sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: μαθητής

scribo ergo sum

γράφω. γράφω χωρίς να έχω υπόψιν μου κάποια τεχνική. οι γνώσεις μου περί της γραφής περιορίζονται σε ό,τι μου μάθανε οι δάσκαλοί μου στο σχολείο. τους άκουγα προσεχτικά. όλος μου ο κόσμος ήταν τα στόματα των δασκάλων μου. ήμουνα βέβαια κάπως δαχτυλοδειχτούμενη. οι ελεύθεροι της τάξης δεν πατάγανε στην αίθουσα. κάνανε ανταρσίες γιατί οι καθηγητές έρχονταν στο μάθημα. κατά τη γνώμη τους οι δάσκαλοι δεν έπρεπε να έρχονται στην τάξη. κατά τη γνώμη τους ήμουνα κι εγώ κομμάτι του συστήματος. μου άρεσε το διάβασμα και ήξερα πάντα όλες τις απαντήσεις στα διαγωνίσματα. φόραγα φόρμα κι από πάνω φούτερ κι από μέσα φανελάκι αθλητικό για να μην κρυώνω και τα φρύδια μου ήταν άβγαλτα την ώρα που άλλες συνομήλικες περνούσαν με μολύβι τη γραμμή των φρυδιών τους και φούσκωναν τα σουτιέν τους με βάτες. ήθελα να μάθω. ένα σφουγγάρι σε σχήμα παιδικού άγαρμπου κορμιού. μα τι σημασία είχε πότε έγινε η ναυμαχία της σαλαμίνας; σημασία είχε να κάνουμε φασαρία επαναστατώντας για το τίποτα. όλα τούτα ήτανε πολύ συστημικά για τους επαναστάτες συμμαθητές μου. σήμερα αναρωτιέμαι πού να ‘ναι και τι να κάνουνε οι ελεύθεροι συμμαθητές μου. τους συναντάω στα μέσα δικτύωσης. υπάλληλοι δημοσιοσχετίστες σε νυχτερινά μαγαζιά αναλαβόντες τη στημένη δουλειά του πατέρα τους ντυμένοι ακριβά ενασχολούμενοι με τη μπάλα. εγώ; εγώ συνεχίζω να ξέρω πότε έγινε η ναυμαχία της σαλαμίνας όμως δεν έχω πού την κεφαλήν κλίναι. συστημικοί και μη συστημικοί μπερδευτήκαμε. δεν ξέρω πια ποιος βολεύτηκε και ποιος κουνιέται από τη θέση του μην τυχόν και βολευτεί το κορμί του σε μία μόνο θέση και συνηθίσει. η ελευθερία ξεχείλωσε σαν τη γυμνασιακή μου φόρμα. το σύστημα μας χώρεσε όλους.

όλους; γράφω ποιήματα που δεν είναι ποιήματα. τα ποιήματά μου που δεν είναι ποιήματα απορρίπτονται πανταχόθεν. γράφω και δεν έχω ειρμό. επαναλαμβάνομαι τραγικά. οι ίδιες λέξεις ο ίδιος πόνος οι ίδιες ανάγκες. μπορώ να σας απαριθμήσω τις αρνητικές κριτικές που λέγονται χωρίς να τις ακούω. απουσία ρυθμού. έλλειψη θεματολογίας. παραφιλολογία. εντυπωσιασμός χωρίς περιεχόμενο. αντίδραση για την αντίδραση. άγνοια σύνταξης. γραμματικά λάθη. μα εγώ κατέκτησα κάποτε ολάκερη την ελληνική γραμματική και το συντακτικό για να μπορέσω σήμερα να τα αποδομήσω με την ησυχία μου. χωρίς τύψεις. δεν έχω απωθημένα. ένιωσα στο πετσί μου τι είναι οι εγκλίσεις. και τώρα ξέρω καλά πως οι εγκλίσεις είναι μια απάτη. αυτό που ζούμε δεν υπάρχει. δεν ορίζεται. δεν εκφράζεται με μια φτωχή οριστική έγκλιση. αυτό που εύχομαι δεν θα ‘ρθει ποτέ. τι να μου κάνει μια ευκτική; υποστηρίζω τάχα πως δεν υπακούω σε προσταγές. μα σκύβω το κεφάλι και κάνω ό,τι μου λένε. η προστακτική μπήκε στο γονίδιό μου πια. είναι αργά.

