sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: νοσοκομείο

φι πι άλφα

κατέβηκε το δρόμο βιαστικά. το χέρι πιέζει τη μέσα τσέπη του σακακιού. στο σημείο της καρδιάς. όχι. δεν φοβάται μήπως τον προδώσει η καρδιά. αυτός ο φόβος εξαχνώνεται με τα χρόνια. μαθαίνεις να δίνεις στην καρδιά την αξία που της πρέπει. στη μέσα τσέπη όμως μαζεύτηκε κόπος μηνών. πόσο εύκολα βγαίνανε παλιά τα λεφτά. πώς πλήρωνε τα πάντα. πώς ταξίδευε. πώς ένιωθε σωστός οικογενειάρχης με μια τσέπη γεμάτη. και τώρα; ευρώ το ευρώ. να πληρωθεί το φροντιστήριο του παιδιού. τα φάρμακα της μάνας. η ασφάλεια του αυτοκινήτου. και κάτι να μείνει στην άκρη. όχι για οικονομίες. η μαγική λέξη της πρώτης φοράς αριστερά κυβέρνησης. διακανονισμός. μαζεύτηκε το φπα. όσο μπορεί φοροδιαφεύγει. όσο γίνεται πληρώνει και πληρώνεται μαύρα. αλλά και πάλι μαζεύτηκε ποσόν. φόρος προστιθέμενης αξίας. φόρος αφαιρούμενης ζωής. μαζεύτηκε. πήγε στον έφορο. παλιός πελάτης. τι να κάνουμε. διακανονισμός. διακόσια ευρώ το μήνα. διακόσια ευρώ. τι ήταν παλιά το διακοσάρι και τι είναι τώρα. τρίτος μήνας. τρίτη δόση. δεν ξέρει αν τον επόμενο μήνα θα το ‘χει το ρημάδι. καλοκαίρι γαρ. λίγη θάλασσα δεν πρέπει να δουν τα μάτια τους;

κατεβαίνει το δρόμο βιαστικά. φοβάται μήπως τον προδώσει η καρδιά. όσο μεγαλώνεις η καρδιά γίνεται όλο και πιο επίφοβη. να προλάβει. να μπει στο υποκατάστημα. να αντικρίσει τις γραβάτες. να κόψει την απόδειξη. να φύγει άλλη μια δόση. ο δρόμος. που είχε τη δική του ιστορία. κεντρικός δρόμος της πρωτεύουσας δευτέρα πρωί. έρημος. ειδοποιήστε τους συγγενείς. η εγχείρηση πέτυχε. ο ασθενής απεβίωσε. η αθήνα μας άφησε χρόνους. στη γωνία τον πνίγει ένας λυγμός. παλιά γραφεία. φίλοι. μπύρες. η γνωριμία με τη γυναίκα της ζωής του. χάνεται στις σκέψεις του. τα χρόνια που έφυγαν. και πού στα κομμάτια πήγανε; τα ρούφηξαν οι υπόνομοι της πόλης. θρέψανε οι κατσαρίδες. χόρτασαν ανθρώπινο χρόνο και πόνο.

τι είναι και ο χρόνος νομίζεις. μονάδα μέτρησης της ζωής.

να προλάβει να μπει στο κλιματιζόμενο κατάστημα. στρίβει αφηρημένος. πέφτει σχεδόν πάνω σε ένα δάκρυ. κάνει γκελ με τα πόδια για να μην ποδοπατήσει τον πόνο. μια άγνωστη που κλαίει βουβά. βουβά και φανερά. δεν τη νοιάζει που τη βλέπουν. ο πόνος σε τούτη την πόλη δεν κρύβεται πια. αυθόρμητα την αγγίζει στον ώμο. πάλι καλά που είμαστε εδώ στο νότο. αλλού το άγγιγμα είναι απαγορευτικό. την αγγίζει και κάνουν κύκλωμα. το βουβό κλάμα γειώνεται. μην κλαίτε. στην ηλικία της μάνας του. μην κλαίτε. υπερήλικας. άρρωστος. με μηχανική υποστήριξη. με πήρανε από το νοσοκομείο. δεν μπορούν να τον κρατήσουν άλλο πια. μην κλαίτε. δεν έχουν χώρο. πρέπει να τον πάρω σπίτι. ο πατέρας μου. πρέπει να πεθάνει μέσα στο σπίτι. τα νοσοκομεία δεν χωράνε πια τους εν δυνάμει νεκρούς. δεν έχω δωμάτιο. ένα δυάρι τρία άτομα. δεν έχω ούτε κρεβάτι. τι θα κάνω; μην κλαίτε.

λούφαξαν οι κατσαρίδες. ανέβηκε η θερμοκρασία. καύσωνας αθηναϊκός. ασφυξία. το χέρι στο σημείο της καρδιάς. μια άγνωστη. η δόση. το φροντιστήριο του παιδιού. να πάρει ένα λόουερ. να έχει εφόδια για να βουλιάξει αύριο στην ανεργία και την ανέχεια. ο πατέρας μου. δεν έχει πού να πεθάνει. διακόσια ευρώ. ευρώ το ευρώ μαζεμένα. ο διακανονισμός. ζητείται κλίνη για να πεθάνεις. ζητείται κολυμπήθρα για να ξεπλύνει την ανηθικότητα του καπιταλισμού. που είσαι γαμημένε σιλωάμ σήμερα δεύτερα πρωί που σε χρειάζομαι.

