sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: μοναξιά

συλλ-αλητήριοι, οι

ο επαναστάτης

περπάτησε περήφανα μέχρι την πλατεία

φώναξε δυο συνθήματα

κι αφού έριξε άτσαλα στεφάνι ακάνθινο

στο μνημείο των πεσόντων καιρού αλλοτινού

επέστρεψε στο αγαπημένο του στέκι

τριγύρισε στο διαδίκτυο

έψαξε για δικαιολογίες

κι αφού χιλιάδες βρήκε

ήπιε με καλαμάκι φαρδύ τις αμαρτίες του κόσμου

 

ύστερα

εφησυχασμένος πια

επέστρεψε στο κυριακάτικό του σπίτι

τας τύψεις του ένιψε

και κάθισε συν γυναιξί και τέκνοις στη ροτόντα

φτιαγμένη από το ξύλο το φτηνό, μη φανταστείς

ευχήθηκε στο θεό της αφοσίωσης

κι ύστερα έφαγε ψωμί με κρέας και λαχανικά

ήπιε κρασί και γέλασε με τη διαφήμιση στο ραδιόφωνο

 

στο τέλος σώπασε

βάρυνε από τις ερινύες και το κρασί

ακούστηκε από μέσα του κάπου μακριά

ένα τραγούδι ίδιο παράπονο

για τους νεκρούς τους πονεμένους τους πνιγμένους

τους που δεν φάγανε ψωμί με κρέας και λαχανικά

 

το απόγευμα χτύπησε η πόρτα

φίλος καρδιάς υπάλληλος στην εφορία

του ‘φερε νέα άσχημα

το σπίτι του λέει

δάνειο στο δάνειο για να το χτίσει, μη φανταστείς

το σπίτι το χτισμένο στο προικώο της συζύγου

αναγκασμένος να το δώσει σε εταίρους εχθρικούς ήτανε πια

γιατί αφερέγγυος στάθηκε

γιατί το χρέος του έριξε μπόι πια

κι ήτανε ώρα το δρόμο του να πάρει για χέρια αλλότρια

 

ο επαναστάτης

στάθηκε κάτω απ’ της πόρτας του την κάσα

σεισμός του φάνηκε πως ήρθε

μέτρησε της ζωής του τα συλλαλητήρια

κι ύστερα τα πλούσια γεύματα επάνω στη φτηνή ροτόντα

πήρε τηλέφωνο τον επιτόπιο βουλευτή

μα κείνος στα γεμάτα απόγνωση τηλέφωνα των πολιτών

από καιρό σταμάτησε να απαντάει λόγω εργασίας φόρτου

 

κι έτσι ο επαναστάτης έμεινε μόνος

μέσα στο σπίτι που εκείνος έχτισε μα σε άλλα χέρια θα ‘φτανε

κοίταξε τα παιδιά του ύστερα τη γυναίκα του

και φρικωδώς κατάλαβε

πως η επανάσταση από τα ραδιόφωνα δεν θα μεταδοθεί

πως η παρένθεση σε αγκύλη που τρυπάει μεταμορφώθηκε

κι ακόμα

πως η ζωή του άτσαλα

μέσα στο λάκκο τον σκαμμένο από τα ίδια του τα χέρια

την τελευταία της κραυγή οικτρά ανασαίνει

Advertisements

καμιά φορά διψάω για ποίηση*

και μιλάω
για τα εξάχρονα στο δημοτικό
που πετάνε
τις τσάντες κάτω
και παλεύουν
μεταξύ τους
όπως
δεν παλεύουν
οι πατεράδες τους
με την
πραγματικότητα

γιώργος δομιανός
(άτιτλο I)

οι επισκέψεις στην πρωτεύουσα
είναι στην πραγματικότητα πρότζεκτς
εργασίες δηλαδή καταστροφής στερεότυπων
κατέβηκα λοιπόν μέχρι τον πειραιά
γιατί η θάλασσα δεν είναι θάλασσα μόνο στο νησί
κατέβηκα στο λιμάνι μ’ ένα οικείο ουρλιαχτό στο στομάχι μου
και κει την είδα
κι αν θες να ξέρεις
μύριζε υπέροχα
καυσαριώδες ιώδιο
κάθισα σε μια αποβάθρα
υποκρινόμενη έναν ερχομό
τα λιμάνια δεν αφορούν τη φυγή
αλλά τον ερχομό που δεν έρχεται

