sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: μαλλιά

ρεβεγιόν, ο/η

%cf%81%ce%b5%ce%b2%ce%b5%ce%b3%ce%b9%cf%8c%ce%bd-%ce%bf%ce%b7

χαλάνδρι, 31.12.2016

να οργανωθούμε πρέπει κάπως

ώρα συνάντησης σημείο εκκίνησης είδος ποτού

σ’ ένα κατάστημα εστίασης θα αποφασίσουμε

πώς οι επόμενοι δώδεκα μήνες της ζωής μας θα κυλήσουν

συντονιστείτε με χαμόγελο και διάθεση ελάτου γιορτινή

τι ώρα θα βαφτούνε νύχια θα χτενιστούν μαλλιά

πώς θα τσακίσει του πουκάμισου ο γιακάς

κόκκινα τα χείλη να μου βάψεις και μαύρα γυαλιστερά τα βλέφαρα

καλησπέρα σας, πόσο κοστίζει το στριφογύρισμα λαιμών;

κι αν των ετών το μέτρημα επίπλαστα δημιουργήθηκε

εγώ με τον ανθρώπινο πολιτισμό μέρες αγάπης δεν θα συγκρουστώ

μόνο την ώρα που στριμώχνετε φιλανθρωπίες έρωτες

μέθη χορό και αποφάσεις για μια νέα αρχή

μια πράξη μαθηματική θα σας εκλιπαρήσω απόψε μαζί να κάνουμε

από τη νέα όμορφη χρονιά έξω ας τραβήξουμε

μια μόνο εκατονταετία

και τώρα

πριν κατσαρώσουν τα μαλλιά μας

προτού το ουίσκι ξέφρενα αρχίσουμε

ελάτε ομού να θυμηθούμε πριν από εκατό ακριβώς πρωτοχρονιές

έναν οχτώβρη κόκκινο που άλλαξε τον κόσμο

σε σπίτι μπολσεβίκου ελάτε να κάνουμε το ρεβεγιόν

πρωτοχρονιά λευκή φτωχή και παγωμένη τιμή και δόξα εις τον τσάρον

 

****

 

κουρσκ, 31.12.1916

βάστα φαμίλια γιατί έρχεται του άλικου η χρονιά

θα πολεμήσουμε με θάρρος και θα φτάσουμε ως έξω απ’ το παλάτι

θα μοιραστούμε αίμα, χρυσό, βασιλικούς περίβολους και αχρηστοσύνης τιάρες

και το κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας απ’ την αρχή θα ξαναγράψουμε

κι όταν η απληστία μας σε αποτυχία πλήρη μας οδηγήσει

ίσως ακόμα κι έναν ολόκληρο αιώνα ύστερα από μας

μας θυμηθούν οι νέες των επαναστατών γενιές

που θα ‘χουνε για χρόνια από τους εξουσιαστές τους υποφέρει

και θα ‘χουνε το δίχως άλλο για τα λάθη μας βαθιά μετανοήσει

κι ίσως ποιος ξέρει τότε ξανά του κεφαλαίου η σελίδα να γυρίσει

 

****

 

χαλάνδρι, 31.12.2016

γι’ αυτό σας λέω

προτού απόψε οι δήμαρχοι με τεχνητά αστέρια τους ουρανίσκους μας γεμίσουν

πριν οι από πόλεμο κάθε είδους κυνηγημένοι

με χνώτο γράψουν τις ευχές τους στον αέρα

προτού χορέψουμε για να ξεχάσουμε χρέη απλήρωτα και όνειρα ανεδαφικά

ας ανακηρυχθούμε επιτέλους ως οι νέοι της ιστορίας κολασμένοι

κι ελάτε ανεπίσημα ντυμένοι και δικαίως με τον κόσμο εξοργισμένοι

να διεκδικήσουμε μιαν εκατονταετία μετά

όλα εκείνα που γεννηθήκαμε για να μας ανήκουν

και εντίμως ύστερα να τα μοιράσουμε στ’ αδέρφια μας απανταχού στη γη

τούτη τη νέα, όμορφη, άλικη, της δικαίωσης χρονιά

 

