sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: νεκρός

ρεκβivere

kalavrita-ereipia

οδηγώ στην αριστερή λωρίδα
όσο πιο αριστερά τόσο πιο καλά
έτσι μου λέει το ένστικτό μου
μα κάνουν λάθος τα ένστικτα ερωτηματικό
η ταμπέλα γράφει έξοδος προς θριάσιο
μα πού το ξανάδα αυτό
διερώτηση
α ναι η πράξη θανάτου που κουβαλάω μαζί μου
γράφει τόπος θανάτου θριάσιο ίδρυμα ή κάπως έτσι
για να πιστοποιήσεις την απραξία του θανάτου
απαιτείται πράξη
αγκαλιάζω την ειρωνεία για το ρεβεγιόν
όχι όχι γαλλικά δεν ξέρω γρι
ρεβεγιόν μπορεί να είναι ένα φαγητό
ή μια πόλη ή ένα κρασί ή μια γιορτή
οδηγώ αριστερά
ο κ μου λέει να μην τρέχω τόσο
τι να θέλω άραγε να προλάβω
χθες τη νύχτα δεν κοιμήθηκα είχα δυσφορία
τον ξανάδα στον ύπνο μου
πώς γίνεται να βλέπω όνειρα ξύπνια
τον βλέπω συχνά να χαμογελάει όχι σε μένα
να χαμογελάει στο σύμπαν έτσι έκανε όσο ζούσε
φτάνω στην επαρχιακή πόλη
πολύ πριν γίνει θέρετρο για τζιπ ήταν πόλη μαρτυρική
πόλη του θανάτου και της λευτεριάς
μπαίνω σε μια έκθεση ζωγραφικής με θέμα το ολοκαύτωμα
παντού γυναίκες να κλαίνε
μου καρφώνεται στο μυαλό ένας πίνακας
ένα άσπρο πουκάμισο επί ξύλου κρεμάμενο
με έναν κόκκινο λεκέ στο μέρος της καρδιάς
κι από πίσω ατάκτως γραμμένα
όλα τα ονόματα των δολοφονημένων της θηριωδίας
τίτλος του έργου κάτι σχετικό με τη μνήμη
μνήμη όπως μνήμα
μνήμη όπως μνημόνιο
μνήμη όπως άνυδρο κλάμα
μπαίνω στο ειρηνοδικείο
άκου εκεί ειρηνοδικείο
δηλαδή για να καταλάβεις δικάζει με γνώμονα την ειρήνη
δηλαδή για να συναισθανθείς δικάζει με στόχο την κοινωνική ειρήνη
εκεί θα πλειστηριάζονται τα σπίτια σας στα ειρηνοδικεία του πολέμου
εκεί μέσα θα ρίχνουν τις ναπάλμ
οι άλφαμπανκ και οι γιούρομπανκ και άπασες οι εις μπανκ λήγουσες
και εκεί θα λιποθυμάς όταν θα ανακηρύσσεσαι σε μη συνεργάσιμο
και ταυτόχρονα άστεγο γιατί ο καπιταλισμός δεν αστειεύεται σύντροφοι
ειρηνοδικείο που λες και όχι ούτε τώρα θα βάλω στίξεως σημεία
καλημέρα σας για μια αποποίηση ήρθα
ποιος ο αποθανών
κανένας ήθελα να της πω
αλλά έξω ένα πουλί τιτίβιζε και μπερδεύτηκα κάπως
με το θράσος της φύσης που συνεχίζει να ζει κι ας πεθαίνουμε εμείς
και της αποκάλυψα το όνομά του
έχετε πράξη θανάτου ναι μάλιστα έχω πέθανε στα σίγουρα
και όλα πολύ απλά και πολύ εορταστικά
σφραγίδες και υπογραφές και καλές χρονιές
και η ειρωνεία πουλί περιπλανώμενο
να ίπταται πάνω από τα κεφάλια μας
πώς να γιορτάζει άραγε την πρωτοχρονιά
ο πρώτος των υπουργών άλλως ο πρωθυπουργός
when you look at yourself do you see what i see
if you do why the fuck are you looking at me
ο ν τις προάλλες μου είπε ότι φοβάται ότι είμαστε λόγια μόνο λόγια
και στο τέλος θα κρεμαστούμε από τα γραπτά μας για να τελειώνουμε
για τη νέα χρονιά φοβάμαι μήπως στερέψω από έμπνευση
και από οργή και από εμμονές
όχι τις εμμονές μου θα τις κρατήσω καλά φυλαγμένες μέσα μου
θα τις κάνω φρούριο και θα ζήσω εκεί μέσα
θα γράφω πάντα τα ίδια και τα ίδια
μέχρι που ούτε κι εγώ η ίδια να μην με διαβάζω
έξω από το μουσείο η προτομή του πετμεζά
σκουντουφλάω πάνω στα τζιπ αλλά δεν γρατζουνίζονται καν
μόνο η μνήμη μου γρατζουνίζεται
εκατομμύρια έτη φωτός πριν
δημοτικό σχολείο τα μισά μου μαλλιά πιασμένα ψηλά με φιόγκο
απαγγέλω ποίημα για τον πλάτανο της λεφτεριάς
διαβάτη εδώ σε τούτο το πλατάνι φωτήλας ζαΐμης πετμεζάς
κι ο γέρος του μωριά εκάμαν το συμβούλιο τους να ιδούμε λεφτεριά
γεράσαμε πριν να ζήσουμε μόνη μόνη πολύ μόνη
βαρέθηκαν να με ακούνε να λέω τα ίδια και τα ίδια
κι έτσι τώρα περπατάω στο δρόμο και παραμιλάω
αλλά μπορεί να μιλάω και στα δέντρα ή στις γάτες ποτέ δεν ξέρεις
ψάχνω τις τσέπες μου μπας και βρω ένα κόμμα ή μια τελεία
κάπου να ξαποστάσω να ακουμπήσω σε μιαν άνω τελεία τουλάχιστον
αλλά ξέμεινα έδωσα τα τελευταία μου σημεία στίξης σε έναν λαχειοπώλη
για να πάρω το πρωτοχρονιάτικο που κληρώνει αύριο
γιατί κάπως πρέπει να χτιστεί και το γήπεδο της αεκ ρε συντρόφια
και εξάλλου εγώ μεγάλωσα δίπλα στα γήπεδα της αεκ και του απόλλωνα
και μόλις ακούσω περιγραφή ποδοσφαιρικού αγώνα από σπίκερ
ή έστω τη μουσική της αθλητικής κυριακής
παθαίνω δεκαεφτά καταθλίψεις
και πρέπει να φάω πέντε σοκολάτες για να συνέλθω
τι σου έλεγα α ναι
λοιπόν αποφάσισα εγώ τη χρονιά δεν θα την αλλάξω αύριο
δεν είμαι έτοιμη να την αφήσω ακόμα
ίσως σε κανά μήνα να μπορέσω να την αποχαιρετήσω
έτσι κάνω με όλα και κυρίως με τους νεκρούς
τους τοποθετώ σε έναν δικό μου χωροχρόνο
και δεν τους αποχαιρετώ ποτέ
νομίζω πως δεν θέλω κάτι άλλο να πω γιατρέ μου για σήμερα
γιατί έπεσε το ζάχαρό μου και θέλω κάτι γλυκό πάλι
ούτε μισό δόντι δεν θα μου μείνει στο τέλος
και άντε να τρέχεις να πουλάς νεφρά για να βάζεις εμφυτεύματα μετά
έξοδα πολλά έξοδα αλλά προς το παρόν όλα καλά
έχω δυο νεφρά δυο πνευμόνια δέκα δάχτυλα
δυο μάτια άπειρα δάκρυα ανάλατα
και μια μόνο μια μόνο γαμημένη ζωή
που όχι ρε συντρόφια
δεν σκοπεύω να την πετάξω σε δαύτους
αμαχητί

