει αν δεν το δω σε δίκτυο

οι ευτυχίες και οι δυστυχίες είναι τώρα πια μόνο δημόσιες

θάβουμε τις βδομάδες μας δημοσία δαπάνη.

 

απ’ όλες τις φωτογραφίες εκείνες προτιμώ

που στήσιμο μπροστά στο φακό προϋποθέτουν·

σ’ αυτές το ψέμμα είναι καθάριο

σ’ αυτές γυμνώνεται η αλήθεια

όσο παλεύεις να δειχτείς

τόσο τα μύχια του εαυτού σου ξετρυπώνουν μέσα από το βλέμμα που θαρρεί πως μας ξεγέλασε·

 

όμως οι οθόνες δεν είναι τίποτα άλλο παρά φίλτρα

φακοί ειδικοί για τη θλίψη, για την αγάπη, για τον έρωτα, για το δάκρυ·

μα όσο κι αν παλεύουμε

τούτα τα φίλτρα ποτέ δεν θα μπορέσουνε να κρύψουνε

αυτό που μας γεννάει και μας σκοτώνει

τον πόνο·

 

τον αληθινό μας πόνο.

künftige sehnsucht

*

κάποτε αγάπησα
κάποτε ήρθες
ήταν άνοιξη
δεν θυμάμαι καλά

πάντως τα δέντρα άνθιζαν

κάθε νύχτα οι δρόμοι γέμιζαν πέταλα
θυμάμαι την αστυνομία λουλουδιών
διατάγματα
οδηγίες
εντολές
μην αγαπάτε
ούρλιαζαν στις οθόνες
δεν επιτρέπεται να φεύγει τόσο χρήμα στο σκούπισμα

κι εσύ συνέχισες να με αγαπάς

δεν φοβήθηκες εκείνους τους αγέλαστους με τη στολή
που σου χτύπησαν μια μέρα την πόρτα
συλλαμβάνεσαι
σου είπαν

γιατί;

γιατί αγάπησες

*

ξυπνούσα πάντα νωρίς
κοίταζα τον καφέ να βράζει
το γκαζάκι έκλαιγε
είμαι φτιαγμένο για επανάσταση έλεγε
γιατί με αναλώνεις έτσι

κι εγώ γελούσα
κοιτούσα τις φουσκάλες
και θυμόμουν τα λακκάκια
το χαμόγελό σου

το βλέμμα
που αχρήστευε το πετρέλαιο
όταν νύχτωνε

*
πάει καιρός αλλά δεν σβήνει τίποτα

όταν βράδιαζε
η θλίψη στεκόταν σε μια γωνιά
απειλητικό όρνιο
έτοιμο να κατασπαράξει
όποιον δεν έμαθε να κλείνει τα αυτιά στις σειρήνες του εύκολου
κλάματος

εγώ αγαπάω το δάκρυ
έλεγες
και με φιλούσες στα μάτια

και οι λαϊκές δοξασίες σκύλιαζαν με τούτη την ανεμελιά

μοιράζαμε τις γουλιές
δεν έχω ξανατραγουδήσει πιότερο ποτέ
κι από τότε που έφυγες
μέχρι να ξανάρθεις
δεν θα ξαναβγεί ούτε νότα
καφές και τραγούδι ήμασταν

*

 με έβαζες πάνω στο κρεβάτι
κι εγώ σταύρωνα τα πόδια
δήθεν ύψωνα τείχος

δήθεν
μου διάβαζες ποιήματα
ακόμα έχω τη φωνή στα αυτιά
ποίηση είναι,
έλεγες,
ό,τι φτιάχνεται
με χέρι και με μολύβι

δεν ξεχνώ το μίσος σου για τα πληκτρολόγια

*

ήθελα απόψε να σου πω
πως αυτό που μου λείπει
δεν είναι η χροιά
δεν είναι τα λόγια
δεν είναι οι ζωγραφιές πάνω στο σεντόνι
δεν είναι το βλέμμα
δεν είναι οι φουσκάλες του καφέ