revolution re koufales

revolution re koufales

κοιτάξτε τον
ιδού ο επαναστάτης
μα κοιτάξτε τον σας παρακαλώ
τσιτάρει ερνέστο τσε
πατάει με τις μύτες πάνω σε ευρωπαϊκό χαλί τεχεράνης
δαχτυλοδείχνει με οργή προς ανατολάς
ανήκει εις την δύσιν
κρύβει προσεκτικά τις φαλακρές του ιδεολογίες
κάτω από επιμελείς βόστρυχας
χορεύει πίνοντας τσίπουρο
παραχθέν εις την ελληνική επαρχία
την επαρχία εκείνη που την καθορά μόνον σε γιορτές και απεργίες
κοιτάξτε τον επαναστάτη σας θερμοπαρακαλώ
μούσια αρωματισμένα
δάχτυλα ακούραστα
διαβάζει ανελλιπώς χωρίς να σαλιώνει τις σελίδες
φιλοσοφία παρτιτούρες βλέμματα
ξέρει να διαβάζει τα πάντα ο επαναστάτης
μαθητής την κοπάναγε μόνο την ώρα της γυμναστικής
κάπνιζε ιδέες στο αποχωρητήριο των κοριτσιών
κάποτε ξεχάστηκε
και αποκάλεσε έναν πακιστανό αράπη
κάποτε ξεμπροστιάστηκε
και σκέφτηκε πως ο τόπος δεν χωρά άλλους
ύστερα αγόρασε με έξοδα κρατικά
θέση δημοσίου υπαλλήλου ξύνοντος όνυχες
και ξανάβαλε μπρος την επανάσταση
άλλη μια φορά θα σας παρακαλέσω
να τον κοιτάξετε προσεκτικά
έχει ταξιδέψει δύο φορές εξόδοις πατρικοίς στην κούβα
μία φορά στου λένιν το μαυσωλείο
και τις προάλλες βρέθηκε ομιλητής
σε συνέδριο κόμματος κεντρώου απολίτικου
σαφή κλίση προς τις τέχνες διαθέτει
αδιάθετο ταλέντο παρακμάζον δίπλα σε τσιγάρα στριφτά και κορίτσια στριμμένα
έφηβος τρύπησε τα αυτιά του
ρούφηξε τέσσερις τζούρες χασίσι
άφησε τα μαλλιά του δέκα μέρες να στάξουν λάδι
κι ύστερα μπανιαρίστηκε με βύνη και λυκίσκο
αγόρασε γυαλιά πρεσβυωπίας για να βλέπει το μέλλον
και ξεκίνησε την επανάσταση
σκίζοντας τις αφίσες του δωματίου του
η μάνα του σκούπισε τα σκισμένα χαρτιά από το πάτωμα
κι ύστερα σκούπισε τα μάτια της
ξέροντας πως ο γιος της μεγάλος και τρανός μια μέρα θα γίνει
για ύστατη φορά θα σας καλέσω
να τον κοιτάξετε προσεκτικά
ιδού ο επαναστάτης του καιρού μας
θλιμμένος
αέναος
επισκέπτης ψυχολόγου
τηλεθεατής του διαδικτύου
ωσεί παρών στην κοινωνία
καλλιτέχνης κατά πλάσμα δικαίου
ριζοσπάστης κατά φαντασίαν
άτυχος μέσα στην τύχη του
αντιδραστικός σαν λάδι μέσα στο νερό
διευθύνων σύμβουλος μη κυβερνητικής οργάνωσης
με σπουδές εντός εκτός κι επί τα αυτά της επικράτειας

ταπεινά σας προσκαλώ μετά μεγίστης προσοχής να τον κοιτάξουμε
κι ύστερα άνευ ενδοιασμού ουδενός
με μια πετριά τον καθρέφτη μας να σπάσουμε

εάλω οι άνθρωποι

image

βρέχει
η πόλη κοιμάται λήθαργο αϋπνίας
τα κορίτσια χαμογελάνε πληθωρικά
φοράνε τα τζιν ζωσμένα ψηλά στη μέση
λούζουν τα μαλλιά με αλάτι και νερό
τα αγόρια πίνουν μπύρα από το σωλήνα
πρέπει να φανούν άντρες σε τούτη τη σκληρή εποχή

