sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: μαχαίρι

π

ανοιγόκλεισα τα μάτια μου για μια στιγμή
μόλις τα βλέφαρά μου ανασηκώθηκαν
είδα τον πολιτισμό των ανθρώπων να παρελαύνει
στρατιωτικά
παιάνες εμβατήρια χλαμύδες καρυάτιδες και πανοπλίες των βίκινγκ
ο γαλάζιος ουρανός υπέροχη αντίθεση με τις μαύρες μπλούζες
οι μαύρες μπλούζες γεννημένες από μαύρες καρδιακές αρτηρίες
κάποιος ξάπλωσε στο κράσπεδο − εσύ −
η χιλιετηρίδα άλλαξε βίαια
φύσηξε μέσα σου αέρας
− στρίβουν το μαχαίρι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο −
ο αέρας άνοιξε τα χρονοντούλαπα
καλώς ήρθατε στο μεσαίωνα
αλλά μην περιμένετε αναγέννηση
σε ονομάσανε στυγερή δολοφονία
− και δεν παίρνω όρκο για το στυγερή −
η νέα μόδα διέταξε να περπατάω με τα μάτια στην πλάτη
αποφάσισα να μην την ακολουθήσω
− ούτε αυτήν −
τις τελευταίες τριακόσιες εξήντα μέρες αναρωτιέμαι
πότε πεθαίνουν αμετάκλητα οι νεκροί
τρεις οι βαθμίδες του θανάτου βλέπεις
οριστικός
τελεσίδικος
αμετάκλητος
τα τελευταία δέκα χρόνια διερωτώμαι
πόσες άχρηστες γνώσεις χωράνε μέσα σ’ ένα μέτριο μυαλό
ανεβαίνω στη ζυγαριά
από τη μία εγώ − οι τσέπες άδειες −
από την άλλη άπασες οι κενολογίες που γραφτήκανε ποτέ
περί δικαιοσύνης
η ζυγαριά αναποφάσιστη
− η φυσική τα πάντα πληρούσα όμως εντέλει −
οι κενολογίες νικάνε τον άνθρωπο
είμαστε αποτιμητοί σε κιλογκράμ βλέπεις
τα κιλογκράμ λιώνουν όταν πεθαίνουμε
αλλά τα όνειρά μας δραπετεύουν από το σφυροδρέπανο
− από όλων των ειδών τα σφυροδρέπανα −
νομίζω πως τριακόσιες εξήντα μέρες μετά
βρήκα μια φρούδα απάντηση
για να μπορέσω να κλάψω κι ύστερα να κοιμηθώ − κάπως −
ο αμετάκλητος θάνατος έρχεται
όταν εξαφανιστεί το ιδεόγραμμα του ανθρώπου
και επομένως
ο αμετάκλητος θάνατος επαφίεται στην κρίση
του καθένα από μας
που ζούμε
− ή έτσι νομίζουμε −
ο θάνατος έχει σύμμαχό του τη λήθη
διάβασα κάπου πως στα εργαστήρια δημιουργήθηκε ένας ειδικός ιός
που ωθεί την ανθρωπότητα στην τεχνητή λήθη
κι ύστερα πως διέσπειραν τον ιό αυτόν σε πόλεις και χωριά
με τη βοήθεια των μέσων μαζικής αμνησίας
συνήθως δεν πιστεύω σε τέτοιου είδους φήμες
− ζούμε άλλωστε στον αιώνα της υποψιασμένης ηλιθιότητας −
η φήμη αυτή μου φάνηκε τόσο αληθινή όσο και τα νέα των οχτώ
ωστόσο
για παν ενδεχόμενο
βρήκα το αντίδοτο γι’ αυτόν τον ανίκητο ιό
λοιπόν νομίζω πως μπορούμε να νικήσουμε
τα όπλα μας είναι δύο
και μη σας φανούν αντικρουόμενα
θέλουν μόνο μιαν ισορροπημένη αναλογία
απαιτείται οργή και αγάπη

οργή και αγάπη
αγάπη και οργή

και στο κάτω κάτω για να πω και την αλήθεια
καθόλου βέβαιη δεν είμαι ότι στο τέλος θα νικήσουμε
και ούτε η τροχιά μιας μαχαιριάς ξαναγυρνάει πίσω
το ξέρω
αλλά μπορούμε να χτίσουμε ένα ανθρώπινο τείχος
αδιαπέραστο από τη λήθη και το θάνατο
κι έτσι οι νεκροί μας δεν θα πεθαίνουνε ποτέ

μια τέτοια μέρα είναι ωραία για να πεθάνεις
όμορφα κι όρθιος σε δημόσια θέα
με λένε Παύλο Φύσσα από τον περαία