το χέρι σφιχτά στο σημείο της καρδιάς. ανταρσία εσωτερικών οργάνων. τον πρόδωσε η καρδιά του. ένας υπερήλικας πατέρας θα βρει ένα φτηνό κρεβάτι για να πεθάνει. ένας έφορος δεν θα εισπράξει ποτέ τη δόση του μαΐου. κι ένας άνθρωπος θα κατέβει τον έρημο κεντρικό δρόμο της πρωτεύουσας με το σακάκι στον ώμο. την τσέπη άδεια. τα μάτια λίμνες. τα χέρια ανάλαφρα. το κλάμα απροστάτευτο.

και τη ζωή νικήτρια. για πάντα.

Advertisements

σε γνωρίζω από την όψη // της ελιάς στο στέρνο σου

arbeit macht frei. γύρισα στη γερμανία κλαίγοντας. μα γιατί κλαις; με ρωτούσαν οι γερμανοί. τι να τους απαντήσω; τι ξέρουν για τον δεκέμβρη του αλέξη, για τον ιούνιο της πλατείας, για τους νεκρούς της μαρφίν, για τα χημικά που ζουν μέσα μας, δε λυγάνε τα ξεράδια, και πονάνε τα ρημάδια, ολόκληρο ipod και να ακούς βάρναλη καταμεσής στην alexanderplatz, πού ακούστηκε; τι ξέρουν για τις ταράτσες που γέμισαν απόγνωση, τι να τους πρωτοπώ; ψωμί, παιδεία, ελευθερία, και μας έμεινε μόνο το ψωμί, κι αυτό για πόσο; μεταπολίτευση, μετανάστευση, μετενσάρκωση κι όλο ένα μετά να περιμένει ο άνθρωπος. τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις;

22.11.2012
s. l.

το βλέμμα μου καρφωμένο σε κείνη την ελιά στο στέρνο
η ελιά σου σε συνοδεύει στους μονολόγους σου
θέλω να γίνω ο αγαπημένος σου ακροατής
θέλω συνέχεια να μου μιλάς
τι υπέροχες μέρες πόσο βρώμικα χρόνια
νικάμε χάνοντας
θες να βγούμε στο βουνό;
από κυβέρνηση και από τσάι προτιμώ του βουνού, ευχαριστώ
μίλα μου
η ελιά σου με κοιτάζει
σαράντα χρόνια ιστορίας κουβαλημένα πάνω σε ένα κορμί

λοιπόν θα βγω στο σαλόνι να κάτσω
τα παράθυρα μπάζουν αέρα
και δεν είναι αέρας αλλαγής
ακούγονται ιστορίες από την περεστρόικα του γκόρμπι
σου ‘πα ότι ο πατέρας μου έλεγε γκόρμπι το λάντα μας;
έτσι μεγαλώσαμε μωρέ σε κείνο το σπίτι
να διαβάζετε παιδιά να είσαστε δυνατοί
γιατί έφυγες μπαμπά από την κνε
πες μου την αλήθεια
λοιπόν έλα κερνάω τσιγάρο
όπου να ‘ναι το κόβουμε μη σε νοιάζει
την περπάτησα λίγο την πόλη
είδα τις αφίσες με την ελπίδα που είναι καθοδόν
η ζωή είναι άδικη
η ζωή είναι άτυχη
η ζωή είναι η εκτέλεση του νίκου μπελογιάννη
ξημερώματα κυριακής
ο θάνατος είναι πάντα παρών
ο θάνατος είναι πάντα δίπλα μας
ο θάνατος είναι η μαχαιριά στην καρδιά του παύλου
υπόσχομαι να χτυπάω για δύο, ψιθύρισε μια καρδιά
βία νοθεία και έρωτας
το δικαίωμα του εκλογικεύειν και του παραλογίζεσθαι
σαράντα χρόνια αγώνα λοιπόν
κι ο πέτρουλας ήτανε παιδί μη νομίζεις
ελεύθεροι αγωνιζόμενοι τηλεθεατές
αρρυθμία γιατρέ μου
επίπονη επικίνδυνη επελθούσα και επ’ ώμου αρμ
ψέματα σας είπα τούτα δω τα λόγια δεν είναι πολιτικά
τώρα είμαι ελεύθερη να μιλήσω για την οργή της αγάπης
θέλω μόνο να μιλήσω για τα τρία έψιλον
έρωτας
επανάσταση
και ποιο να ‘ναι άραγε το τρίτο ξέχασα
πάντως να θυμάστε πως κάπου κάπως κάποτε στο τέλος
η ζωή δικαιώνει τους που αγαπήσανε
τους που οργιστήκανε
τους που βγήκανε από το νοσοκομείο όρθιοι
στα δυο τους πόδια χαμογελώντας πικρά

θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
η μαρία νεφέλη ζει, στο ‘πα;
θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
και μια μέρα
− σύντομα, πολύ σύντομα −
θα χαμογελάσουμε γλυκά
γιατί κύριε οδυσσέα ήρθε θαρρώ η ώρα

ήρθε η ώρα να πεθάνω σαν χώρα
μόνο και μόνο για να ξαναγεννηθώ
θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
να το θυμάσαι

γιατί τραγουδάμε, σύντροφε;

