sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: μαξιλάρι

καμιά φορά διψάω για ποίηση*

και μιλάω
για τα εξάχρονα στο δημοτικό
που πετάνε
τις τσάντες κάτω
και παλεύουν
μεταξύ τους
όπως
δεν παλεύουν
οι πατεράδες τους
με την
πραγματικότητα

γιώργος δομιανός
(άτιτλο I)

οι επισκέψεις στην πρωτεύουσα
είναι στην πραγματικότητα πρότζεκτς
εργασίες δηλαδή καταστροφής στερεότυπων
κατέβηκα λοιπόν μέχρι τον πειραιά
γιατί η θάλασσα δεν είναι θάλασσα μόνο στο νησί
κατέβηκα στο λιμάνι μ’ ένα οικείο ουρλιαχτό στο στομάχι μου
και κει την είδα
κι αν θες να ξέρεις
μύριζε υπέροχα
καυσαριώδες ιώδιο
κάθισα σε μια αποβάθρα
υποκρινόμενη έναν ερχομό
τα λιμάνια δεν αφορούν τη φυγή
αλλά τον ερχομό που δεν έρχεται

στο απέναντι πεζοδρόμιο
τα μανάβικα πουλάγανε κεράσια σαν τρελά
καυσαριώδες κεράσι
και γω επιβεβαίωσα την αλήθεια
όσων έμαθα χτες
πως όχι
δεν είναι η εποχή των κερασιών
κι ύστερα σκέφτηκα
πως δεν έχω δοκιμάσει κεράσι ποτέ στη ζωή μου
το κεράσι βλέπεις κρύβει κάτι
και γω τις νύχτες ζω αγκαλιασμένη με τους φόβους μου
φυλάω τις ανασφάλειές μου θαρρείς και αποτελούν
υμένα παρθενικό της δεκαετίας του πενήντα
δεν σκοπεύω να χαρίσω τις φοβίες μου
στο πρώτο τυχόν ελκυστικό φρούτο
τουναντίον
έχω στόχο να πετάξω κάθε φόβο μου
από το μπαλκόνι του τέταρτου ορόφου του πατρογονικού μου
την πρώτη νύχτα του θανάτου μου

περπάτησα για εβδομήντα λεπτά
έμεινα μέσα στα δικαστήρια της περιοχής για σαράντα λεπτά
κι αυτή νομίζω
είναι μια πολύ πολύ κακή αναλογία

δεν μπορώ να αποφασίσω αν μου λείπουν οι πόλεις
ή αν αντίθετα
δεν έπρεπε ποτέ να γεννηθώ μέσα σ’ αυτές
προσπαθώ να εντοπίσω το αληθινό μου πρόβλημα
και συνειδητοποιώ πως το πρόβλημα έγκειται
στη συγκίνηση που ξεχύνεται από μέσα μου
όταν διαβάζοντάς τα
ενώνω φθόγγους και διφθόγγους ποιημάτων
ποιήματα που κρύβουν σε μια φράση μόνο
ψέματα ολόκληρων εποχών

ζηλεύω την αφαιρετικότητά τους
γράφω πάντα τόσα μα τόσα πολλά
γιατί είμαι τόσο αστάθμητη
που δεν μπορώ καν να αποφασίσω
τι είναι πεζό και τι ποίημα

έλεγα για τη συγκίνησή μου
που είναι αδικαιολογήτως υφιστάμενη
και ξέρω και πάλι σε αυτό το σημείο
πως αναπόφευκτα για τον εαυτό μου θα μιλήσω
υπάρχουν λέξεις που τις διαβάζω και καρφώνονται πάνω μου
σαν καρφιά σχεδόν χριστιανικά
θέλω να ρωτήσω τον κύριο τάδε πώς τα κατάφερε
και νίκησε την ηθική της εποχής της βολικής φτώχειας
μέσα από το τσιγάρο του κοριτσιού στα κτελ
κι ακόμα αν ξέρει να μου πει
σε ποιου φρούτου την εποχή ζούμε
μήπως και το ‘χω δοκιμάσει
μήπως και πατήσω πόδι σε μια έστω γαμημένη βάρκα

κάνω κουπί πατώντας στο κενό και πια κουράστηκα

ξέρετε
οι άνθρωποι με αγαπάνε
εξ αποστάσεως
μέχρι να με ζήσουνε λιγάκι
ύστερα προτιμούν να με ξαναγαπήσουν εξ αποστάσεως
γιατί γαντζώνω απάνω τους ασφυχτικά
μια μοναξιά
πολύβουη
ανέξοδη
παρθένα
και γιατί χωράω μέσα στη σιωπή
όπως ο αναπτήρας στο πακέτο με τα μείον τέσσερα τσιγάρα
καθίσταμαι έτσι μια ύπαρξη
ωσεί παρούσα εσαεί