η βροχή έγινε ψιχάλα
τα κορίτσια γίνανε γυναίκες κακοποιημένες
τα αγόρια γίνανε λαός φτωχός
μια επανάσταση κοιμάται πάνω στη μπλούζα σου
ο ερνέστο τσε δολοφονήθηκε χτες
το κουφάρι του ξαγρυπνάει πάνω σε στάμπες

ξαναβγήκε ήλιος
οι νέοι δεν ανησυχούν
πλένονται με λήθη
σπουδάζουν την επιστήμη της ανημποριάς
η πόλη σκοτώνει τους αστέγους της
τα μοναδικά γνήσια παιδιά της

τα μαγαζιά εκκωφαντικά γεμάτα
χτες τη νύχτα σκοτώσανε τον τσε
μα η νύχτα δεν ανησυχεί
πουλάει έρωτα νοθεία στη φοιτητιώσα φτωχολογιά
ανήλικες πουτάνες από τη μέση ανατολή
διαρρηγνύουν τα ιμάτια της πληρωμένης αγάπης
ενήλικοι σωτήρες ντυθήκαν τη στολή της δημοκρατίας εν παραλλαγή

βγάλε αυτήν την μπλούζα πια
τον σκοτώσανε σου λέω χτες αργά
και πες μου ποιοι τελικά
είναι οι παράταιροι αυτής της γης
πες μου ακόμα σε παρακαλώ
γιατί ο κόσμος ράφτηκε για διαστάσεις δήθεν αθώων με φενάκη

ο ήλιος φεύγει για την αρτζεντίνα
τελευταία έξοδος και επικήδειο φως
η πόλη έμεινε με τις λεπτές ψιχάλες
πέφτουν στις πλάτες των ενόχων
γεμίσαμε πληγές και μελανιές
γιατί φορέσαμε κοστούμια άνυδρα και ανήλιαγα
σκύψαμε τον αυχένα μπροστά στο ενδεχόμενο της επί γης κολάσεως
βρέχει κανονικά πάνω στη ράχη μας
κορμιά πνιγμένα στις παραλίες με σημαία γαλάζια

ψάχνω
ψάχνω έναν άνεμο
να μου φράξει το στόμα
ψάχνω μια φωτιά
να μου οπλίσει το χέρι
ψάχνω μια θάλασσα που δεν θα πνίγει αδέρφια και μανάδες

ψάχνω
ψάχνω έναν πόλεμο για τα παιδιά μου
που εκδίκηση θα πάρει
για όλες τις εξεγέρσεις
που δεν τολμήσαμε ποτέ