935117_10200211817673023_813381845_n

να καθίσουμε, σύντροφε. να σου πω δυο λόγια. να καθίσουμε ήρεμοι. με τη γαλήνη του αλκοόλ. η αιθυλική αλκοόλη χαρίζει ελευθεριότητα. άκου με που σου λέω. να καθίσουμε σύντροφε και στ’ αυτιά μας να ακούγεται πως όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία. κι εγώ επιτέλους να σου μιλήσω. για ό,τι κάθισε μέσα μου σαν καρκίνος μεταστατικός, άσχημος, από κείνες τις μορφές του που ο γιατρός δεν σε κοιτάζει στα μάτια. κοιτάζει έξω ένα σπουργίτι που τσιμπάει το νοσοκομειακό φαγητό που του δίνει στο στόμα ο παππούς με τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και σου λέει λυπάμαι, μα δεν σώζεται. ξέρεις τι κάθισε μέσα μου τόσα χρόνια; τα χρόνια δεν μετριούνται με βάση την αριθμητική που μας μάθανε παλιά αλλά με βάση το απόβαρό τους. κάθε χρόνος που φεύγει σου αφήνει βάρη που ζυγίζονται μόνο με τις αναπνοές σου. οι νοικοκυραίοι σβήνουν τα βάρη των ακινήτων τους με δόσεις στις τράπεζες. οι άνθρωποι προσπαθούν να σβήσουν τα βάρη τους ανασαίνοντας.

κάθισε κοντά μου σύντροφε γιατί αν δεν μιλήσω επιτέλους θα αποτρελαθώ. δείξε κατανόηση και υπομονή γιατί είναι πολλά που κανείς ποτέ δεν με άκουσε να λέω γιατί ποτέ κανείς δεν ήθελε να ακούσει τις κραυγές μου. κι έτσι πορεύτηκα με τη σιωπή για χρόνια. δώδεκα χρόνων παιδάκι και έκλαιγα. μα τόσο μικρή και τόσο απεγνωσμένη, μου λέγανε όλοι. ξέχνα τα αυτά και πήγαινε έξω να ζήσεις. και το δοκίμαζα, σύντροφε. πολλές φορές είπα δίκιο έχουνε, να βγω έξω, να ανασάνω. αλλά με πνίξανε. οι άνθρωποι μου βάλανε δερμάτινη ζώνη στο λαιμό και με πνίξανε. έτσι θα ζεις. αυτά θα φοράς. βάζε κραγιόν. μη μιλάς. μη φωνάζεις όταν κάνεις έρωτα. όταν θα βγαίνεις από τη σχολή θα ανεβαίνεις στο κολωνάκι και δεν θα κατεβαίνεις στα εξάρχεια. τι πας και κάνεις μόνη σου εκεί; μα διαβάζω. θα διαβάζεις στη βιβλιοθήκη. όχι στην ίντριγκα. κι ύστερα θα κάνεις δεσμό. να τηρεί τις προϋποθέσεις. όχι τον πρώτο τυχόντα. μα όλοι τυχόντες και τυχούσες δεν είμαστε;

είναι κι άλλα σύντροφε, πολλά. κοροϊδία. ξέρεις, εγώ περπατάω πάντα με μουσική στ’ αυτιά. μέσα μου καταιγίδες φουρτούνες και κλιματικές αλλαγές και έξω μου κορίτσια ανέμελα και αγέλαστα, αγόρια με τζελ στα μαλλιά και αμάξι που το χρωστάνε στην τράπεζα, άνεργοι που φοβούνται μην κυβερνήσουν οι αριστεροί, να πετάξω από μια θεατρική τριλογία του ίψεν στο κεφάλι του καθενός μου ‘ρχεται, κόσμος που περπατάει με θόρυβο σέρνοντας αλυσίδες, τα βάρη που σου ‘λεγα πριν, κι όλοι να περιμένουν το καλοκαίρι για να πληρώνουν είκοσι ευρώ για να πάνε στην παραλία, να βγάλουνε φωτογραφίες δυστυχίας με τεράστια γυαλιά ηλίου και άδειες ψυχές, λες και η ασχήμια καλύπτεται από διόπτρες, κι εγώ το μόνο που θέλω να είμαι στους πετανούς και να με βγάζουν τα λεφτά μου για πέντε μπύρες τη μέρα, να κοιτάζω τον ήλιο που δε βαριέται να πέφτει και να ξανασηκώνεται και να σου λέω για την επανάσταση. την επανάσταση της καρδιάς. την ελευθερία του νερού. την αλμύρα των δακρύων μου. το χαμόγελο που δεν θα αποτυπωθεί ποτέ σε κάμερα. αλλά κοροϊδία ρε σύντροφε. η τρελή άρχισε πάλι τις βλακείες. κι εγώ να μην αντιμιλάω. να χαμογελάω πικρά. να λέω δεν πειράζει. θα καταλάβουνε. κάποτε θα καταλάβουνε. κι αν δεν καταλάβουνε όλοι, τουλάχιστον να ζήσω με αυτούς που νιώθουνε.

μα τι τα θες. να βρεις μια δουλίτσα. ένα καλό παιδί. ένα γραφειάκι. κι ύστερα ένα διαμερισματάκι. και να κάνεις ένα παιδάκι. καλά τα όνειρα αλλά προσγειώσου. όλα υποκοριστικά. όλα πνιγηρά. τι είναι η ζωή για να την κλείσω μέσα σε μια κατάληξη υποκοριστικού; θαρρείτε πως θα ξανάρθει; θάνατος στα υποκοριστικά. εγώ διάβασα για το ωραίο το μεγάλο και το αληθινό κι από τότε ίδια δεν θα ξαναείμαι. μα το ωραίο και το μεγάλο και το αληθινό σπέρνει πόνο. καλοδεχούμενος και ο πόνος. δικός μου κι ο πόνος. κομμάτι μου. παιδί μου κι ο πόνος μου. παιδί μου και ο αγώνας για ελευθερία. εξώγαμα που δεν θέλουν αναγνώριση από κανένα δικαστήριο και υπογραφή από κανέναν συμβολαιογράφο. παιδιά που ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα. παιδιά που δεν ανήκουν πουθενά. κοινοκτημοσύνη και ακτημοσύνη. και αγνωμοσύνη από όλους. ωχ η τρελή. άρχισε πάλι τα χαζά.