στο απέναντι πεζοδρόμιο
τα μανάβικα πουλάγανε κεράσια σαν τρελά
καυσαριώδες κεράσι
και γω επιβεβαίωσα την αλήθεια
όσων έμαθα χτες
πως όχι
δεν είναι η εποχή των κερασιών
κι ύστερα σκέφτηκα
πως δεν έχω δοκιμάσει κεράσι ποτέ στη ζωή μου
το κεράσι βλέπεις κρύβει κάτι
και γω τις νύχτες ζω αγκαλιασμένη με τους φόβους μου
φυλάω τις ανασφάλειές μου θαρρείς και αποτελούν
υμένα παρθενικό της δεκαετίας του πενήντα
δεν σκοπεύω να χαρίσω τις φοβίες μου
στο πρώτο τυχόν ελκυστικό φρούτο
τουναντίον
έχω στόχο να πετάξω κάθε φόβο μου
από το μπαλκόνι του τέταρτου ορόφου του πατρογονικού μου
την πρώτη νύχτα του θανάτου μου

περπάτησα για εβδομήντα λεπτά
έμεινα μέσα στα δικαστήρια της περιοχής για σαράντα λεπτά
κι αυτή νομίζω
είναι μια πολύ πολύ κακή αναλογία

δεν μπορώ να αποφασίσω αν μου λείπουν οι πόλεις
ή αν αντίθετα
δεν έπρεπε ποτέ να γεννηθώ μέσα σ’ αυτές
προσπαθώ να εντοπίσω το αληθινό μου πρόβλημα
και συνειδητοποιώ πως το πρόβλημα έγκειται
στη συγκίνηση που ξεχύνεται από μέσα μου
όταν διαβάζοντάς τα
ενώνω φθόγγους και διφθόγγους ποιημάτων
ποιήματα που κρύβουν σε μια φράση μόνο
ψέματα ολόκληρων εποχών

ζηλεύω την αφαιρετικότητά τους
γράφω πάντα τόσα μα τόσα πολλά
γιατί είμαι τόσο αστάθμητη
που δεν μπορώ καν να αποφασίσω
τι είναι πεζό και τι ποίημα

έλεγα για τη συγκίνησή μου
που είναι αδικαιολογήτως υφιστάμενη
και ξέρω και πάλι σε αυτό το σημείο
πως αναπόφευκτα για τον εαυτό μου θα μιλήσω
υπάρχουν λέξεις που τις διαβάζω και καρφώνονται πάνω μου
σαν καρφιά σχεδόν χριστιανικά
θέλω να ρωτήσω τον κύριο τάδε πώς τα κατάφερε
και νίκησε την ηθική της εποχής της βολικής φτώχειας
μέσα από το τσιγάρο του κοριτσιού στα κτελ
κι ακόμα αν ξέρει να μου πει
σε ποιου φρούτου την εποχή ζούμε
μήπως και το ‘χω δοκιμάσει
μήπως και πατήσω πόδι σε μια έστω γαμημένη βάρκα

κάνω κουπί πατώντας στο κενό και πια κουράστηκα

ξέρετε
οι άνθρωποι με αγαπάνε
εξ αποστάσεως
μέχρι να με ζήσουνε λιγάκι
ύστερα προτιμούν να με ξαναγαπήσουν εξ αποστάσεως
γιατί γαντζώνω απάνω τους ασφυχτικά
μια μοναξιά
πολύβουη
ανέξοδη
παρθένα
και γιατί χωράω μέσα στη σιωπή
όπως ο αναπτήρας στο πακέτο με τα μείον τέσσερα τσιγάρα
καθίσταμαι έτσι μια ύπαρξη
ωσεί παρούσα εσαεί

κάθε ξημέρωμα στις τέσσερις κλείνω την τηλεόραση
αφού έχω εξιχνιάσει κάθε έγκλημα
λαβόν χώρα στις πολιτείες του νέου κόσμου που μας σύστησε ο αμέριγκο βεσπούτσι
λέω στον εαυτό μου λοιπόν
πως είναι αργά
πως η κούραση θα μου κλείσει τα μάτια
προσπαθώ να ερωτευτώ το μαξιλάρι
μα ύστερα μου μπαίνουν ιδέες πάλι