είναι αργά; γράφω χωρίς λόγο αν θέλετε να ξέρετε. γράφω γιατί αλλιώς η πίεση της καρδιάς θα φτάσει στο είκοσι πέντε και θα πάω να συναντήσω τους νεκρούς μου. το ξέρω δα πως οι νεκροί δεν είναι κανενός, μην σπεύδετε να με διορθώσετε. γνωρίζω. γνωρίζω μα δεν υποστηρίζω. δεν πιστεύω στις ορισμένες μορφές ποίησης και λογοτεχνίας και τέχνης και ζωής. σπούδασα μιαν επιστήμη που μάλλον δεν είναι επιστήμη μαθαίνοντας να αναλύω κανόνες. να τους ερμηνεύω φέρνοντάς τους στα μέτρα του απέναντί μου καθήμενου πελάτου. διάβασα χτες πως το να είναι κανείς ταυτόχρονα μαρξιστής και δικηγόρος τον καταδικάζει σε μια αντιφατική και σχιζοειδή ύπαρξη. θα το θυμάμαι. τούτη την εποχή είμαι απεργός. σε λίγο καιρό οι μικρομεσαίοι δικηγόροι θα εξαφανιστούν από το πρόσωπο του τόπου. ίσως και να ‘ναι καλύτερα. τίποτα δεν με πλήγωσε πιο πολύ στη ζωή μου από το γεγονός πως η αλήθεια δεν έχει μία όψη. η ζωή δεν είναι απλή. οι σχολικές γνώσεις δεν θα μπορούν να με στηρίζουν εσαεί. γι’ αυτό ψάχνω άλλα στηρίγματα. τίποτα το ορισμένο εκ των προτέρων. ανάποδα ποιήματα σφηνοειδή τραγούδια καρκινικοί πίνακες ζωγραφικής παράφωνες μουσικές. ο κόσμος δεν πήγε ποτέ παρακάτω αγκαλιά με το σύνηθες. αυτοί που τρώγαν τις κοινωνικές σφαλιάρες μπαίνανε πάντα στις παράλληλες διαστάσεις και μας προσκαλούσανε κι εμάς. οι δρόμοι ανοίγανε πάντα με μπουλντόζες με μπουνιές με νύχια με δόντια με βία. ακούω ξανά και ξανά το λόγο του άρη στη λαμία. αυτοί που τρώγανε σφαλιάρες μέσα στα αστυνομικά τμήματα λευτερώσανε τον τόπο. βία. η ιστορία είναι η μαμή της βίας. μου αρέσουν οι αντιστροφές. οι απότομες στροφές. όσο ευαίσθητο στομάχι έχω τόσο αντέχει το μυαλό μου στα ανεβοκατεβάσματα. ανδρώθηκα με τον εφιάλτη του στομαχικού ιλίγγου πάντα δίπλα μου. μα επιδιώκω τον εγκεφαλικό ίλιγγο σχεδόν κάθε στιγμή. ο κόσμος μας έχει ανάγκη από φαντασία. από έμπνευση. η ζωή μας έχει ανάγκη από ανατροπή. από πάθος.

πάθος. γράφω με πάθος. γράφω; δεν εκφράζω κανέναν παρά τον εαυτό μου. η εποχή μου επιτρέπει να βλέπετε κι εσείς αυτά που γράφω. ίσως και να το σταματήσω. μπορεί και όχι. ίσως και να επιστρέψω στη ρομαντική εποχή που δεν υπήρξε ποτέ αλλά υπάρχει μέσα μου. θα γράφω ποιήματα που δεν είναι ποιήματα γιατί δεν έχουν τεχνική και μέτρο και ισορροπία και θα τα κλείνω σε μπουκάλια. θα μολύνω τα νερά του ιονίου πετώντας μέσα τους μπουκάλια με άχρηστα ποιήματα που δεν είναι ποιήματα γιατί κάποτε ίσως να φτάσουν σε κείνο το νησί που μεταναστεύσανε οι νεκροί μου. και οι νεκροί σας.