είναι το αύριο

όταν ξυπνήσω δεν θέλω να είσαι εκεί
όχι

όταν κοιμηθώ θέλω
μόνο
να μου κρατάς το χέρι
να κλείσω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά σου
και να ξέρω
πως νύχτα ή μέρα
αδιάφορο
τα πόδια μου θα έχουν πάντα ζεστασιά
και το μυαλό μου πάντα καταφύγιο
*

γενεθλιάζουσες

533029_4827908010469_1885386568_n

δεν είναι ότι μετανιώνω μωρέ. για τίποτα δεν μετανιώνω. ούτε απ’ αυτά που έκανα ούτε απ’ αυτά που μου κάνανε. όλα όμορφα ήταν μες στην ασχήμια τους. ούτε με νοιάζει το μεγάλωμα. καλύτερα δεν είμαστε τώρα; λίγο μεγαλύτεροι, λίγο ομορφότεροι, πιο γεμάτοι, πιο σίγουροι, ελάχιστα πιο διαβασμένοι. εντάξει, πιο καλά είναι τώρα, την υποψιαστήκαμε τη φάση, την ψάξαμε, άμα έχεις φάει σφαλιάρα δεν αισθάνεσαι πληγωμένος, ζωντανός νιώθεις, τα σημάδια από τα δάχτυλα της παλάμης που σου έχωσαν το χαστούκι πάνω στο μάγουλό σου είναι απόδειξη ζωής, βγήκαμε από τη γυάλα ρε παιδί μου αυτό είναι όλο.

αλλά με πιάνει το παράπονο για ό,τι και για όποιον αφήνω πίσω μου, γιατί τώρα πια ξέρω ότι αφήνω ανθρώπους πίσω μου, δεν γίνεται αλλιώς ρε παιδιά, πρέπει να συνταιριάζουν οι ανάσες μας για να ζούμε μαζί. ξέρεις τι δένει τους ανθρώπους; το μέλλον. το μέλλον και όχι το παρελθόν. θέλω οι γραμμές των ημερών που έρχονται κάπου να τέμνονται, τι κι αν συναντήθηκαν οι γραμμές μας παλιά, αύριο πού θα είναι η γραμμή σου, θα σε βρω ξανά μπροστά μου να φωνάξουμε μαζί, αυτό με καίει, ο γέγονε γέγονε και ούτε που με νοιάζει πια, δεν έχω παράπονο, αν θες να βγεις και να φωνάξεις εγώ την άφησα, πρόλαβα πρώτος, προχώρησα, κάντο, δεν με νοιάζει καθόλου, αλήθεια σου λέω μωρέ, μέσα μας την αλήθεια την ξέρουμε όλοι, κι εσύ κι εγώ.

είναι που εγώ δεν φωνάζω, είναι που οι μεγάλες οι αλλαγές λαμβάνουν χώρα σιωπηλά, κάπου βαθιά μέσα μου έβαλα μια νύχτα στο πουθενά το τέλος χωρίς να το πω πουθενά, κι έκανα εκείνη τη νύχτα τον πιο ήσυχο, τον πιο γαλήνιο ύπνο. τα ξεπλήρωσα όλα μωρέ, όλα, λεπτό προς λεπτό, στιγμή προς στιγμή, κι όταν κοιμάμαι ήσυχη τις νύχτες ξυπνάω δυνατή και καθαρή, έτοιμη να σκίσω την μπλούζα μου και να την κάνω σημαία, jamaica, jamaica, τέτοια σημαία εννοώ, λάβαρο μουσικής και αδερφοσύνης.

