sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: νέος

καμιά φορά διψάω για ποίηση*

και μιλάω
για τα εξάχρονα στο δημοτικό
που πετάνε
τις τσάντες κάτω
και παλεύουν
μεταξύ τους
όπως
δεν παλεύουν
οι πατεράδες τους
με την
πραγματικότητα

γιώργος δομιανός
(άτιτλο I)

οι επισκέψεις στην πρωτεύουσα
είναι στην πραγματικότητα πρότζεκτς
εργασίες δηλαδή καταστροφής στερεότυπων
κατέβηκα λοιπόν μέχρι τον πειραιά
γιατί η θάλασσα δεν είναι θάλασσα μόνο στο νησί
κατέβηκα στο λιμάνι μ’ ένα οικείο ουρλιαχτό στο στομάχι μου
και κει την είδα
κι αν θες να ξέρεις
μύριζε υπέροχα
καυσαριώδες ιώδιο
κάθισα σε μια αποβάθρα
υποκρινόμενη έναν ερχομό
τα λιμάνια δεν αφορούν τη φυγή
αλλά τον ερχομό που δεν έρχεται

στο απέναντι πεζοδρόμιο
τα μανάβικα πουλάγανε κεράσια σαν τρελά
καυσαριώδες κεράσι
και γω επιβεβαίωσα την αλήθεια
όσων έμαθα χτες
πως όχι
δεν είναι η εποχή των κερασιών
κι ύστερα σκέφτηκα
πως δεν έχω δοκιμάσει κεράσι ποτέ στη ζωή μου
το κεράσι βλέπεις κρύβει κάτι
και γω τις νύχτες ζω αγκαλιασμένη με τους φόβους μου
φυλάω τις ανασφάλειές μου θαρρείς και αποτελούν
υμένα παρθενικό της δεκαετίας του πενήντα
δεν σκοπεύω να χαρίσω τις φοβίες μου
στο πρώτο τυχόν ελκυστικό φρούτο
τουναντίον
έχω στόχο να πετάξω κάθε φόβο μου
από το μπαλκόνι του τέταρτου ορόφου του πατρογονικού μου
την πρώτη νύχτα του θανάτου μου

περπάτησα για εβδομήντα λεπτά
έμεινα μέσα στα δικαστήρια της περιοχής για σαράντα λεπτά
κι αυτή νομίζω
είναι μια πολύ πολύ κακή αναλογία

δεν μπορώ να αποφασίσω αν μου λείπουν οι πόλεις
ή αν αντίθετα
δεν έπρεπε ποτέ να γεννηθώ μέσα σ’ αυτές
προσπαθώ να εντοπίσω το αληθινό μου πρόβλημα
και συνειδητοποιώ πως το πρόβλημα έγκειται
στη συγκίνηση που ξεχύνεται από μέσα μου
όταν διαβάζοντάς τα
ενώνω φθόγγους και διφθόγγους ποιημάτων
ποιήματα που κρύβουν σε μια φράση μόνο
ψέματα ολόκληρων εποχών

ζηλεύω την αφαιρετικότητά τους
γράφω πάντα τόσα μα τόσα πολλά
γιατί είμαι τόσο αστάθμητη
που δεν μπορώ καν να αποφασίσω
τι είναι πεζό και τι ποίημα

έλεγα για τη συγκίνησή μου
που είναι αδικαιολογήτως υφιστάμενη
και ξέρω και πάλι σε αυτό το σημείο
πως αναπόφευκτα για τον εαυτό μου θα μιλήσω
υπάρχουν λέξεις που τις διαβάζω και καρφώνονται πάνω μου
σαν καρφιά σχεδόν χριστιανικά
θέλω να ρωτήσω τον κύριο τάδε πώς τα κατάφερε
και νίκησε την ηθική της εποχής της βολικής φτώχειας
μέσα από το τσιγάρο του κοριτσιού στα κτελ
κι ακόμα αν ξέρει να μου πει
σε ποιου φρούτου την εποχή ζούμε
μήπως και το ‘χω δοκιμάσει
μήπως και πατήσω πόδι σε μια έστω γαμημένη βάρκα

κάνω κουπί πατώντας στο κενό και πια κουράστηκα

ξέρετε
οι άνθρωποι με αγαπάνε
εξ αποστάσεως
μέχρι να με ζήσουνε λιγάκι
ύστερα προτιμούν να με ξαναγαπήσουν εξ αποστάσεως
γιατί γαντζώνω απάνω τους ασφυχτικά
μια μοναξιά
πολύβουη
ανέξοδη
παρθένα
και γιατί χωράω μέσα στη σιωπή
όπως ο αναπτήρας στο πακέτο με τα μείον τέσσερα τσιγάρα
καθίσταμαι έτσι μια ύπαρξη
ωσεί παρούσα εσαεί

κάθε ξημέρωμα στις τέσσερις κλείνω την τηλεόραση
αφού έχω εξιχνιάσει κάθε έγκλημα
λαβόν χώρα στις πολιτείες του νέου κόσμου που μας σύστησε ο αμέριγκο βεσπούτσι
λέω στον εαυτό μου λοιπόν
πως είναι αργά
πως η κούραση θα μου κλείσει τα μάτια
προσπαθώ να ερωτευτώ το μαξιλάρι
μα ύστερα μου μπαίνουν ιδέες πάλι

εκείνη η νύχτα
που ακούσαμε τον ρίτσο να μας απαγγέλλει τον επαναστάτη
και έκλαιγα λες και η βάρκιζα συνέβη μόλις χθες
− στην πραγματικότητα το κλάμα είχε να κάνει με την πικρή διαπίστωση πως σε αδικώ κατάφωρα γιατί σε αγαπώ παράφορα −

εκείνος ο άνθρωπος που εκτίει ποινή φυλάκισης τέρατος
αγκαλιά με την αθωότητά του