γράφω. θα συνεχίσω να γράφω. έτσι ξεγελάω τη μαύρη θάλασσα που μαίνεται μέσα μου. να γράφετε. και να μιλάτε. και ποιος ξέρει. όλα είναι μια αλυσίδα. σαν την αλυσίδα της φύσης που μαθαίναμε στο σχολείο. η απογοήτευση φέρνει θλίψη η θλίψη οργή η οργή βία και η βία δένει την ιστορία στο άρμα της και προχωράει θέλουμε δεν θέλουμε. να μιλάτε. και να γράφετε. και ποιος ξέρει.

Advertisements

σελίδα δεκατρία, εικόνα τρίτη

283227_4285835779002_1939992038_n

από τα μεγάφωνα ακούγεται ένας βρυχηθμός

δεν με νοιάζει μη σε νοιάζει τι τους νοιάζει

απαγορεύεται να περπατήσεις μες στην πόλη

χωρίς να ακούς τους βρυχηθμούς του τέρατος

που πνίγεται από τα ίδια του τα υγρά

*

το καθεστώς

έτσι το λεν στις συνελεύσεις

-εγώ καλύτερα με τη λέξη τέρας αγκαλιάζομαι-

αντάλλαξε τις μουσικές με τις κραυγές

-καλπάζει η ανεργία στους μουσικούς-

 

ίσως στο τέλος τέλος

οι μαθητές του μέλλοντος πιο τυχεροί από μας να είναι

γιατί μπορεί στα σχολικά βιβλία της ιστορίας

μόνο εικόνες να περιέχονται

φωτογραφίες μωρών, ανέργων και νεκρών

 

και τότε όλοι εμείς θα στριμωχτούμε

ιστορική ανάγκη οι συνωστισμοί

σε μια λεζάντα μιας φωτογραφίας

ο πληθυσμός ανήμπορος τη μοίρα του εδέχθη

σελίδα δεκατρία εικόνα τρίτη· βλέπετε την ανημποριά;

 

και μόλις η κουβέντα στην τάξη θα φουντώνει

στην πρώτη ερώτηση γιατί από κάποιον μέτριο μαθητή

ο δάσκαλος θα ψάχνει δήθεν τα χαρτιά του

μήπως και την απαίσια απάντηση αναβάλει

αλλά το βλέμμα απορίας θα παραμένει

 

κι έτσι ακουσίως ο δάσκαλος

θα αναγκάζεται απόκριση να δώσει

γιατί δεν κάναν τίποτα;

γιατί παιδιά μου η αλήθεια είναι

πως φοβήθηκαν·

 

πιστεύω στα σχολεία του μέλλοντος

οι μαθητές το μάθημα πως θα ορίζουν

θα μπλέκονται η ιστορία με τη φιλοσοφία

και του πολίτη η αγωγή με νότες στο πεντάγραμμο θα γίνεται

κι οι μαθηματικοί θα ξέρουνε τη θάλασσα να ζωγραφίζουν

 

και μην ξεχάσω να σας πω

πως μέχρι τότε η γεωγραφία

ποτάμια, λίμνες και βουνά θα αναφέρει

και στων παιδιών τους νέους χάρτες που θα μοιράζονται

ως σύνορο μοναδικό ο ορίζοντας θα υπάρχει

*

άξαφνα μελωδία πλημμύρισε τους ματωμένους δρόμους

κάποιος ανέβηκε παράνομα στης πόλης μας τους στύλους

άλλαξε την κασέτα που από τα μεγάφωνα κραυγές ξερνούσε

και ακούστηκε ύστερα από μήνες

-μήνες πολλούς, βαριούς και άκαπνους-

 

τραγούδι αέναο από το μέλλον μας φερμένο

κάποιος τραγούδαγε

πως όπου να ‘ναι

τα σύνορα και οι μαχαιριές

ταυτόχρονα απ’ τους χάρτες θα σβηστούν

Ο δασκαλάκος ήταν λεβεντιά

– Μαμά, άκου να σου πω τι έγινε σήμερα στο σχολείο με τις φίλες μου!