μεγαλώνουμε αλλά καθαρίζουμε μέσα μας τα απομεινάρια κι αυτό ίσως να είναι ευτυχία καθαρή. να ξυπνάς σαν να ξύπνησες πρώτη φορά, ναι αυτό να κάνουμε, να ζήσουμε πολλές φορές μέσα σε μία, αιώνια φτωχοί στις τσέπες και αιώνια πλούσιοι σε ιστορίες, έχεις δει κάτι γιαγιάδες στο δρόμο που σου χαμογελάνε σαν κοριτσάκια, έτσι θέλω να γεράσω, να γεμίσω ρυτίδες έκφρασης, να μην περνάει ούτε μια μέρα ανέκφραστη, να σκαφτεί το πρόσωπό μου από συναισθήματα, να σκαφτεί το κορμί μου από ανθρώπους, δεν με νοιάζει που περνάνε τα χρόνια, σημασία έχει πώς στο διάολο περνάνε.

κι όσο μεγαλώνουμε όλο πιο ανώριμοι να γινόμαστε, δε με νοιάζει μωρέ η ειρωνεία όλων αυτών που κάποτε ζήσαμε μέρες και νύχτες μαζί και τώρα γελάνε πίσω και μπροστά από την πλάτη μου, το μόνο που με νοιάζει είναι που μοιράστηκα μερόνυχτα με ανθρώπους κακούς και άδειους, αλλά εγώ πάντα έτσι ήμουνα, δεν κρύφτηκα, σας τα ‘λεγα ρε μαλάκες από παλιά πώς τα σκεφτόμουνα τα πράγματα, και όταν μου λέγατε ξεκόλλα και προσγειώσου επιτέλους εγώ σταμάταγα την κουβέντα· γιατί δεν ήθελα πια να συνεχίσω να μιλάω μαζί σας, γιατί καταλάβαινα πως ό,τι λέω είναι πολύ ακριβό για να μπει σε κουβέντα με τυχάρπαστους, γιατί εγώ δεν σας ενοχλούσα ποτέ στη δικιά σας ουτοπία που δεν ήταν ουτοπία αλλά ζωή στριμωγμένη μέσα σε υποκοριστικά, κι έτσι δεν ήθελα ούτε κι εσείς να με ενοχλείτε, γιατί μου λέγατε να προσγειωθώ αλλά εγώ είχα φτάσει ήδη στα έγκατα της γης και είχα ξανανέβει ήδη στον ουρανό, για πλάκα μωρέ προσγειώνομαι και ξαναφεύγω, άμα δεν το είδατε ποτέ δεν μπορώ να βοηθήσω, δεν κρύφτηκα ποτέ, εσείς δεν θέλατε να δείτε και τώρα ξαφνικά εκπλήσσεστε τάχα μου, μα ποια είναι αυτή, λέτε όπου βρεθείτε, κι εγώ γελάω.

γελάω γιατί το κλάμα μου το σκορπάω για πόνους αληθινούς τώρα πια.

καλά είναι που λες κι έτσι. ξεχωρίσανε επιτέλους η ήρα από το σιτάρι γιατί είχανε γίνει κουβάρι τόσα χρόνια, αλλά εμένα μου αρέσει αυτή η εποχή γιατί μπορείς επιτέλους να είσαι ξεκάθαρος, και να βρεις κι άλλους ξεκάθαρους σαν εσένα, και μαζί να κάνετε όνειρα- δεν θα βγούνε μωρέ, το ξέρω– άλλος είναι ο σκοπός, πού να σου εξηγώ τώρα, άμα δεν καταλαβαίνεις τράβα το δρόμο σου, αυτό προσπαθώ να πω τόση ώρα, ότι διώχνω κόσμο τώρα πια γιατί δεν με νοιάζει, άλλα πράγματα με καίνε, κατάλαβες, αυτά που εσένα δεν σε κάψανε ποτέ, κι εγώ θέλω να μοιραστώ τις στάχτες μου με κόσμο.

με κόσμο όμορφο.

σαν την ομορφιά τίποτα αδερφάκι μου.

