sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: νοσταλγία

Überlin

*

Όμως, θεωρώ το Βερολίνο καρδιά της Ευρώπης, γιατί εκεί έλαμψε ο τόσο σημαντικός (και σχεδόν άγνωστος) πολιτισμός της εποχής της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, γιατί εκεί σχεδιάστηκε η εξόντωση όλων των ευρωπαϊκών λαών (αρχίζοντας από τους ρώσους, τους εβραίους και τους τσιγγάνους, γιατί εκεί ο Κόκκινος Στρατός συνέτριψε το χιτλερικό όνειρο, και, γιατί εκεί εκφράζεται με τον οξύτερο τόνο η μάχη των δύο Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτά τα εξ αντικειμένου γεγονότα γέννησαν τη μυθολογία του Βερολίνου, που επενεργεί πάνω μας εξ υποκειμένου. Η μυθολογία του Βερολίνου σκεπάζει, σαν πυκνή ομίχλη, αυτό τούτο το Βερολίνο. Όλοι μας είμαστε θύματα της μυθολογίας του Βερολίνου.

[Ηλίας Πετρόπουλος, Η Μυθολογία του Βερολίνου, 1988]

*

[νότα // δωμάτιο στο άμστερνταμ // ρηχά τα όνειρά σου // και πάλι μινόρε μάγκες // νότα]

427309_2815104091629_1486779482_n

*

[02.10.2011]

Ανεβαίνω στο αεροπλάνο. Σκουπίζω τα μάτια μου με την μπλούζα μου. Λες να μουτζουρώθηκα; Βρίσκω τη θέση μου, κάθομαι, δένω τη ζώνη ασφαλείας. Ίσως η πιο ανασφαλής στιγμή της ζωής μου κι εγώ ήμουν δεμένη με ζώνη ασφαλείας. Αν και δεν υπάρχει πολύς χώρος στα πνευμόνια μου- ή τουλάχιστον έτσι νιώθω- προσπαθώ να πάρω μια βαθιά ανάσα. Κλείνω τα μάτια. Αυτό ήταν.

Όταν πολύ γλυκά και ευγενικά η αεροσυνοδός με ξύπνησε, βρισκόμουν σε άλλη χώρα. Άνοιξα τα μάτια μου μετά από έναν λήθαργο τριών περίπου ωρών. Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

Όπως μάλλον συμβαίνει με όλα τα όμορφα πράγματα, δεν ανακαλώ παρά στιγμές. Ξεκομμένα καρέ από μια ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ. Φιλοξενούμενη σε ένα σπίτι αγνώστων, φιλοξενούμενη σε μια χώρα αγνώστων, φοιτήτρια σε μια από τις καλύτερες πανεπιστημιακές σχολές της Ευρώπης, ελεύθερη για πρώτη φορά στη ζωή μου στην πόλη που γεννάει κάθε τόσο κινήματα και τάσεις και διατάζει κάθε εκατό περίπου χρόνια τη δολοφονία ολόκληρων λαών. Μια Ελληνίδα στο Βερολίνο εν έτει 2011 είναι περίπου σαν ένα πρόβατο στη στάνη τη Μεγάλη Παρασκευή το σούρουπο. Οι αντίστοιχες βλέπεις γερμανικές εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας κάνουν κι εδώ το θαύμα τους· οι τεμπέληδες Έλληνες σας παίρνουν τις συντάξεις, ενημερώνουν το γερμανικό λαό, κι εγώ ψάχνω υπόστεγο να προστατευτώ από τη βροχή και την κακία που γεννάνε οι ρεπόρτερς συμφερόντων.

Ας είναι.

*

Κάθε μέρα λύνω δέκα προβλήματα και ξεπετάγονται ενώπιόν μου άλλα είκοσι. Οικονομικά, πρακτικά, τεχνικά, επικοινωνιακά, ουσίας, συναισθηματικά, εκπαιδευτικά. Ο ήλιος εγκαταλείπει την πόλη γύρω στα τέλη του Οκτώβρη και την ξεχνά εντελώς για ένα εξάμηνο. Γύρω στις τρεις νυχτώνει. Το καλησπέρα με το καληνύχτα συγχέονται. Όσο για το καλημέρα, όταν προφέρεται γκούτεν μόργκεν δεν έχει την ίδια γλύκα.  Εξάλλου η δήθεν επάρκειά μου στη γερμανική γλώσσα αποδεικνύεται άχρηστη. Τι να τα κάνω όλα τα ανώμαλα ρήματα και τους αρχικούς τους χρόνους όταν δεν μπορώ να παραγγείλω μισό κιλό κρέας;

