sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: νεκροταφείο

ανέσπερος, ο/η

μηρυκάζω τη ζωή μου

στέκομαι σαν όρνιο πάνω απ’ τις σκέψεις μου

αποφασίζω άγαρμπα ποια θα κατασπαράξω πρώτη

είμαι ένας ποδηλάτης χωρίς κράνος στην εθνική πατρών αθήνας

ένας ένστολος που μοίρασε το πλεόνασμά του στους πακιστανούς του πρώτου ορόφου

τριάντα χρόνια κυλήσανε ανάμεσα στα πόδια μου

τριάντα αργύρια πέσανε από την τρύπια τσέπη μου

είμαι γραμμή όλο σκαμπανεβάσματα σε καρδιογράφημα νεκρού

κι αλήθεια πλάσματα πιο εγωκεντρικά από τους ποιητές ποτέ δεν γνώρισα

 

εδώ στην επαρχία έκανα συμφωνία κυρίων με τον άνεμο

του δίνω μοναξιά

μου απαντά με βρόχινο νερό

έχω μαλλιά απαλά και δάχτυλα από κερί

αγαπάω τους ανθρώπους γιατί τρέφω μίσος αταλάντευτο για την ανθρωπότητα

κομίζω μήνυμα αντεθνικό για απάτριδες

που μόλις αντικρίσουν το νησί πέφτουν στα γόνατα λυγμώντας

 

πόσο σωστά τα κάνατε όλα άνθρωποι

όλα σωστά

οι πόλεμοι τα κομμένα κεφάλια τα τουμπανιασμένα κορμιά τα σπασμένα αγάλματα

τα νεκροταφεία οι μεγάλες και οι μικρές ιδέες οι σημαίες

πόσο λάθος έζησα

σας λυπόμουν για τη ζωή που διάγετε

ώσπου μια μέρα ένας βραχμάνος εδώ στη γειτονιά μου άνοιξε τα μάτια

μοιράζει τσικουδιά και μεταθανάτια αηδία σε τιμές ανέσπερου φωτός

εσένα λυπούνται οι εντός και οι επί τα αυτά μου είπε

τον βλαστήμησα με ορμή μα είχε δίκιο

μη φεύγετε χριστιανοί μη με φοβάστε

πιστεύω στα παραμύθια πιότερο από σας

 

έγινα δέκα χρόνων πάλι

κρατώ στα χέρια έναν πίνακα με στοιχεία χημικά δεόντως μεταχειρισμένο

και δασκαλεύω δήθεν αόρατους μαθητές που μ’ αγαπούν πολύ

θα αγαπάω για πάντα λίγο παραπάνω τις αλκαλικές γαίες

θα τρέμω πάντα την αντίδραση με τα αέρια που ονομάσατε ευγενή

πόσο άδικη η δασκάλα πόσο λάθος οι διδαχές

 

θα ψάχνω πάντα το αντώνυμο του αντίξοος

και θα ‘χω πάντα για οδηγό μου μία και μόνη σιγουριά

το μόνο σίγουρο είναι πως γεννηθήκαμε

ο μόνος ήχος που ακούστηκε ποτέ στη γη είναι της μάνας η κραυγή που μας γέννησε

ο μόνος φόνος που έλαβε ποτέ του χώρα ο πνιγμός του βρέφους από τη θλίψη της επιλοχίας

 

απομακρύνετε όλους τους ενήλικες

φέρτε κοντά μου μόνο τα μικρά παιδιά

ακολουθούν σκηνές αλήστου τρυφερότητας

 

θέλω όλα σε μιαν ανάσα να προλάβω να τα πω

κι ύστερα ίσως βρω ανάσα πάλι

ύστερα ίσως βρω παλμό

ύστερα ίσως βρω και ειρμό ακόμα ακόμα

ύστερα ίσως σπάσω το συμβόλαιο με τον άνεμο

 

κάποτε -σύντομα- την ώρα που θα με θάβετε θα μελαγχολώ βαθιά

ζήτησα βλέπετε να γίνω στάχτη

ανύπαρκτη

ανέστια

αναπόσπαστη

 