γι’ αυτό χαίρομαι που μεγαλώνω, γιατί όσο περνάνε τα χρόνια γίνομαι όλο και πιο ανάλαφρη, περπατάω και πετάω με αναίδεια τα βάρη μου, γιατί δεν είναι δικά μου, είναι τα δικά σας σκουπίδια που μου τα φορτώσατε κι εγώ τα πήρα ο βλάκας, αλλά τώρα πια δεν θέλω κανενός άλλου τα σκουπίδια, θέλω μόνο τα δικά μου βάρη, γιατί και το βάρος τι είναι; μια δύναμη.

| δράση – αντίδραση, φυσική για αρχάριους |

αντιδράω στο βάρος με μια άλλη δύναμη, κρυφή, κι έτσι μπορώ να γεννάω στιγμή προς στιγμή στιγμές καινούριες, ενώ εσείς μένετε για πάντα καρφωμένοι στη γη, υπόδουλοι, δεν σας περνάει καν από το μυαλό πως γίνεται να συμβεί και κάτι άλλο, ε ρε παιδιά δεν σας φταίει κανένας.

ε κάπως έτσι θα πάμε παρακάτω, χαμογελώντας και όχι γελώντας, εμένα μου αρέσει το μειδίαμα γιατί είναι υπαινικτικό, άσε τις βαρύγδουπες δηλώσεις για άλλους μωρέ, άμα μπορούσα να ζωγραφίζω θα ήθελα ό,τι έχω να πω να το κάνω εικόνα, να τριγυρνούσα στην πόλη σαν τρελή κουβαλώντας πινέλα και μπογιές και ποτέ πια να μην ξαναμιλούσα, αλλά όλη μου η ζωγραφική δεινότητα περιορίζεται σε δυο βουνά που σμίγουν κι έναν ήλιο που ξεπετάγεται ανάμεσά τους, οπότε αναγκαστικά θα συνεχίσω να λέω ιστορίες.

και να τραγουδάω τραγούδια.

τραγούδια όπως αυτό.

άνοδος των μυρίων, η

1208747_10200888393947007_499785804_n

 

Άκου. Άμα είναι να πούμε αλήθειες τότε να μην φοβηθούμε. Άκουσέ με. Μην κοιτάς που χαμογελάω όλη μέρα σαν ηλίθια, μην κοιτάς που σου γελάω συνωμοτικά και σου λέω δεν έχω κάρτα, θα σου κάνω αναπάντητη όταν έρθω- άλλο που εσύ, κανενός παπά ευαγγέλιο, πήγες και μου αγόρασες μονάδες για να έχω στο κινητό- το νιώθω πως πάμε κατά διαόλου. Κάτι αλλάζει προς το χειρότερο. Θυμάσαι που λέγαμε ότι ο πάτος δεν έχει πάτο; Κατεβαίνουμε κι άλλο. Αργά, υγρά, βασανιστικά. Η κάθοδος των μυρίων της εποχής μας και δεν βρέθηκε ένας ιστορικός της προκοπής να την καταγράψει. Ένας πελοποννησιακός και κλείσαμε. Είπαμε να μην το βάλουμε κάτω αλλά ψάχνω να ελπίσω σε κάτι και καταντάω να ακούω έξω φωνή τους Κερκυραίους που ξημεροβραδιάζονται ανάμεσα στη σύγχυση και το γέλιο και να διαβάζω από την ανάποδη- το πίσω μπρος, αν έχεις το θεό σου– τον Επαναστατημένο Άνθρωπο του Αλμπέρ μήπως βρεθεί και κάτι ακόμα για οξυγόνωση. Κανένας δεν ήθελε να τελειώσει ο Αύγουστος και μόνο εγώ ήθελα να γυρίσω στην Αθήνα, με κούρασε η νωχέλεια, να γυρίσω στη δουλειά μου, να σιγουρευτώ ότι ακόμα έχω δουλειά, ο ένας απολύθηκε, ο άλλος ετοιμάζεται για έξω, ο τρίτος θα δουλεύει πια τρεις μέρες και τις υπόλοιπες θα αναρωτιέται γιατί ανέβηκε η μυωπία του τρεις βαθμούς μέσα στο Μετσόβιο τόσα χρόνια, ρε στραβώνει το πράγμα ολοένα και πιο πολύ, δεν το βλέπετε; Κι ύστερα βγαίνεις μια βόλτα στις γειτονιές το σούρουπο και βλέπεις κόσμο στα μαγαζιά, χαμός, φέρε μπύρες να πιούμε, έχει ο θεός, μαλάκα μου αλήθεια έλεγε ο άλλος, λεφτά υπάρχουν, και πιο πολύ από όλα με πειράζει που ακόμα πιστεύουν σε θεούς και δαίμονες όλοι αυτοί οι άνθρωποι, κι άμα τους πεις λίγο στην πλάκα λίγο σοβαρά πως πάνω από τα σύννεφα είναι τα αστέρια, πιο πάνω η στρατόσφαιρα και πιο κει άλλα σύμπαντα, αλλά τίποτα το θεϊκό γιατί θεοί είμαστε μόνο εμείς οι ίδιοι, ο θεός κατάγεται από τον πίθηκο ρε μάγκες, σε στήνουν στον τοίχο και σε πυροβολούν, πάει αυτή αποτρελάθηκε, κάπου έχει μπλέξει. Δεν αντέχουν μάτια μου οι άνθρωποι να νιώσουν πως είναι μόνοι, οι μόνοι υπεύθυνοι για τη ζωή τους, κλείνουν τα μάτια στην αλήθεια, καλά όλοι το κάνουμε αυτό δε λέω, αλλά καμιά φορά που ανοίγω τα μάτια μου ορθάνοιχτα στην καταιγίδα μετά τον τρόμο έρχεται η απελευθέρωση, αλήθεια σου λέω, δοκίμασέ το έστω μια φορά, είναι ωραίο, σα να κάνεις έρωτα φαντάσου.