εκείνη η νύχτα
που ακούσαμε τον ρίτσο να μας απαγγέλλει τον επαναστάτη
και έκλαιγα λες και η βάρκιζα συνέβη μόλις χθες
− στην πραγματικότητα το κλάμα είχε να κάνει με την πικρή διαπίστωση πως σε αδικώ κατάφωρα γιατί σε αγαπώ παράφορα −

εκείνος ο άνθρωπος που εκτίει ποινή φυλάκισης τέρατος
αγκαλιά με την αθωότητά του

εκείνο το πρωινό
που η μάνα μου και ο πατέρας μου γέννησαν ένα μωρό
ένα μωρό που έμελλε να γίνει
το κέντρο του πληγωμένου κόσμου μας

κι ύστερα σκέφτομαι πώς θα γίνει
άλλο ένα στερεότυπο να χαλάσουμε
άλλον έναν συρμό να διαρρήξουμε
− μιλάω σε πρώτο πληθυντικό απαρεξήγητα
γιατί υπάρχει άμεση ανάγκη για μεταμόσχευση ανθρωπιάς −
όταν φτάνει κοντά να ξημερώσει εντελώς
έχω καταλήξει σε ένα σχέδιο ιδιοφυές
να αλλάξετε πρέπει οι ψυχολόγοι μια μόνο λέξη
όπου κατάθλιψη γράψτε στα τεφτέρια και στις διατριβές σας μιζέρια
κι ύστερα δείτε πώς θα ξεχωρίσουμε εν ριπή ωτός
οι εντός του κλίματος των ημερών
− άλλως μοντέρνοι −
από τους αληθινά θλιμμένους
από κείνους δηλαδή που ξυπνούν από εννιάωρο βαθύ ύπνο
με χέρια βαριά και πόδια ήδη νεκρά

ξημερώνει
και γω κλείνω επιτέλους τα μάτια
άλλος ένας λαθεμένος απολογισμός έλαβε τέλος
από αύριο
θα πατάω ξυπόλητη στα πατώματα των ξενοδοχείων
θα πεινάω τα μεσημέρια
θα κάνω πράξη τις αρχές επαγγελματικού προσανατολισμού
και ίσως
− λέω ίσως γιατί εμπιστοσύνη καμιά δεν μου ‘χω πια −
να τολμήσω να δοκιμάσω ένα κεράσι εμποτισμένο από την πίκρα της πόλης που με έδιωξε
να στείλω το φόβο μου στον αγύριστο
και να ζήσω μαζί σου σε μέρες και νύχτες
χωρίς τη χρεία βάρκας
με μόνο δυο σωσίβια φτηνά
που στην πρώτη φουρτούνα θα αχρηστευτούν
κι έτσι αναγκασμένοι θα ‘μαστε
χέρι χέρι ως την ακτή της αλήθειας μας να φτάσουμε

 

* ο τίτλος του παρόντος αποτελεί

παράφραση του στίχου του γιώργου δομιανού

καμιά φορά διψάω για σταύρωση

από τη συλλογή

δεν είναι η εποχή των κερασιών

ανέσπερος, ο/η

μηρυκάζω τη ζωή μου

στέκομαι σαν όρνιο πάνω απ’ τις σκέψεις μου

αποφασίζω άγαρμπα ποια θα κατασπαράξω πρώτη

είμαι ένας ποδηλάτης χωρίς κράνος στην εθνική πατρών αθήνας

ένας ένστολος που μοίρασε το πλεόνασμά του στους πακιστανούς του πρώτου ορόφου

τριάντα χρόνια κυλήσανε ανάμεσα στα πόδια μου

τριάντα αργύρια πέσανε από την τρύπια τσέπη μου

είμαι γραμμή όλο σκαμπανεβάσματα σε καρδιογράφημα νεκρού

κι αλήθεια πλάσματα πιο εγωκεντρικά από τους ποιητές ποτέ δεν γνώρισα

 