θα γελώ πάντα στις κηδείες

θα καγχάζω πάντα στις πολιτικές ταφές

θα εισβάλλω πάντα στις γιορτές με το αριστερό

θα σέρνω πάντα το χορό του αποχαιρετισμού

θα αποζητάω πάντα να καταλαβαίνουν τα γραπτά μου οι ανήμποροι

θα ψάχνω πάντα το αντίθετο του αντίξοος

θα είμαι πάντα λάθος

πάντα λάθος

και πάντα οι άνθρωποι θα με αγαπάνε για τα λάθη μου

 

έχω επιθυμήσει ένα άγγιγμα χεριού

όχι δεν ζήτησα να με αγκαλιάσεις

μόνον μια χειραψία ανώνυμη δίχως να συστηθείς σου ζήτησα

ίσα να σπάσουν ο τρόμος και ο πάγος του αίματος

το αίμα μου πέτρωσε

οι φλέβες μου έσπασαν

χρειάζομαι επειγόντως έναν δότη δοντιών

μου πέσανε όλα χτες τη νύχτα σ’ ένα όνειρο γεμάτο νεκρούς

 

μην ανησυχείς μάνα

είμαι απόλυτα υγιής

μην κουράζεσαι πατέρα

γεννήθηκα ρυτιδιασμένη από τα μέσα μου

 

κουβαλάω σκηνές από τα φιλμ όλης της υφηλίου

δεν είμαι άνθρωπος πια

μια μηχανή του χρόνου και του πόνου είμαι

ένας αριστερός καθρέφτης στο αυτοκίνητό σας

είμαι εκεί για να σπάσω

εφτά χρόνια καλοτυχία μόλις εξαφανιστώ από τις ζωές σας

είμαι εκεί για να μην δείτε τον ποδηλάτη

κάταγμα στο ισχίο και πολλαπλές κακώσεις σε όλα τα πεντάλ

δεν είμαι άνθρωπος γιατί κοιτάζω πάντα προς τα βάθη

κοιτάζω πάντα προς τα κάτω

κοιτάζω πάντα προς τα μέσα

κάθε πρωί χαιρετάω τον πυρήνα της γης

κάθε νύχτα τραγουδάω μαζί με τον γκιόνη το τραγούδι για τον νεκρό του αδελφό

όχι όχι δεν τον σκότωσε ο γκιόνης· για τις ανάγκες του σεναρίου ειπώθηκε αυτό

τον σκότωσε το άγχος της ζωής στην πόλη

 

θέλω να γίνω θρόισμα

θέλω να γίνω ίλιγγος

θέλω να μην ε ί μ α ι

 

δυο αρνήσεις μια κατάφαση, το γνωρίζω

πολλές αρνήσεις όμως τι μας δίνουν

πού μας οδηγεί η άρνηση

γιατί με δυσκολεύει η ατελής διαίρεση

πόσο εύκολα πολλαπλασιάζω ψάρια και ψωμιά

γιατί δεν αντέχω να σπάσω σε χίλιες στάχτες

κι έτσι κανείς ποτέ να μην με ξαναδεί

ούτε σε πόλη ούτε σε επαρχία

διαίρεση

διαίρεση

διαίρεση και βασιλεία των ουρανών

κύριε ιησού χριστέ ο θεός υμών

λαμά σαβαχθανί χριστέ;

χρίσμα

χρίσμα

άχρηστη

ένα υπόλοιπο σε μια διαίρεση που δεν χωράει στην τσέπη

γιατί κρεμάστηκες ιούδα

γιατί σταυρώθηκες χριστέ

γιατί

γιατί

μου λείπουν τα επειδή

και απ’ όσο ξέρω για τούτο θεραπεία δεν υπάρχει

 

ξέρεις ποιητή κοιτώ κι εγώ συχνά πυκνά μες στο φλιτζάνι του καφέ

φτάνω το σούρουπο ως κάτω κι ύστερα ως πάνω στη φεγγάρινη λάμα

έχω μόνιμα στα χέρια έναν ίλιγγο

κι ας μην το λέω σε κανέναν

κι ας μην μου δώσουνε ποτέ βραβείο λένιν

 

μέσα στο στομάχι μου μια κάμπια γεννημένη νεκρή

που δεν έμελλε ποτέ της να γίνει πεταλούδα

μέσα στα μαλλιά μου αράχνες εξόριστες

που δεν μάθανε ορθώς την τέχνη ύφανσης ιστού

 