– Δώσε μου λίγο χρόνο σε παρακαλώ, το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Θα τα πούμε αργότερα.

8aa5d86c6efa5c856b1990d375cdb2f6_XL

Ό,τι πω και ό,τι γράψω δεν θα είναι σίγουρα αντικειμενικό. Αλλά έτσι κι αλλιώς σε όλα τα ζητήματα πάντα παίρνουμε μια θέση όταν δημοσιοποιούμε την άποψή μας- χωρίς φόβο και πάντα με πάθος.

Είμαι δασκαλοπαίδι. Ένα περήφανο δασκαλοπαίδι. Κάποτε η μαμά ενός φίλου μου με χαρακτήρισε έτσι, και από τότε λάτρεψα αυτήν τη λέξη, αυτοσυστήνομαι με αυτήν, μου φαίνεται τόσο γλυκιά και ταυτόχρονα τόσο αληθινή. Παιδί δασκάλων λοιπόν, καθηγητών για την ακρίβεια, έχω ζήσει από κοντά τον κλάδο, τις ευκολίες του, τις δυσκολίες του, τις στιγμές ευτυχίας που μπορεί να σου χαρίσει, τις αμήχανες στιγμές, τη ζάλη, την ευθύνη, το θυμό, τον εκνευρισμό, τη χαρά της γνώσης, όλα αυτά που μάλλον σου ακούγονται σαν βγαλμένα από ελληνική ταινία, αγαπητέ αναγνώστη.

Τη δεκαετία του ’90 που λες, όταν το κύριο ζήτημα στην πλειοψηφία των ελληνικών νοικοκυριών ήταν το πώς θα βγάλουμε λεφτά, στο δικό μου το σπίτι καθόμασταν στο τραπέζι με τον αδερφό μου για να φάμε και ακούγαμε να μιλάνε για τις τάξεις τους, την πορεία της ύλης, για εκείνο το πολύ καλό παιδί που είναι ορφανό και μάζευαν κρυφά λεφτά για να μπορέσει να πάει εκδρομή μαζί με τα άλλα τα παιδιά, για το Σίμο, τον αδερφό της Σοφίας, που είναι ο πιο έξυπνος μαθητής που είχε ποτέ ο πατέρας μου- πήγαινα κι εγώ στο σπίτι της Σοφίας για να παίξουμε και κοιτούσα τον αδερφό της με θαυμασμό και δέος, πωπω ο Σίμος είναι πολύ έξυπνος, σκεφτόμουν- για εκείνη την άριστη μαθήτρια που έγραψε ολόκληρο διαγώνισμα αρχαίων χωρίς μισό λάθος, έλα Ελένη να σου δώσω να διαβάσεις μια έκθεσή της, το κορίτσι είναι διαμάντι, για τους βαθμούς που έπρεπε να παραδώσουν και η μαμά μου έχανε τον ύπνο της για ένα εικοσαήμερο- πώς θα γίνει να μην αδικήσω κανέναν, να επιβραβεύσω τους καλύτερους, να δώσω ώθηση στους μέτριους, να δημιουργήσω κίνητρο για τους αδύναμους, κανένας δεν πρέπει να αδικηθεί– για την κούραση του μυαλού τους κάθε μεσημέρι που γυρνούσαν σπίτι, χρειάζονταν οπωσδήποτε μία ώρα ξεκούρασης για να συνεχίσουν τη μέρα τους, καμιά φορά μου φαινόντουσαν σαν ζόμπι, λιγάκι χαζοί, σαν να μην είχαν και πολλά κουράγια- μα, γέροι είναι και πρέπει να ξαπλώσουν μεσημεριάτικα;