εκείνο το πρωινό
που η μάνα μου και ο πατέρας μου γέννησαν ένα μωρό
ένα μωρό που έμελλε να γίνει
το κέντρο του πληγωμένου κόσμου μας

κι ύστερα σκέφτομαι πώς θα γίνει
άλλο ένα στερεότυπο να χαλάσουμε
άλλον έναν συρμό να διαρρήξουμε
− μιλάω σε πρώτο πληθυντικό απαρεξήγητα
γιατί υπάρχει άμεση ανάγκη για μεταμόσχευση ανθρωπιάς −
όταν φτάνει κοντά να ξημερώσει εντελώς
έχω καταλήξει σε ένα σχέδιο ιδιοφυές
να αλλάξετε πρέπει οι ψυχολόγοι μια μόνο λέξη
όπου κατάθλιψη γράψτε στα τεφτέρια και στις διατριβές σας μιζέρια
κι ύστερα δείτε πώς θα ξεχωρίσουμε εν ριπή ωτός
οι εντός του κλίματος των ημερών
− άλλως μοντέρνοι −
από τους αληθινά θλιμμένους
από κείνους δηλαδή που ξυπνούν από εννιάωρο βαθύ ύπνο
με χέρια βαριά και πόδια ήδη νεκρά

ξημερώνει
και γω κλείνω επιτέλους τα μάτια
άλλος ένας λαθεμένος απολογισμός έλαβε τέλος
από αύριο
θα πατάω ξυπόλητη στα πατώματα των ξενοδοχείων
θα πεινάω τα μεσημέρια
θα κάνω πράξη τις αρχές επαγγελματικού προσανατολισμού
και ίσως
− λέω ίσως γιατί εμπιστοσύνη καμιά δεν μου ‘χω πια −
να τολμήσω να δοκιμάσω ένα κεράσι εμποτισμένο από την πίκρα της πόλης που με έδιωξε
να στείλω το φόβο μου στον αγύριστο
και να ζήσω μαζί σου σε μέρες και νύχτες
χωρίς τη χρεία βάρκας
με μόνο δυο σωσίβια φτηνά
που στην πρώτη φουρτούνα θα αχρηστευτούν
κι έτσι αναγκασμένοι θα ‘μαστε
χέρι χέρι ως την ακτή της αλήθειας μας να φτάσουμε

 

* ο τίτλος του παρόντος αποτελεί

παράφραση του στίχου του γιώργου δομιανού

καμιά φορά διψάω για σταύρωση

από τη συλλογή

δεν είναι η εποχή των κερασιών

χαίρε σταυρε, οικουμένης φύλαξ

1176116_10200991043553183_1276714551_n

Γράφω και ακούω. Πώς το λέγαμε στο δημοτικό; Γράφω και μαθαίνω. Ε λοιπόν εγώ τώρα αντιστρέφω τους όρους. Ακούω και γράφω. Το φεγγάρι έχει ανέβει πια ψηλά στον ουρανό. Η ώρα περασμένη. Ένα σμάρι κόσμου έχει μαζευτεί σε ένα τηλεοπτικό στούντιο και περιμένει να ακούσει πώς θα σωθεί από έναν κύριο που πήρε το ακριβοπληρωμένο του σακίδιο επ’ ώμου και αποφάσισε ότι θα κινήσει τα νήματα της πολιτικής ζωής. Αυτή τη στιγμή που γράφω τον ακούω να μιλά. Ίσως και να θέλω να νυστάξω, ποιος ξέρει. Με νανουρίζει. Αυτή είναι η αλήθεια. Έχει ωραία χροιά. Προσπαθώ να πιάσω το βαθύτερο νόημα αυτών που λέει. Στις περισσότερες κουβέντες του δεν υπάρχει νόημα. Απολαμβάνω την τηλεοπτική δημοκρατία ωστόσο. Παρατηρώ ότι νέοι άνθρωποι τον ρωτούν με αγωνία και ολίγον τι θαυμασμό. Θαυμασμό. Άκουσον άκουσον. Λοιπόν είναι πολύ εύκολο να γίνεις πολιτικός ανήρ. Ή και θυγάτηρ. Φτιάχνεις λίγο το μαλλί. Όχι με τρόπο λαϊκό όπως η Σοφία Βούλτεψη. Λιγάκι πιο μοντέρνο. Λιγάκι πιο αφηρημένο. Λιγάκι πιο πιασάρικο. Ύστερα φτιάχνεις λίγο το ντύσιμο. Πετάς τσιτάτα. Καταργείς το χαμόγελο. Εισάγεις το μειδίαμα. Σηκώνεσαι όρθιος. Θα τους εκπλήξεις. Θα μείνουν με το στόμα ανοιχτό. Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους. Δεν είσαι μαγκωμένος. Έχεις γνώση του χώρου και του χρόνου. Θα απαντήσεις σε όρθια στάση. Ο κοινός ελληνικός νους θα σκεφτεί ρε, αυτός δεν είναι σαν τους άλλους, είναι άνετος. Ο ίδιος κοινός νους που έδωσε χρυσούς δίσκους στο Νότη, που τίναξε το μέγκα τσάνελ στην κορυφή της τηλεθέασης, που έτρεξε να πανηγυρίσει για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, που έβαψε τα μαλλιά πλατινέ, που φόρτωσε τις πιστωτικές για διακοποδάνεια, που πήρε αυτοκίνητα αξίας σπιτιών, ο ίδιος κοινός νους που όπλισε χέρια νεοναζί. Εξάλλου ξέρεις πού απευθύνεσαι. Απευθύνεσαι σε κόσμο που δεν επιθυμεί να αντιληφθεί την ουσία εδώ και πολλά χρόνια. Μιλάς σε αυτιά πολλάκις τρυπημένα. Σε κοιτούν μάτια ενισχυμένα με μπότοξ. Σε νιώθουν χείλη περασμένα με κραγιόν. Ξέρεις από απλοϊκότητα. Δούλευες σε ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό επί σειρά ετών. Γνωρίζεις τι θέλει το κοινό. Διαχωρίζεις τα πράγματα. Παιδιά να ξέρετε. Από τη μία είναι η ακροδεξιά και από την άλλη η ακροαριστερά. Βορίδης εναντίον Λαφαζάνη. Ακροδεξιός ο εις, σταλινικός ο έτερος. Δεν του αντιμιλά κανείς. Ναι μωρέ. Καλά τα λέει. Πάνω κάτω έτσι είναι. Συνεχίζεις όρθιος. Βγάζεις επιφωνήματα. Κουνάς χέρια. Συνεχίζεις να μη λες τίποτα. Ζητώ την ψήφο σας. Δεν έχω να απαντήσω σε τίποτα. Δεν είμαι αριστερός – καλά αυτό το ξέραμε. Δεν είμαι δεξιός. Αυτά τα πράγματα είναι ντεμοντέ. Χρειάζονται πρόσωπα. Νέα πρόσωπα. Εγώ ειμί το φως. Είμαι μια δύναμη αλλαγής. Η Ελλάδα μπορεί να αλλάξει. Μπορώ να σας φέρω την αλλαγή. Μην με ρωτάτε λεπτομέρειες. Φανταστείτε απλά τη ζωή σας να κυλά σαν τηλεοπτική εκπομπή. Με soundtrack των Calexico. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στην πορεία. Ξέρεις πώς να φερθείς. Ο παρουσιαστής σε αποκαλεί πρόεδρο. Γουστάρεις. Τον αποκαλείς φίλο. Άκου φίλε. Οι τηλεθεατές ψηφοφόροι σε προσφωνούν Σταύρο. Γουστάρουν. Τους κοιτάς στα μάτια. Δεν έχει σημασία τι λες. Αλλά ο τρόπος που το λες. Ό,τι δηλώσεις είσαι. Έτσι δεν μας μάθαιναν παλιά;
Είσαι η πραγμάτωση της χώρας μου. Είσαι η χώρα μου. Είσαι οι άνθρωποι αυτού του τόπου. Είσαι η Ελλάδα. Μας αξίζεις. Κουβέντα για τις πληγές μας. Κουβέντα για τα τραύματά μας. Κουβέντα για την αλήθεια. Άλλο το φαίνεσθαι και άλλο το είναι. Στα γεννητικά μας όργανα γραμμένο το ‘χουμε το είναι. Το φαίνεσθαι μας νοιάζει. Αυτό είναι όλα τα λεφτά. Εκεί στη ρημάδα τη θεωρητική κατεύθυνση προ δεκαετίας μερικοί βγάλαμε τα μάτια μας με τον Επιτάφιο του Περικλή. Μαθαίναμε από το Θουκυδίδη πως το είναι πρέπει να ταυτίζεται με το φαίνεσθαι. Μαλακίες.

