sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: νίκη

φάλαγγα

66253_4259158756231_1502757330_n

 

μου ‘πες κάποτε
νομίζω ξημέρωμα ήτανε όπως πάντα
μια ιστορία πέρα ως πέρα ψεύτικη
τι είναι ο έρωτας
ένα πλάσμα που ζει στον ουρανό
κι αν ο ουρανός είναι η γη;
έρωτας ή γλάρος το χαμένο όνειρο μιας ζωής
λοιπόν θυμάμαι εκείνη την ιστορία απόψε
τίποτα τίποτα δεν έμεινε πια
ούτε πουλιά ούτε ουρανός ούτε καν βροχή
περπατάω με το στόμα γερμένο
ένα ηλιοβασίλεμα μόνιμο γεννήθηκε μέσα μου
ο ήλιος θα πεθάνει όταν του απαγορέψουν να ανατέλλει κάθε τόσο
ο έρωτας θα πεθάνει όταν σταματήσουν να τον υμνούν
οι οικοδόμοι ποιητές
οι καταραμένες γυναίκες
οι μάγισσες που αποφύγαν τη φωτιά με μαγεία κατασκότεινη
μου ‘πες λοιπόν πως ο έρωτας ζει για πάντα
όταν φύγουμε μεις
όταν τελειώσει η γη
όταν πνιγούν οι πόλεμοι στο αίμα των αφεντικών μας
θυμάμαι εκείνο το ξημέρωμα
κοιτάζαμε με αγωνία το παράθυρο
λες να μην ξημερώσει απόψε
λες να μην έρθει το αύριο
ο έρωτας ξέρεις δεν δένει τα κορμιά
τα κορμιά είναι γεφύρια
αλλά τα μυαλά είναι που μας καταδικάζουν
σε ισόβια φάλαγγα
φαγούρα μέσα στο στέρνο
και βίαιο κόψιμο του ομφάλιου λώρου
δεν θυμάμαι το τέλος της ιστορίας σου
η ασφάλεια της φωνής με βύθισε σε ύπνο
ξέρεις, είναι εκείνος που νίκησε την αϋπνία
ξέρω όμως με σιγουριά
ότι εκείνο το πρωί ο ήλιος ξανάρθε στην πόλη μας
και τότε σιγουρευτήκαμε
πως ο κόσμος δεν θα τελειώσει
προτού εγώ κι εσύ
να νικήσουμε το χρόνο