άκου με άνεμε

σπάω τη συμφωνία

από τούδε θα σου δίνω εγώ τη βροχή

και σαν αντάλλαγμα θα σε αλαφραίνω από τη μοναξιά σου

τετραγωνική ρίζα της μοναξιάς υψωμένη στον κύβο

δεν θα λύσω άλλο τις εξισώσεις σας

οι άγνωστοι με περικύκλωσαν

ο κύκλος έπεισε τις αγκυλωτές γωνίες του να στρογγυλέψουν

και τώρα τελευταία σαν να είδα τα ποτάμια να κινούν για το βουνό

 

φτάνει

φτάνει

φτάνει πια

 

αλήθεια δεν εγνώρισα ποτέ μου πλάσματα πιο εγωκεντρικά από τους ποιητές

θα είμαι πάντα μια τριγενής και δικατάληκτη παραφωνία

θα είμαι πάντα ένας δίφθογγος για τον καημό

θα είμαι πάντα ένα παρανάλωμα θλίψης καταμεσής του αυγούστου

θα είμαι πάντα μισή ουγγιά χαράς σε μέρες λιτού και ανέντιμου βίου

 

και τέλος

θα ψάχνω πάντα με επίταση του αντίξοου το αντίθετο

Advertisements

λεφτεριά, η*

θέλω να γίνω κανονική. θέλω να είμαι κανονική. θέλω να χωρέσω κάπου κι εγώ. να βουλιάξω στον καναπέ. να παρακολουθήσω τρία σήριαλ αυτή τη χρονιά. θέλω να μάθω μαθηματικά. πάλι. αφαίρεση αφαίμαξη άφεση. θέλω να χωρέσω σε μια καρέκλα γραφείου επιτέλους. θέλω να καπνίσω γυναικεία τσιγάρα. θέλω να φωτογραφίζομαι πίσω από το λευκό μου κρασί. μπροστά από το κόκκινο κραγιόν μου. θέλω να νοικιάσω ένα νυφικό γεμάτο πέρλες. να σε νοικιάσω κι εσένα και να σου δώσω για εγγύηση την αγάπη μου. να σε σύρω στην φαρμακολύτρια ενώπιον ψαλτάδων και να σου πατήσω το πόδι την κατάλληλη στιγμή. κι ύστερα στου παιδιού μου τη χαρά έσφαξα ένα κοτέτσι ολόκληρο. θέλω να σας κοιτάζω να σφάζετε κόκορες. θέλω να ζήσω κανονικά. θέλω να οδηγήσω ένα καινούριο μεταχειρισμένο αμάξι με υδραυλικό τιμόνι. θέλω να ανήκω κάπου μαζί σας. να μιλάμε για τα ίδια πράγματα. να κλαίμε με τις βαριές ταινίες. τις ακαταλαβίστικες. να έχω τις αγωνίες σας. θέλω να συζητάω ήρεμα για το ποτάμι του μπόμπολα. να μην μου τινάζονται οι φλέβες στο πρόσωπο. γυναίκα είμαι, τι στο διάολο ασχολούμαι. θέλω να μην με λέτε σκληροπυρηνική. θέλω να ξεσπάω οδηγώντας. να γράφω ποιήματα για την ικαρία. κανένα μακρονήσι. καμία λαμπεντούζα. να κλαίω για τα παιδιά στην αφρική, στη σρι λάνκα, στη συρία. μέχρι να πατήσουν το πόδι τους εδώ τα κωλόπαιδα. θέλω μετά να με ενοχλούν. θέλω να αποδεχτώ τον βορίδη. θέλω