κάθε ξημέρωμα στις τέσσερις κλείνω την τηλεόραση
αφού έχω εξιχνιάσει κάθε έγκλημα
λαβόν χώρα στις πολιτείες του νέου κόσμου που μας σύστησε ο αμέριγκο βεσπούτσι
λέω στον εαυτό μου λοιπόν
πως είναι αργά
πως η κούραση θα μου κλείσει τα μάτια
προσπαθώ να ερωτευτώ το μαξιλάρι
μα ύστερα μου μπαίνουν ιδέες πάλι

εκείνη η νύχτα
που ακούσαμε τον ρίτσο να μας απαγγέλλει τον επαναστάτη
και έκλαιγα λες και η βάρκιζα συνέβη μόλις χθες
− στην πραγματικότητα το κλάμα είχε να κάνει με την πικρή διαπίστωση πως σε αδικώ κατάφωρα γιατί σε αγαπώ παράφορα −

εκείνος ο άνθρωπος που εκτίει ποινή φυλάκισης τέρατος
αγκαλιά με την αθωότητά του

εκείνο το πρωινό
που η μάνα μου και ο πατέρας μου γέννησαν ένα μωρό
ένα μωρό που έμελλε να γίνει
το κέντρο του πληγωμένου κόσμου μας

κι ύστερα σκέφτομαι πώς θα γίνει
άλλο ένα στερεότυπο να χαλάσουμε
άλλον έναν συρμό να διαρρήξουμε
− μιλάω σε πρώτο πληθυντικό απαρεξήγητα
γιατί υπάρχει άμεση ανάγκη για μεταμόσχευση ανθρωπιάς −
όταν φτάνει κοντά να ξημερώσει εντελώς
έχω καταλήξει σε ένα σχέδιο ιδιοφυές
να αλλάξετε πρέπει οι ψυχολόγοι μια μόνο λέξη
όπου κατάθλιψη γράψτε στα τεφτέρια και στις διατριβές σας μιζέρια
κι ύστερα δείτε πώς θα ξεχωρίσουμε εν ριπή ωτός
οι εντός του κλίματος των ημερών
− άλλως μοντέρνοι −
από τους αληθινά θλιμμένους
από κείνους δηλαδή που ξυπνούν από εννιάωρο βαθύ ύπνο
με χέρια βαριά και πόδια ήδη νεκρά

ξημερώνει
και γω κλείνω επιτέλους τα μάτια
άλλος ένας λαθεμένος απολογισμός έλαβε τέλος
από αύριο
θα πατάω ξυπόλητη στα πατώματα των ξενοδοχείων
θα πεινάω τα μεσημέρια
θα κάνω πράξη τις αρχές επαγγελματικού προσανατολισμού
και ίσως
− λέω ίσως γιατί εμπιστοσύνη καμιά δεν μου ‘χω πια −
να τολμήσω να δοκιμάσω ένα κεράσι εμποτισμένο από την πίκρα της πόλης που με έδιωξε
να στείλω το φόβο μου στον αγύριστο
και να ζήσω μαζί σου σε μέρες και νύχτες
χωρίς τη χρεία βάρκας
με μόνο δυο σωσίβια φτηνά
που στην πρώτη φουρτούνα θα αχρηστευτούν
κι έτσι αναγκασμένοι θα ‘μαστε
χέρι χέρι ως την ακτή της αλήθειας μας να φτάσουμε

 