με το κεφάλι στο πλακάκι

από τα ποιήματα τσέπης*

θα σέρνομαι αενάως σε συνόδους κορυφής
έχεις ταλέντο μου λένε
έχω ανάγκη απαντώ
άλλοτε αγαπώ τις συναιρέσεις
κι άλλοτε τις αποδιώχνω από τα γραπτά μου
όπως τις μύγες τους ιούλιους από το παιδικό καρπούζι μου
εδώ στον κόσμο μου τα πάντα έχουνε τη δική τους τη μιλιά
ονόματα και κατσαρολικά και ρήματα και κάλτσες
άλλοτε ξημερώνει μέρα συναιρέσεων
όταν εν απαρτία αποφασίζουμε
τη μέρα με λιγότερα φωνήεντα να ζήσουμε
κι άλλοτε πάλι έρχονται κάτι νύχτες ασυναίρετες
τότε
κοιμάμαι εμβρυακά με αναίδεια
καπνίζω μόνο λίγο γιατί αγαπώ τη μοναξιά μου
μιλάω μεγαλόφωνα και καταργώ τις συναιρέσεις
και εντέλει στέκομαι ανάποδα στο μπαλκόνι με το κεφάλι στο πλακάκι μέχρι να ξημερώσει
κερδίζοντας επάξια το χρυσό μετάλλιο κοινωνικής παράνοιας

θα επιστρέφω πάντα εν τιμή
ταπεινωμένη από τις ψεύτικες αλήθειες σας
έχεις ταλέντο μου λένε
είμαι φτωχή και ψάχνω τρόπο να ξεγελάσω την οργή μου απαντώ
χαρίζω πάντα μια ανάσα παραπάνω
σ’ όποιον με ένα μινόρε κουνάει την καρδιά του από τα μέσα του
εφτά ακριβώς εκατοστά
κι ακόμα
χαρίζομαι ανεπιστρεπτί
σε κείνους που φοράνε πάντα ρούχο με τσέπη
για να ‘χουνε κάπου παράνομα να χώσουν τη χαρά
γιατί ποτέ δεν έμαθαν πώς να την κάνουν πράξη

θα σέρνομαι δια παντός λαός νεκρός
σε όλα της υφηλίου τα συνέδρια
διατρανώνοντας παντού αμάθεια και αγάπη
έχεις ταλέντο μου λένε
έρχομαι απ’ τον κόσμο των νεκρών τους απαντώ

 

*η πικρή αλήθεια είναι πως χωράω ολόκληρη
στην τσέπη σας
αρκεί ωστόσο να ‘ναι τρύπια