Ωραία τα λες, πρόεδρε. Είσαι όλα τα λεφτά. Είσαι το μέλλον, το παρελθόν και το παρόν. Είσαι η Ελλάδα. Αυτή που ανήκει στον κάλαθο των αχρήστων. Ωραία τα λες, πρόεδρε.

Αλλά νύσταξα.

κι ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει

»Όταν έχω να κρίνω ανάμεσα σ’ ένα παιδί 15 χρόνων, που πετάει μολότωφ, κι έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό, που κρατάει πιστόλι, εγώ είμαι με το μέρος του παιδιού και όχι του αστυνομικού. Εκτιμώ βαθύτατα ένα παιδί που εξεγείρεται και βγαίνει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί, έστω κι αν υπερβάλλει, έστω και αν κρατάει μολότωφ. Και δεν εκτιμώ καθόλου έναν αστυνομικό που το πυροβολεί. Ό,τι και αν έχει γίνει, όπως και αν έχουν τα πράγματα, θεωρώ τραγικό λάθος την αθώωση του αστυνομικού. Και πολύ κακό μήνυμα, που στέλνουμε στα νέα αυτά παιδιά, το υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας μας, που δεν έχει ακόμη διαφθαρεί, όπως εμείς. »

[Ο Μάνος Χατζιδάκις εν έτει 1990 μιλά για τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Μιχάλη Καλτεζά από τον αστυνομικό Αθανάσιο Μελίστα. Εντωμεταξύ, εν έτει 2014 και κατά τη διάρκεια των απολογιών ενώπιον των ανακριτών των νεοναζί βουλευτών και μελών της εγκληματικής οργάνωσης που ευθύνεται για το θάνατο αθώων και για τα πογκρόμ κατά πολλών περισσότερων κάποιοι άνθρωποι συγκεντρώνονται έξω από το Εφετείο εν είδει διαμαρτυρίας για την προφυλάκιση των φασιστών.]

10470928_677407822329035_4363966819359641633_n

// τα παιδιά κάτω στον κάμπο δεν μιλάν με τον καιρό // ο δρόμος κλεισμένος πάλι από κλούβες // μόνο πέφτουν στα ποτάμια για να πιάσουν το σταυρό // χρυσοί σταυροί κρέμονται από τους λαιμούς // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγούν έναν τρελό // μπροστά μου ένα ανθρωπάκι // τον επνίγουν με τα χέρια και τον καίνε στο γυαλό // δολοφόνοι με ύφος αδικημένου πολίτη //

 // έλα κόρη της σελήνης κόρη του αυγερινού // εικοσάχρονα κορίτσια με μπλούζες πίτμπουλ // να χαρίσεις στα παιδιά μας λίγα χάδια του ουρανού // ο ουρανός προσπαθεί να κρυφτεί από τα σκοτάδια της λουκάρεως // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγάνε τους αστούς // αντί να τους κυνηγάμε εμείς μας σφάζουν αυτοί // πετσοκόβουν τα κεφάλια από εχθρούς και από πιστούς // υπολογίζω τα κρυμμένα μαχαίρια στις τσέπες //