Παύλος Φύσσας

κι ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει

»Όταν έχω να κρίνω ανάμεσα σ’ ένα παιδί 15 χρόνων, που πετάει μολότωφ, κι έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό, που κρατάει πιστόλι, εγώ είμαι με το μέρος του παιδιού και όχι του αστυνομικού. Εκτιμώ βαθύτατα ένα παιδί που εξεγείρεται και βγαίνει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί, έστω κι αν υπερβάλλει, έστω και αν κρατάει μολότωφ. Και δεν εκτιμώ καθόλου έναν αστυνομικό που το πυροβολεί. Ό,τι και αν έχει γίνει, όπως και αν έχουν τα πράγματα, θεωρώ τραγικό λάθος την αθώωση του αστυνομικού. Και πολύ κακό μήνυμα, που στέλνουμε στα νέα αυτά παιδιά, το υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας μας, που δεν έχει ακόμη διαφθαρεί, όπως εμείς. »

[Ο Μάνος Χατζιδάκις εν έτει 1990 μιλά για τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Μιχάλη Καλτεζά από τον αστυνομικό Αθανάσιο Μελίστα. Εντωμεταξύ, εν έτει 2014 και κατά τη διάρκεια των απολογιών ενώπιον των ανακριτών των νεοναζί βουλευτών και μελών της εγκληματικής οργάνωσης που ευθύνεται για το θάνατο αθώων και για τα πογκρόμ κατά πολλών περισσότερων κάποιοι άνθρωποι συγκεντρώνονται έξω από το Εφετείο εν είδει διαμαρτυρίας για την προφυλάκιση των φασιστών.]

10470928_677407822329035_4363966819359641633_n

// τα παιδιά κάτω στον κάμπο δεν μιλάν με τον καιρό // ο δρόμος κλεισμένος πάλι από κλούβες // μόνο πέφτουν στα ποτάμια για να πιάσουν το σταυρό // χρυσοί σταυροί κρέμονται από τους λαιμούς // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγούν έναν τρελό // μπροστά μου ένα ανθρωπάκι // τον επνίγουν με τα χέρια και τον καίνε στο γυαλό // δολοφόνοι με ύφος αδικημένου πολίτη //

 // έλα κόρη της σελήνης κόρη του αυγερινού // εικοσάχρονα κορίτσια με μπλούζες πίτμπουλ // να χαρίσεις στα παιδιά μας λίγα χάδια του ουρανού // ο ουρανός προσπαθεί να κρυφτεί από τα σκοτάδια της λουκάρεως // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγάνε τους αστούς // αντί να τους κυνηγάμε εμείς μας σφάζουν αυτοί // πετσοκόβουν τα κεφάλια από εχθρούς και από πιστούς // υπολογίζω τα κρυμμένα μαχαίρια στις τσέπες //


// τα παιδιά κάτω στον κάμπο κόβουν δεντρολιβανιές //
μυρίζει θάνατο η πόλη των περιπολικών // και στολίζουν τα πηγάδια για να πέσουν μέσα οι νιες // περνάω ανάμεσά τους δεν σας φοβάμαι ρε // τα παιδιά μες τα χωράφια κοροϊδεύουν τον παπά // σας κοιτάζω όλους κατάματα // του φοράνε όλα τα άμφια και τον παν στην αγορά // μάτια άδεια τσιγάρα που δεν καίνε μυαλά που μυρίζουν στάχτη

// έλα κόρη της σελήνης έλα και άναψε φωτιά // πού πήγαν οι φλεγόμενες καρδιές μας // κοίτα τόσα παλληκάρια που κοιμούνται στη νυχτιά // ο παύλος και ο σεχτζάτ είναι αδέρφια μου // τα παιδιά δεν έχουν μνήμη τους προγόνους τους πουλούν // πατρίδα μου σε μισώ // και ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει γιατί ευθύς μελαγχολούν // ούτε φόβος ούτε θλίψη μόνο μίσος //