ένας δεύτερος χριστός*

βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που κανείς ποτέ δεν τον κατάλαβε γιατί όλοι τον μισούσαν για όλα αυτά που ποτέ δεν θα κατάφερναν να νιώσουν βαθιά μέσα τους γιατί έτσι φτιαχτήκαμε οι άνθρωποι να διακοσμούμε δήθεν ευφυώς σπίτια να οδηγάμε αμάξια να αλείφουμε το κορμί μας με αισθησιακά λάδια να πεταρίζουμε τα βλέφαρα να καυλώνουμε με το γυμνό στήθος της γειτόνισσας να ονειρευόμαστε ψηλοτάβανα σπίτια μα ποτέ καλύβια με πάτωμα που κρύβει λαγούμια που σε οδηγούν στον πυρήνα της γης και από κει στα μύχια της καρδιάς αχ η καρδιά πολύπαθη και άτυχη αλλά πιο δυνατή από τις λιπόψυχες καρδιές ημών των υγιών βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που ετοιμάζεται για τη μάχη εδώ και σαράντα χρόνια όλα έτοιμα σας λέω τα παντελόνια με τις πλαϊνές τσέπες τα μαχαίρια τα βιβλία τα συνθήματα όλα έτοιμα ανέκαθεν και η μάχη δεν ήρθε ποτέ γιατί προτιμήσαμε να σπείρουμε τον κάμπο με βιολογική σοδειά που κοστίζει ένα και μισό μεροκάματο το βαζάκι παρά να χώσουμε το αλέτρι βαθιά μέσα στη γη να πληγώσουμε το χώμα για να σπείρουμε ιδέες και ύστερα περήφανα να θερίσουμε τη θύελλα του σοσιαλισμού βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που τον περιγελάσανε τον μισήσανε τον λατρέψανε και τον σκοτώσανε μόνο και μόνο για να τους επιβεβαιώσει το αναστάσιμο ψέμα του χριστιανισμού εδώ που φτάσαμε σύντροφοι νομίζω πως μόνο ο εξιστορητής της ιστορίας του ξεροκέφαλου κεμάλ θα μείνει στο τέλος ζωντανός για να μας πει κατ’ επανάληψη πως ο κόσμος ο διαβολικά πλασμένος αυτός κόσμος θα προχωράει πάντα με φωτιά και με μαχαίρι και κείνος τα ‘χε όλα έτοιμα και το μαχαίρι και τη φωτιά αλλά του ‘πανε να κάτσει σε μιαν άκρη και να κοιτάζει τη ζωή να κυλάει αργόσυρτα σε μιαν επαρχία βρώμικη γεμάτη γραμματείς και φαρισαίους θέλησε να διδάξει και να διδαχτεί μα ο κόσμος άλλαξε βιαίως και τώρα πια τους χριστούς δεν τους σταυρώνουν τώρα πια τους επαναστάτες των πιο άδειων καιρών της υφηλίου τους κρατάνε ζωντανούς δια της βίας με μηχανήματα με τη γλώσσα κομμένη και τα χέρια δεμένα με κοινωνικές συμβάσεις τι θα πει ο κόσμος το χωριό η πόλη η μάνα ο πατέρας ο τριτοξάδελφος ιούδας έτσι τώρα πια ζούνε οι χριστοί σύντροφοι ζωντανοί μα μέσα τους νεκροί για πάντα και οι μαγδαληνές τα ξεπουλήσανε όλα δώσανε σας λέω ακόμα και τα σημεία στίξης στους ρωμαίους συγκλητικούς μόνο και μόνο για να ξαναδούνε το χριστό τους να ανασαίνει και πλύνανε τα πόδια όλων των ανελεύθερων αφεντικών και γονατίσανε και ικετέψανε όλους τους αντιεισαγγελείς του κρατιδίου μόνο και μόνο γιατί μια μέρα ένα αστέρι τους οδήγησε σε μια φάτνη που γεννιότανε κάτι που αργότερα οι ανιστόρητοι το είπανε αγάπη αλλά τα δάκρυα της κάθε χαμογελαστής πουτάνας δεν αρκούνε πια σύντροφοι για να ξεπλύνουνε τη δυσωδία του καθωσπρεπισμού και φοβάμαι τόσο πολύ ότι ο κάμπος δεν θα πάρει φωτιά ποτέ γιατί οι εμπρηστές φυλακιστήκανε εκουσίως σε τύπου δ΄ φυλακές και μεις θα μείνουμε δω πάντα σκυφτοί πάντα σκελετωμένοι πάντα ανίεροι πάντα να προσδοκούμε το πέρασμα από τη νεκρά θάλασσα και πάντα να πεθαίνουμε ατελέσφοροι

*τσαφ

καύση πυρός

είμαι ποιητής τ’ ακούτε ποιητής
πλάθω ψέματα από πλαστελίνη
ψέματα εύπλαστα για να προσαρμόζονται
σε κάθε δική σας ζωή
βγάζω βλέπετε τα προς το ζην νικώντας τις αντιπάθειες
ψέματα λοιπόν ναι
ψέματα άθραυστα για να μην σπάνε από τη σκληράδα
ψέματα άκαυτα ειδικά για το καλοκαίρι
για τους κόκκινους μήνες της πυρκαγιάς

βλέπετε τις φλόγες που καίνε
νομίζετε πως είναι φλόγες
μα είναι μικροί άνθρωποι
που ερίζουν την ώρα της καταστροφής
λοιπόν η φωτιά είναι το κοράκι του θανάτου για το ξύλο
οι φλόγες μόλις γεννηθούν
στέκονται σαν τα όρνια πάνω από το κυπαρίσσι που πεθαίνει
και ουρλιάζουν για το ποια θα το καταπιεί πρώτη
τα τζάκια και οι σόμπες είναι τα νεκροταφεία των δασών