// τα παιδιά κάτω στον κάμπο κόβουν δεντρολιβανιές //
μυρίζει θάνατο η πόλη των περιπολικών // και στολίζουν τα πηγάδια για να πέσουν μέσα οι νιες // περνάω ανάμεσά τους δεν σας φοβάμαι ρε // τα παιδιά μες τα χωράφια κοροϊδεύουν τον παπά // σας κοιτάζω όλους κατάματα // του φοράνε όλα τα άμφια και τον παν στην αγορά // μάτια άδεια τσιγάρα που δεν καίνε μυαλά που μυρίζουν στάχτη

// έλα κόρη της σελήνης έλα και άναψε φωτιά // πού πήγαν οι φλεγόμενες καρδιές μας // κοίτα τόσα παλληκάρια που κοιμούνται στη νυχτιά // ο παύλος και ο σεχτζάτ είναι αδέρφια μου // τα παιδιά δεν έχουν μνήμη τους προγόνους τους πουλούν // πατρίδα μου σε μισώ // και ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει γιατί ευθύς μελαγχολούν // ούτε φόβος ούτε θλίψη μόνο μίσος //

φωτογραφία: νιώσε

gastarbeiter

σκαπανέας

η οδός λουκάρεως είναι ένας δρόμος με πολλές λακκούβες

τις λακκούβες τις έχουν δημιουργήσει οι κλούβες των ματ

οι ματατζήδες που κάνουνε βάρδια έξω από το εφετείο

είναι ό,τι πιο θλιβερό μπορώ να σκεφτώ για τη φετινή άνοιξη

άραγε οι ματατζήδες όταν γνωρίζουνε ένα κορίτσι να του λένε τι δουλειά κάνουν;

ποια είναι η μέση ταχύτητα γδυσίματος ενός ματατζή που σχολάει και βγάζει τη στολή του;