εδώ στην επαρχία έκανα συμφωνία κυρίων με τον άνεμο

του δίνω μοναξιά

μου απαντά με βρόχινο νερό

έχω μαλλιά απαλά και δάχτυλα από κερί

αγαπάω τους ανθρώπους γιατί τρέφω μίσος αταλάντευτο για την ανθρωπότητα

κομίζω μήνυμα αντεθνικό για απάτριδες

που μόλις αντικρίσουν το νησί πέφτουν στα γόνατα λυγμώντας

 

πόσο σωστά τα κάνατε όλα άνθρωποι

όλα σωστά

οι πόλεμοι τα κομμένα κεφάλια τα τουμπανιασμένα κορμιά τα σπασμένα αγάλματα

τα νεκροταφεία οι μεγάλες και οι μικρές ιδέες οι σημαίες

πόσο λάθος έζησα

σας λυπόμουν για τη ζωή που διάγετε

ώσπου μια μέρα ένας βραχμάνος εδώ στη γειτονιά μου άνοιξε τα μάτια

μοιράζει τσικουδιά και μεταθανάτια αηδία σε τιμές ανέσπερου φωτός

εσένα λυπούνται οι εντός και οι επί τα αυτά μου είπε

τον βλαστήμησα με ορμή μα είχε δίκιο

μη φεύγετε χριστιανοί μη με φοβάστε

πιστεύω στα παραμύθια πιότερο από σας

 

έγινα δέκα χρόνων πάλι

κρατώ στα χέρια έναν πίνακα με στοιχεία χημικά δεόντως μεταχειρισμένο

και δασκαλεύω δήθεν αόρατους μαθητές που μ’ αγαπούν πολύ

θα αγαπάω για πάντα λίγο παραπάνω τις αλκαλικές γαίες

θα τρέμω πάντα την αντίδραση με τα αέρια που ονομάσατε ευγενή

πόσο άδικη η δασκάλα πόσο λάθος οι διδαχές

 

θα ψάχνω πάντα το αντώνυμο του αντίξοος

και θα ‘χω πάντα για οδηγό μου μία και μόνη σιγουριά

το μόνο σίγουρο είναι πως γεννηθήκαμε

ο μόνος ήχος που ακούστηκε ποτέ στη γη είναι της μάνας η κραυγή που μας γέννησε

ο μόνος φόνος που έλαβε ποτέ του χώρα ο πνιγμός του βρέφους από τη θλίψη της επιλοχίας

 

απομακρύνετε όλους τους ενήλικες

φέρτε κοντά μου μόνο τα μικρά παιδιά

ακολουθούν σκηνές αλήστου τρυφερότητας

 

θέλω όλα σε μιαν ανάσα να προλάβω να τα πω

κι ύστερα ίσως βρω ανάσα πάλι

ύστερα ίσως βρω παλμό

ύστερα ίσως βρω και ειρμό ακόμα ακόμα

ύστερα ίσως σπάσω το συμβόλαιο με τον άνεμο

 

κάποτε -σύντομα- την ώρα που θα με θάβετε θα μελαγχολώ βαθιά

ζήτησα βλέπετε να γίνω στάχτη

ανύπαρκτη

ανέστια

αναπόσπαστη

 

θα γελώ πάντα στις κηδείες

θα καγχάζω πάντα στις πολιτικές ταφές

θα εισβάλλω πάντα στις γιορτές με το αριστερό

θα σέρνω πάντα το χορό του αποχαιρετισμού

θα αποζητάω πάντα να καταλαβαίνουν τα γραπτά μου οι ανήμποροι

θα ψάχνω πάντα το αντίθετο του αντίξοος

θα είμαι πάντα λάθος

πάντα λάθος

και πάντα οι άνθρωποι θα με αγαπάνε για τα λάθη μου

 

έχω επιθυμήσει ένα άγγιγμα χεριού

όχι δεν ζήτησα να με αγκαλιάσεις

μόνον μια χειραψία ανώνυμη δίχως να συστηθείς σου ζήτησα

ίσα να σπάσουν ο τρόμος και ο πάγος του αίματος

το αίμα μου πέτρωσε

οι φλέβες μου έσπασαν

χρειάζομαι επειγόντως έναν δότη δοντιών

μου πέσανε όλα χτες τη νύχτα σ’ ένα όνειρο γεμάτο νεκρούς

 