να ονειρεύομαι τον τσίπρα πρωθυπουργό. θέλω να αρκούμαι. να ψάξω για γαμπρό με σπίτι και αμάξι. να μην με νοιάζει κανένα ηλίθιο όνειρο. να ονειρεύομαι τις νύχτες και όχι όταν περπατάω στο δρόμο. μαλακισμένες ονειρώξεις. να βλέπω δόντια να μου πέφτουν και μωρά να γεννιούνται. όνειρα κανονικά. με κούρασα πια. θέλω να μην είχες πεθάνει δύο μέρες μετά τα χριστούγεννα. με έπνιξα. δεν ανήκω πουθενά. είμαι τόσο μόνη όσο και ένας πεθαμένος. θέλω να με πληγώνει μόνο ο θάνατος. θέλω να ανάβω ένα κερί στην εκκλησία. θέλω να φοράω κολλητά παντελόνια. θέλω να δείχνω το στήθος μου. γυναίκα είμαι ρε αδελφέ. θέλω να σφυρίζω μόρτικα. να με καίει μόνο πόσα έχω στο πορτοφόλι μου. θέλω να πεταρίζω τα βλέφαρά μου με θηλυπρέπεια. θέλω να δακρύζω όταν ακούω τον εθνικό ύμνο. θέλω να γίνω κανονική. θέλω να ζήσω κανονικά. θέλω να βρω μια γωνιά να πεθάνω ήσυχα. θέλω να με καταθλίβουν οι γιορτές. θέλω να μην γεμίζω με άγρια χαρά για ό,τι καινούριο έρχεται. θέλω να διαβάζω με ψυχραιμία τις ειδήσεις. να μην με νοιάζει ο διπλανός. θέλω να αγαπήσω αυτή τη χώρα. θέλω να αγαπήσω τις βρώμικες θάλασσες της αττικής. θέλω να ξεχάσω τα πράσινα νερά του νησιού για πάντα. θέλω να ζήσω κανονικά. να μην ξαναγράψω. γράφω τα ίδια και τα ίδια. νόμιζα πως θα νικήσω τον καρκίνο με το γράψιμο. πως θα διώξω τα κονδυλώματα. πως θα ηττηθούν τα πνευμονικά οιδήματα. νόμιζα πως σώπα, όπου να ‘ναι θα σημάνουν οι καμπάνες. πολιτιστική επανάσταση. γαμημένε σοσιαλισμέ. θέλω να πηγαίνω μέχρι το σούνιο. όχι στο λαύριο. ποτέ ξανά στο λαύριο. ποτέ, μ’ ακούς; να θαυμάζω τους αρχαίους ναούς. όχι τα σύγχρονα νεκροταφεία. θέλω να με ραίνουν με γαρύφαλλα από νεκροταφεία την ώρα που θα χορεύω ζεϊμπέκικο. να ‘χω βγάλει τις γόβες μου. κι αυτό να είναι η επανάστασή μου. με κούρασα. θέλω να πατήσω στη γη και να μην ξανακουνηθώ ποτέ. ρεαλισμός. θέλω να ζήσω παρέα με τα απρόσωπα ρήματα. θέλω να γίνω ένα απαρέμφατο. να ζήσω μια ζωή κλεισμένη μέσα σε μια μετοχή παθητικής φωνής. να παθαίνω ζημιές. να είμαι το θύμα του συστήματος. να μην φταίω ποτέ για τίποτα. θέλω να μην σε είχα ερωτευτεί. να δίνω λεφτά σε πέντε ασφαλιστικές εταιρείες για παν ενδεχόμενο και πάλι να νιώθω ανασφάλεια.