*

οι στολές είναι απομεινάρι του δωδεκαθεϊσμού

οι στολές είναι απομεινάρι του καπιταλισμού

ο θεός δίας που ερωτευόταν και άντρες και γυναίκες και ζώα

μεταμορφώθηκε σε υπουργούς χωρίς μαλλιά και σε πολιτευτές χωρίς καρδιά

που νομίζουν ότι ο έρωτας γίνεται πάντα κατόπιν παραγγελίας και με αντικαταβολή

*

στην οδό λουκάρεως περπατάνε πολλοί χαρτοφύλακες

νέοι και νέες με όνειρα που φτάνουν μέχρι απέναντι στο κολωνάκι

νέες και νέοι με ασφυκτικά κοστούμια και ψηλοτάκουνα οράματα

κάποιος πρέπει να τους πει πως τα οράματα δεν έχουνε ύψος αλλά βάθος

τα όνειρα γίνονται ζωή μόνο μετά τον πνιγμό

στα βάθη των ορυχείων βρίσκονται οι πολύτιμοι λίθοι του ανθρωπισμού

και πού ξέρεις; ίσως και να ‘μαστε απλά οι γκασταρμπάιτερ της ανθρωπιάς

*

σκάβουμε το άνυδρο χώμα με νύχια φαγωμένα από την ηδονή και την αγωνία

κατεβαίνουμε κάπου κοντά στον πυρήνα της γης

γιατί πυρήνας και ουρανός συνθέτουν το άτομο

άλλος θα είναι το ηλεκτρόνιο άλλος το πρωτόνιο

κι άλλος το σωματίδιο της ύλης που κανείς ποτέ δεν ανακάλυψε

*

τα ανώνυμα σωματίδια της ύλης στροβιλίζονται μαζί με τη μαρτιάτικη γύρη

κατακάθονται στα πνευμόνια των μη καπνιζόντων

και τους στέλνουνε στο θάνατο μια ώρα αρχύτερα

και ύστερα οι καπνιστές οργανώνουμε πορεία διαμαρτυρίας

έξω από το υπουργείο αντιύλης

και οι πολιτευτές τρομάζουν με το πλήθος

-πάντα το πλήθος είχε δύναμη θαρρώ-

αρχίζουν να πετάνε τα παράνομα τσιγάρα από τα παράθυρα του υπουργείου

συσσίτια καπνιζόντων σε χρόνια μνημονιακά

και το μνημόνιο να ξέρεις πως έρχεται απ’ τη λέξη μέμνημαι

*

μέμνημαι μέμνησαι μέμνηται

αλλά εσύ λησμόνησες και τους ανθρώπους και τα γαρύφαλλα στο πέτο τους

η λησμονιά πλημμύρισε την καρδιά μου με ατόφιο μίσος ταξικό

με γέρασε πριν την ώρα μου

όσο πάω συρρικνώνομαι

με καταπίνουν οι λακκούβες της λουκάρεως

με κομματιάζουν τα βλέμματα των ματατζήδων

*

δεν επιθυμώ άλλο να πνίγομαι και να γερνάω

ο νους μου υπέκυψε στη σκολίωση

αλλά οι νέοι και οι νέες της λουκάρεως υποφέρουνε μόνο από λόρδωση

ώστε λοιπόν το παράταιρο δεν έχει θέση στη χώρα σας

*

αλλά ο μάρτης θα ‘ναι πάντα ο μήνας των ηρωικών γαρύφαλλων

και οι παράταιροι με τα μαυρισμένα από το σκάψιμο νύχια σκαπανείς

θα φέρνουνε πάντα την άνοιξη

στο αιώνιο πένθος του αστικού σας φθινοπώρου

η κρίση στα χρόνια του έρωτα

224828_383508788404348_395524655_n

// γιατί με έφερες απόψε εδώ // θέλω να σου μιλήσω // μόνο μην αρχίσεις τα ίδια σε βαρέθηκα // θυμάσαι πότε ερωτεύτηκες για τελευταία φορά ή έστω για πρώτη // ουφ ευτυχώς νόμιζα θα μου μιλήσεις πάλι για τους αυτοκτονημένους για τους νεοναζί για το δένδια για τους μπάτσους για το γεωργιάδη ευτυχώς άλλαξες θέμα // απάντησέ μου τι θυμάσαι από τον έρωτα // δύσκολη η ερώτηση // τότε να σου πω εγώ θυμάμαι ότι νοσταλγούσα το μέλλον θυμάμαι ότι στα όνειρά μου έβλεπα τι θα συνέβαινε την άλλη μέρα // θυμάσαι ρε το μεγάλο σου τον έρωτα // ένας πασόκος και μισός // πάλι αλλάζεις θέμα // και ποιος σου είπε εσένα ότι άλλαξα θέμα, σας παρακαλώ, άλλη μια γύρα μπύρες φέρτε μας θα τραβήξει η βραδιά // μόνο να μην το ξενυχτήσουμε δουλεύω αύριο // και παλιά δουλεύαμε και πίναμε μπύρες μέχρι το πρωί κι ύστερα κατευθείαν για δουλειά μα πώς αντέχαμε // ο έρωτας μας έδινε φτερά // νιώθω ότι μου κόψανε τα φτερά καταλαβαίνεις εμείς τώρα θα ‘πρεπε να κοιτάμε τον ουρανό να δακρύζουμε και να γελάμε εναλλάξ αλλόφρονες από έρωτα και επιθυμία να κάνουμε ρυτίδες γύρω από το στόμα από την πολυλογία τα φιλιά και τα χαμόγελα και ξέρεις, είναι πολύ σημαντική αυτή η ηλικία γιατί σχηματίζονται οι ρυτίδες έκφρασής μας που θα μας συνοδεύουνε για μια ζωή σκέψου τις γιαγιάδες στο χωριό τα πρόσωπά τους λένε πείνα κατοχή και θάνατος είναι γιατί στα νιάτα τους αυτά ζήσανε έτσι κι εμείς τα πρόσωπά μας θα γράφουνε φτώχεια αυτοκτονία όλα μαύρα φύγε από την ελλάδα όσο είναι ακόμα καιρός πνιγμός θάνατος κρύο χιόνι θέλω να πεθάνω και κάποιος να βάλει στα ηχεία στην κηδεία μου μόνο γιάννη αγγελάκα πού θα πάει θα ξεκολλήσει // περάσανε τόσα χρόνια άλλη μια γύρα παρακαλώ από τα ίδια // κατάλαβες εμείς τώρα έπρεπε να γεννοβολάμε καρπούς παράνομων εραστών να ανοίγουμε τα πόδια μας ακατάσχετα η ζωή μας να είναι μία μόνιμη ορμή αυτή που μάθαμε στη φυσική αλλά χωρίς την αδράνεια αλλά εμένα πάνω στο στήθος μου γράφει γαμημένη επανάσταση δεν θα έρθεις ποτέ και έχει και σημειώματα χρωστάω εκεί εκεί και εκεί μόλις πληρωθώ με το ευρωπαϊκό το ενιαίο το νόμισμα πάω και το καταθέτω στους νταβατζήδες μου μόνο που αυτοί εδώ οι νταβατζήδες δεν μου ζητάνε κορμί γιατί εγώ το κορμί γουστάρω να το δίνω μου ζητάνε ψυχή και μέλλον και κάπως έτσι γεράσαμε στα τριάντα // πάλι μου άλλαξες το θέμα για τον έρωτα μιλούσαμε //  σκέφτομαι συχνά την κοπέλα του παύλου φύσσα, ξέρεις // κοίτα να ζήσεις τη ζωή γιατί η ζωή είναι ένα δώρο // πιες τη γουλιά σου για να παραγγείλω άλλη μια γύρα γιατί αυτό που θα σου πω δεν πάει κάτω ξεροσφύρι, λίγη αιθυλική αλκοόλη ακόμα παρακαλώ μου λες πως η ζωή είναι ένα δώρο και θέλω να σου σπάσω τα μούτρα, τη φράση για τους δαναούς δεν την θυμάσαι // δεν ξέρω, στο σχολείο έκανα μόνιμα κοπάνες γιατί βαριόμουνα // εγώ δεν έκανα σχεδόν ποτέ το γούσταρα το σχολείο ξέρεις απολάμβανα τη γνώση εμένα οι πρώτες μου ερωτικές επαφές ήτανε τότε ηδονιζόμουν με τις νέες πληροφορίες εγώ έκανα έρωτα με τα μαθήματα κι έτσι έμαθα να αγαπάω αργότερα και τους άντρες γιατί ο έρωτας και η φαντασία και τα ποιήματα της σαπφούς είναι ένα τσιγάρο δρόμος αλλά πώς να τα καταλάβεις τα αρχαία ποιήματα άμα δεν ξέρεις τη γαμημένη την αττική σύνταξη και πώς να ξαπλώσεις στο πάτωμα με εραστή άμα δεν ξέρεις πώς λύνεται η εξίσωση με δύο αγνώστους // καλύτερα να φεύγουμε // σου ακούγονται ακαταλαβίστικα όλα τούτα μα άσε με να σου πω και κάτι ακόμα εγώ θα ξαναγίνω νέα όσο περνάνε τα χρόνια θα ξανανιώνω θα τα φέρω τούμπα όλα γιατί δεν αντέχει το στήθος μου θα σπάσει από ζωντάνια να τους ταράξουμε στον έρωτα γιατί έρωτας και πόλεμος ένα και το αυτό κι εγώ δεν ήξερα να πολεμάω νόμιζα ότι με τα βιβλία θα αλλάξω τον κόσμο και κάθε νύχτα λέω καληνύχτα στον κεμάλ και εκείνος μου χαμογελάει συνωμοτικά θα πολεμήσω και θα ερωτευτώ πολύ ακόμα μέχρι να πεθάνω // τελευταία γουλιά // υποσχέσου μου // τι πράγμα // πως δεν θα με αφήσεις να πεθάνω πριν γίνω ευτυχισμένη για δέκα ολόκληρα λεπτά // μόνο για τόσο // υποσχέσου μου σου λέω // υπόσχεση ιερή ενώπιον λυκίσκου και βύνης // να ορίστε φιλάω // σταυρό // όχι, φιλάω εσένα //