π

ανοιγόκλεισα τα μάτια μου για μια στιγμή
μόλις τα βλέφαρά μου ανασηκώθηκαν
είδα τον πολιτισμό των ανθρώπων να παρελαύνει
στρατιωτικά
παιάνες εμβατήρια χλαμύδες καρυάτιδες και πανοπλίες των βίκινγκ
ο γαλάζιος ουρανός υπέροχη αντίθεση με τις μαύρες μπλούζες
οι μαύρες μπλούζες γεννημένες από μαύρες καρδιακές αρτηρίες
κάποιος ξάπλωσε στο κράσπεδο − εσύ −
η χιλιετηρίδα άλλαξε βίαια
φύσηξε μέσα σου αέρας
− στρίβουν το μαχαίρι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο −
ο αέρας άνοιξε τα χρονοντούλαπα
καλώς ήρθατε στο μεσαίωνα
αλλά μην περιμένετε αναγέννηση
σε ονομάσανε στυγερή δολοφονία
− και δεν παίρνω όρκο για το στυγερή −
η νέα μόδα διέταξε να περπατάω με τα μάτια στην πλάτη
αποφάσισα να μην την ακολουθήσω
− ούτε αυτήν −
τις τελευταίες τριακόσιες εξήντα μέρες αναρωτιέμαι
πότε πεθαίνουν αμετάκλητα οι νεκροί
τρεις οι βαθμίδες του θανάτου βλέπεις
οριστικός
τελεσίδικος
αμετάκλητος
τα τελευταία δέκα χρόνια διερωτώμαι
πόσες άχρηστες γνώσεις χωράνε μέσα σ’ ένα μέτριο μυαλό
ανεβαίνω στη ζυγαριά
από τη μία εγώ − οι τσέπες άδειες −
από την άλλη άπασες οι κενολογίες που γραφτήκανε ποτέ
περί δικαιοσύνης
η ζυγαριά αναποφάσιστη
− η φυσική τα πάντα πληρούσα όμως εντέλει −
οι κενολογίες νικάνε τον άνθρωπο
είμαστε αποτιμητοί σε κιλογκράμ βλέπεις
τα κιλογκράμ λιώνουν όταν πεθαίνουμε
αλλά τα όνειρά μας δραπετεύουν από το σφυροδρέπανο
− από όλων των ειδών τα σφυροδρέπανα −
νομίζω πως τριακόσιες εξήντα μέρες μετά
βρήκα μια φρούδα απάντηση
για να μπορέσω να κλάψω κι ύστερα να κοιμηθώ − κάπως −
ο αμετάκλητος θάνατος έρχεται
όταν εξαφανιστεί το ιδεόγραμμα του ανθρώπου
και επομένως
ο αμετάκλητος θάνατος επαφίεται στην κρίση
του καθένα από μας
που ζούμε
− ή έτσι νομίζουμε −
ο θάνατος έχει σύμμαχό του τη λήθη
διάβασα κάπου πως στα εργαστήρια δημιουργήθηκε ένας ειδικός ιός
που ωθεί την ανθρωπότητα στην τεχνητή λήθη
κι ύστερα πως διέσπειραν τον ιό αυτόν σε πόλεις και χωριά
με τη βοήθεια των μέσων μαζικής αμνησίας
συνήθως δεν πιστεύω σε τέτοιου είδους φήμες
− ζούμε άλλωστε στον αιώνα της υποψιασμένης ηλιθιότητας −
η φήμη αυτή μου φάνηκε τόσο αληθινή όσο και τα νέα των οχτώ
ωστόσο
για παν ενδεχόμενο
βρήκα το αντίδοτο γι’ αυτόν τον ανίκητο ιό
λοιπόν νομίζω πως μπορούμε να νικήσουμε
τα όπλα μας είναι δύο
και μη σας φανούν αντικρουόμενα
θέλουν μόνο μιαν ισορροπημένη αναλογία
απαιτείται οργή και αγάπη

οργή και αγάπη
αγάπη και οργή

και στο κάτω κάτω για να πω και την αλήθεια
καθόλου βέβαιη δεν είμαι ότι στο τέλος θα νικήσουμε
και ούτε η τροχιά μιας μαχαιριάς ξαναγυρνάει πίσω
το ξέρω
αλλά μπορούμε να χτίσουμε ένα ανθρώπινο τείχος
αδιαπέραστο από τη λήθη και το θάνατο
κι έτσι οι νεκροί μας δεν θα πεθαίνουνε ποτέ

μια τέτοια μέρα είναι ωραία για να πεθάνεις
όμορφα κι όρθιος σε δημόσια θέα
με λένε Παύλο Φύσσα από τον περαία