νοτισμένος αύγουστος

IMG_1153

τα μαλλιά. πού να βολευτούνε τόσα μαλλιά. σ’ αυτόν εδώ τον τόπο δεν στεγνώνει τίποτα ποτέ. η υγρασία νοτίζει τους τοίχους, τα ρούχα, τα σκεπάσματα, το ψωμί, τη σκέψη. ένας κότσος όλη μέρα κι όλη νύχτα πάνω στο κεφάλι. βροχή σκέψεων που φωλιάζουν εκεί μέσα και δε βγαίνουν παρά μόνο τη νύχτα. όταν όλοι επιτέλους κοιμούνται. ησυχάζουν οι κήποι. τεντώνουν τους μίσχους τους τα λουλούδια. σταματούν τη δουλειά αμφότερα τα τζιτζίκια και τα μυρμήγκια. τελειώνουν οι κουβέντες· τα ‘μαθες για την κόρη του τάδε, ο άλλος έμπλεξε με ναρκωτικά λένε, πτυχίο η άλλη δεν θα πάρει ποτέ, αυτός έχει γκόμενα τ’ άκουσα στο καφενείο το πρωί. νοτισμένο νησί. τα μαύρα σύννεφα δε λένε να ξεκουνήσουν τούτο το καλοκαίρι. περίεργο καλοκαίρι. αλλιώτικο. διακοπές από τις διακοπές. ανήσυχος αύγουστος. ελλιπής σελήνη. ολόγιομη αρχή. αλλά αυτά τα μαλλιά πού να βολευτούνε. δεν θα ξαναστεγνώσουνε ποτέ. θα τα κάνει φωλιά πουλιών. να μπαίνουνε μέσα οι πεταλούδες να γεννάνε τα μωρά τους. να βγαίνουνε οι κάμπιες στον έξω κόσμο βαμμένες με ανταύγειες. μήπως και μάθουμε να αγαπάμε τις κάμπιες. μήπως και καταλάβουμε ότι η ομορφιά δεν γεννιέται από τις βαφές στα μαλλιά και τα χρώματα στα χείλια. νοτίσανε και τα μυαλά μας. ο θεός εγκέλαδος τα κούνησε για τα καλά κι ύστερα τίποτα. γράψαμε δυο καντάδες περιπαιχτικές κι ύστερα το κενό. ερήμωσε η μικρή επαρχία. μόνο ένα καινούριο περίπτερο άνοιξε. εκεί που πιάνει το φέρι. για τα αναγκαία. τσιγάρα, γαριδάκια, προφυλακτικά. ανοίγεις το πακέτο με τα τσιγάρα και καπνίζεις νοτισμένα τσιγάρα. τα κόκκαλα πονάνε. οι κλειδώσεις σε απραξία. η υγρασία και η απραξία σε φέρνουνε δέκα βήματα πιο κοντά στο θάνατο. και τα μαλλιά ακόμα βρεγμένα. δεν θα τα ξαναπιάσει στεγνά ποτέ πια. δεν θα ξανακοιμηθεί ήσυχα ποτέ πια. πού να βολευτούνε τόσα μαλλιά. πού να χωρέσουνε τόσες σκέψεις. κάψαμε τα προσωπικά ημερολόγια. ό,τι είναι να πούμε το λέμε δημοσίως. κρυβόμαστε πίσω από την παντοδυναμία του διαδικτύου. μα στην πραγματικότητα δεν έχουμε τίποτα να πούμε. το αυγουστιάτικο κενό ό,τι μισούσε πάντα. η νωχέλεια της παραλίας. το χαμόγελο του καλοκαιρινού μπαρ. η γυαλάδα του βραδινού κοκτέιλ. όλα θαμπά. η υγρασία γέμισε βρύα και λειχήνες τις καρδιές μας.

πάλι περισσεύει ανάμεσα σε τούτο τον κόσμο. τα βράδια στις αυλές του χωριού οι άνθρωποι θέλουνε να πούνε τον πόνο τους. για το μηνιάτικο που δεν φτουράει. για κείνο το συμμαθητή που έγινε αστυνομικός και μια χαρά μισθό παίρνει. βρωμιά και κει αλλά τι τα θες. τώρα πήρε μετάθεση στην αμυγδαλέζα. δεν είναι καλά εκεί. μια φορά έδειρε έναν και το ‘χει τύψη. από τότε άρχισε να τσακώνεται με τους συναδέλφους. μπάτσος λέγεται, πετάγεται. δε λέγεται αστυνομικός. λέγεται μπάτσος που δέρνει και γουστάρει φασισμό. την κοιτάζουνε περίεργα. άλλο θέμα συζητάμε. συζητάμε για τη ζωή που δυσκόλεψε. οι αυλές του χωριού δεν χωράνε το θάνατο του ανθρώπου που πέθανε μέσα στην αμυγδαλέζα. στις αυλές του χωριού χωράει ο θάνατος από μηχανάκι, ο καρκίνος στα κόκαλα, το έμφραγμα από στενοχώρια. αλλά όχι η αυτοκτονία από την ταράτσα λόγω χρεών. όχι ο πνιγμός στα φαρμακονήσια. όχι αυτά. οι αυλές του χωριού είναι το μέγκα τσάνελ της επαρχίας. άλλο θέμα συζητάμε, δεν μιλάμε για τα πολιτικά. μιλάμε για τα λεφτά.

δεν χωράει στις αυλές του χωριού. πιστεύει ότι το θέμα είναι ένα. αδιαίρετο και ομοούσιο.

– ηρέμησε. μη φωνάζεις.

– γεννήθηκα με πίεση είκοσι, το καταλαβαίνετε; παρατήστε με ήσυχη λοιπόν. καθίστε να μιλήσετε για το φόρο που σας φορέσανε στο κεφάλι και αν θα σας τον μειώσουνε για να χαρείτε και παρατήστε με ήσυχη. έχω τοποθετήσει δίχτυ προστασίας πάνω μου. τα μαλλιά μου. τα αφήνω να τραβάνε πάνω τους όλη την υγρασία του νησιού. κι έτσι κρατάω το μυαλό μου στεγνό. καθαρό.