τριάντα χρονών και έπαθα καρκίνο στο βλέμμα ρε σύντροφε. γέμισαν τα δόντια μου φτηνό κραγιόν και οι γάμπες μου μικρές ύπουλες μπλε φλέβες. κούραση και αϋπνία. σερβιτόρα, πωλήτρια, δασκάλα. καλό παιδί αλλά δεν κάνει για δικηγόρος. ονειροπόλα. με κοιτάζουν και γελάνε. φανερά. βλέπω το μειδίαμα. βλέπω την ειρωνεία. όλα τα βλέπω. γι’ αυτό και εγώ σταμάτησα να μιλάω. κλείστηκα στο εφηβικό μου δωμάτιο και κανέναν δεν θέλω να βλέπω. τις νύχτες πηγαίνω στη θάλασσα και σπαταλάω δεκαπέντε ευρώ βενζίνη μόνο και μόνο για να ουρλιάξω ελεύθερη. γράφω χαρτιά και τα πετάω στο κύμα. κάποιος. κάπου. να τα βρει. να ζωντανέψει το υγρό μελάνι και να τους ξαναδώσει πνοή. φτιάχνω καραβάκια και τα σκορπάω παντού. το σινιάλο μου για όταν έρθει η ώρα. να είσαστε έτοιμοι. θα σαλπάρουμε κάποια στιγμή. λες αλήθεια; λέω αλήθεια. στο ‘χω ξαναπεί, σύντροφε. το arbeit macht frei να τους το τρίψουμε στη μούρη.

θυμάσαι; κάναμε όνειρα. ακόμα κάνουμε. δεν είμαστε λίγοι. μην τους ακούς τι λένε οι ανθρωποφύλακες με και χωρίς στολή. σύντροφε. εδώ είμαστε. κι εδώ θα ‘μαστε. ανάχωμα και εμπόδιο στο σκοτάδι. να μοιράζουμε χαμόγελα κι ας μας λένε τρελούς. σχεδόν χριστιανοί. σχεδόν παιδιά του χριστού και της μαγδαληνής. σχεδόν απέθαντοι. σχεδόν όμορφοι. σχεδόν σχεδίες. ποτέ με σχέδιο. σχεδόν ανασαίνοντας. ελάχιστοι ανυπέρβλητοι και επουσιώδεις.

για να ενώσουμε τον κόσμο.

γι’ αυτό τραγουδάμε, σύντροφε.

μεθ

207640_1818354213505_3612319_n

στον προθάλαμο μιας εντατικής

τρεις δάσκαλοι

ένας παλιννοστούντας έμπορος

ένας βουλευτής κομμουνιστής

κι ένας γιατρός

 

αναρωτιούνται αν ο νέος

που κοιμάται με οξυγόνο στο στόμα

θα θυμάται όταν ξυπνήσει

το κλάμα του πατέρα

τη λιποθυμία της μάνας

το μισθό που η νοσοκόμα του δεν πληρώθηκε

το σοσιαλισμό που ποτέ δεν ήρθε τελικά

τα όνειρα που έκανε τις νύχτες στα μπαρ

 

τα νοσοκομεία

είναι τα πιο μυστήρια κτήρια

στην ιστορία της ανθρωπότητας

 

τα νοσοκομεία

είναι τα στριπτιτζάδικα

του υπαρκτού καπιταλισμού

 

οι ασθενείς -αναίσθητοι-

φοράνε ρούχα διφυή

ή πιτζάμες που χρειάζονται για την ανάρρωση

ή πυτζάμες που σάβανα θα γίνουν

οι γιατροί -αναίσθητοι πρέπει να είναι-

φοράνε φόρμες απαλές και τρομακτικές

οι γονείς του άρρωστου νέου

γδύνονται μια για πάντα

και αφήνουν στους προθαλάμους των εντατικών

την παλιά ζωή τους

 

στην είσοδο ένας ένστολος

σε ρωτά αν έχεις κάνει κράτηση

για τους αποψινούς θανάτους

-παριστάνει πως δεν βλέπει

τις κόρες των ματιών σου

που διαστέλλονται

για να γεννήσουν την οδύνη-

 

το νερό στους ψύκτες

είναι αλμυρό και παγωμένο

 

στον αέρα πετάνε

τα πιο δυνατά μικρόβια

 

στις σκάλες ανεβοκατεβαίνουν

οι πιο ύπουλοι ιοί

 

για τη ζωή του νέου

προσεύχονται όλοι

 

οι δάσκαλοι στο θεό

ο έμπορος που απ’ τη βραζιλία γύρισε στο θαύμα

ο κομμουνιστής βουλευτής στον ιωσήφ

                          -πατέρα του θεού-

και ο γιατρός στα μηχανήματα

 

-τα μάτια των γιατρών γυαλίζουν

κι εγώ την προσευχή μου

σ’ αυτούς αφιερώνω-

 

τα ξημερώματα ο νέος ξύπνησε

η καρδιά του αποφάσισε πως θέλει κι άλλο να πονέσει

έξω ξημέρωναν χριστούγεννα

η μάνα λιποθυμούσε για μια τελευταία ευτυχισμένη φορά

ο γιατρός αποσύνδεσε τα μηχανήματα με αγάπη

θεός και ιωσήφ επέστρεψαν στην αιώνια παρτίδα σκάκι

 

κι εγώ σκαρφάλωσα ψηλά στο λυκαβηττό

ν’ ανάψω τα εορταστικά λαμπάκια των ημερών

-σινιάλο συνωμοτικό για τους νεκρούς μου-

πως καταφέραμε το θαύμα των ημερών

άνθρωποι μεταξύ ανθρώπων

 

κι ύστερα γδύθηκα μέσα στο κρύο

-σινιάλο συνωμοτικό για τους ζωντανούς μου-

πως εμείς θέλουμε ζωντανοί να είμαστε

 

όταν πεθάνει ο καπιταλισμός.