Καμιά φορά θύμωνα μαζί τους. Ασχολείστε με εκατό άγνωστα παιδιά και δεν ασχολείστε με τα δικά σας, τους φώναζα! Η πιο συχνή φράση που άκουγες μέσα στο σπίτι μου είναι «το κεφάλι μου βουίζει, κάντε λίγη ησυχία σας παρακαλώ». Αμάν ρε μαμά, τέσσερις ώρες τη μέρα δουλεύεις και κουράζεσαι, είσαι υπερβολική. Ο κοινωνικός αυτοματισμός από το ίδιο σου το σπλάχνο! Άσε που μου την έδινε άσχημα που όλοι ήξεραν τι άρωμα φοράει η μαμά μου, τι αυτοκίνητο οδηγάει ο μπαμπάς μου, αν πηγαίνει στη μαμά μου το κόκκινο κραγιόν, πώς είναι ο πατέρας μου όταν νευριάζει, ένιωθα ότι όλοι μπαίνουν μέσα στο σπίτι μου απρόσκλητοι, εγώ δεν ήξερα τίποτα για τις οικογένειες των άλλων, κι αυτοί ήξεραν τα πάντα για μας. Αλλά είχα δεν είχα, το κόλλησα το μικρόβιο. Για δέκα χρόνια το αγαπημένο μου παιχνίδι ήταν το σχολείο, οι φίλες μου με έλεγαν ξενέρωτη, κανένας δεν ήθελε ποτέ να παίξουμε σχολείο, αλλά δεν με ένοιαζε, γιατί εγώ όταν μεγάλωνα θα γινόμουν δασκάλα, ονειρευόμουν να μπω σε μια τάξη και να διδάξω αρχαία, μην κοιτάς που μετά ερωτεύτηκα τον Νίκο Κούρκουλο στις ταινίες που έπαιζε τον Εισαγγελέα, την ψώνισα για τα καλά και τράβηξα για αλλού, για μένα ακόμα και σήμερα η δουλειά του δασκάλου δεν είναι δουλειά, είναι λειτούργημα.

Να σε ξαναπάω πάλι στο παρελθόν, αγαπητέ αναγνώστη. Οι γονείς μου που λες, δεν είχαν ποτέ το νου τους στο να βγάλουν λεφτά. Γι’ αυτό και δεν έβγαλαν, άλλωστε. Ήταν πάντα κάπως εκτός εποχής. Αν ζητούσα λεφτά από τον πατέρα μου για να ψωνίσω ρούχα και παπούτσια, η κουβέντα ξεκινούσε από το γνωστό «δεν έχουμε λεφτά» για να καταλήξει σε μια μίνι ανάλυση του Κεφαλαίου του Μαρξ- ανάθεμα την ΚΝΕ- και στο ότι τα υλικά πράγματα δεν σε κάνουν ευτυχισμένο και δεν έχουν καμία αξία. Αηδίες. Πώς θα πάω εγώ διακοπές αν δεν έχω τουλάχιστον πέντε μαγιώ να αλλάζω; Μόλις τελείωσα το σχολείο έπιασα δουλειά και έβγαλα όλο μου το άχτι. Γέμισα τις ντουλάπες μου με ρούχα και παπούτσια, καλλυντικά και διακοσμητικά, έτσι που μου έρχεται τώρα να τους βάλω φωτιά και να τα κάψω. Οι «αηδίες» του πατέρα μου πήραν σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια μου. Αν πάλι ζητούσα λεφτά από τον πατέρα μου για να μάθω την πέμπτη ξένη γλώσσα που μου καρφώθηκε στο μυαλό, για να αγοράσω κάτι βιβλία που είχα δει στο βιβλιοπωλείο, για να πάω στο θέατρο, για να κάνω ένα μεταπτυχιακό, τα χρήματα βρίσκονταν την άλλη μέρα πάνω στο γραφείο μου. Έτσι ήξεραν, βλέπεις, φίλε αναγνώστη. Έτσι πίστευαν. Γι’ αυτό έγιναν δάσκαλοι. Γιατί γι’ αυτούς στόχος ζωής ήταν να μπορέσουν να περάσουν στους μαθητές τους και στα ίδια τους τα παιδιά την αξία της μόρφωσης, να μας δώσουν να καταλάβουμε ότι ένα μυαλό με παιδεία δύσκολα θα νιώσει δυστυχία- η μόρφωση είναι στολίδι στην ευτυχία και καταφύγιο στη δυστυχία έχει πει ο Αριστοτέλης- από τη μαμά μου έμαθα ότι με ένα βιβλίο δεν είσαι ποτέ μόνος, γίνομαι γραφική θα μου πεις, γραφική ήμουν πάντα κι εύχομαι να παραμείνω, φίλε αναγνώστη.