αγαπάτε αυτόν τον τόπο
γιατί θέλετε να τον καταστρέψετε πρώτοι εσείς

ξεριζώνω μια τούφα βαμμένα μαλλιά και τη ρίχνω στη φωτιά
άκου πώς ουρλιάζουν τα μαλλιά την ώρα που πεθαίνουν
θάνατος
καύση κρεματόρια
θάνατος
θάνατος
ουρλιαχτό τρόμου
το ουρλιαχτό του γκίνσμπεργκ ίσως

νύχτα σκοτάδι ένα βουνό σκεπασμένο με χιόνι
πάνω του τα ελάφια ψάχνουν καταφύγιο
μα πού να κρυφτούν από τα φλας
σπάνε τα κέρατά τους και τα ρίχνουν στη φωτιά να ζεσταθούν

θάνατος
θάνατος
αυτοκτονία
αυτόχειρας ένα ελάφι
το είδα πριν από λίγο ζωντανό σας λέω

θάνατος
ηθικός αυτουργός η φωτογραφική μου μηχανή
η ανηθικότητα των δημιουργών του νόμου πανταχού παρούσα
άκου εκεί ηθικός αυτουργός
οι νόμοι του ανθρώπινου πολιτισμού
είναι γεμάτοι ευφημισμούς και καλολογικά στοιχεία
πού να κρυφτεί όμως η γύμνια μας

ακούστε με
προτού με φουσκώσετε με φάρμακα για την αλλοφροσύνη μου
ακούστε με γιατί όταν έπρεπε να σπουδάσω τους νόμους σας
σέρβιρα ουίσκι σπέσιαλ σε χαμηλό ποτήρι
– πάντα με δύο πάγους, έχε το νου σου –
σε δικηγόρους βγαλμένους από κρεατομηχανές
που μοσχομύριζαν λεφτά

τι σας έλεγα α ναι
για τον παγετό που κάνει απόψε
φυσικός αυτουργός η παγωνιά λοιπόν
και το ελάφι το ‘δα να τρέχει ελεύθερο από κέρατα
στην κοιλάδα της θέρμης τέσσερις μήνες αργότερα
είμαι καλά τώρα μου είπε
σταμάτησα τις ουσίες
τα ναρκωτικά σε σκόνη σκοτώνουν τις ιδέες
και επιβραδύνουν το χειμώνα

αν σας τρόμαξε το ψέμα μου αυτό πέστε το ποίημα
ή λύμα
και ελάτε να με μαζέψετε για την ανακύκλωση
από μικροαστή να γίνω χόμο ερέκτους
αυτή δεν είναι η ανακύκλωσή σας, αυτουργοί;

αν δεν σας άρεσε λοιπόν ιδού το επόμενο
θέλω να εξοργίσω τους θρησκόληπτους
για να με μνημονεύουν ομού μετά του λασκαράτου
πώς τολμάς
ξέρω πως αυτό σκεφτήκατε
με τον εγωισμό λοιπόν έχει να κάνει το επόμενό μου παραμύθι
λέω πως την ώρα που το ξύλο καίγεται
παθαίνει μιαν εξάχνωση ο εγωισμός του
για σκέψου το λιγάκι
τι απομένει όταν φύγει η φωτιά απ’ το ξύλο
μόνο μια στάχτη γκρίζα
που αν τη φας σε ρίχνει στο κρεβάτι
άρρωστο για μέρες

άνθρωποι μην απολέσετε το μέγιστο της φύσεως δώρο
άνθρωποι μείνετε για πάντα εγωιστές
ειδάλλως θα απομείνει από σας μια αλισίβα
για να γυαλίζουμε τα ασπρόρουχα

ξέρω πως οι χριστιανοί που πιστέψαν στον σεούλ
κηρύττουν από άμβωνος πως ο εγωισμός μας καταστρέφει
μα για σκεφτείτε
πως οι ίδιοι απορρίπτουν την ιδέα καύσης των νεκρών
ίσως γιατί φοβούνται πως το ψέμα τους
η αλήθεια της φωτιάς θα το γκρεμίσει

τελευταία συνομιλία

τελευταία συνομιλία

όχι όχι κράτα τα ρέστα σου ίσως στο παρακάτω να σου χρειαστούν
εγώ θα μείνω με την τσέπη άδεια σ’ έναν κόσμο πλήρη ημερών
γέμισε τα πνευμόνια του με μίσος και φούσκωσε τη σπλήνα του με ψέμα
και δολοφόνησε εκατομμύρια φορές τις κόρες και τους γιους του

ξέρεις ο πόλεμος που ήδη άρχισε μπροστά στα απαθή μας μάτια
θα είναι πόλεμος θρησκευτικός· τυφλοί ενάντια στους κουφούς
οι άθεοι θα ‘μαστε ο άμαχος πληθυσμός· οι πρώτοι των πεσόντων
και οι θεοί θα είναι οι νέοι στρατηλάτες των ματωμένων σταυροφοριών

δεν ξέρω πώς να πολεμάω· όμως αποδεικνύω με έγγραφα τη σήψη μου
επίσημα χαρτιά και πιστοποιητικά που ράφτηκαν στη ραχοκοκαλιά μου
πιστοποιούν πως γέννημα θρέμμα είμαι κόσμου που γεννήθηκε νεκρός
πολιτική κηδεία της ανθρωπότητας αύριο· χορηγία δαπάνης οπλικής