ω τάνενμπαουμ

 

1468618_10201526844347868_127492506_n

*

αν τα φίδια αλλάζουν δέρμα μία φορά το χρόνο εγώ παρατηρώ το δέρμα μου να αλλάζει χρώμα και υφή πολλές φορές τη μέρα.

κι αλήθεια, πόσο ειρωνικό να λέγεται πουκάμισο το δέρμα των φιδιών;

ειδικά τις στιγμές πριν κοιμηθώ νιώθω ότι τα ερυθρά και τα λευκά αιμοσφαίρια, τα αιμοπετάλια και όλο το παρεάκι θέλουν να βγουν έξω στο δρόμο κι ας κρυώνουν. η θερμοκρασία του σώματός μου πέφτει δραματικά τα βράδια· υποθέτω πως ο εγκέφαλος δίνει εντολή να νεκρώσουν τα πάντα για να ξεκουραστούν οι καταπονημένες μου γάμπες.

τα βράδια λοιπόν το δέρμα μου αρνείται να μου προσφέρει άλλη κάλυψη, το σώμα μου παραπαίει, το μυαλό μου καίει, θέλω να γδάρω με τα μισοφαγωμένα μου νύχια όλη τη βρωμιά της ημέρας. οι σκέψεις κάνουν ολομέλεια κι αποφασίζουν την απόρριψη της αίτησης αποφυλάκισης του πόνου μου, ένεκα των ημερών.

την ώρα του τελευταίου τσιγάρου μένω με το παράθυρο ορθάνοιχτο για να επιταχύνω τη διαδικασία παγώματος του αίματος· μια αρρωστημένη φωνή μέσα μου, μου ψιθυρίζει ύπουλα πως κάνω πρόβες θανάτου. κοιτάζω τα λαμπάκια που αναβοσβήνουν στα μπαλκόνια της γειτονιάς. τα βρίσκω άρρυθμα. τα κοιτάζω μέχρι τα μάτια μου να τυφλωθούν, μέχρι που όπου κι αν κοιτάξω να βλέπω λαμπάκια. συντονίζω το ρυθμό των φώτων με τις σκέψεις μου που πέφτουν από το ταβάνι όπως πέφτουν οι πατάτες στο καυτό λάδι και σχηματίζουν σταλακτίτες πάνω στο χαλί. λαμπάκι και σκέψη. ένας σύγχρονος άνθρωπος των σπηλαίων.

*

«το πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών είναι η αποξένωση». καλά τα λένε οι μεσημεριανοί ψυχοβγάλτες. γι’ αυτό κι εγώ όταν βγαίνω από το μπάνιο προσπαθώ να συμφιλιώνομαι με τον εαυτό μου. στέκομαι απέναντι από τον καθρέφτη και αποκαλύπτω αργά σε μένα το σώμα που παραμελώ μόνιμα, το κορμί που δεν πιστεύω ότι θα με αφήσει σύντομα, όσες πρόβες θανάτου κι αν κάνω. μια φλεβίτσα πετάγεται στο πίσω μέρος της γάμπας. ένα καινούριο σπυράκι στο μονίμως εφηβικό πρόσωπο. τα νύχια που πρέπει να σταματήσω να τρώω. το βλέμμα που σκοτεινιάζει άθελά του. μια σταγόνα νερού που ξέμεινε από το μπάνιο πάνω στον ώμο. χέρια και πόδια σε καθημερινό αγώνα δρόμου χωρίς σημείο τερματισμού. προσπαθώ να φανταστώ το σώμα μου από μέσα.

θα ήταν άραγε τα ανθρώπινα κορμιά τόσο σεξουαλικά αν ξέραμε τι συμβαίνει μέσα τους; αν βλέπαμε αίματα, αρτηρίες, όργανα και δαιδαλώδεις διαδρομές ουσιών, θα νιώθαμε την ίδια επιθυμία για ένα σώμα; πώς ξέρεις ότι τώρα που σου μιλάω όλα σου τα όργανα δουλεύουν κανονικά; έχεις αναρωτηθεί πόσοι άνθρωποι θα αλλάξουνε χρονιά- αν αλλάξουνε- μέσα σε θαλάμους νοσοκομείων, γιατί η καρδιά, το συκώτι ή το νεφρό αρνούνται να δουλέψουν άλλο; γνωρίζεις ποιος θα ζει και ποιος θα έχει πεθάνει μέχρι απόψε το βράδυ; οι πρωτοχρονιές μέσα στους θαλάμους της εντατικής είναι ωδή στην ελπίδα. τι αισθάνεται ένα παιδί που βρίσκεται διασωληνωμένο; βλέπει όνειρα; ακούει τους δισεκατομμύρια παλμούς της μάνας του;

-πείτε μου γιατί ο θεός σας κλείνει τους νέους ανθρώπους μέσα στις εντατικές-

*

έξω από ένα σχολείο στην ευελπίδων ένας μπαμπάς κρατά προβληματισμένος τους βαθμούς του γιου του. παρατηρώ τον έφηβο. δαγκώνει τα χείλη του, εκείνος βλέπεις ήξερε από πριν αν οι βαθμοί του θα είναι καλοί, σα να ντρέπεται λιγάκι, ο μπαμπάς του όμως δεν φαίνεται θυμωμένος. κοιτάζει σχεδόν με απορία τη φωτοτυπία με τους βαθμούς. ίσως και να σκέφτεται πόσο ανούσια είναι όλα αυτά. μάθε παιδί μου γράμματα αλλά ετοιμάσου να πεθάνεις σε κάποιο πεζοδρόμιο.