 

ερωτευτείτε ρε μαλάκες

εθελούσια έξοδος καρπών

rodipotamia-thumb-large

τη νύχτα ένα ρόδι έσπασε και γέμισε ο κόσμος μυρωδιά

 

*

να πονάνε άραγε τα δέντρα

όταν τους κόβουμε τους καρπούς;

 

τόσοι αιώνες επιστήμης

κι ακόμα δεν ανακαλύψαμε

πότε και πώς αιώνια θα ζήσουμε

 

αφήνοντας το ρόδι πάνω στη ροδιά;

κόβοντας βίαια τον καρπό από τη μάνα;

ή μήπως αφήνοντας το φρούτο μόνο του να αποφασίσει

πότε είναι η ώρα η ζωή του να τελειώσει;

 

ο πατέρας έκοψε το ρόδι

προσποιήθηκε πως δεν είδε τα δάκρυα της ροδιάς

θυμήθηκε το μακρινό καιρό της πείνας

τότε που οι ροδιές εκούσια χαμηλώναν τα κλαδιά τους

γιατί το θάνατο των ξένων των παιδιών δεν τον αντέχανε

 

κι αλήθεια πότε έρχεται άραγε το τέλος

όταν μένεις ακίνητος

ή μήπως όταν σε αγώνα μαραθώνιο τρέχεις

-ακόμα κι αν ο τελευταίος σου είναι-

γνωρίζοντας πως ο ιδρώτας σου

ζωή σε άλλους πια θα δώσει;

 

*

κάθε μικρό σπυρί από το ρόδι της νύχτας που μας πέρασε

να το μοιράσουμε σε νέους και παιδιά

ο κόσμος θα γεμίσει μυρωδιά και γεύση

οι νέοι θα θυμηθούν

οι γέροι θα ξεχάσουν

και οι ροδιές το κλάμα τους για πάντα θα μας χαρίσουν.

νερό ψωμί και γιασεμί

ήμασταν λέει πολλοί μαζεμένοι

και φωνές, πολλές φωνές

μπλεκόταν η απόγνωση με την ελπίδα

δεν ξεχώριζα ποιος ούρλιαζε από αγάπη και ποιος έσβηνε από μίσος

τι διαφορά να έχει άραγε-

μου είπες δεν μπορείς να αναπνεύσεις

και δεν ήταν απ’ τα δακρυγόνα

 

άλλαξα πλευρό

τινάχτηκα·

 ε όχι και τις νύχτες μας

 

άλλαξα όνειρο

 

ήμασταν λέει οι δυο μας

αγκαλιασμένοι σφιχτά

και δεν φοβόμασταν

τα δυο μας χέρια ενωμένα

έπαιρναν και έδιναν δύναμη το ένα στο άλλο

και προχωρούσαμε

με βήμα βέβαιο

για πρώτη φορά από τότε που σε πρωταγκάλιασα

έδειχνες σίγουρος για το αβέβαιο των βημάτων σου

κι εγώ σε θαύμαζα

πολύ·

 

είδα στον ύπνο μου χαμόγελα

από κείνα τα αληθινά που έλειψαν πια στα χρόνια μας

είδα στον ύπνο μου αγάπη μόνο ρε

 

όταν ξημέρωσε σηκώθηκα πριν απ’ την πρέπουσα ώρα

εργάστηκα, φιλήσυχος πολίτης·

κόσμος πολύς μου μίλησε

κόσμος θαρρείς από άλλη πολιτεία

εισαγγελείς και δικαστές και βιαστές της θέμιδος

 

κόσμος ανύποπτος και τόσο ύποπτος

 

οι αίθουσες και τα γραφεία αυτής της πόλης αχνίζουν

μαύρος καπνός πετάγεται απ’ τα παράθυρά τους

εκλέξανε το νέο πάπα

εκλέξανε το νέο εχθρό

 

είμαστε λίγοι μου λες

να φύγουμε από δω μου λες

είμαστε μόνοι μου λες

 

σκέψου να βγαίναμε άτακτοι στους δρόμους

και οι γιαγιάδες να σκύβαν στα παράθυρα

και να μας δίναν νερό και ψωμί και γιασεμί

 

ποτέ δεν ήμασταν πολλοί

ποτέ δε θέλαμε να φύγουμε από δω

– εδώ να τα γεννήσουμε τα όμορφα παιδιά μας-

ποτέ δεν θα ‘μαστε μόνοι*

 

*διαδηλώνοντας·

είναι κάτι μαύρο αλλά όχι σκοτεινό

είναι κάτι που δεν το γνωρίζεις αλλά δεν σε τρομάζει

είναι κάτι που γεννιέται από το τίποτα αλλά σου θυμίζει γιατί είσαι άνθρωπος

είναι κάτι που δεν σε κάνει να λες θα νικήσω αλλά σε κάνει να λες θα παλέψω

είναι η γέννηση του πληθυντικού αριθμού μέσα σου

 

μπερλινάλε

~η ειρωνεία.ως σχήμα λόγου.συνοψίζεται.στο γεγονός.πως η λέξη μπερλινάλε.σχηματίζεται από τις λέξεις.μπερλίν.και.φινάλε.~