Καταλαβαίνω από τις πρώτες κιόλας μέρες ότι τίποτα εδώ δεν θα είναι εύκολο και ότι η ζωή μου εδώ θα μοιάζει μόνιμα με μια σκυταλοδρομία μετ’ εμποδίων. Ξεπερνώντας τα εμπόδια που βρίσκονται ριζωμένα στο γερμανικό έδαφος, η σκυτάλη παραδίδεται στις χρόνιες αδυναμίες της γράφουσας, που τώρα πρέπει να τις αντιμετωπίσει εκούσα άκουσα. Πάνω στην πρώτη κρίση πανικού που δεν σηκώνω το τηλέφωνο, δεν ανοίγω το σκάιπ, δεν πιάνω μολύβι και χαρτί, δεν παίρνω αλλόφρων τους δρόμους, ξέρω βαθιά μέσα μου πως εγώ γι’ αυτό ήρθα μέχρι εδώ· κανένα μεταπτυχιακό, κανένας σύντροφος, καμία καινούρια παρέα, καμία εμβάθυνση στη γερμανική νύχτα και μπύρα. Εγώ ήρθα μέχρι εδώ για να λύσω και να λυθώ. Και η λύση έρχεται όταν σκάβεις με μανία μέσα σου, ξαναπιάνεις τις εξισώσεις εκείνες που σε ταλανίζουν από τα δώδεκα, το πυθαγόρειο θεώρημα ζωντανεύει μπροστά στα μάτια σου και ξεκινάς, μόνος, αδύναμος και αβοήθητος να αποδείξεις με τι ισούται η ζωή σου υψωμένη στο τετράγωνο. Υψωμένη πάνω στο τείχος που η δειλία σου έχτισε ανάμεσα σε σένα και την αλήθεια σου. Δυτικός και Ανατολικός Εαυτός ξανασυναντιούνται μετά από χρόνια Ψυχρού Πολέμου και αποφασίζουν να ξαναμοιράσουν τις ζώνες επιρροής του καθενός.

Αποφεύγω τώρα πια να μιλάω για τον ομορφότερο χρόνο της ζωής μου, υπάρχουν τραγούδια που μόλις τα πετυχαίνω στα ερτζιανά αλλάζω σταθμό πάραυτα, γιατί αλλιώς μια τεράστια θλίψη απλώνεται μέσα μου για κείνο που ‘φυγε και πια δεν ξανάρχεται. Το Βερολινάκι μου.

*

// don’t forget to change // it will save you // chasing in the city with the stars //

Εκείνοι οι ατελείωτοι περίπατοι σε γνωστές και άγνωστες γειτονιές της τόσο όμορφης αυτής πόλης λείπουν τώρα από την καθημερινότητά μου. Φωτογράφιζα με τα μάτια τα κτήρια, το χρώμα του ουρανού, το νερό του ποταμού, την προτομή του Μπρεχτ, τους δρόμους με τα ονόματα των ποιητών, τις πλατείες με τα ονόματα των γεννητόρων του σοσιαλισμού, τα «δεν ξεχνώ» μνημεία των φονιάδων του ναζισμού, όλοι μαζί και όλοι χώρια σ’ αυτόν τον τόπο, όπου περπατούσες υπήρχαν μνήμες πολέμου, το όνομα Αδόλφος απαγορευμένο δια παντός να το ξεστομίσεις, οι νεοναζί με τις γελοίες παράτες τους, το γεμάτο μετανάστες και αδέκαρους καλλιτέχνες Κρόιτσμπεργκ, οι χαμογελαστοί Τούρκοι με τα καλύτερα ντονέρ που έφαγες ποτέ στη ζωή σου- Τούρκοι, αδέλφια μου, στο χαμόγελό σας βλέπω το χαμόγελο του αδερφού μου, του φίλου μου, του πατέρα μου, του συντρόφου μου.