φωτογραφία: νιώσε

ενός λεπτού κραυγή

καλημέρα ρομποτάκι

στέκομαι στη γωνία του γραφείου. παίζω κρυφτό με το απρόσωπο ρήμα πρέπει. κοιτάζω στο πλάι την κηφισίας που τόσο μισώ. τώρα τελευταία όλο και περισσότερο μισώ. όλο και περισσότερους. νομίζω πια σας μισώ όλους σας. ξέρεις ποιος γεννάει το μίσος; η υπερβολική αγάπη. δεν γίνεται να ζούμε πάντα βλέπεις στη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού. υπάρχει και η άλλη πλευρά. είτε τη βλέπεις, είτε παριστάνεις πως έχεις πολλή μυωπία και δεν βλέπεις μέχρι εκεί πάνω, εκείνη θα είναι πάντα εκεί. στέκομαι που λες στη γωνία του γραφείου και ανταλλάσσω τις τυπικές καλημέρες με τον υπόλοιπο κόσμο εδώ μέσα –παρατήστε με ήσυχη, πως στο διάολο ανοίγουν αυτά τα τζάμια, όπου να ‘ναι έρχεται ο πήτερ παν να με πάρει– αλλά η άκρη του ματιού μου παραμένει κολλημένη στον πιο άσχημο δρόμο ίσως της πόλης μας. ακούω στο ραδιόφωνο πως τα ξημερώματα είχαμε κρούσμα τρομοκρατίας, καθώς παγιδευμένο αυτοκίνητο με εκρηκτικό μηχανισμό εξερράγη στη συμβολή των οδών μπλα μπλα μπλα και αναρωτιέμαι αν στην πόλη μας τη νύχτα που μας πέρασε είχαμε κανένα κρούσμα έρωτα, πάθους, δακρύων, σωματικών υγρών, κάτι τελωσπάντων από αυτά που δεν ανακοινώνονται στα πρωινά δελτία ειδήσεων αλλά σε συνοδεύουν εσαεί. κι ύστερα διαβάζω δήλωση υποψηφίου δημάρχου των αθηνών, πως όποιος έχει προσεγμένη εμφάνιση έχει και καθαρή ψυχή και μου ακούγεται τόσο ηλιθιωδώς ρατσιστική δήλωση που ο τύπος ακούει το πρώτο σαρακοστιανό χριστοκάντηλο της μέρας εξ αποστάσεως. κάποιοι θέλουν να κερδίσουν τις εκλογές με αποφθέγματα από τον αλχημιστή και τις τρία εκατομμύρια αποχρώσεις του ποντικί, αλλά φυσικά ο κόσμος που έχει πολιτική συνείδηση ακτινίδιου φέρει την κύρια ευθύνη και όχι αυτοί οι κύριοι με τις βουλευτικές έδρες από δρυ. οι μαυρογιαλούροι δεν είναι ανέκδοτο. οι μαυρογιαλούροι είσαι εσύ.

πώς να στο πω αδερφάκι μου. πνιγμός. πάλι μαζεύονται οι τοίχοι του δωματίου. έρχεται προς τα πάνω μου ολόκληρο το γραφείο. έβγαλε δόντια και νύχια και έρχεται να με κατασπαράξει. πρώτα μου έφαγε τους φρονιμίτες. ύστερα τις αμυγδαλές. κατόπιν κατασπάραξε τα όνειρά μου. στη συνέχεια προχώρησε μέσα στο κορμί μου και κατακάθισε στη μέση του στομαχιού μου. ό,τι τρώω να το ξερνάω. ό,τι εύχομαι να γίνεται εφιάλτης. ό,τι ερωτεύομαι να πεθαίνει. έχω πίσσα στα πνευμόνια και γραφεία στο στομάχι. από τι πέθανε αυτή; θα ρωτάει ο κόσμος. από γραφείο.

μα γιατί τα μάτια σου γυαλίζουν; γιατί εγώ κλαίω πάντα. θα κλαίω για πάντα, τ’ ακούς;

πετάγομαι σαν ελατήριο. κλείνομαι στην τουαλέτα. τι έχεις, δεν είσαι πολύ καλά. ποτέ δεν είμαι καλά. αλλά σήμερα θέλω να το βλέπετε όλοι. κλείδωσα το χαμόγελό μου στο πορτ παγκάζ του αυτοκινήτου μου. το φίμωσα, το έδεσα χειροπόδαρα και το άφησα εκεί. μετά το οχτάωρο θα πάρω το αυτοκινητάκι μου και θα πάω σε μια ερημιά. έτσι έχω δει στις ταινίες να κάνουν οι δολοφόνοι. θα διαμελίσω το χαμόγελό μου και θα πετάξω τα κομμάτια του στη θάλασσα.

χαμογελοκτονία εκ προθέσεως.