άμα πεθαίνεις μορφωμένος ο θάνατος διαφέρει;

θυμάμαι τη δική μου αγωνία κάθε που παίρναμε βαθμούς. ήθελα να τα έχω όλα είκοσι. αν είχα κανένα δεκαεννιά έπεφτα σε μελαγχολία. μα τι δεν έκανα σωστά; στην εφηβεία μου η ευτυχία μου ήταν κλεισμένη μέσα σε βιβλία. παντός είδους.

αν το μετανιώνω; όχι.

ο θάνατος δεν έχει διαφορά αν έχεις καταπιεί βιβλιοθήκες ολόκληρες, αλλά έχει μια μικρή ίσως διαφορά η ζωή. ανακαλώ ένα χαρτάκι που βρίσκεται μόνιμα κολλημένο στο γραφείο του αδερφού μου.

η μόρφωση είναι στολίδι στην ευτυχία και καταφύγιο στη δυστυχία.

τι τα θες, όπως μάθει ο καθένας.

*

μέσα στην ευελπίδων οι νέες δικηγορίνες κάνουν πασαρέλα. γόβες, φορέματα, αϊλάινερ και κραγιόν κάνουν καλλιστεία. κοιτάζω τη φούστα δεκαετίας που φοράω και χαμογελάω πονηρά. άσχετη μεταξύ ασχέτων είσαι πάλι. όλοι μιλούν ακατάσχετα στο τηλέφωνο κι εγώ ακούω μουσική πηγαίνοντας από κτίριο σε κτίριο. παλιοί συμφοιτητές, γνώριμα πρόσωπα, ξαναφοράω τα γυαλιά μου γιατί δεν θέλω να κάνω κουβέντες συμβατικές. τι έγινε, τι κάνεις, πού δουλεύεις, πώς πάει, δύσκολα τα πράγματα. όχι ρε, τα πράγματα δεν είναι δύσκολα. τα πράγματα είναι σκατά.

με την άκρη του ματιού μου βλέπω μια κοπέλα να προχωράει βιαστικά προς την έξοδο. είναι απεριποίητη. διαβάζω τα άγχη στα μάτια της. αλλά διαβάζω και κάτι άλλο. δεν έχει έρθει εδώ για να μας κάνει επίδειξη ρούχων, ύφους, γνώσεων. είναι η δικηγόρος του κώστα σακκά- και όχι μόνο. την έχω ξαναδεί πολλές φορές, την έχω ακούσει να μιλά σε συνέδρια. έχει μια σπίθα στο μάτι.

τόσο ελπιδοφόρα αυτή η σπίθα, που σχεδόν χαμογελώ.

*

«οι γιορτές είναι μια ευκαιρία ανάπαυλας και ξεκούρασης. ταξιδέψτε, κάντε δώρα στους αγαπημένους σας, χαμογελάστε, βάλτε ένα σέξι μαύρο φόρεμα που δεν πρέπει να λείπει από τη ντουλάπα καμιάς γυναίκας.» οι νταβατζήδες της οθόνης συνεχίζουν να εκτελούν το εξουσιάρεστον έργο τους.

παιδιά, εγώ πάλι λέω ότι το μόνο που δεν χρειαζόμαστε είναι μια ανάπαυλα.

*

κάντε μου μια χάρη. μην με αφήνετε μόνη μου. οι φωνές λιγόστεψαν. συνηθίζουμε στο θάνατο. ξαναγυρνάμε στο θεό. η ελπίδα πάει περίπατο. ε, ας ζήσουμε έτσι, τι να γίνει.

όχι, όχι, όχι. όχι. να μη ζήσουμε έτσι. σταματήστε να καταπίνετε αντικαταθλιπτικά, αντισυλληπτικά, χάπια επόμενης μέρας, ηρεμιστικά, αντιβιώσεις. κάντε τα σκόνη και αλείψτε τα στο πρόσωπό σας. τα χάπια που αυτοί μας αναγκάζουν να παίρνουμε με το κιλό για να αντέξουμε ας είναι το όπλο μας απέναντι στα δακρυγόνα τους.

ελάτε να βγούμε στο δρόμο.

ο χρόνος μας τελειώνει.

*

καλά χριστούγεννα γιάννη πρετεντέρη, άδωνι γεωργιάδη, νίκο δένδια.

*

παιδιά, πάμε. μέχρι τη νίκη. μέχρι το τέλος.