// es geht kein Weg zurück // die Welt ist bunt und schön // es gibt auch ein Wiedersehen // immer vorwärts Schritt um Schritt //

Οι τυπικοί Γερμανοί, ευγενικοί σχεδόν πάντα εξ αποστάσεως, οι άγαρμποι νέοι που δεν ξέρουν καλά καλά να φλερτάρουν- βλέπεις οι Τούρκοι τους παίρνουν τις καλύτερες γυναίκες– οι καθηγητές μου στο Πανεπιστήμιο που μου εκφράζουν τον υπέρμετρο θαυμασμό τους για την Ελλάδα και τους επιστήμονες που παράγουν έργο, είχα καθηγητή τον κύριο Τσάτσο, μου λέει ένας καθηγητής του Ποινικού Δικαίου και στη συνέχεια με εξετάζει- φευ!- προφορικά στο Ειδικό Ποινικό Δίκαιο σαν ίσος προς ίση, κι εγώ δεν μπορώ να μην ανακαλέσω το ύφος των καθηγητών μου στη Νομική Αθήνας, που με αντιμετώπιζαν περίπου σαν μυρμήγκι· βλέπεις, ούτε στη Δ.ΑΠ. ήμουν γραμμένη, ούτε το όνομά μου ήταν γνωστό, ούτε στα πρώτα έδρανα κάθισα ποτέ.

*

Αλλά είπαμε, εγώ δεν ανέβηκα μέχρι το Βερολίνο για να προσθέσω ένα μεταπτυχιακό στο βιογραφικό μου. Ανέβηκα για να ξαναγράψω το βιογραφικό μου με άλλο ύφος, άλλους όρους, άλλη γραμματοσειρά. Έτσι, οι βιβλιοθήκες και τα αμφιθέατρα δεν με έβλεπαν παρά όταν ήταν αναγκαίο. Οι δρόμοι, οι σταθμοί του μετρό, τα πάρκα, οι πλατείες, οι καινούριοι άνθρωποι, οι παλιοί παλιάνθρωποι που άφηνα οριστικά πίσω μου, οι παλιοί φίλοι που με συντρόφευαν ακόμα, το αναμέτρημα με τις δυνάμεις μου, τα σκοτεινά μπαρ, οι ποικιλίες της πάμφθηνης μπύρας, τα δρώμενα του δρόμου, το σπίτι μου- το βασίλειό μου- τα μαύρα σύννεφα του ουρανού, το πάλλευκο χιόνι που σκέπαζε τα πάντα, η ευτυχία του πεντάευρου για πέντε μέρες- ένα Ευρώ ημερησίως απαρεγκλίτως– η συνάντηση μετά από μήνες με τη μάνα, με τον αδερφό, με τους φίλους, με όλους όσοι ήρθαν να με επισκεφθούν, το μεθύσι με την επίγνωση ότι μετά είσαι η μόνη υπεύθυνη να περιθάλψεις το σώμα σου, το κλειδί που μπαίνει στην πόρτα και είσαι μόνος με τον εαυτό σου- διάολε, αναγκαστικά πρέπει να αγαπήσεις αυτό το πρόσωπο, αυτά τα χείλη, αυτό το βλέμμα- όλα τούτα είναι που σε κάνουν πολίτη· του κόσμου και του εαυτού σου. Μαθαίνεις να κλαις με λόγο και να χαμογελάς αναίτια. Εκτιμάς αυτό που μόλις πετάγεσαι από τη μήτρα παλεύουν να σε κάνουν να το λησμονήσεις· τη ζωή της ομορφιάς και την ομορφιά της ζωής.

Μαθαίνεις να ζεις.

*

1451998_10152087056391979_1509812661_n

[02.01.2012]