Παύλος Φύσσας

αρόδου

μου ζητάς να γράψω με ηρεμία. να μην βρίζω. υπόσχομαι να προσπαθήσω. απόψε η γειτονιά σηκώθηκε στο πόδι. όχι γιατί αυτοκτόνησε ένας φαρμακοποιός στην πτολεμαΐδα. όχι γιατί οι κρατούμενοι στις φυλακές συνεχίζουν την απεργία πείνας. όχι γιατί στις νέες φυλακές που ετοιμάζονται δεν θα μπορείς να αναπνεύσεις χωρίς άδεια. όχι γιατί πουλιέται η θάλασσα και η ακτή. αυτή τη στιγμή που σου γράφω ακούω κορναρίσματα χαράς στη γειτονιά. βεγγαλικά. δεν παντρεύεται κανείς. μόνο οι φτωχοί βλέπουνε μπάλα. στρογγυλοκάθονται μπροστά στις οθόνες της δτ και ακούνε τους ομιλητές να κραυγάζουνε για το ποδόσφαιρο. προσπαθώ να μην βρίζω όπως βλέπεις και να συγκρατήσω την οργή μου. αλλά δεν με βλέπει κανείς. κι έτσι μπορώ να κλαίω ελεύθερα. κλαίω γιατί θυμάμαι πως τη νύχτα που οι χρυσαυγίτες σκοτώσανε τον παύλο φύσσα τα κανάλια είπανε πως κάποιοι τσακωθήκανε για τη μπάλα. κλαίω γιατί στη χώρα που έτυχε να γεννηθούμε κι εσύ κι εγώ οι τηλεοράσεις δεν έκλεισαν ποτέ. δεν τις σπάσαμε. θυμάσαι που κλείσανε την ερτ; μωρέ λες; είπαμε. μπα. οι ποδοσφαιρόφιλοι ξερνάνε επιχειρήματα πως έλα μωρέ λίγη εκτόνωση θέλουμε κι εμείς. η γειτονιά σηκώθηκε στο πόδι κι εγώ είμαι τόσο μόνη απόψε. τόσο μόνοι μας είμαστε. όσο οι κονκάρδες του τσε στις έξωμες μπλούζες και στα παντελόνια που φτιαχτήκανε για να καυλώνουν όσους το μυαλό τους παραγέμισε με περιττώματα. απόψε είμαστε μόνοι. στείροι. δεν γεννάμε. δεν ελπίζουμε. απόψε παίζουμε μπάλα κεκλεισμένων των θυρών. καίμε αποδυτήρια και ξανακλεινόμαστε στη σιωπή μας. γιατί γράφεις ρε μαλάκα; γελοίε τύπε. συγγνώμη. είπα δεν θα βρίζω. χρειάζομαι όμως νέες λέξεις. νέα πληκτρολόγια. χρειάζομαι αέρα που δεν είναι γαλανόλευκος. γιατί ο γαλανόλευκος αέρας μυρίζει σβάστικα. λυπάμαι αλλά απόψε είμαι με το αιγαίο. ανήκω στα ψάρια μου. ανήκω στα νεκρά κουφάρια των αδελφών μου που δεν βγήκαμε από την ίδια μήτρα αλλά θα πεθάνουμε πάνω στον ίδιο πλανήτη. επανέρχομαι. γιατί γράφετε ρε. πόσο αφελείς και γελοίοι καταντήσαμε. δεν το βλέπετε απόψε; οι λαοί το ρίξανε στα βαριά αντικαταθλιπτικά και απομείναμε να παίζουμε ποδόσφαιρο δωματίου με τις θλίψεις μας. απαντήστε μου. για ποιον γράφετε. γιατί. μα δεν το βλέπετε; προκριθήκαμε. για πάντα στον πάτο του βαρελιού φτάνει να ‘χουμε να λέμε ιστορίες από το παρελθόν. το ένδοξο παρελθόν της χώρας που μέλλον δεν θέλει να έχει. εδώ στη γειτονιά ακόμα πανηγυρίζουν. και είναι η γειτονιά μου προσφυγική. εδώ πιο δίπλα οι ορίτζιναλ πήγανε να κάψουνε τη στρούγκα. γιατί καλά όλα αλλά κάτω τα χέρια από τα ποδόσφαιρα. αριστεροί δεξιοί και άμπαλοι ενώνονται σε μία ενιαία άμορφη μάζα γκολτζήδων. ο πειραιάς έβγαλε δήμαρχο τον πρόεδρο του ολυμπιακού. κι ο βόλος. εγκληματίες. εγκληματίες είμαστε δεν το βλέπεις; άσε τους κόσμους να χύνουν υγρά με τα δοκάρια και τα βυζιά των τσιρλίντερς κι έλα να πάμε μια τσάρκα στις φαβέλες. σταμάτα να μιλάς επιτέλους. περισσεύεις από τούτο τον κόσμο. ο κόσμος των περιττωμάτων δεν χρειάζεται εσένα. εσύ δεν ξέρεις να βάζεις γκολ. τραγουδάς παράφωνα τον εθνικό ύμνο και όλο ταξιδεύεις για την ουτοπία. ηλίθιε. μεγάλε φίοντορ, ιδού ο νέος κόσμος. από τη μία ο μεγάλος αδερφός και από την άλλη οι ηλίθιοι. γιατί στα γράφω όλα αυτά; γιατί θέλω να φύγω από δω. όσο ο τόπος θα γεμίζει από αυτό που οι ακριβοπληρωμένες οθόνες ονομάζουν ευημερία εγώ θα ψάχνω πάντα την ευτυχία.