639af23831732d3cec36ca36df86cefd_XL

το βαγόνι είναι μουντό

είναι η ώρα βλέπεις, η στιγμή

που σα να αδειάζουν όλα ξαφνικά

τα φώτα πέφτουν βαριά πάνω στα μάτια μου

λες και γέρασα νιώθω

ένας τύπος με κοιτάζει

κι αμέσως μαντεύω τις πρόστυχες σκέψεις του

απέναντί μου ένα παιδί με καταγάλανα μάτια

 διαβάζει τη φόνισσα·

 ώσπου άξαφνα αλλάζει βιβλίο

εναλλάσσει τη φόνισσα με τη δωδέκατη νύχτα

και πριν αναρωτηθώ γιατί κουράζει έτσι το μυαλό του

τον ακούω να απαντά στο κινητό

μαθητευόμενος ηθοποιός δηλώνει

και η μπλούζα που φοράει γράφει

εκκωφαντικά

μπερλινάλε

η αθήνα θα είναι πάντα όμορφα άσχημη τις νύχτες

κι εγώ θα συνεχίσω να την βαδίζω

πάντα νύχτα

πάντα άφοβα

πάντα έτσι

οι συρμοί θα συνεχίσουν την πορεία τους

η κηφισιά, ο πειραιάς, και ανάμεσά τους εσύ

την έχω ξαναζήσει τούτη τη στιγμή, μόνο πιο βίαιη

ίδια βραδιά

ίδιο βαγόνι

ίδιο φεγγάρι

η μνήμη με τρύπησε· μ’ ανάγκασε να ξαναγίνω νέα

και καθώς το βαγόνι έφτασε στον προορισμό του,

άφησα το χαμόγελό μου και κατέβηκα

θα σου πω μόνο

όσα βαρετά γράφουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί

από μένα τίποτα άλλο δεν θα μάθεις

τα υπόλοιπα, όλα, είναι κατάδικά μου

τώρα πια ξέρω γιατί γύρισα

επανάληψη, βλέπεις. μήτηρ μαθήσεως

ανακαλώ τις νίκες που έχασα

θυμάμαι τις ήττες που κέρδισα

μου φαίνονται ίδιες· αξεχώριστες

πιστεύω την αλήθεια σου και προσπερνώ το ψέμμα σου· ανέκαθεν.

μέχρι να πάρουμε το μπλε λεωφορείο

 θα θυμάσαι πάντα ποια ρούχα φόρεσες σ’ έναν χωρισμό.

του σωτήρος

[νότα look away lucifer νότα]

Η φωτογραφία είναι χαραγμένη στο κάτω μέρος της με ένα κλειδί. Η μυτερή άκρη του κλειδιού έχει γράψει πάνω της με πορτοκαλί φωσφοριζέ γράμματα ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ‘95. Ένα μικρό κορίτσι- μάτια κουμπότρυπες, φούστα λαμπάντα, τα πρώτα δόντια, στέκα πιο μεγάλη από το κεφάλι της- κάθεται στα πόδια ενός νέου παιδιού. Μια φωτογραφία που δεν μπήκε ποτέ σε άλμπουμ, μια φωτογραφία που κρύφτηκε για πάντα σε κάποιο εφηβικό ημερολόγιο. Μια φωτογραφία που ανάσαινε μόνο τις νύχτες. Με αναφιλητά.

Λίγα χρόνια μετά από κείνο το στιγμιότυπο, το μικρό κορίτσι είναι πια μια μικρή έφηβη. Καλοκαίρι, Ιούλιος, πανηγύρι στο χωριό. Για την υπόλοιπη Ελλάδα το κέντρο του καλοκαιριού ήταν ο Δεκαπενταύγουστος, για τούτο το σκαρφαλωμένο πάνω στο βουνό χωριό κέντρο του καλοκαιριού ήταν πάντα η γιορτή του πολιούχου του. Πρωί πρωί βάζαμε τα καλά μας, πηγαίναμε στην εκκλησία, ακούγαμε για νιοστή φορά την ιστορία του προφήτη Ηλία που ανελήφθη με το άρμα του εις τους ουρανούς, καταριόμασταν αυτόν τον περίεργο θεό που ήθελε να χάνουμε το μπάνιο μας κάθε χρόνο τέτοια μέρα, καταπίναμε με το ζόρι τη θεία κοινωνία κι επιστρέφαμε στο σπίτι για το τραπέζι. Κοκκινιστό μοσχαράκι με μακαρόνια ή σούπα. Ντάλα καλοκαίρι κι εμείς τρώγαμε βραστό. Ιθαγενείς. Το βράδυ κατεβαίναμε στην πλατεία, χαζεύαμε τους παλιούς που χόρευαν μπάλο με την ψυχή τους κι ύστερα το σκάγαμε από τα τραπέζια των γονιών μας για να κάνουμε το δικό μας πηγαδάκι στο πεζούλι έξω από την ταβέρνα, με σουβλάκι και παγωτό, δύο σε ένα ένεκα της γιορτινής ημέρας.

Εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν, στο γυρισμό από την εκκλησία το μεσημέρι, η μικρή έφηβη περπατάει με δυσκολία πάνω στα παπούτσια της- ευθεία παραπομπή στο αρχαίο δράμα και τους κοθόρνους- είναι ντυμένη με κάτι ρούχα που τη φοράνε και δεν τα φοράει, αλλά έχει βαφτεί- ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της- και νιώθει όμορφη. Ενώ δεν είναι. Άχαρη ηλικία. Η οικογένεια στρώνει το τραπέζι κι εκείνη δεν θέλει να βγάλει τα καλά της ρούχα. Χτυπά η πόρτα- ψέμματα ∙ η πόρτα του σπιτιού ήταν πάντα ανοιχτή. Ο νέος της φωτογραφίας μπαίνει στο σπίτι. Ο νέος που έχει γίνει τώρα πια σωστός άντρας. Σαν τη φωτιά είσαι ζεστός, είσαι ο ίδιος ο Χριστός. Ψηλός, με μακριά σγουρά μαλλιά, καταγάλανα μάτια, το κράνος περασμένο στον αγκώνα, με ένα χαμόγελο μόνιμο κάτοικο του προσώπου του. Πέρασα να σας δω, είπε, μόλις έφτασα στο νησί. Μια μικρή, άγρια, υπόκωφη χαρά. Ένα καρδιοχτύπι από κείνα που δεν ξανάρχονται πια όταν μαθαίνεις να ζητάς ανταλλάγματα από τη ζωή για καθετί που νιώθεις. Κι ένα χαμόγελο- όχι ∙ ένα μειδίαμα.   