μην ανησυχείς μάνα

είμαι απόλυτα υγιής

μην κουράζεσαι πατέρα

γεννήθηκα ρυτιδιασμένη από τα μέσα μου

 

κουβαλάω σκηνές από τα φιλμ όλης της υφηλίου

δεν είμαι άνθρωπος πια

μια μηχανή του χρόνου και του πόνου είμαι

ένας αριστερός καθρέφτης στο αυτοκίνητό σας

είμαι εκεί για να σπάσω

εφτά χρόνια καλοτυχία μόλις εξαφανιστώ από τις ζωές σας

είμαι εκεί για να μην δείτε τον ποδηλάτη

κάταγμα στο ισχίο και πολλαπλές κακώσεις σε όλα τα πεντάλ

δεν είμαι άνθρωπος γιατί κοιτάζω πάντα προς τα βάθη

κοιτάζω πάντα προς τα κάτω

κοιτάζω πάντα προς τα μέσα

κάθε πρωί χαιρετάω τον πυρήνα της γης

κάθε νύχτα τραγουδάω μαζί με τον γκιόνη το τραγούδι για τον νεκρό του αδελφό

όχι όχι δεν τον σκότωσε ο γκιόνης· για τις ανάγκες του σεναρίου ειπώθηκε αυτό

τον σκότωσε το άγχος της ζωής στην πόλη

 

θέλω να γίνω θρόισμα

θέλω να γίνω ίλιγγος

θέλω να μην ε ί μ α ι

 

δυο αρνήσεις μια κατάφαση, το γνωρίζω

πολλές αρνήσεις όμως τι μας δίνουν

πού μας οδηγεί η άρνηση

γιατί με δυσκολεύει η ατελής διαίρεση

πόσο εύκολα πολλαπλασιάζω ψάρια και ψωμιά

γιατί δεν αντέχω να σπάσω σε χίλιες στάχτες

κι έτσι κανείς ποτέ να μην με ξαναδεί

ούτε σε πόλη ούτε σε επαρχία

διαίρεση

διαίρεση

διαίρεση και βασιλεία των ουρανών

κύριε ιησού χριστέ ο θεός υμών

λαμά σαβαχθανί χριστέ;

χρίσμα

χρίσμα

άχρηστη

ένα υπόλοιπο σε μια διαίρεση που δεν χωράει στην τσέπη

γιατί κρεμάστηκες ιούδα

γιατί σταυρώθηκες χριστέ

γιατί

γιατί

μου λείπουν τα επειδή

και απ’ όσο ξέρω για τούτο θεραπεία δεν υπάρχει

 

ξέρεις ποιητή κοιτώ κι εγώ συχνά πυκνά μες στο φλιτζάνι του καφέ

φτάνω το σούρουπο ως κάτω κι ύστερα ως πάνω στη φεγγάρινη λάμα

έχω μόνιμα στα χέρια έναν ίλιγγο

κι ας μην το λέω σε κανέναν

κι ας μην μου δώσουνε ποτέ βραβείο λένιν

 

μέσα στο στομάχι μου μια κάμπια γεννημένη νεκρή

που δεν έμελλε ποτέ της να γίνει πεταλούδα

μέσα στα μαλλιά μου αράχνες εξόριστες

που δεν μάθανε ορθώς την τέχνη ύφανσης ιστού

 

άκου με άνεμε

σπάω τη συμφωνία

από τούδε θα σου δίνω εγώ τη βροχή

και σαν αντάλλαγμα θα σε αλαφραίνω από τη μοναξιά σου

τετραγωνική ρίζα της μοναξιάς υψωμένη στον κύβο

δεν θα λύσω άλλο τις εξισώσεις σας

οι άγνωστοι με περικύκλωσαν

ο κύκλος έπεισε τις αγκυλωτές γωνίες του να στρογγυλέψουν

και τώρα τελευταία σαν να είδα τα ποτάμια να κινούν για το βουνό

 

φτάνει

φτάνει

φτάνει πια

 

αλήθεια δεν εγνώρισα ποτέ μου πλάσματα πιο εγωκεντρικά από τους ποιητές

θα είμαι πάντα μια τριγενής και δικατάληκτη παραφωνία

θα είμαι πάντα ένας δίφθογγος για τον καημό

θα είμαι πάντα ένα παρανάλωμα θλίψης καταμεσής του αυγούστου

θα είμαι πάντα μισή ουγγιά χαράς σε μέρες λιτού και ανέντιμου βίου

 

και τέλος

θα ψάχνω πάντα με επίταση του αντίξοου το αντίθετο

in absentia

να ‘χει πόρτα ανοιχτή και να μην έχει θάλασσα
κ. γ.