κράτα λοιπόν τα ρέστα σου εγώ χρειάζομαι μονάχα ένα κέρμα
− ακολουθώ τους μύθους με ευλάβεια από φόβο για το θάνατο −
βλέπεις εδώ και αιώνες τα χρήματα αλλοιώσανε το αίμα μας
κι εγώ επιθυμώ στο θάνατο γυμνή και αδέκαρη να συστηθώ

qui tacet consentit

όλοι εμείς
που προσπερνάμε βιαστικά τις κηλίδες αίματος στο δρόμο
που καταδικάζουμε τον πόλεμο μέσα σε σχολικές αίθουσες
που βγάζουμε πύρινο κήρυγμα κατά της βίας μέσα σε εκκλησίες

όλοι εμείς
που νομίσαμε ότι οι σειρήνες ηχούν μακριά μας
που πουλήσαμε την αξιοπρέπεια για την ασφάλεια
που αγοράσαμε μισοτιμής τη μισανθρωπιά

όλοι εμείς
που βουλιάξαμε σε έναν καναπέ μισοκοιμισμένοι
που πετάξαμε από το παράθυρο την αλληλεγγύη
που κάναμε τα παιδιά μας υπάκουους στρατιώτες

όλοι εμείς
που λερώσαμε με αίμα τα αβασάνιστα χέρια μας
που κάναμε σημαία μας τις σοφιστείες των αρχόντων
που κοιμηθήκαμε με υπνωτικά και δεν ξυπνήσαμε ποτέ

όλοι εμείς
που μετράμε νεκρούς λες και είναι κέρματα
που αγωνιούμε για τον καιρό και όχι για τις θάλασσες
που ευγνωμονούμε τους βιαστές μας γιατί μας άφησαν να ζήσουμε

όλοι εμείς
που σκεφτόμαστε με οδηγό μια αριθμομηχανή τσέπης
που διώξαμε τα δέντρα για να ζήσουμε στην πολυτέλεια του διοξειδίου
που ψιθυρίζουμε στον καθρέφτη ποιος είσαι εσύ δεν σε θυμάμαι

όλοι εμείς
που κλείσαμε εμετικά τον κύκλο της ανθρώπινης ζωής
που εγκαθιδρύσαμε μια νέα ανθρωπότητα τρόμου
που σπείραμε νεκρούς σε κάθε γη της υφηλίου

να ξέρετε πως πια θεατές δεν είμαστε
παρά οι φρικτοί πρωταγωνιστές της τελευταίας πράξης

che bel fior*

κάποτε
σταμάτησα στη μέση κάθε δρόμου κεντρικού και φώναξα
σας φώναξα μα δεν μ’ ακούγατε
πως όσο κι αν γελάτε με τα ψεύτικα κάτασπρα δόντια σας
εκεί που πίνετε ουίσκι με δυο παγάκια
όταν αγκαλιάζετε κάποια που δεν θυμάστε το όνομά της
την ώρα που πατάτε κουμπιά σε συσκευές πλάθοντας με τα δάχτυλα
τη σημαντικότητά σας την ανύπαρκτη
δίπλα σας κλαίνε παιδιά με μαύρα σαπισμένα δόντια
εκεί που φορτώνετε το αμάξι σας με βενζίνη κατοστάρα
-γιατί η ανυπαρξία των πόλεων θέλει ταχύτητα-
πεθαίνει από πείνα ένα μωρό
βουλιάζει μια βάρκα με ανθρώπους
που δεν προλαβαίνουν να φωνάξουν
γιατί το νερό μπαίνει μέσα στα πνευμόνια τους
και πνίγει τους χτύπους της καρδιάς
στο ίδιο εκείνο σημείο του πνιγμού
εσείς τους αύγουστους
απλώνετε πολύχρωμες χνουδωτές πετσέτες
χύνετε λίτρα λαδιού που μαυρίζει το δέρμα
διαβάζετε ποιος πήρε το πρωτάθλημα
και κρυφοκοιτάζετε τις ζωές των άλλων
τα κορμιά κάνουν περατζάδα στις παραλίες
σχεδόν γυμνά
και δεν ξέρω καθόλου
ποια κορμιά είναι πιο νεκρά
τα βράδια στις ταβέρνες πίνετε κρασί ροζέ
για να μην λεκιάζει τα ρούχα
-ο κόκκινος λεκές ο πιο θρασύς-
αναπολείτε τα καλά χρόνια του σοσιαλισμού
καθυβρίζετε όσους ψηφίσατε για να σας χώσουν σε μια τρύπα
ο καθείς και στην τρύπα του
-ελλάς η χώρα των τυφλών ποντικών του υπονόμου-
τις νύχτες κάνετε έρωτα με την ανάμνηση άλλου κορμιού
που κάπου πήρε κρυφά το μάτι σας
κι ύστερα στον καπνό απ’ το τσιγάρο σας
οι τοίχοι ζωγραφίζουνε το τεράστιο της ζωής σας ψέμμα
και το πρωί άνευ ξυπνητηριού
ξυπνάτε λόγω άγριας επίθεσης από σμήνη με μαρμότες
που ανεβαίνουν στο κρεβάτι σας
μπαίνουν στα αυτιά και τα ρουθούνια σας
και ψιθυρίζουνε γεμάτες ηδονή
πως ήρθε η επόμενη ολόιδια μέρα