πού να βολευτούνε τόσα μαλλιά. και πού να χωρέσουνε τόσα όνειρα.

και πώς να ‘ναι άραγε το νησί στεγνό;

γιατί τραγουδάμε, σύντροφε;

935117_10200211817673023_813381845_n

να καθίσουμε, σύντροφε. να σου πω δυο λόγια. να καθίσουμε ήρεμοι. με τη γαλήνη του αλκοόλ. η αιθυλική αλκοόλη χαρίζει ελευθεριότητα. άκου με που σου λέω. να καθίσουμε σύντροφε και στ’ αυτιά μας να ακούγεται πως όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία. κι εγώ επιτέλους να σου μιλήσω. για ό,τι κάθισε μέσα μου σαν καρκίνος μεταστατικός, άσχημος, από κείνες τις μορφές του που ο γιατρός δεν σε κοιτάζει στα μάτια. κοιτάζει έξω ένα σπουργίτι που τσιμπάει το νοσοκομειακό φαγητό που του δίνει στο στόμα ο παππούς με τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και σου λέει λυπάμαι, μα δεν σώζεται. ξέρεις τι κάθισε μέσα μου τόσα χρόνια; τα χρόνια δεν μετριούνται με βάση την αριθμητική που μας μάθανε παλιά αλλά με βάση το απόβαρό τους. κάθε χρόνος που φεύγει σου αφήνει βάρη που ζυγίζονται μόνο με τις αναπνοές σου. οι νοικοκυραίοι σβήνουν τα βάρη των ακινήτων τους με δόσεις στις τράπεζες. οι άνθρωποι προσπαθούν να σβήσουν τα βάρη τους ανασαίνοντας.

κάθισε κοντά μου σύντροφε γιατί αν δεν μιλήσω επιτέλους θα αποτρελαθώ. δείξε κατανόηση και υπομονή γιατί είναι πολλά που κανείς ποτέ δεν με άκουσε να λέω γιατί ποτέ κανείς δεν ήθελε να ακούσει τις κραυγές μου. κι έτσι πορεύτηκα με τη σιωπή για χρόνια. δώδεκα χρόνων παιδάκι και έκλαιγα. μα τόσο μικρή και τόσο απεγνωσμένη, μου λέγανε όλοι. ξέχνα τα αυτά και πήγαινε έξω να ζήσεις. και το δοκίμαζα, σύντροφε. πολλές φορές είπα δίκιο έχουνε, να βγω έξω, να ανασάνω. αλλά με πνίξανε. οι άνθρωποι μου βάλανε δερμάτινη ζώνη στο λαιμό και με πνίξανε. έτσι θα ζεις. αυτά θα φοράς. βάζε κραγιόν. μη μιλάς. μη φωνάζεις όταν κάνεις έρωτα. όταν θα βγαίνεις από τη σχολή θα ανεβαίνεις στο κολωνάκι και δεν θα κατεβαίνεις στα εξάρχεια. τι πας και κάνεις μόνη σου εκεί; μα διαβάζω. θα διαβάζεις στη βιβλιοθήκη. όχι στην ίντριγκα. κι ύστερα θα κάνεις δεσμό. να τηρεί τις προϋποθέσεις. όχι τον πρώτο τυχόντα. μα όλοι τυχόντες και τυχούσες δεν είμαστε;