10394624_761334710603012_7565560754540956912_n

ποιες λέξεις να ξεγεννηθούν από την κατάρα της αλήθειας
απόμεινα μόνη χωρίς μαιευτήρα χωρίς μνηστήρα
χωρίς πατέρα της μύχιας ασχήμιας μου
κι έτσι με στόμα ραμμένο ατσάλινο
και κομμένο στα μέτρα σας
θα συνεχίσω
άχαρη και δυστυχής
με παγωμένο χαμόγελο και δαγκωμένο κραγιόν
αλωμένη
κατακτήτρια
άλαλη
αναίσθητη από έρωτα
ανέπαφη από επετείους
αδήλωτη στην εφορία
απροετοίμαστη μπροστά στην ευφορία
ανυποχώρητη στη δυστυχία
και στέρφα από ζωή

 

φωτογραφία: niwse

ο τελευταίος των γλάρων

άκου με, γλάρε
κοίταξέ με την ώρα που κολυμπάω μέσα στη βαρυχειμωνιά
κατακαλόκαιρο και φέτος ο νοέμβρης
ο νοέμβρης λέω
ο μήνας του εξεγερμένου κλάματος
να ‘χεις ποτέ σου πάθει αμνησία, γλάρε;
να υποφέρεις άραγε από μυωπία, να θες γυαλιά;
παθαίνουν μυωπία τα πουλιά;

άκου με πάντως
σ’ αυτόν τον τόπο κολυμπάς αγκαλιά με το θεό αίολο
απέναντί σου οι γεννήτριες απειλητικά αγέρωχες
μετατρέπουν την ενέργεια σε σκόνη
οι αγρότες εκεί πάνω φυλάνε τα χωράφια τους με καλάσνικοφ
μπερδέψανε βλέπεις τις γεννήτριες με τους ανεμόμυλους
το σφάλμα της εποχής
έγινε ήρωας ο δον ζουάν
και λησμονήθηκε ο άλλος δον
ο κιχώτης

την ώρα που κολυμπάω ξέρεις, γλάρε
δεν σκέφτομαι με το μυαλό
αλλά με τα πνευμόνια
μουλιάζω το κεφάλι μου για ώρα πολλή
για να μου προκαλέσω φρικτό πονοκέφαλο
είμαι έτοιμη για τα βασανιστήριά σας, κοινωνία
ξεδιαλέγω λοιπόν τα όργανά μου
εξερευνήσαμε που λες το εκατό τοις εκατό του στομαχιού μας
αλλά ένα ασήμαντο μόνο κομμάτι του εγκεφάλου μας
κι έτσι ξέρουμε με σιγουριά
τι σημαίνει πεινάω
τι σημαίνει χορταίνω
και τι σημαίνει κλέβω για να φάω
ο πολιτισμός του στομαχιού
η πρόοδος του εντέρου
η επιτυχία της στομαχικής πλύσης
και οι εγκέφαλοι ανενεργοί
ε ας τους πετάξουμε

σου ‘λεγα ότι κάνω ξεσκαρτάρισμα
θέλω λοιπόν τα πνευμόνια αλλά όχι τον εγκέφαλο

κι η θάλασσα ξέρεις, γλάρε
η θάλασσα γελάει και μου δείχνει τα δόντια της
είναι θυμωμένη και νιώθει μοναξιά
το λάθος της εποχής
λατρέψαμε τη θάλασσα μόνο στους σαράντα υπό σκιάν
ξεχάσαμε πώς είναι να αγαπάς στα δύσκολα
να αγαπάς τους νοέμβρηδες
να επαναστατείς σε καιρούς άβολους
και να χαμογελάς σε χρόνια βροχερά