θέλω να ζήσω κανονικά. αναίμακτα. βολικά. τραγανά.

ζήτω η κανονικότητα ρε κουφάλες*

ούζο διαλυμένο σε δραχμές

στέκομαι κάτω από το δοκάρι
η καύτρα του τσιγάρου μου αναρωτιέται
γιατί δεν την πετάω στ’ άχρηστα
στέκομαι κάτω από το δοκάρι
δήθεν με την αφηρημάδα της ανάπαυλας
σκέφτομαι πού θα χώραγε ένα στολισμένο έλατο
πού έχω κρύψει το πριόνι μου
πόσο μακριά είναι το βουνό
και γιατί πάντα η θάλασσα να είναι πιο κοντά απ’ το βουνό

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
ο εγκέλαδος ναι, είναι πάντα εδώ
ο φόβος του δεν έφτασε ποτέ μέχρι την πόρτα μου
μα κι από πού να μπει η ευτυχία δίχως να σκουντουφλήσει
εκτός σπιτιού ο εγκέλαδος εκτός και η ευτυχία λοιπόν

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
και οι σπόνδυλοι της μέσης μου αναρωτιούνται
γιατί δεν τους ξεκουράζω έστω για λίγο
κι αν άραγε θα στόλιζα τις ανεμογεννήτριες
πόσο θα κόστιζε το αυτόφωρο
εγώ με τα λαμπάκια τυλιγμένα γύρω μου στο κρατητήριο
και ξέρεις, είναι να μην βρεθεί γυναίκα εκεί μέσα
κι εκείνοι με τα πριόνια που ξεγυμνώσαν το βουνό
στη σαββατιάτικη ταβέρνα οικογενειακώς
να πίνουν ούζο διαλυμένο σε δραχμές
κι απ’ έξω απ’ τη βιτρίνα της ταβέρνας
οι άστεγοι να πίνουν διψασμένοι το βρόχινο νερό

οι βιτρίνες είναι μάλλον το μοναδικό πράγμα
που η ανθρωπότητα κατάφερε να κατακτήσει
σου μιλάω για βιτρίνες
μα η σκέψη μου δεν πήγε στο γυαλί
θυμήθηκα κάτι βιτρίνες ολόκληρες από μασίφ
από μπετόν αρμέ φτιαγμένες και πανάκριβες
και με ταμπέλα αυτή θα είναι τώρα η ζωή μας

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
καπνίζω για τσιγάρο μου ένα φλεγόμενο πουρνάρι
αναφορά στη βίβλο μαζί κι ευχή για βιβλικές καταστροφές
δηλώνω βλέπεις άθεη μέχρι να μπω σε ένα νεκροταφείο
και με ηδονή να ανάψω τα καντήλια ξένων πεθαμένων
γιατί να ξέρεις οι δικοί μου οι νεκροί δεν πεθάνανε ποτέ

στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι
κι ας είναι το μόνο που φοβάμαι η συνέχιση της ομαλότητας
κάπου στο βάθος θάλασσα και βουνό ενώνονται
δεσμοί αίματος ανάμεσά τους οι φάροι του λιμανιού
μετράμε το χρόνο που φεύγει φορώντας τα καλά μας
γιορτάζουμε πάντα το θάνατο ακόμα μιας ομαλής μετάβασης
αλλά όποιος προσπάθησε να μετρήσει το νερό
έμεινε με κάτι στατιστικές της πλάκας
τόσο αλάτι τόσο ιώδιο τόση πυκνότητα
κι ύστερα αποσύρθηκε για πάντα στο βουνό
με ακμή αντιεπαναστατική ολούθε στο κορμί του

λοιπόν, στέκομαι όρθια κάτω απ’ το δοκάρι κι ας βράδιασε
η μέση δεν πονάει πια
το πουρνάρι έσβησε άκαυτο
τα σπλάχνα της γης σε νάρκη
τα έλατα ζωντανά πάνω στα βουνά
τα νεκροταφεία γεμάτα πολύχρωμα σπίτια
και μοναδικό στολίδι του νησιού
τρεις φάροι που συνωμοτούν παμπόνηροι
ίδιοι με μαθητές της τρίτης τάξης του δημοτικού
ενάντια στο θάνατο
ενάντια στα τσιμέντα με ονομασία ημίθεων

και ενάντια στις γιορτές που τίποτα άλλο δεν αποτελούν
παρά έναν άθλιο συμβιβασμό
ανάμεσα στο ανθρώπινο γένος
και τον ανεπίστρεπτο θάνατό του

του σωτήρος

[νότα look away lucifer νότα]

Η φωτογραφία είναι χαραγμένη στο κάτω μέρος της με ένα κλειδί. Η μυτερή άκρη του κλειδιού έχει γράψει πάνω της με πορτοκαλί φωσφοριζέ γράμματα ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ‘95. Ένα μικρό κορίτσι- μάτια κουμπότρυπες, φούστα λαμπάντα, τα πρώτα δόντια, στέκα πιο μεγάλη από το κεφάλι της- κάθεται στα πόδια ενός νέου παιδιού. Μια φωτογραφία που δεν μπήκε ποτέ σε άλμπουμ, μια φωτογραφία που κρύφτηκε για πάντα σε κάποιο εφηβικό ημερολόγιο. Μια φωτογραφία που ανάσαινε μόνο τις νύχτες. Με αναφιλητά.