σας τα ‘πα τότε όλα αυτά
μα μου φωνάξατε
-φύγε τρελή απ’ το δρόμο θα σε πατήσουμε-
κι έτσι τώρα πιστεύω έτοιμοι πως είσαστε
τσεκούρια να βλέπετε να πέφτουνε
πάνω απ’ τα κεφάλια των παιδιών σας
-ελλάς, η χώρα των κομμένων κεφαλιών των ποντικών-
οι άνθρωποι αποδείχτηκαν χειρότεροι
πιο πολύ ακόμα και από κείνα τα γουρούνια της φάρμας
η ιστορία της ανθρωπότητας δεν κάνει πια κύκλους
σταμάτησε σε μια κορυφή
πάνω στο όρος φαλακρόν
και μας κοιτάζει να πέφτουμε ένας ένας από τις ανεμογεννήτριες
πέφτοντας δεν κάνουμε θόρυβο
δεν ακούγεται ούτε κιχ
γιατί οι άξονες των γεννητριών μας έχουνε κόψει τις γλώσσες
όπως οι άξονες των μεγάλων δυνάμεων μας έχουνε κλέψει την ελευθερία

αλλά εσείς παραμένετε ευχαριστημένοι με τούτο τον αναξιοπρεπή θάνατο
γιατί ζήσατε σε γρήγορα αμάξια
σε αφιλόξενα κρεβάτια
σε παραλίες με γαλάζια σημαία και προϊστορία στα κοκτέιλ
σε τράπεζες με κλιματισμό για ευχάριστα τοκοχρεολύσια
και σε πεζοδρόμια ποτισμένα με το αίμα κάτι γραφικών

κι έτσι ξαναλέω τώρα πια απολαμβάνετε τις ζωές σας
χρυσές καδένες στο λαιμό οι αλυσίδες σας
ψυχοτρόπα αντικαταθλιπτικά οι καραμέλες σας
παιδιά του σωλήνα και του διαμερίσματος οι κληρονόμοι σας
τσιγάρα παράνομα από τη λαϊκή του σαββάτου η επανάστασή σας
και το θανάτω θάνατον πατήσας η ανήμπορη παρηγοριά σας

*τι ωραίο λουλούδι

poeta poetae lupus

L5_Peroulis_02

αναρωτιέμαι αν υπάρχουν ποιήματα

που πρέπει στη γέννα να τα πνίγεις

 

υπήρχε κάποτε μια εποχή που οι μαίες

ρητή εντολή από πάνω λάμβαναν

τις διαφορές στο στίχο

στο αίμα να τις πνίγουν

 

κι έτσι χωρίστηκαν οι ποιητές

οι μεν στα πεζοδρόμια

οι δε σε οικειοθελούς αυτοσυγκέντρωσης στρατόπεδα

 

οι του πεζοδρομίου ποιητές

εισπνέουν χημικά και καυσαέριο

 

και οι κλεισμένοι στα στρατόπεδα

ρίχνονται κάθε νύχτα στους θαλάμους αερίων

 

όλοι οι ποιητές ζουν ετοιμοθάνατοι

διαφέρει μόνο η ταχύτητα θανάτου

είναι γινόμενο καπνού και σκέψης

 

σημειωτέον, πως στην ποίηση το φύλο αδιάφορο είναι

-μήπως και στη ζωή έτσι δεν θα ‘πρεπε να ήταν;-

δικαίωμα στη μητρότητα έχουν όλοι, άντρες γυναίκες

σημειωτέον, πως δε λέγεται μητρότητα

αλλά σκοτάδι, πόνος, τρόμος και ζωή

 

οι του πεζοδρομίου ποιητές

απέναντί τους έχουν τις πλατείες

 

και οι κλεισμένοι στα στρατόπεδα

καταναγκαστικώς χτίζουν συρματοπλέγματα

 

οι μεν αναρωτιούνται για τους δε

ποια αρρώστια τη ζωή τους όρισε

και οι στίχοι τους τις νύχτες

το παιχνίδι της αναίρεσης

απ’ την αρχή ορίζουν

 

μια κυριακή το μήνα

οι θεοί -που από ίδιον συμφέρον μόνο υπάρχουν-

όρισαν δημοκρατικά πως πρέπει

ειρηνική ανταλλαγή των πληθυσμών

για μία μέρα χώρα να λαμβάνει

 

-και πώς αλλιώς να γραφτεί η ιστορία, αν όχι με επίφαση δημοκρατίας των λαών;-

 

κι έτσι αυτήν τη μόνη κυριακή του μήνα

οι αλητήριοι του δρόμου ποιητές

τη μέρα τους μες σε στρατόπεδα αυτοσυγκέντρωσης περνάνε

και οι έγκλειστοι που από το zyclon επιβίωσαν

ξαπλώνουν στα παγκάκια της πρωτεύουσας

 

στο τέλος αυτής της κυριακής

το ανώτατο συμβούλιο νεκρών καλλιτεχνών

πόρισμα βγάζει για τη ζωή και την πορεία των ιδεών

 

μα ακόμα και αυτοί οι ίδιοι οι ποιητές

που ανταλλάξανε το τώρα με του ύστερα τη φήμη

που εδώ και αιώνες προσπαθούν

σε ασφαλές συμπέρασμα να καταλήξουν

και που νικήσαν σε αντοχή

το θεάρεστον του γαιοσκώληκα έργον

ακόμα απόφαση δε βγάλανε

 

ποια να ‘ναι άραγε η πιο μακάβρια φυλακή

ποιο να ‘ναι ίσως το πιο αποπνικτικό κελί

και ποια να ‘ναι επιτέλους η μορφή

αυτής της ίδιας της μαμής

που όλες τις τέχνες ξεγεννάει

 

πώς είναι η ελευθερία

και πώς την ξεχωρίζεις

ανάμεσα στα ψευδοαντίγραφα

που θεοί και πολιτεύματα

εγκαθίδρυσαν;

διάολε, φύγε από μπροστά μου, μου κρύβεις το θεό*

1236633_10201028339805566_456309227_n

Δεν πιστεύω στα όνειρα. Έχω εκπαιδεύσει τα όνειρά μου να πιστεύουν αυτά σε μένα.