Καμιά φορά τους κάνω πλάκα που λες, όλοι τους λέω έχουν μια προίκα να δώσουν στα παιδιά τους, πώς θα παντρευτώ χωρίς τίποτα στην άκρη ρε άνθρωποι; Κι εκείνοι νομίζουν ότι το εννοώ, μου απαντούν με σοβαρότητα. Η προίκα σου είναι αυτά που έχεις στο κεφάλι σου, κι αυτά δεν αγοράζονται, δεν πουλιούνται, δεν μπορεί να στα κλέψει κανείς, δεν αποτιμώνται σε νόμισμα, και όποιος σε αγαπήσει θα σε αγαπήσει γι’ αυτά και όχι επειδή έχεις ή δεν έχεις σπίτι στο όνομά σου. Αυτά μου λένε και τους θαυμάζω ακόμα πιο πολύ. Και περιέργως τα ίδια έλεγε και ο παππούς μου στη μαμά μου όταν ήταν φοιτήτρια, μη νομίζεις, ο παππούς μου, ο Χρηστάκης με το όνομα, ούτε το δημοτικό δεν είχε βγάλει, αλλά κάθε φορά που γύριζε από το σχολείο με τους βαθμούς της μαμάς μου φούσκωνε σαν παγώνι από περηφάνια για την κόρη του!

Ε, μ’ αυτά τα μυαλά τι περίμενες; Γνώρισε η μαμά μου τον μπαμπά μου, ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν, το ένα μηδέν εις το πηλίκον γνώρισε το άλλο μηδέν εις το πηλίκον, τον πρώτο καιρό έμεναν σε μια γκαρσονιέρα γεμάτη κατσαρίδες, είχε κι ένα παπάκι ο πατέρας μου, πήγαιναν διακοπές το καλοκαίρι και μοιράζονταν μια μακαρονάδα στα δύο, φορούσε η μαμά μου το παλτό της αδερφής της γιατί δεν είχε δικό της, μετά νοίκιασαν διαμέρισμα, δεκαπέντε χρόνια ήμασταν στο νοίκι, και κάποτε αγόρασαν διαμέρισμα, με ένα τεράστιο στεγαστικό δάνειο και δανεικά από παντού. Είχαμε και τη λάντιλακ- Γκόρμπι το έλεγε το αυτοκίνητο ο μπαμπάς μου, ένεκα της προέλευσής του και της Περεστρόικα, δεν τους πήγαινε τους σταλινικούς, του την έσπασε το ΚΚΕ. Εκεί έμαθα να οδηγάω κι εγώ. Lada στον Περισσό οδηγούσε η μαμά μου, εγώ και οι παππούδες! Τα κατάφεραν οι δικοί μου όμως. Και δεν μας δεν έλειψε τίποτα. Δηλαδή είχαμε πολλά παραπάνω από όσα χρειαζόμασταν, για να λέμε και του στραβού το δίκιο. Μόλις ξεχρέωσαν το στεγαστικό δάνειο, μας έβαλε ο Γιωργάκης στο μνημόνιο και άρχισε η κατρακύλα. Στάθηκαν τυχεροί. Είχαν τελειώσει τα δούναι και λαβείν με την τράπεζα εγκαίρως.

Ναι, έχω κόλλημα με τους γονείς μου. Γιατί τους είδα όλα αυτά τα χρόνια να δίνουν τα πάντα για τα δικά τους και για τα ξένα παιδιά, να αγαπάνε αυτό που κάνουν. Και δεν αντέχω ν’ ακούω ότι οι καθηγητές κάθονται, ότι δεν δουλεύουν, ότι είναι η πληγή του δημοσίου τομέα και λοιπές μπούρδες. Κάποτε μάλιστα σε μια συζήτηση άκουσα και το εξής κουλό: ε σιγά μωρέ, και που απεργούν οι καθηγητές τι έγινε; Το μισθό τους δεν τον χάνουν! Μου πήρε μία ώρα για να εξηγήσω στον αδαή συνομιλητή μου ότι αυτό που λέει δεν στέκει, ότι σαφώς και χάνουν το μεροκάματο, αλλιώς ρε εξυπνάκια τι νόημα έχει η απεργία;