είναι κι άλλα σύντροφε, πολλά. κοροϊδία. ξέρεις, εγώ περπατάω πάντα με μουσική στ’ αυτιά. μέσα μου καταιγίδες φουρτούνες και κλιματικές αλλαγές και έξω μου κορίτσια ανέμελα και αγέλαστα, αγόρια με τζελ στα μαλλιά και αμάξι που το χρωστάνε στην τράπεζα, άνεργοι που φοβούνται μην κυβερνήσουν οι αριστεροί, να πετάξω από μια θεατρική τριλογία του ίψεν στο κεφάλι του καθενός μου ‘ρχεται, κόσμος που περπατάει με θόρυβο σέρνοντας αλυσίδες, τα βάρη που σου ‘λεγα πριν, κι όλοι να περιμένουν το καλοκαίρι για να πληρώνουν είκοσι ευρώ για να πάνε στην παραλία, να βγάλουνε φωτογραφίες δυστυχίας με τεράστια γυαλιά ηλίου και άδειες ψυχές, λες και η ασχήμια καλύπτεται από διόπτρες, κι εγώ το μόνο που θέλω να είμαι στους πετανούς και να με βγάζουν τα λεφτά μου για πέντε μπύρες τη μέρα, να κοιτάζω τον ήλιο που δε βαριέται να πέφτει και να ξανασηκώνεται και να σου λέω για την επανάσταση. την επανάσταση της καρδιάς. την ελευθερία του νερού. την αλμύρα των δακρύων μου. το χαμόγελο που δεν θα αποτυπωθεί ποτέ σε κάμερα. αλλά κοροϊδία ρε σύντροφε. η τρελή άρχισε πάλι τις βλακείες. κι εγώ να μην αντιμιλάω. να χαμογελάω πικρά. να λέω δεν πειράζει. θα καταλάβουνε. κάποτε θα καταλάβουνε. κι αν δεν καταλάβουνε όλοι, τουλάχιστον να ζήσω με αυτούς που νιώθουνε.

μα τι τα θες. να βρεις μια δουλίτσα. ένα καλό παιδί. ένα γραφειάκι. κι ύστερα ένα διαμερισματάκι. και να κάνεις ένα παιδάκι. καλά τα όνειρα αλλά προσγειώσου. όλα υποκοριστικά. όλα πνιγηρά. τι είναι η ζωή για να την κλείσω μέσα σε μια κατάληξη υποκοριστικού; θαρρείτε πως θα ξανάρθει; θάνατος στα υποκοριστικά. εγώ διάβασα για το ωραίο το μεγάλο και το αληθινό κι από τότε ίδια δεν θα ξαναείμαι. μα το ωραίο και το μεγάλο και το αληθινό σπέρνει πόνο. καλοδεχούμενος και ο πόνος. δικός μου κι ο πόνος. κομμάτι μου. παιδί μου κι ο πόνος μου. παιδί μου και ο αγώνας για ελευθερία. εξώγαμα που δεν θέλουν αναγνώριση από κανένα δικαστήριο και υπογραφή από κανέναν συμβολαιογράφο. παιδιά που ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα. παιδιά που δεν ανήκουν πουθενά. κοινοκτημοσύνη και ακτημοσύνη. και αγνωμοσύνη από όλους. ωχ η τρελή. άρχισε πάλι τα χαζά.

τριάντα χρονών και έπαθα καρκίνο στο βλέμμα ρε σύντροφε. γέμισαν τα δόντια μου φτηνό κραγιόν και οι γάμπες μου μικρές ύπουλες μπλε φλέβες. κούραση και αϋπνία. σερβιτόρα, πωλήτρια, δασκάλα. καλό παιδί αλλά δεν κάνει για δικηγόρος. ονειροπόλα. με κοιτάζουν και γελάνε. φανερά. βλέπω το μειδίαμα. βλέπω την ειρωνεία. όλα τα βλέπω. γι’ αυτό και εγώ σταμάτησα να μιλάω. κλείστηκα στο εφηβικό μου δωμάτιο και κανέναν δεν θέλω να βλέπω. τις νύχτες πηγαίνω στη θάλασσα και σπαταλάω δεκαπέντε ευρώ βενζίνη μόνο και μόνο για να ουρλιάξω ελεύθερη. γράφω χαρτιά και τα πετάω στο κύμα. κάποιος. κάπου. να τα βρει. να ζωντανέψει το υγρό μελάνι και να τους ξαναδώσει πνοή. φτιάχνω καραβάκια και τα σκορπάω παντού. το σινιάλο μου για όταν έρθει η ώρα. να είσαστε έτοιμοι. θα σαλπάρουμε κάποια στιγμή. λες αλήθεια; λέω αλήθεια. στο ‘χω ξαναπεί, σύντροφε. το arbeit macht frei να τους το τρίψουμε στη μούρη.