σου ‘λεγα για τη θάλασσα
αγαπάω τις αντιθέσεις, στο ‘πα;
λοιπόν πόσο αντίθετα είναι όλα τώρα πια εδώ
η δροσιά είναι τώρα πάνω στη γη
η ζέστη υπάρχει μόνο μέσα στο νερό
τα νερά που το καλοκαίρι δροσίζουν τους λουόμενους
γίνονται −φευ− το μοναδικό καταφύγιο θέρμης

άσε που τώρα δεν υπάρχουν λουόμενοι εδώ
μόνο εσύ κι εγώ
ένας γλάρος και δύο πνευμόνια
για σκέψου
νιώθουν τα πουλιά μοναξιά;
υπάρχει αμηχανία στον αέρα;

θέλω γλάρε με την ευκαιρία να διορθώσω και κάτι ιστορικό
συνηθίζουν οι άνθρωποι να λένε πως τάχα φοβούνται
τη φωτιά τη γυναίκα και στο τέλος μόνο το θαλασσινό νερό
όμως τους χειμώνες μόνο παίρνουν σάρκα και οστά
τα ρητά της ανθρώπινης δειλίας
άκου τώρα την αλήθεια γλάρε
πυρ γυνή και θάλασσα
αυτό θα αναφωνώ κάθε που θα σε κοιτώ
γιατί ξεκίνησα να ζήσω την άνοδο των μυρίων εξαθλιωμένων λαών
και τώρα πια βυθίζομαι όλο και πιο βαθιά στην ταπείνωση

μόνη μου διέξοδος γλάρε
να φωνάζω
θάλαττα θάλαττα
κάθε που θα ‘ρχομαι να σε κοιτώ
κάθε που θα με αγκαλιάζει το κρύο νερό
και κάθε που θα ελπίζω πως θα μου χαρίσεις τα φτερά σου

αποστάσεως, εξ

317367_10200197204907713_1232321589_n

 

δεν είναι που δεν ήρθες απόψε
-δίνω όλες μου τις ανάσες ακόμα για τα μακρινά σου χαμόγελα-
είναι που οι τοίχοι του σπιτιού σκίρτησαν
στο άκουσμα του ερχομού της αύρας σου

δεν είναι που δρόσισαν οι νύχτες
-έχω μάθει να ντύνομαι ζεστά για να μην παγώνει το βλέμμα μου-
είναι που πέρασαν καλοκαίρια πολλά
προτού να συναντηθούνε τα δάχτυλα

δεν είναι που η θάλασσα αλλάζει τα μπλε της τόσο συχνά
-αν μείνει ακίνητη ακόμα κι αυτή τότε θα ‘χει έρθει το τέλος μας-
είναι που της λείπουμε οι άνθρωποι
όλος ο χειμώνας μια μοναξιά για κείνη

δεν είναι που το κλάμα τίποτα δεν ξεπλένει πια
-μια απάτη των βολβών τα δάκρυα που ποτέ δεν πιστέψαμε-
είναι που ανακαλύπτω με μια μικρή πικρή καθυστέρηση
πως και η θλίψη ακόμα μια απαραίτητη χειραποσκευή είναι

που θα με ακολουθεί σε κάθε τόπο

τα τρία μι

θα θυμηθώ την πρώτη εκείνη τη φορά

που μέσα σε μεταφοράς μαζικής μέσο

αποκοιμήθηκα

ξένη και μόνη ήμουν

 

τα τρία μι ορίζουν τις ζωές μας

 

έκλεισα τα μάτια

μήπως και κάποτε σταματήσουν να τρέχουν

κι έμεινε τότε μόνη η σκέψη μου

καλπάζουσα

 

οι μόνοι άνθρωποι κοιμούνται ήσυχα

ξυπνάνε άδειοι

έχουν κουράγιο να γεμίσουνε τη μέρα τους

γιατί τις νύχτες με τα άχρηστα ξεμπερδεύουν

 

από τα νιάτα μας μάς έμαθαν

μια λύπη κι έναν οίκτο να αισθανόμαστε

για όποιον μόνος το κρεβάτι του ζεσταίνει

για όποια μόνη το κρεβάτι της το στρώνει

 

μα μόνος δεν θα πει μονός

 