μην με αθωώσετε κύριοι ένορκοι. θέλω να με κλείσετε στη φυλακή. εκεί που οι άνθρωποι σωφρονίζονται. έτσι δεν μας μάθαιναν στη σχολή; μα ξέρετε κύριοι ένορκοι, έχω τη φρικτή υποψία πως εκεί μέσα οι άνθρωποι δολοφονούνται πολλάκις. τους σκοτώνουν και τους ξανασκοτώνουν. πρώτα την αξιοπρέπειά τους. ύστερα τη θέληση για ζωή. κατόπιν την πίστη σε οτιδήποτε όμορφο. κι ύστερα εν μέσω βασανιστηρίων τους αφαιρούν και τη ζωή. θέλω να με βάλετε κι εμένα εκεί μέσα σεβαστοί κύριοι ένορκοι, γιατί πόσες φορές να διαβάσω τους Ανθρωποφύλακες, θέλω να τους δω από κοντά αυτούς με τις στολές που ετοιμάζονται να τσεπώσουν το πλεόνασμα και νομίζουν ότι έχουν δικαίωμα να αποφασίζουν ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει. και πάω και στοίχημα, σεβαστό δικαστήριο, πως οι ανθρωποφύλακες είναι απ’ αυτούς τους τύπους που πάνε όλη τη μεγάλη εβδομάδα κάθε μέρα στην εκκλησία και προσκυνάνε με δέος το χριστό. Θέλω να τους πω ότι εγώ βρίζω το χριστό πάρα πολύ συχνά -έτσι γιατί εγώ βρίζω από πείσμα στον κάθε μαλάκα που μου λέει με ξιπασιά ότι οι γυναίκες δεν βρίζουν- αλλά σήμερα οι χριστοί της εποχής μας φυλακίζονται και βασανίζονται και ακρωτηριάζονται και πεθαίνουν σε κάθε γωνιά της γης, κι αν ερχόταν σήμερα εκείνος σε τούτη τη χώρα, ένας ξυπόλητος μαυριδερός μετανάστης χωρίς χαρτιά που θα κήρυττε την αγάπη, την ελευθεριότητα και την ισότητα και που θα ζητιάνευε ένα τσιγάρο στα φανάρια, εκείνοι πρώτοι θα τον μπουζούριαζαν στο Α.Τ. Ομονοίας και θα τον υπέβαλαν σε εξευτελιστικά βασανιστήρια για να γελάσουν, κι ύστερα θα έτρωγε και ξύλο, μέχρι να αποφασισθεί από τις αρχές η επαναπροώθησή του πίσω στη χώρα του, γιατί δεν χωράνε όλοι εδώ. η χώρα είναι μικρή. η πόλη ασφυκτιά. οι μετανάστες μιας πιάνουν τα παγκάκια και δεν έχουμε πού να κάτσουμε οι ποιητές να ξύσουμε τ’ αρχίδια μας. εμείς τους μετανάστες τους βρίσκουμε κάποιο πρωινό που πάνε με το ποδήλατο στη δουλειά και τους μαχαιρώνουμε ακαριαία. κι ύστερα προχωράμε το θεάρεστον έργο μας. σκοτώνουμε και έλληνες, παλικάρια σαν τα κρύα τα νερά που τραγουδάνε για την ελευθερία. ανεβαίνουμε αντίθετα με το αμάξι μας τους δρόμους, κατεβαίνουμε, τους σκοτώνουμε και φεύγουμε, ενώ οι ένστολοι με το πλεόνασμα παρά πόδας κοιτάνε. και θα προχωρήσουμε. θα σφάξουμε τους γκέι. ύστερα τους τρανσέξουαλ. μετά θα βάλουμε φωτιά στα εξάρχεια και θα κάψουμε ζωντανούς όλους τους αναρχικούς. κι ύστερα θα κατέβουμε στο πέραμα και θα περιλάβουμε και τους κομμουνιστές με τα στυλιάρια. θα τους φάμε ζωντανούς κι αυτούς. και στο τέλος θα μείνουμε εμείς, τα εικονοστάσια και τα σκουλήκια.

κάπως έτσι θα κυλήσει λοιπόν η ζωή. κι όλο λέω καιρός να βγάζω διαβατήριο για κάπου μακριά από τη σήψη, κι όλο μένω εδώ κολλημένη. να σκουπίζω τα δάκρυά μου με βία τραβώντας το δέρμα μου μαζί με τα αλμυρά υγρά από το πρόσωπό μου και να φαντασιώνομαι φωτιές που δεν θα αφήνουν στάχτες. άσταχτες φωτιές που θα κάψουνε το λευκό της παράνοιας. το γκρίζο του αγοραίου έρωτα. το μωβ της μεγάλης παρασκευής. το μπεζ της απάθειας. το κίτρινο της συνήθειας. το πορτοκαλί του πόνου.

κι ύστερα ακούω αυτό. και λέω να σηκωθώ από το γραφείο. να πω συγγνώμη, με καλεί η ζωή. να κατέβω στο αυτοκίνητο. να λύσω μετανιωμένη το χαμόγελό μου και να το ξαναφορέσω. να βγω στην κηφισίας, να σκαρφαλώσω στα φανάρια και να τα απορυθμίσω. κανείς να μην μπορεί να πάει πουθενά. να μην υπάρχουν άνωθεν εντολές. να αναγκαστούν οι άνθρωποι να συνεννοηθούν επιτέλους. να μιλήσουν. να φωνάξουν. να αγαπήσουν.

συγγνώμη αφεντικό. συγγνώμη φανάρια. συγγνώμη συνήθεια.

με καλεί η ζωή.