θυμάσαι; κάναμε όνειρα. ακόμα κάνουμε. δεν είμαστε λίγοι. μην τους ακούς τι λένε οι ανθρωποφύλακες με και χωρίς στολή. σύντροφε. εδώ είμαστε. κι εδώ θα ‘μαστε. ανάχωμα και εμπόδιο στο σκοτάδι. να μοιράζουμε χαμόγελα κι ας μας λένε τρελούς. σχεδόν χριστιανοί. σχεδόν παιδιά του χριστού και της μαγδαληνής. σχεδόν απέθαντοι. σχεδόν όμορφοι. σχεδόν σχεδίες. ποτέ με σχέδιο. σχεδόν ανασαίνοντας. ελάχιστοι ανυπέρβλητοι και επουσιώδεις.

για να ενώσουμε τον κόσμο.

γι’ αυτό τραγουδάμε, σύντροφε.

στο γκισέ

index

 

να μάθεις να πλέκεις, μου είπε

να σκαρφαλώνεις με λίγη προσοχή πάνω στα πεύκα

πρόσεχε λίγο μόνο τα υγρά τους

-βλέπεις το πεύκο δεν είναι από κείνους που ‘χουν συνήθεια να κρύβονται-

να κόβεις ύστερα απαλά μια δυο βελόνες

το πεύκο δεν πονάει, μην σε ανησυχεί

για μοίρασμα τα έχει τα παιδιά του

 

έτοιμα τα σύνεργά σου

φτηνά και μαλακά

σαν τα τσιγάρα που καπνίζεις τις ημέρες που τελειώνει ο μισθός

γράφουν επάνω πως ο καρκίνος δεν πωλείται·

σας τον χαρίζουμε απλόχερα εμείς του κόσμου οι καινοί δημιουργοί

την ώρα που ρουφάς του μαλακού τσιγάρου τον καπνό

αναρωτιέσαι μήπως τελικά όντως πιο γρήγορα πεθάνεις

και πριν προλάβεις να ανταλλάξεις σκέψεις με το φόβο

πετιέσαι πάνω· τρέχεις μέχρι το περίπτερο

– θα στα χρωστάω μεθαύριο πληρώνομαι

– λυπάμαι ο θάνατος και τα λεφτά ζυγίζουνε βαριά

κομίζω νικοτίνες και λεφτά και ευθύνη για κηδείες καμιά δεν φέρω

αυθάδης ο περιπτεράς και με ενσυναίσθηση

*

λοιπόν τώρα που σου τα λέω αυτά

θυμήθηκα όταν ήμουνα παιδί

που με έστελνε ο πατέρας στο περίπτερο για τσιγάρα

κάπου διακόσιες δραχμές κοστίζανε νομίζω τότε

και μόλις έφτανα μπροστά στου περιπτέρου το γκισέ

ανέβαινα στις μύτες των ποδιών μου και ετοιμαζόμουνα για την απαγγελία

αλλά το ποίημα έκανε φτερά και εγώ τη μάρκα των τσιγάρων μόνιμα ξεχνούσα

μου έκανε πλάκα τότε ο περιπτεράς

έννοια σου και ξέρω εγώ τι μάρκα είναι ο καπνός που ο πατέρας σου φουμάρει

γελούσα και ο γκισές δεν μου φαινόταν πια τόσο ψηλός

και χάριζα απλόχερα ένα χαμόγελο ελλιπές

ε δεν θα μου λείπανε δυο τρία δόντια;

*

που λες, να μάθουμε να πλέκουμε προτείνω

με τις βελόνες απ’ τα πεύκα

και τα μαλλιά των πρώην μακρυμάλληδων φαντάρων

θα φτιάχνουμε μπλουζάκια και καπέλα

ολόμαλλα

θα τα χαρίζουμε σ’ όποιον αρνήθηκε τις ιδέες του να κόψει

και στης πατρίδος το πλευρό να κοιμηθεί

της χώρας μου οι αντιρρησίες να μην κρυώνουν πια

 

όχι, όχι παρεξήγησες·

δεν σου μιλάω για επιχείρηση

αν θέλεις επιχείρηση γίνε περιπτεράς

 

εγώ ονειρεύομαι πως χαμηλώνουν οι γκισέδες

εγώ ονειρεύομαι πώς χαμηλώνουν οι γκισέδες

 