κι εξάλλου

όλων μας τις ζωές τα τρία μι ορίζουν

άλλοτε τα εργαλεία που μαζικά

από τη μια άκρη της πόλης ως την άλλη μας ταξιδεύουν

 

κι άλλοτε πάλι

η μάνα

το μην

και το μαζί

 

  και μήπως και τούτα δεν μας άγουν και μας φέρουν;

πρώτο κλάμα

 δεν υποφέρω πια από αϋπνίες και δεν ξέρω αν αυτό είναι οπωσδήποτε καλό

τα βράδια παλεύω να μαζέψω τις σκέψεις μου προτού αποκοιμηθώ από την κούραση

 483410_10200180443288683_323102176_n

ένα βράδυ θυμήθηκα κάτι που είχε συμβεί πριν από χρόνια, ανέσυρα πάλι μια περίεργη συγκίνηση που ένιωθα τότε. όχι συγκίνηση, ψέμματα. πόνο ένιωθα.

πριν από περίπου μια εικοσαετία, θυμάμαι ότι τελείωνα το δημοτικό εκείνη τη χρονιά, υπήρχε ένα παιδάκι στο σχολείο μου της πρώτης δημοτικού που με έκανε να κλαίω. καθόταν πάντα μόνο στα διαλείμματα, δεν έπαιζε με τους συμμαθητές του, τα άλλα τα παιδιά κάπως ξεχνούσαν τη λύπη τους που δεν ήταν στο σπίτι τους, όμως αυτός ο μικρούλης στεκόταν πάντα μόνος, αντιστεκόταν στη λαίλαπα του διαλείμματος, λες και μας κορόιδευε, εγώ όταν είμαι θλιμμένος θέλω να παραμένω θλιμμένος λες και μας έλεγε, αγόραζε στο μεγάλο διάλειμμα μια τυρόπιτα από το κυλικείο και την έτρωγε ήσυχα, μόνος του, ατένιζε κάτι που όλοι εμείς δεν μπορούσαμε να δούμε.

τις πρώτες μέρες τον κοίταζα από μακριά, δεν τολμούσα να πλησιάσω, θες από ντροπή, θες από σεβασμό, θες γιατί αυτή η επιλεγμένη μοναχικότητα κάτι μου θύμιζε, κοιτούσα μόνο από μακριά για να είμαι σίγουρη ότι είναι καλά. με τον καιρό τον πλησίασα, τον ρώτησα το όνομά του, είχα το θράσος να τον ρωτήσω γιατί δεν παίζει με τα άλλα παιδιά, είχε την ωριμότητα απλά να μου απαντήσει ότι δεν θέλει.

στο σχόλασμα καθόμουν πάντα και περίμενα. έβλεπα τη μαμά του να πλησιάζει, να τον παίρνει αγκαλιά και να φεύγουν μαζί, και τότε μόνο μπορούσα κι εγώ να φύγω για το σπίτι μου.

μου άρεσε να κάθομαι πια κοντά του στα διαλείμματα, κι ας μην μιλούσαμε, μου αρκούσε μόνο να μη νιώθω ότι είναι μόνος, απέφευγα κιόλας να του μιλάω, γιατί κάθε φορά με έπιαναν τα κλάματα και τον ντρεπόμουν πάρα πολύ, ίσως να αναρωτιόταν ποια είναι τούτη εδώ η τρελή που κάθεται δίπλα μου, τι θέλει, γιατί κλαίει.

θυμάμαι ολοκάθαρα την πρώτη μέρα που έψαξα με το βλέμμα μου τον μικρό μου ήρωα και τον είδα να τρέχει στην αυλή, να γελάει με κάποιο αστείο των συμμαθητών του και να παίζει μαζί τους.

και τότε πήρα την απάντησή μου, όταν θέλω κόσμο είμαι με κόσμο και όταν δεν θέλω δεν είμαι έμοιαζε να μου φωνάζει από μακριά, κι εγώ είδα για πρώτη φορά το χαμόγελό του και ανακουφίστηκα.

η μοναξιά είναι προνόμιο

γεννιόμαστε με την καλοσύνη και τον πόνο μέσα μας, μακάρι να συνεχίζαμε να ζούμε έτσι

Ιορδάνη, αφιερωμένο.