Χρόνια μετά. Αύγουστος. Ξημέρωνε του Σωτήρος. Ετοιμασίες από τα αξημέρωτα για την αλιάδα. Ένα ολόκληρο νησί μυρίζει σκόρδο και μπακαλιάρο. Αλιάδα χτυπημένη στο γουδί από τα χαράματα από παππού ή από πατέρα. Ποτέ σε μίξερ, θα ήταν ιεροσυλία. Είναι πρωί και οι δουλειές δίνουν και παίρνουν. Τα παιδιά κοιμούνται ακόμα. Κάποιος γείτονας μπαίνει στο σπίτι, ένα τηλέφωνο χτυπάει, για ένα δευτερόλεπτο σταματάει το σούσουρο, το ρολόι αρνείται να πάει παρακάτω. Σιωπή. Κι ύστερα μια κραυγή που σκίζει τον νησιώτικο ουρανό και πέφτει σαν πέπλο πάνω από όλο το χωριό. Το κορίτσι πετάγεται τρομαγμένο, ανοίγει την πόρτα, δεν έχει ακόμα ξυπνήσει για τα καλά, τι έγινε;

Σκοτώθηκε.  

Συνειδητοποιώ τώρα πόση διαφορά έχουν οι λέξεις που οι άνθρωποι προφέρουν για το θάνατο. Άλλος θα πει έφυγε, σωστός φυγόπονος. Άλλος πάλι θα πει πέθανε, στωικός από τους λίγους. Κάποιος άλλος θα πει μας άφησε, παραπονιάρης και ειλικρινής. Μα το σκοτώθηκε έχει μέσα του τόση βία που σου χαράζει τον πόνο κάπου, από όπου δεν θα σβηστεί πια ποτέ.

Το ίδιο απόγευμα τρία κορίτσια κάθονται στη στάση του τοπικού λεωφορείου του χωριού. Δεν έχουν ξανακλάψει πιο πολύ στη σύντομη ζωή τους. Κοιτάζονται με απορία. Ανοίγουν το στόμα χωρίς να μιλούν. Αντικρίζουν για πρώτη φορά το θάνατο. Ο νέος δεν ήταν φίλος τους, δεν ήταν καν συγγενής- ίσως πολύ πολύ μακρινός. Ήταν όμως κάποιος που μέχρι χτες γνώριζαν τη ζωντάνια του. Η βεβαιότητα και της δικής τους ύπαρξης είχε πια κλονιστεί. Η πρώτη φορά που ένα παιδί αντικρίζει το θάνατο είναι ταυτόχρονα η πρώτη φορά που καταλαβαίνει τι είναι η ζωή.

Σκοτώθηκε.

Χρόνια μετά, η μητέρα του νέου θα πει πάνω σε μια κουβέντα πως ο γιος της καμάρωνε το μικρό κορίτσι κι έλεγε πως κάποια μέρα θα το παντρευτεί. Κι ύστερα η μητέρα θα χαρίσει στο κορίτσι την παλιά φωτογραφία. Εκείνη θα πάρει το ακριβό δώρο στα χέρια της, θα χαϊδέψει με τα ακροδάχτυλα τα πορτοκαλί γράμματα που βροντοφωνάζουν ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ‘95– σα να λέμε ζήσε για όσο αναπνέεις γαμώ τον χριστιανικό θεό σας- και θα την κρύψει κάπου, όπου θα την βλέπει τώρα πια μόνο εκείνη.

Εσείς μιλάτε στις φωτογραφίες;

Χρόνια μετά. Φάγαμε τα νιάτα μας σε τούτο το νησί. Γυρνούσαμε από την παραλία στοιβαγμένοι ανά δεκάδες μέσα στα αυτοκίνητα. Στην είσοδο του χωριού, πάντα μια περίεργη επιθυμία. Σταμάτα να ανάψουμε τα καντηλάκια. Τα αυτοκίνητα σταματούσαν και η παρέα ξεχυνόταν στο νεκροταφείο σαν κοπάδι από ζαρκάδια. Δεν φοβηθήκαμε ποτέ. Είχαμε τον δικό μας κώδικα αφοβισιάς και αποτίαμε τον δικό μας φόρο τιμής. Άλλος στη γιαγιά, άλλος στον παππού, άλλος στη μάνα, άλλος στο μικρό του ανιψάκι. Πλησίαζα στον παππού μου και του έπιανα την κουβέντα. Καμιά φορά του σιγοτραγουδούσα το γιλεκάκι που τον θυμόμουν σαν χτες να το τραγουδάει. Κράτησα αυτήν την περίεργη συνήθεια μέχρι σήμερα. Ένα το καντηλάκι του παππού, ένα της γιαγιάς της φιλενάδας μου, ένα του παππού της παλιάς μου αγάπης. Και πάντα το καντηλάκι του νέου. Έφευγα από το νεκροταφείο ξαλαφρωμένη.

Πώς να φιλιώσεις με τον γαμημένο τον θάνατο;

Χριστιανικέ θεέ δεν σε χρειάζομαι πια. Κι εσείς πατριώτες χριστιανοί φάτε τη σκόνη μου. Λατρεύετε έναν Χριστό που δεν τον είδατε ποτέ, και ούτε πρόκειται. Και σας διαφεύγει πως οι θεοί είναι άνθρωποι. Εγώ τον δικό μου Χριστό τον γνώρισα. Και θα τον παντρευόμουν.

Ώρα σου καλή.