και πως τα πεύκα κάποτε την ακαμψία της πατρίδος θα νικήσουν

και πώς τα πεύκα κάποτε την ακαμψία της πατρίδος θα νικήσουν

δανειοθάλασσες

45800_4795694885161_929554403_n

ο κύριος και η κυρία μπλάιμπ

κάθε πρωί

ξυπνούν με τα κοκόρια της αυλής τους

ανάβουνε φωτιές συνθηματικές

και δίνουν εντολές στον ήλιο να προβάλει

ύστερα αγκαλιάζονται

φιλιούνται πεταχτά

εκείνος κατηφορίζει για την τράπεζα

εκείνη ξεκινάει για το λιμάνι

*

την τραβούσε πάντα η αρμύρα

και από μικρή ήθελε βασίλισσα να γίνει

τους νόμους να αλλάξει

μια καινούρια λέξη να γεννήσει

κι ύστερα με νόμο του βασιλείου της να την καθιερώσει

γιατί πώς λέγεται το κορίτσι που απ’ τη θάλασσα ζει;

*

πάνω σε τούτο το νησί

πάντα οι γυναίκες για γοργόνες λογαριάζονταν

και καμιά ποτέ δεν έγινε ψαράς

γιατί η λέξη, το επάγγελμα, το θάρρος

ήταν αδόκιμες

για πλάσμα που μια μήτρα κουβαλάει

*

η δεσποινίδα μπλάιμπ βασίλισσα δεν έγινε ποτέ

αλλά το θάρρος της δεν έχασε

και ενάντια στου νησιού τις δοξασίες

δια παντός αποφάσισε να ζήσει

κι έτσι

έγινε ψαράς

*

όταν αγάπησε τον κύριο μπλάιμπ

τα αφροδισιακά του βυθού της

ζηλέψανε την τύχη του

ερχόταν τώρα ένας κύριος με γραβάτα

και τα υγρά της για δικά του τα λογάριαζε

με τον καιρό όμως τα ψάρια συνηθίσανε

και με τον αντίζηλό τους συμφιλιώθηκαν

δεν είχαν άλλωστε επιλογή

*

ο κύριος μπλάιμπ γνώριζε τα λογιστικά

καλύτερα από όλους τους εντός και εκτός θαλάσσης

ενώπιόν του υποχωρούσαν όλοι οι πελάτες

της τραπέζης

και με το λέγειν του έφερνε κέρδη αμέτρητα

στον τραπεζίτη αφεντικό του

*

τις νύχτες που το ζευγάρι αγκαλιασμένο έσβηνε φωτιές

εκείνος συχνά ομολογούσε την ασχήμια του

ένιωθε πως τα χνώτα του μυρίζανε χρυσάφι

και πως τα χέρια του ήταν κρύα

ενώ οι ανάσες της κυρίας μπλάιμπ

-όποτε βέβαια ανέπνεε γιατί σαν αμφίβιο λογιζόταν-

μυρίζανε ατλαντίδα και ιώδιο

τα χέρια της ήτανε πάντα ζεστά

και τα μαλλιά της

όταν έπεφτε ο ήλιος

σε αρμυρίκια μεταμορφώνονταν

*

πως θέλει να αλλάξει τη ζωή του

λογάριαζε τις νύχτες ο κύριος μπλάιμπ

ήτανε βλέπεις η γυναίκα του ο ψαράς που τόσο τον γοήτευε

και ήταν εκείνη που τις νύχτες τις αντάρες του κατάπινε

γιατί

όπως του έλεγε

οι δυο τους σαν ζευγάρι

το τέλειο παραμύθι για τα παιδιά των πόλεων σχηματίζανε

γιατί ένα θαλασσοδάνειο σε σχήμα λειχήνας

αρκούσε λέει στους αδαείς των πόλεων τους κατοίκους

που οθόνες προσκυνούσαν

για να πιστέψουν

πως η φτώχεια τους δικαίως τους καταπλακώνει

 

και για να μην αντέξουν ποτέ

να δουν τους εαυτούς τους όρθιους

ενάντια στις τράπεζες

απέναντι στα δάνεια

κι επάνω στον θαλάσσιο αφρό

ελεύθεροι να περπατούν