μέχρι τότε, θα παραμείνω πεισματικά αρόδου.

μοιρολόι

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

ξεγυμνωθήκαμε, αδερφέ

στάσου δίπλα μου γυμνός, ολόλαμπρος και ηττημένος

 

πρέπει να σου αποκαλύψω

πως μας πήρανε πια και τις νύχτες

τα βράδια μας μυρίζουν ξύδι

οι αυγές γεμάτες αναθυμιάσεις

τα μάτια μας πάθανε λόρδωση

τα δάχτυλα σκολίωση

στα κεφάλια μας φυτρώνουνε σκουλήκια

και στα πόδια μας γιορτάζουν μόνο οι φλέβες

 

γιορτάζω απόψε την ολόλαμπρή μας ήττα

συνόδεψέ με

 

έμειναν μόνο πια τα σούρουπα

τα χαρωπά απογεύματα της θλίψης του σχολάσματος

όταν ο ήλιος πέφτει

κλείνουμε νυσταγμένοι τις πόρτες των γραφείων

κι ύστερα καίμε τα οράματά μας

 

δειπνώ απόψε με την υποτιμημένη στάχτη

πιες μαζί μου

 

ξεγυμνωθήκαμε, αδερφή

στάσου απέναντί μου γυμνή, ολόλαμπρη και ηττημένη

ουκ

 

photo.php

αρνούμαι

το φόβο, την ακαλαισθησία, τη νύχτα χωρίς φεγγάρι, τα βουνά χωρίς ζαρκάδια, το χαμόγελο χωρίς δόντια, τους ιερείς που κρύβονται κάτω από άμφια, τους εμπόρους πρέζας

 

αρνούμαι

την τρομοκρατία των δεκτών, τα κέρματα που πέφτουν εκκωφαντικά από τις τσέπες, τα πλαστικά σκουπίδια, όποιον δέρνει γιατί φοβάται τη σκιά του, τα μαχαίρια που δεν γράφουν μαντινάδες

 

αρνούμαι

τις ζωές δίχως τρελά όνειρα, εκείνους που δε νιώσανε ποτέ από πριν αυτό που έρχεται, εκείνους που μου κουνάνε το δάχτυλο, τις στολές, τη θρησκεία που φυλακίζει το μυαλό, τα υποκοριστικά της γραμματικής, τα κάγκελα των ισόγειων σπιτιών

 

αρνούμαι

το κυνήγι των χαμένων ψήφων, αυτούς που λένε παιδιά, όλοι ενωμένοι στα δύσκολα, τους τσοπάνηδες που δεν ξέρουν να παίζουν φλογέρα, αυτούς που πάνε για πλάκα να δούνε ταυρομαχίες, όποιον δεν έσκυψε ποτέ για μισή ώρα πάνω από μια μυρμηγκοφωλιά

 

αρνούμαι

την ομορφιά του κάτασπρου δοντιού, την ασχήμια του πλούσιου βιογραφικού, την αλληλογραφία που δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη της, την τρομολαγνεία, τις αλήθειες που είπες για να γλιτώσεις από το ψέμμα σου

 

αρνούμαι

τα πρωινά παρέα με τις κρίσεις πανικού, τα βράδια αγκαλιά με το ταβάνι, τις αγκαλιές που δεν σε ζέσταναν ποτέ στ’ αλήθεια, τις άτακτες υποχωρήσεις, τις συμβολικές νίκες, τα ποιήματα που πούλησαν εκατομμύρια αντίτυπα

 

αρνούμαι

τις εφημερίδες που δεν τύλιξαν ποτέ τους ψάρια, το θόρυβο που κάνει το φέρετρο όταν κλείνει, τα κύκνεια άσματα που ποτέ δεν γράφτηκαν, τις αγάπες που ποτέ δεν τέλειωσαν, τη μυρωδιά της βροχής πάνω στην άσφαλτο

 

αρνούμαι να απαρνηθώ τις σπάνιες στιγμές της ομορφιάς

ίδιες με ελάχιστες κουκκίδες μέσα σε ωκεανούς ασχήμιας