Ωραία και τα νησιά και οι θάλασσες και τα τοπία και τα φαγητά αλλά εγώ φέτος έψαχνα για [α]γωνίες. Κοιτούσα τους ανθρώπους στα μάτια, λαχταρούσα να δω την αγωνία στο βλέμμα τους, γιατί από την αγωνία γεννιέται ο ελεύθερος, από τη γωνία ξεπηδά η ιδέα και η σκέψη, μην τα στρογγυλεύετε όλα ρε παιδιά, άμα έχεις γωνίες μαθαίνεις να είσαι ευλύγιστος, άμα είσαι στρογγυλός κουτρουβαλάς από τις κατηφοριές αδιάφορα και μόνο ο θάνατος σε σταματάει κι ούτε που νιώθεις πόνο ή χαρά, απλά κατρακυλάς. Στις εσοχές και τις εξοχές σου είναι που πληγώνεσαι, κι άμα πληγώνεσαι παλεύεις να επουλωθείς, κι άμα μαθαίνεις να παλεύεις μαθαίνεις να νικάς.

Είπαμε, θα σου πω αλήθειες. Με κυριεύει ο φόβος πολλές φορές, όχι τις νύχτες, οι νύχτες με αγαπάνε γιατί τους χαρίζομαι, αλλά είναι κάτι πρωινά που φοβάμαι, οδηγώ και σκέφτομαι γιατί να μην υπάρχει και έκτη και έβδομη ταχύτητα, ο συμπλέκτης σταματάει στην πέμπτη και μετά τι; Δεν υπάρχει τίποτα άλλο μετά, κι αυτό είναι που με κάνει να κλαίω, η ανυπαρξία του μετά.

Η πιο μισητή λέξη της δεκαετίας είναι η λέξη μέλλον. Τη φοβόμαστε γιατί την καταστρέψαμε. Κι αυτή μας εκδικείται γιατί της στερήσαμε το λόγο ύπαρξης.