Λίγα χρόνια μετά από κείνο το στιγμιότυπο, το μικρό κορίτσι είναι πια μια μικρή έφηβη. Καλοκαίρι, Ιούλιος, πανηγύρι στο χωριό. Για την υπόλοιπη Ελλάδα το κέντρο του καλοκαιριού ήταν ο Δεκαπενταύγουστος, για τούτο το σκαρφαλωμένο πάνω στο βουνό χωριό κέντρο του καλοκαιριού ήταν πάντα η γιορτή του πολιούχου του. Πρωί πρωί βάζαμε τα καλά μας, πηγαίναμε στην εκκλησία, ακούγαμε για νιοστή φορά την ιστορία του προφήτη Ηλία που ανελήφθη με το άρμα του εις τους ουρανούς, καταριόμασταν αυτόν τον περίεργο θεό που ήθελε να χάνουμε το μπάνιο μας κάθε χρόνο τέτοια μέρα, καταπίναμε με το ζόρι τη θεία κοινωνία κι επιστρέφαμε στο σπίτι για το τραπέζι. Κοκκινιστό μοσχαράκι με μακαρόνια ή σούπα. Ντάλα καλοκαίρι κι εμείς τρώγαμε βραστό. Ιθαγενείς. Το βράδυ κατεβαίναμε στην πλατεία, χαζεύαμε τους παλιούς που χόρευαν μπάλο με την ψυχή τους κι ύστερα το σκάγαμε από τα τραπέζια των γονιών μας για να κάνουμε το δικό μας πηγαδάκι στο πεζούλι έξω από την ταβέρνα, με σουβλάκι και παγωτό, δύο σε ένα ένεκα της γιορτινής ημέρας.

Εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν, στο γυρισμό από την εκκλησία το μεσημέρι, η μικρή έφηβη περπατάει με δυσκολία πάνω στα παπούτσια της- ευθεία παραπομπή στο αρχαίο δράμα και τους κοθόρνους- είναι ντυμένη με κάτι ρούχα που τη φοράνε και δεν τα φοράει, αλλά έχει βαφτεί- ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της- και νιώθει όμορφη. Ενώ δεν είναι. Άχαρη ηλικία. Η οικογένεια στρώνει το τραπέζι κι εκείνη δεν θέλει να βγάλει τα καλά της ρούχα. Χτυπά η πόρτα- ψέμματα ∙ η πόρτα του σπιτιού ήταν πάντα ανοιχτή. Ο νέος της φωτογραφίας μπαίνει στο σπίτι. Ο νέος που έχει γίνει τώρα πια σωστός άντρας. Σαν τη φωτιά είσαι ζεστός, είσαι ο ίδιος ο Χριστός. Ψηλός, με μακριά σγουρά μαλλιά, καταγάλανα μάτια, το κράνος περασμένο στον αγκώνα, με ένα χαμόγελο μόνιμο κάτοικο του προσώπου του. Πέρασα να σας δω, είπε, μόλις έφτασα στο νησί. Μια μικρή, άγρια, υπόκωφη χαρά. Ένα καρδιοχτύπι από κείνα που δεν ξανάρχονται πια όταν μαθαίνεις να ζητάς ανταλλάγματα από τη ζωή για καθετί που νιώθεις. Κι ένα χαμόγελο- όχι ∙ ένα μειδίαμα.   

Χρόνια μετά. Αύγουστος. Ξημέρωνε του Σωτήρος. Ετοιμασίες από τα αξημέρωτα για την αλιάδα. Ένα ολόκληρο νησί μυρίζει σκόρδο και μπακαλιάρο. Αλιάδα χτυπημένη στο γουδί από τα χαράματα από παππού ή από πατέρα. Ποτέ σε μίξερ, θα ήταν ιεροσυλία. Είναι πρωί και οι δουλειές δίνουν και παίρνουν. Τα παιδιά κοιμούνται ακόμα. Κάποιος γείτονας μπαίνει στο σπίτι, ένα τηλέφωνο χτυπάει, για ένα δευτερόλεπτο σταματάει το σούσουρο, το ρολόι αρνείται να πάει παρακάτω. Σιωπή. Κι ύστερα μια κραυγή που σκίζει τον νησιώτικο ουρανό και πέφτει σαν πέπλο πάνω από όλο το χωριό. Το κορίτσι πετάγεται τρομαγμένο, ανοίγει την πόρτα, δεν έχει ακόμα ξυπνήσει για τα καλά, τι έγινε;

Σκοτώθηκε.  