* ο τίτλος του παρόντος αποτελεί

παράφραση του στίχου του γιώργου δομιανού

καμιά φορά διψάω για σταύρωση

από τη συλλογή

δεν είναι η εποχή των κερασιών

έτσι νυχτώνει στις αθήνες*

2271-620x

έτσι γίνεται πάντα. κάτι θα τύχει να ακούσω στο ραδιόφωνο κάποιο απόγευμα σχολώντας και ύστερα θα τρέξω στο σπίτι σαν την ηρωινομανή, να βρω το δίσκο, να περάσω το τραγούδι στο άι-ποντ, να το ακούσω –πόσα χρόνια περάσανε από την τελευταία φορά που το άκουσα, πότε είχα αγοράσει το σιντί, αλήθεια έχω χρόνια να αγοράσω δίσκο– να το ξανακούσω, να γράψω τους στίχους σε ένα κομμάτι χαρτί, ύστερα να περάσω τα δάχτυλά μου πάνω από το χαρτί, πάνω από τις λέξεις, πάνω από τους φθόγγους, να σβήσω τα κεφαλαία, να τονίσω τις λέξεις αλλιώς, να μπούνε μέσα μου οι στίχοι, να βγουν ύστερα από την έξοδο των ματιών αλμυροί, κι ύστερα να κλάψω, να κλείσω το κινητό, να κλείσω το παντζούρι, να ανάψω ένα δύο πέντε δέκα τριάντα τσιγάρα, να ακούω ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα, ένα ποίημα να μου στοιχειώσει το απόγευμα, τσιγάρα και αλμυρά υγρά τριγύρω στο σεντόνι μου, το μαξιλάρι σφιχτό όσο πρέπει για να παριστάνει το φίλο, ανοίγει η πόρτα διακριτικά, φοβισμένος ο πατέρας, τι συμβαίνει, τίποτα. τίποτα καινούριο δεν συμβαίνει. μα, κλαις κόρη μου. γι’ αυτό κλαίω. κι έτσι νυχτώνει στις αθήνες, έτσι βραδιάζει στις πάλαι ποτέ ορμητικές μας καρδιές, έτσι πέφτει η νύχτα στα μπαλκόνια μας, έτσι μαραίνονται οι γλάστρες μας, έτσι σβηστήκανε δια παντός τα σημεία στίξης από τα στομάχια μας -γράφω ό,τι μου κατέβει με το στομάχι και απαγγέλλω ποίηση με το συκώτι- έτσι γαμάει ο πειραιάς με το μαρινάκη βλαχοδημαρχαίο, έτσι λήξανε τα γάλατα στο ψυγείο και τώρα πια πίνουμε ληγμένα, τρώμε χημικά και ψαρεύουμε σόλες παπουτσιών στις θάλασσές μας. από ένα τραγούδι ξεκινήσανε όλα. ένα ποίημα παρακίνησε κάποτε το θεό να φτιάξει τον κόσμο. δύο μπορούν να φτιάξουν τον κόσμο όλο αφού κι ο κόσμος φτιάχτηκε από δύο, έλεγε κάπου ο λουντέμης, και δε νομίζω το υπονοούμενο να ‘ναι χριστιανικό, πιο πολύ ερωτικό μου ακούγεται.

λοιπόν το κορμί μου έγινε με τα χρόνια ένα μικρό δειλό φέρι μποτ. κάθε πρωί ανοίγει η μπουκαπόρτα. μπαίνουν μέσα πεζοί, λεωφορεία, ασφαλιστικά ταμεία, τραπεζοϋπάλληλοι, δικόγραφα, συγγενείς, έγγραφα Ε3, τρεις καφέδες στο χέρι ημερησίως, ένα περίπτερο, μια μάσκαρα, φωτογραφίες από το βερολίνο, το γιουσουρούμ του άσιμου και ένα τσιμπιδάκι φρυδιών. τη νύχτα όλοι αυτοί βγαίνουν από μέσα μου με ασκήσεις πανικού. ανάσες και τρόμος. μετά η μπουκαπόρτα πέφτει βαριά. τα μάτια μου κλείνουν ανεπίστρεπτα. το σώμα μου βουλιάζει κάτω από το δροσερό σεντόνι. όσο περνάει ο καιρός η μπουκαπόρτα δυσκολεύεται να ανοίξει το πρωί. οι δικές μου οι ρυτίδες δε φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. τα γεράματά μου κατέφτασαν λίαν προώρως και κατακάθισαν μέσα μου ύπουλα. κανείς δεν τα βλέπει. κανείς δεν τα νιώθει. τι ανάγκη έχεις εσύ. καμία ανάγκη δεν έχω. μόνο όνειρα. τι όνειρα; να περπατήσω πλάι σε ένα ποτάμι. να μυρίσω λίγο γιασεμί. να αυξήσω τη χωρητικότητα των πνευμόνων μου σε οξυγόνο. αυτά.