Σήμερα, την τελευταία νύχτα του χρόνου -σύμφωνα πάντα με τον ανθρώπινο τρόπο μέτρησής του- είδα περίεργα όνειρα.

Το πρωί πετάχτηκα από το κρεβάτι ακούγοντας το κουδούνι. Άκουσα δύο κορίτσια να λένε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς στον πατέρα μου. Σκέφτηκα πως τα κάλαντα αυτής της μέρας μου αρέσουν πιότερο από τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Η αλήθεια είναι πάντως, πως ποτέ δεν κατάλαβα τους στίχους τους. Κρυφοκοίταξα από τη γωνιά του δωματίου μου και άκουσα τον πατέρα μου να λέει στα παιδιά πως δεν έχει ψιλά, οπότε προτείνει να τους δώσει ένα εικοσάρικο και να του δώσουν πίσω είκοσι-πέντε ευρώ σε ψιλά. Ακολούθησε το γάργαρο γέλιο των κοριτσιών· μα δεν έχουμε τόσα λεφτά πάνω μας! Ο πατέρας μου ανταπέδωσε το γέλιο. Τους έδωσε μερικά ψιλά και τους ευχήθηκε καλή χρονιά και καλή πρόοδο. Αιώνιος δάσκαλος. Κρυφογελούσα όσο ντυνόμουν να πάω για δουλειά.

Μα πού το βρίσκει το κέφι για πλάκα πάντα; Μάλλον εκεί που το χάνω εγώ. Πάντα.

// Στο πρώτο όνειρο δύο γυναίκες αστυνομικοί στάθηκαν έξω από το παράθυρο του σπιτιού μας και με πυροβόλησαν όχι μία αλλά τέσσερις φορές ενώ ο πατέρας μου προσπαθούσε να με σώσει. Δεν έμαθα ποτέ αν πέθανα. Κάπως έτσι πρέπει να είναι ο θάνατος. Δεν είσαι εκεί για να τον νιώσεις. Πεθαίνεις για τους ζωντανούς. Αλλά πού πάνε οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν; Και είναι άραγε το ίδιο να πεθαίνεις και το ίδιο να σε σκοτώνουν; Όπως και να ‘χει. Χρόνια πολλά, Χάρε. Χρόνια καλά, Μαρμαρένια Αλώνια. //

Κατήντησα πιο γραφική κι από το χιονοδρομικό κέντρο του Χελμού. Ο κόσμος μου εύχεται καλή χρονιά κι εγώ αντεύχομαι καλό κουράγιο. Η γιαγιά μου που διανύει το εκατοστόν έτος της ζωής της σίγουρα απαντάει πιο αισιόδοξα από μένα. Η φίλη μου η χοντρούλα με πήρε τηλέφωνο τα Χριστούγεννα για να μου ευχηθεί φοβόταν την αντίδρασή μου.

«- Χρόνια πολλά σίνε λέγκε, καλά Χριστούγεννα!

– Ρε δε μας παρατάς κι εσύ και τα Χριστούγεννα και ο Χριστός σου;

– Ρε σίνε λέγκε, ούτε καν σήμερα δε δίνεις μια άφεση αμαρτιών στον κόσμο που θέλει να βγει έξω, να διασκεδάσει, να μεθύσει, να παίξει χαρτιά;

– Όταν όλος ο κόσμος καίγεται, εμείς χτενιζόμαστε χοντρούλα. Η σκέψη μου με τους που δεν έχουν τόπο. Ούτε ελπίδα. Ούτε ζωή. Ούτε απόψε, ούτε αύριο.»

// Στο δεύτερο όνειρό μου ήρθε κάποιος από τα παλιά. Από τα πολύ παλιά. Από τα παιδικά, πολύχρωμα χρόνια. Κάποιος που με όρους ανθρώπινης κουλτούρας δε ζει πια. Ήρθε, κάθισε δίπλα μου, με αγκάλιασε και με ρώτησε τι κάνω. Του χαμογέλασα. Αισθάνθηκα ευτυχία που τον ξαναβρίσκω μετά από πολύ καιρό. Ξαναζωντάνεψε. Ή ίσως να ξαναζωντάνεψα εγώ. Τα χαμόγελα στα όνειρά μας διαρκούν πολύ περισσότερο από ό,τι στον ξύπνιο μας. Το χαμόγελο αυτού του ονείρου με συνοδεύει ακόμα και τώρα, δέκα ώρες μετά. Σ’ ευχαριστώ που ήρθες. //

Στο νησί μου σήμερα ο κόσμος εύχεται καλή αποκοπή.

Η αποκοπή είναι μία έννοια πολυσήμαντη και αόριστη.