Συνειδητοποιώ τώρα πόση διαφορά έχουν οι λέξεις που οι άνθρωποι προφέρουν για το θάνατο. Άλλος θα πει έφυγε, σωστός φυγόπονος. Άλλος πάλι θα πει πέθανε, στωικός από τους λίγους. Κάποιος άλλος θα πει μας άφησε, παραπονιάρης και ειλικρινής. Μα το σκοτώθηκε έχει μέσα του τόση βία που σου χαράζει τον πόνο κάπου, από όπου δεν θα σβηστεί πια ποτέ.

Το ίδιο απόγευμα τρία κορίτσια κάθονται στη στάση του τοπικού λεωφορείου του χωριού. Δεν έχουν ξανακλάψει πιο πολύ στη σύντομη ζωή τους. Κοιτάζονται με απορία. Ανοίγουν το στόμα χωρίς να μιλούν. Αντικρίζουν για πρώτη φορά το θάνατο. Ο νέος δεν ήταν φίλος τους, δεν ήταν καν συγγενής- ίσως πολύ πολύ μακρινός. Ήταν όμως κάποιος που μέχρι χτες γνώριζαν τη ζωντάνια του. Η βεβαιότητα και της δικής τους ύπαρξης είχε πια κλονιστεί. Η πρώτη φορά που ένα παιδί αντικρίζει το θάνατο είναι ταυτόχρονα η πρώτη φορά που καταλαβαίνει τι είναι η ζωή.

Σκοτώθηκε.

Χρόνια μετά, η μητέρα του νέου θα πει πάνω σε μια κουβέντα πως ο γιος της καμάρωνε το μικρό κορίτσι κι έλεγε πως κάποια μέρα θα το παντρευτεί. Κι ύστερα η μητέρα θα χαρίσει στο κορίτσι την παλιά φωτογραφία. Εκείνη θα πάρει το ακριβό δώρο στα χέρια της, θα χαϊδέψει με τα ακροδάχτυλα τα πορτοκαλί γράμματα που βροντοφωνάζουν ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ‘95– σα να λέμε ζήσε για όσο αναπνέεις γαμώ τον χριστιανικό θεό σας- και θα την κρύψει κάπου, όπου θα την βλέπει τώρα πια μόνο εκείνη.

Εσείς μιλάτε στις φωτογραφίες;

Χρόνια μετά. Φάγαμε τα νιάτα μας σε τούτο το νησί. Γυρνούσαμε από την παραλία στοιβαγμένοι ανά δεκάδες μέσα στα αυτοκίνητα. Στην είσοδο του χωριού, πάντα μια περίεργη επιθυμία. Σταμάτα να ανάψουμε τα καντηλάκια. Τα αυτοκίνητα σταματούσαν και η παρέα ξεχυνόταν στο νεκροταφείο σαν κοπάδι από ζαρκάδια. Δεν φοβηθήκαμε ποτέ. Είχαμε τον δικό μας κώδικα αφοβισιάς και αποτίαμε τον δικό μας φόρο τιμής. Άλλος στη γιαγιά, άλλος στον παππού, άλλος στη μάνα, άλλος στο μικρό του ανιψάκι. Πλησίαζα στον παππού μου και του έπιανα την κουβέντα. Καμιά φορά του σιγοτραγουδούσα το γιλεκάκι που τον θυμόμουν σαν χτες να το τραγουδάει. Κράτησα αυτήν την περίεργη συνήθεια μέχρι σήμερα. Ένα το καντηλάκι του παππού, ένα της γιαγιάς της φιλενάδας μου, ένα του παππού της παλιάς μου αγάπης. Και πάντα το καντηλάκι του νέου. Έφευγα από το νεκροταφείο ξαλαφρωμένη.

Πώς να φιλιώσεις με τον γαμημένο τον θάνατο;

Χριστιανικέ θεέ δεν σε χρειάζομαι πια. Κι εσείς πατριώτες χριστιανοί φάτε τη σκόνη μου. Λατρεύετε έναν Χριστό που δεν τον είδατε ποτέ, και ούτε πρόκειται. Και σας διαφεύγει πως οι θεοί είναι άνθρωποι. Εγώ τον δικό μου Χριστό τον γνώρισα. Και θα τον παντρευόμουν.

Ώρα σου καλή.