Κι έτσι τι κάνουμε οι άνθρωποι; Ξαναγυρνάμε πίσω. Στον κουβά του παρελθόντος. Κι ούτε μαθαίνουμε απ’ αυτό, ούτε το αγαπάμε, ούτε συμφιλιωνόμαστε. Αναμασάμε τις ίδιες έχθρες ξανά και ξανά, ξανανάβουμε φωτιές από χρόνια σβησμένες μπας και νιώσουμε λίγη ασφάλεια, την οικειότητα του ξανά και ξανά καμένου δάσους. Δεν μας νοιάζει που είναι καμένα τα δέντρα, φτάνει που ξέρουμε πώς είναι, το έχουμε ξαναζήσει, παίζουμε στο γήπεδό μας. Μα για αναδάσωση ούτε λόγος.

Κοίτα δεν σου κρύβομαι. Φοβάμαι. Είναι που φέτος στο διάβα μου από Αιγαίο και Ιόνιο είδα πολλούς με κάτι σβάστικες στο μπράτσο και κάτι ελληνικές σημαίες- κουρελόπανα, πανάθεμά τα- και με έπιασε μια θλίψη. Συνομήλικοι. Θα μπορούσαμε να πίναμε χυμό μαζί και να γελάμε με τους μαλάκες τους παλιούς που κύλησαν αίμα την Ευρώπη και όχι μόνο γιατί δεν είδαν ποτέ στ’ αλήθεια τι είναι αυτό που τους φταίει στις ζωές τους. Μα τι χυμό να πιεις με βλέμμα κενό απέναντί σου; Κι εγώ πια, έλεος, το στόμα μου δεν ξέρω να το κλείνω, βγαίνω από τα ρούχα μου και παλεύω να εξηγήσω σε αυτιά που δεν ακούνε πια γιατί έχουν βουλώσει οι φλέβες και οι αρτηρίες και οι αδένες από κακία ότι η αγάπη και η ελευθερία θα με στείλουν στον αγύριστο πριν την ώρα μου, ναι το ξέρω ότι η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή ρε βλάκες ηδονιστές, αλλά δεν με νοιάζει αν είναι μικρή ή μεγάλη, με νοιάζει να είναι όμορφη.

Κι από ειρωνεία; Πού να στα λέω. Πόσες φορές άκουσα και φέτος από φίλους και γνωστούς και συγγενείς και αγνώστους και εχθρούς για τις βλακείες που κάθομαι και γράφω, για τις χαζές μου τις ιδέες, για τα όνειρά μου που είναι τόσο μα τόσο ηλίθια, μια χαρά κορίτσι είσαι, έχεις τη δουλίτσα σου, έχεις τις σπουδές σου, θα κάνεις κι έναν καλό γάμο κι όλα τα άλλα να πα’ να γαμηθούν, τι τα θες και τα σκαλίζεις μωρέ όλα αυτά, εμείς διαβάζουμε ό,τι λες και γελάμε πολλές φορές, μην ασχολείσαι και μην πωρώνεσαι, ούτε στη δουλειά σου κάνει καλό αυτό, και μέσα σε όλα αυτά ένας πατέρας που μου χαμογελάει συνωμοτικά, μην σταματήσεις να γράφεις μου λέει, κι εγώ σηκώνω και πάλι κεφάλι, εντάξει, ήσουν ποτέ με τις πλειοψηφίες για να είσαι και τώρα ή νοιάστηκες ποτέ αν σε λένε τρελή και αλλοπαρμένη; Άστους μωρέ. Ου γαρ οίδασιν.

Χαμόγελο.

Εντάξει τώρα που στα είπα πάνω κάτω νιώθω καλύτερα.

Εξάχνωση φόβου θα το ονομάσω το φαινόμενο.

Καλύτερα είμαι, αλήθεια σου λέω.

Ε γι’ αυτό μάλλον γράφω. Για να ξορκίσω το φόβο, που θα ‘λεγε και κάποιος χριστιανός.

Κερνάω όνειρα, ψήνεσαι;