*

die fetten tage sind vorbei

418131_2903251815267_1820077945_n

παρασκευή πρωί. δημόσιο νοσοκομείο. μπαίνεις και η μυρωδιά της ασθένειας των σωμάτων σου σπάει τα σωθικά. ράντζα παντού. κουρασμένοι γιατροί. προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους. κάποτε ήταν επιστήμονες. τώρα πια αναρωτιούνται τι κάνουν. νοσηλεύτριες με βλέμμα κουρασμένο και μαύρους κύκλους να τονίζουν τα ανοιχτόχρωμα μάτια τους. ασθενείς που ασφυκτιούν μέσα σε θαλάμους, σε διαδρόμους, σε χειρουργεία και σε αίθουσες αναμονής. μπαίνω στο νοσοκομείο και παλεύω να μην σωριαστώ κάπου. δεν νιώθω καλά από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στο χώρο. πλησιάζω στο γκισέ να ρωτήσω πού θα βγάλω το εισιτήριο των πέντε ευρώ που απαιτείται για να σε δει γιατρός στα εξωτερικά ιατρεία. είμαι σε λάθος γκισέ, η γραμματέας δεν μου απαντάει καν· μου δείχνει μόνο τη χειρόγραφη ανακοίνωση που βρίσκεται κολλημένη στο τζάμι μπροστά της. μπροστά σε τόση αγένεια, χαμογελώ. πηγαίνω στο σωστό γκισέ. προτού πληρώσω, η γραμματέας με ρωτά αν έχω υπόψιν μου τις οικονομικές αλλαγές που συντελέσθηκαν προ διημέρου αναφορικά με την επέμβαση που θέλω να κάνω σε συγκεκριμένη κλινική. η τιμή άλλαξε με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του νοσοκομείου, είναι πλέον πενταπλάσια. με παραπέμπει στην εξειδικευμένη γραμματεία. η φράση ταύρος εν υαλοπωλείω αρχίζει σιγά σιγά να παίρνει σάρκα και οστά. εκεί η γραμματέας μου επιβεβαιώνει τις αλλαγές, μπροστά και ο χειρουργός γιατρός, αυτή είναι η τιμή του ιδιώτη γιατρού, του λέω, το γνωρίζω, μου λέει, η διοίκηση έλαβε την απόφαση χωρίς να λάβει υπόψιν της τις ενστάσεις του ιατρικού προσωπικού. δεν συμφωνούμε, απευθυνθείτε στον διοικητή. ανεβαίνω τις βρώμικες σκάλες, περνάω από κατάμεστους με ασθενείς θαλάμους, γεμάτους με ράντζα διαδρόμους, πόσος κόσμος παλεύει να βρει την υγεία του, προλαβαίνω να σκεφτώ. θα πεθάνουμε όλοι. ανθρωποκτονίες εκ προθέσεως. κατά συρροή. άμεσος δόλος άλφα βαθμού.

στον προθάλαμο του γραφείου του διοικητή εισέρχομαι σε άλλο σύμπαν. καμιά μυρωδιά, κανένας θάνατος, καμία μιζέρια. με παραπέμπουν σε κάποιον κύριο, μέλος του διοικητικού συμβουλίου. με κοιτάζει με βλέμμα ιερής αγελάδας της ινδίας.

κυρία μου, κατανοώ την ένστασή σας, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι. από τη στιγμή που το συμβούλιο έλαβε την απόφαση αυτή, δεν μπορώ παρά να την εκτελέσω.

κατά το σύνηθες, προσπαθώ να διαβάσω πίσω από τα δρύινα λόγια του ρόμποκοπ με το κοστούμι.

μπορώ να σας ρωτήσω κάτι; εσείς, συμφωνείτε με την απόφαση αυτή; συμφωνείτε με την εξίσωση των τιμών του δημοσίου τομέα με εκείνες του ιδιωτικού; σας φαίνεται λογικό; σας ακούγεται ανθρώπινο; πώς και πού νομίζετε ότι ο τριαντάρης εργαζόμενος και φορολογούμενος– το σχήμα κατ’ ευφημισμόν σε μεγάλες δόξες, μόλις ξεστόμισα τη λέξη εργαζόμενος η εικόνα της παναγιάς της φιλελεύθερης που ο ρόμποκοπ είχε πάνω από το κεφάλι του δάκρυσε- έχει την οικονομική ευχέρεια να πληρώσει αυτό το ποσόν;

εγώ κυρία μου, ως μάνατζερ υγείας, θεωρώ την απόφαση πλήρως σωστή. λείπουν χρήματα από τον προϋπολογισμό του νοσοκομείου, αφήστε που το ασφαλιστικό σας ταμείο αποφάσισε πια να μην καλύπτει το κόστος αυτού του είδους των επεμβάσεων. δεν μπορώ να κάνω κάτι και αν συνεχίσετε σε αυτό το ύφος θα πρέπει να διακόψω τη συζήτησή μας εδώ.

συγγνώμη, είπατε τη φράση μάνατζερ υγείας. κατανοείτε το οξύμωρον του λόγου σας; μάνατζερ και υγεία στην ίδια περίοδο λόγου. εγκρίνετε μια σαφέστατη πολιτική απόφαση άλωσης της δημόσιας υγείας και με στέλνετε καρφωτή στον ιδιώτη γιατρό και αυτό εσάς δεν σας συγκινεί καθόλου ούτε σας στερεί τον ύπνο. βρίσκομαι ή δεν βρίσκομαι σε δημόσιο νοσοκομείο;

μα τι σημαίνει τελωσπάντων δημόσιο νοσοκομείο, από τη στιγμή που λείπουν λεφτά, όλα τα άλλα δεν μας αφορούν. και περάστε έξω, τελειώσαμε.

// λατρεύω τις στιγμές της ζωής μου που τα μάτια μου δακρύζουν από χαρά, συγκίνηση, θλίψη, ευτυχία, ακόμα και πόνο. τις έχω αγαπήσει πλέον. αλλά θα μισώ για πάντα τις στιγμές που τα δάκρυα ανεβαίνουν στα μάτια μου από θυμό. και έχω μάθει πια, να μετατρέπω το θυμό σε απλό και καθάριο μίσος.//

σειρά έχει ο διοικητής.

μα γιατί φωνάζετε κυρία μου, περάστε στο γραφείο μου.