Στο νησί μου γενικώς -και συγχωρέστε μου τη χρήση κτητικών αντωνυμιών, δεν το εννοώ στ’ αλήθεια ότι κατέχω κάτι- μας λένε τρελούς. Όπως ο ζωντανός λέει τον πεθαμένο νεκρό γιατί αλλιώς δεν μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο, έτσι και οι δήθεν λογικοί μας λένε τρελούς γιατί τους φαινόμαστε κομματάκι νεραϊδοπαρμένοι, ανεξήγητοι, ζαβολιάρηδες. Το ξέρετε φυσικά πως η λέξη ζαβολιά ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων με τη λέξη διάβολος, έτσι δεν είναι;

Σας τρομάζει η λέξη διάβολος όσο σας ερεθίζει η λέξη θεός. Αλλά το δίφραγκο έχει πάντα δύο πλευρές. Κι αν δεν μπορείτε να αποδεχθείτε πως μπορείτε να είσαστε εσείς οι θεοί της ζωής σας, τότε θα πρέπει να χωνέψετε πως ούτε διάβολοι μπορείτε να είστε. Ας παραμείνετε πάντα μέτριοι. Χρυσοποίκιλτες μετριότητες που αναμένουν το μάννα εξ ουρανού, πατάνε στη γη και ονειρεύονται να πετάξουν μόνο όταν πεθάνουν και γίνουν άγγελοι.

Εμένα πάντως οι άγγελοι με τρομάζουν λίγο γιατί είναι λέει άφυλοι. Και άμα είσαι άφυλος -τουτέστιν δεν έχεις γεννητικά όργανα- δεν μπορείς να κάνεις έρωτα. Και όχι μόνο δεν μπορείς να κάνεις έρωτα, αλλά δεν έχεις καν την επιθυμία για τον έρωτα. Τώρα αν εσάς αυτό σας ακούγεται παραδεισένιο, εμένα μου φαντάζει αληθινή κόλαση.

Όπως καταλαβαίνετε, κάνω τα πάντα για τον αφορισμό μου, γιατί εγώ κάθε καλοκαίρι που πατάω το πόδι μου στο νησί πλησιάζω με ανατριχίλα το άγαλμα του Αντρίκου και χαϊδεύω με τα ακροδάχτυλα το κρύο υλικό. Κι ύστερα κάθομαι και του μιλάω. Του λέω τα νέα του χειμώνα που πέρασε, αν και συνήθως τα ξέρει από πριν.

Σίγουρα παίζει δάχτυλος της Ασφάλειας και κάπου εδώ κολλάει και το αποψινό μου όνειρο με τις μπατσίνες που με πυροβολούσαν με μένος. Αλλά για κάποιον λόγο δεν ένιωθα πόνο.

Στα όνειρα δεν πονάς.

Τα εκπαιδευμένα να πιστεύουν σε μένα όνειρά μου έκαναν απόψε για λογαριασμό μου τον απολογισμό της χρονιάς.

Ζωντανέψτε τους νεκρούς σας και τα πεθαμένα από καιρό όνειρά σας. Αφήστε τα να ζήσουν μέσα από σας.

Ας μην ξεχάσουμε.

Κανέναν.

Καλή αποκοπή, σύντροφοι.

*στίχος από το Αιρετικό του Γιάννη Αγγελάκα

ο εγκαλών, η έγκλιση και το έγκλειστον

καλώ, κλίνω, κλείνω

ενώνω τις τρεις λέξεις με σχοινιά

κι εμφανίζεται μπροστά μου

ένα τρίγωνο σκαληνό

 

τηλεφωνώ στον πυθαγόρα·

ένα καινούριο πυθαγόρειο χρειάζομαι

μακριά από ορθές γωνίες και ορθούς ανθρώπους

ένα θεώρημα για μας τους σκαληνούς, τους άνισους, τους που γονατίσανε

 

ο μαθηματικός που καλείτε απουσιάζει σε κάποιο όργιο

παρακαλώ καλέστε αργότερα

ή έστω

ένα μήνυμα αφήστε μετά τον ήχο του γκονγκ

 

έβαλε ψύχρα απόψε

πού είσαι ευκτική να σκεπαστώ

να με ζεστάνεις

με την απάτη σου

 

σηκώθηκε νωρίς απ’ το κρεβάτι

πετάχτηκε από τον εφιάλτη πως κάποιος, κάπου, κάποτε

μαχαίρι στου παιδιού της το στήθος κάρφωνε

αποκλείεται· το παιδί μου θα τραγουδάει για πάντα

 

σηκώθηκα κι εγώ νωρίς

άνοιξα την ντουλάπα μου

διάλεξα έγκλιση, χρόνο και αριθμό

φόρεσα βιαστικά μια προστακτική

 

ανάγκασα το σώμα στον παρακείμενο να γυρίσει

διπλοκλειδώθηκα στο αμάξι του ενικού και ανέβασα το τζάμι

ούτε ήλιος, ούτε περαστικός να μην μπορεί να με αγγίξει

πράξη συντελεσθείσα και στο παρελθόν τετελεσμένη·

 

είστε ο εγκαλών;

ναι, μάλιστα·

σας εγκαλώ που με ρημάξατε

μα όση σάρκα μου απέμεινε στη μάχη θα τη ρίξω

 

μοιάζουμε με τα δόντια που κλειδωμένα μέσα στα ούλα κρυφτό μας παίζουν

έχουνε δύναμη υπόγεια

σπρώχνουν τα άλλα δόντια

και δονήσεις πόνου στέλνουν στο μυαλό

 

όταν οι έγκλειστοι ξεσπάσουν

όταν οι εγκλίσεις ξαποστάσουν

όταν ο εγκαλών την έφεση κερδίσει

όταν θα στήσεις πανηγύρι στων σκαληνών τριγώνων τις γωνίες

 

τότε θα αλλάξει -όχι η χρονιά-

τότε θα αλλάξει η εποχή

και τότε τα τραγούδια των που πέθαναν νωρίς

ως νέοι ύμνοι προς την ελευθερία θα ακουστούν