Οι μεγαλύτεροι μαθητές της μαμάς μου είναι τώρα περίπου σαράντα πέντε χρόνων. Πόση εντύπωση μου κάνει πάντα, όταν περπατάμε στο δρόμο και την πλησιάζουν άνθρωποι με δικές τους πια οικογένειες, κυρία Φανού τι κάνετε, σας θυμάμαι πάντα με συγκίνηση, και η μαμά μου συγκινείται πολύ, μην κοιτάς που δεν το δείχνει, αλλά αυτή είναι ίσως η πρώτη και η τελευταία αναγνώριση που θα πάρει ποτέ, έχοντας περάσει όλη της τη ζωή μέσα σε σχολικές αίθουσες, και πάμε πάλι παιδιά το ειμί, ποιος θα το κλίνει; Άσε που τον πατέρα μου στο δρόμο τον αποκαλούν δάσκαλο. Δάσκαλε, τι κάνεις; Ανατριχιαστικό δεν είναι;

Δάσκαλος.

Τα τελευταία χρόνια βέβαια η κατάσταση στα σχολεία είναι δραματική. Η παιδεία αλώθηκε, με όλη τη σημασία της λέξης. Ο καθηγητής μπαίνει στην τάξη να διδάξει και οι μαθητές ούτε που τον κοιτάνε. «Ρε παιδιά, να κάνουμε το μάθημά μας;» «Στο φροντιστήριο είμαστε πολύ παρακάτω κύριε, δεν μας απασχολεί το σχολείο σας, ερχόμαστε μόνο για τις απουσίες», απαντούν με στόμφο και ξαναγυρνούν την πλάτη. Και πάλι, απέναντι σε αυτά τα παιδιά, οι καθηγητές βάζουν πλάτη. «Δεν ξέρω τι θα ψηφίσω από βδομάδα στην ΕΛΜΕ, δεν είμαι υπέρ του να χάσουν τα παιδιά τις Πανελλαδικές, όλη η κοινωνία θα στραφεί εναντίον μας, σκέψου να μας επιστρατεύσουν για να διορθώσουμε τα γραπτά των Πανελληνίων τι έχει να γίνει. Κανένας δεν θα πιστεύει ότι τα διορθώσαμε αντικειμενικά και ότι δεν καταβαραθρώσαμε τα παιδιά επίτηδες, λες και το έχουμε κάνει ποτέ», ο πατέρας μου. «Αν απεργήσω δεν θα το κάνω για μένα, αλλά για τους νέους συναδέλφους, που μπήκαν με όρεξη στην εκπαίδευση και δεν τους επιτρέπουν να δώσουν στα παιδιά την αγάπη τους και να διδάξουν», η μητέρα μου.

Χμ. Θα τους ήθελα πιο μαχητικούς. Αλλά πάνω από όλα τα παιδιά.

Αυτοί είναι οι δάσκαλοι των παιδιών σου, φίλε αναγνώστη. Αυτοί είναι που αποφάσισαν να κάνουν απεργία εν μέσω Πανελλαδικών, αυτοί είναι που «κρατάνε όμηρους τους μαθητές», που δεν υπολογίζουν το μέλλον των παιδιών σου, οι ίδιοι που πέρασαν όλη τους τη ζωή για να τα μάθουν γράμματα, που τα αγάπησαν σαν δικά τους, που τα προστάτεψαν από το κράτος και καμιά φορά και από σένα τον ίδιο, που δουλεύουν χωρίς θέρμανση το χειμώνα και χωρίς κλιματισμό το καλοκαίρι, που πληρώνονται σχεδόν τα μισά από ό,τι στο παρελθόν αλλά δεν τους νοιάζει, γιατί έχουν το μικρόβιο του μάθε παιδί μου γράμματα με όποιο κόστος, αυτοί είναι που αν αποφασίσουν να κάνουν απεργία πρέπει να κατέβεις μαζί τους στο δρόμο.

Αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα.

Οι πρώτοι που το υπερασπίζονται χρόνια τώρα, είναι οι ίδιοι του οι δάσκαλοι.