το ιδιωτικό του γραφείο είναι ένας τεράστιος χώρος με γραφείο, καρέκλες, τραπεζαρία, χαλιά, όλα δερμάτινα. πέτσινα. οι άνθρωποι εδώ πάνε ασορτί με τα έπιπλά τους. ο κύριος διοικητής του νοσοκομείου είναι μειλίχιος. ήρεμος. ασφαλής. κατανοεί το πρόβλημά μου. αλλά δεν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό.

το ταμείο του νοσοκομείου έχει έλλειμμα. και δεν θα το πληρώσω εγώ, κυρία μου. θα το πληρώσετε εσείς. βρισκόμαστε ήδη σε συνεργασία με γερμανούς για την εκμάθηση ενός νέου συστήματος εξυγίανσης των οικονομικών προβλημάτων των δημόσιων νοσοκομείων, το οποίο βέβαια δεν γνωρίζω και πόσο θα κοστίσει.

κι άλλα λεφτά στους γερμανούς;, τον ρωτάω.

με κοιτάζει με βλέμμα «λαϊκίζετε και είναι κρίμα, τόσο νέα και τόσο στενόμυαλη». αντικρούω το βλέμμα του με βλέμμα «δώδεκα μέτρα από την πόρτα σας κι εσάς πέρα βρέχει».

μα τα λεφτά, μου λέει, έτσι κι αλλιώς ανήκουν στους γερμανούς. τους χρωστάμε τα πάντα. το ημερολόγιο γράφει δεκατρείς δεκέμβρη. είναι η μαύρη επέτειος της σφαγής των καλαβρύτων από τους ναζί. οι κόρες των ματιών του σάιμποργκ δεν σαλεύουν όσο μιλά.

η απόφαση άλωσης κάθε πράγματος που έχει δημόσιο χαρακτήρα είναι καθαρά πολιτική, κύριε σάιμποργκ. κι εσείς βρίσκεστε σε θέση εξουσίας. και συναινείτε. και συνυπογράφετε. και εγκρίνετε. πείτε μου σας παρακαλώ σε απλά γαμημένα ελληνικά πού θα βρω τα χρήματα να πληρώσω.

δεν με απασχολεί, κυρία μου. εγώ βρίσκομαι σε αυτή τη θέση κατόπιν αποφάσεως της πολιτικής ηγεσίας. είμαι εδώ για να εκτελώ τις αποφάσεις της. είμαι κομμάτι της εξουσίας αυτής.

νομίζω πως όσο μιλούσε μεγάλωναν οι κυνόδοντές του. ίσως πάλι και να ήταν ιδέα μου. ίσως πάλι και να κάθισε από την αρχή στην μεγάλη πολυθρόνα για να κρύψει την ουρά του.

αν θέλατε, ας ψηφίζατε άλλους. αυτούς ψηφίσατε, αυτά που θέλουν κάνουν.

σας έχουν βιάσει ποτέ; εμένα όχι. αλλά το σάιμποργκ προσπάθησε να εκτελέσει ψυχικό βιασμό. έμεινε στην απόπειρα. με το πουλί στο χέρι. απρόσφορη απόπειρα.

πιστεύετε κύριε σάιμποργκ πως έχετε μπροστά σας πολλές μέρες ακόμα για να δολοφονείτε κόσμο;

εδώ που τα λέμε κυρία μου, εμείς όσο μεγαλώναμε δεν είχαμε παπούτσια να φορέσουμε. εσείς μεγαλώσατε μέσα στη χλιδή. κάποιος πρέπει να τα πληρώσει όλα αυτά.

σκέφτηκα ότι τον κλωτσούσα στην κοιλιά. καταδικάζω τα σάιμποργκ από όπου κι αν προέρχονται.

οι μέρες της αφθονίας σας τελειώνουν κύριε.

ναι, βγάλτε το σύριζα που έχει μαζέψει το μισό πασόκ να δω τι θα καταλάβετε.

ώστε όποιος έχει αντίρρηση για τις πρακτικές του συζύγου της ευγενίας μανωλίδου είναι συριζαίος. μπορώ να σας ρωτήσω κάτι τελευταίο; κατέχετε μία θέση εξουσίας σε έναν ευαίσθητο κλάδο του δημοσίου, σε ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της αττικής. νιώθετε ποτέ σας λειτουργός; αισθανθήκατε ποτέ σας ότι είσαστε εδώ για την προάσπιση της υγείας, των ανθρώπων, της ζωής και της αξιοπρέπειας; μου μιλάτε για λεφτά και σας μιλώ για ανθρώπους. κι αυτό το χάσμα δεν γεφυρώνεται. δεν πρόκειται να γεφυρωθεί ποτέ. σας θυμίζει κάτι η φράση κοινωνικό κράτος πρόνοιας;

το κράτος πρόνοιας θέλει λεφτά, κυρία μου.

// λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά λεφτά //

τρέμω από οργή και παλεύω να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. μην κλάψεις, μην του κάνεις τη χάρη του σάιμποργκ, την ανάσα δεν θα στην κλέψει κανείς.

όχι, κύριε διοικητά που τολμάτε να με κοιτάτε κατάματα μέσα στα μάτια και να ξεστομίζετε τις απάνθρωπες λέξεις σας σαν ρουκέτες που πέφτουν στη λωρίδα της γάζας. το κράτος δικαίου θέλει ανθρώπους, δίκαιο και καρδιά.

θα τα ξαναπούμε, κύριε διοικητά. σύντομα. και δεν θα σας είναι ευχάριστο.

// μόνο μίσος ταξικό και οι καρδιές θα βγάλουνε φτερά //