σε μισώ αθήνα. δεν μου φταις αλλά σε μισώ. πάνω σου περπατάνε αυτά τα μιάσματα με τα γαλανόλευκα κουρέλια, η παπάρια φυλή, τραβάτε ρε στις μανάδες του φύσσα και του σαχτζάτ, τραβάτε ρε γαμώ το έθνος σας και μην τους μιλήσετε, μόνο τολμήστε να σταθείτε απέναντί τους. δεν θα τα καταφέρετε. σε μισώ ρε αθήνα. οι τραγουδιστάδες από τα ριάλιτι βγαίνουν στις τηλεοράσεις βαμμένοι σαν γαλανόλευκοι ινδιάνοι και τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο στις ποδοσφαιρικές φιέστες και οι κόσμοι από κάτω χειροκροτάνε αφηνιασμένοι αντί να φτύνουν το έθνος. αντί να φτύνουν τη σημαία. αντί να ξερνάνε ελληνισμό. αντί να κατεβάζουν χριστοπαναγίες λίαν βυζαντινές και θεοσεβούμενες. οι υπουργοί μπαίνουνε μέσα στα μπουρδέλα και σέρνουν έξω γυναίκες οροθετικές τραβώντας τες από τα μαλλιά και κάτι λίγοι γραφικοί τολμάνε και μιλάνε, οι υπουργοί κάνουνε μηνύσεις -που δεν κατατίθενται ποτέ σε κανένα αστυνομικό τμήμα- στις εφημερίδες που τολμάνε να πούνε ότι οι μπάτσοι βασανίζουνε κόσμο σ’ αυτόν τον τόπο, μας απασχολεί πάρα πολύ που βρέχει λάσπη και σκονίζονται τα ακριβά και δανεικά μας αυτοκίνητα, τα κοινοβούλια κλείνουνε όποτε οι εξουσιαστές [δεν] έχουνε όρεξη για σεξ, ο κόσμος ψηφίζει όποιον έχει το καλύτερο σακίδιο στην πλάτη κι εγώ κατάντησα να λέω τα ίδια και τα ίδια κάθε λίγο και λιγάκι, επανάληψη μήτηρ πάσης αργίας ή κάπως έτσι τελωσπάντων, τις ξεχνάω τις παροιμίες και τις αναπληρώνω μόνη μου, κι ύστερα τις πετάω σε άσχετες συζητήσεις, άσχετες παροιμίες μεταξύ ασχέτων επιχειρημάτων ανάμεσα σε άσχετους συνομιλητές που δεν πρόκειται να συμφωνήσουν στον αιώνα τον άπαντα δικαιώνοντας όσους κυνικά και τρυφερά εξίσου ζήσανε μέσα σε πιθάρια χορταίνοντας με ηλιακή ενέργεια και ακονίζοντας μυαλά.

λοιπόν. μάνα. άκου. μην με ρωτήσεις πού πάω. δεν πάω στα καράβια. ξεκινώ ταξίδι. μην απορείς που παραληρώ. παραλήρημα είναι ολάκερη η ζωή μας, δεν το βλέπεις;

ξεκινώ ταξίδι μάνα και πατέρα. και έτσι μόνο θα ‘μαι πάντα εδώ.

ζωντανή.

γλώσσα, γλώσσα, μαθηματικά

1000738_479028288852493_2115361298_n

 

μια φωνή μπορεί να αλλάξει όλα τα νοήματα

άλλο εκδίδω κι άλλο εκδίδομαι

όσο θα κρύβεσαι μέσα στις σιωπές τόσο θα πληθαίνουν τα ουρλιαχτά σου

να μην αναρωτιέσαι πια αν πήγε κάτι λάθος

έσω σίγουρος

και ζήσε μ’ αυτό.

 

μα δεν μπορώ!

το μυαλό μου αντιστέκεται, θα μπορούσα να είχα ζήσει, θα μπορούσες να είχες πει,

τι θα γινόταν άραγε αν πηγαίναμε εκεί που σχεδιάζαμε μαζί;

να έχεις το νου σου πάντα και στην έγκλιση, παίζει κι αυτή το ρόλο της.

 

τι στο καλό, αγκαλιά με τις γραμματικές θα ζήσω;

 

άλλοι έζησαν αγκαλιάζοντας κορμιά, άλλοι αγκαλιάζοντας βιβλία, κι άλλοι πάλι

έβαλαν στο προσκεφάλι τους τραγούδια αντί για μαξιλάρια.

τι κι αν γνωρίζεις πάντα το υποκείμενο;

φορές φορές το αντικείμενο είναι που κάνει τη διαφορά.

σημασία έχει η μετάβαση,

πάντα με φόβιζαν εκείνα τα ρήματα τα μόνα, τα αμετάβατα.

έκανες ό,τι έκανες και στο τέλος πάλι μόνος σου στεκόσουν.

 

κι αν θυμηθείς και το κατηγορούμενο, εκεί τρομάζεις δια παντός.

 

θαρρώ δεν πρέπει σε τόσο δα μικρά παιδιά τέτοιες λέξεις να μαθαίνουμε

τα τρομάζουμε

και στο κατόπι ξεχνούν να χαμογελάσουν

καθώς χτυπάει το κουδούνι της λυτρώσεως

 

άκου εκεί κατηγορούμενο!

 

δεν θα σου πω σήμερα για χρόνους

μου φαίνεται σε άγχωσα πολύ

και υπάρχουν ξέρεις κάτι χρόνοι σκέτη απάτη

πιάνουν παρόν και παρελθόν και μέλλον

και αλίμονο αν δεν μπορείς να τους αναγνωρίσεις

έρχονται πίσω σου και σε ακολουθούν

και τότε ούτε δάσκαλος ούτε πατέρας

μόνος σου πρέπει να τους στείλεις πίσω από όπου ήρθαν

 

για σήμερα μόνο αυτά ας μάθεις

 

με την ελπίδα να τα έχεις μέχρι αύριο ξεχάσει.