Και κάπου εδώ αποφασίζω. Τα αεροδρόμια δεν μου αρέσουν. Ο αποχωρισμός, ο αποχαιρετισμός, το μάτι που γυαλίζει αλλά παριστάνει πως γελά. Όχι, τα αεροδρόμια δεν μου αρέσουν. Αγγίζεις κάποιον, τον αγκαλιάζεις, τον φιλάς. Και φεύγει. Πονάει η στιγμή. Και μετά δεν θες να γυρίσεις στο σπίτι, θες να ξημερωθείς τριγυρίζοντας στην πόλη. Μα εδώ είναι  Βερολίνο, γλυκιά μου. Βρέχει και κάνει κρύο, δεν σε βοηθά ο καιρός να ξεχάσεις, να ξεχαστείς. Πρέπει να γυρίσεις στο σπίτι σου. Μεγάλη αλήθεια αυτή. Τη συνειδητοποίησα μόλις την έγραψα. Η πόλη, η χειμωνιάτικη πόλη, δεν σε βοηθά να ξεχάσεις. Σε προκαλεί να αναμασάς συνεχώς, να θυμάσαι, σου θυμίζει συνέχεια κάτι. Το οικείο της πόλης ξαφνικά δεν μου είναι τόσο ευχάριστο. Αν ψάχνεις τόπο για να ξεχάσεις και να ξεχαστείς, μην έρθεις εδώ. Όχι, δεν είναι η πόλη της λησμονιάς. Ήρθα εδώ γεμάτη λαχτάρα να ξεχάσω, να αδειάσω από όλα, να ξαναγεμίσω με καινούρια, να γίνω μια άλλη. Μάταιος κόπος. Είμαστε ό,τι έχουμε ζήσει. Είμαστε ό,τι κουβαλάμε. Φεύγοντας από κάπου, είμαστε ακόμα περισσότερο μια τρισδιάστατη φωτογραφία του παρελθόντος μας. Πολύ περισσότερο εδώ, στο Βερολίνο. Σε κάθε γωνιά της, η πόλη μου κρύβει καθρέφτες. Κοιτάζω και με βλέπω μικρό παιδί, κοριτσάκι, έφηβη, φοιτήτρια. Ξημερώνει κι έγινα δέκα χρόνων παιδάκι που θέλει τη μαμά του να το κρατάει από το χέρι για να νιώθει ασφάλεια. Βερολίνο, η πόλη της υπενθύμισης. Και της ανασφάλειας. Αν και αυτό το τελευταίο δεν είναι θέμα πόλης θαρρώ. Είναι προσωπική μου χειραποσκευή, την κουβαλώ παντού. Βερολίνο λοιπόν, η πόλη της θύμησης. Και, όχι, δεν μου αρέσουν τα αεροδρόμια.

*

Κι ύστερα; Κάποτε έρχεται η στιγμή που πρέπει να πεις το Μεγάλο Ναι ή το Μεγάλο Όχι. Και τώρα τι κάνουμε; Η Ελλάδα βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στη θλίψη και το θάνατο, ψάχνεις απεγνωσμένα λόγους για να γυρίσεις. Ό,τι έμαθες ήρθε η ώρα να μεταλαμπαδευτεί στο επόμενο στάδιο της ζωής σου. Αν υποθέσουμε ότι η λέξη «λόγος» ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων με τη «λογική», μέρα με τη μέρα συνειδητοποιείς ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για να γυρίσεις εκεί, από όπου ο κόσμος φεύγει κατά εκατοντάδες για να βρει μια καλύτερη ζωή. Κανένας λόγος εξόν από έναν· την αγάπη.

Θαρρώ πως η αγάπη κινεί τα ορατά και αόρατα νήματα της ζωής μας. Η παρουσία ή η απουσία της μισοκρύβεται πίσω από κάθε μας απόφαση. Όπως αγάπησες, όποιον αγάπησες, όσο αγάπησες, ό,τι αγάπησες εδώ ήρθε ο καιρός να το ταξιδέψεις και να το φτάσεις σ’ εκείνη τη μικρή και ώρες ώρες αστεία χώρα που γουστάρει να σε πληγώνει, να σε δοκιμάζει, να σου ζητά να της αποδείξεις την αγάπη σου με τους πιο απαιτητικούς τρόπους.

Ξέρω πως τώρα πια θα ζω με μια νοσταλγία που δεν θα θεραπευτεί. Αλλά αποφασίζω να ακούσω τις ψιθυριστές ενστικτώδεις φωνές που μου γαμάνε το κρανίο*. Ό,τι με έφερε μέχρι εδώ με ξαναστέλνει στην Ελλάδα.

Για να παλέψω.

Μάλλον δεν ξέρω να κάνω και κάτι άλλο.

Εγώ θα γυρίσω.

*

[22.11.2012]

Κραυγή κατάντησε αυτό το κείμενο, μια χώρα που ουρλιάζει είμαστε, με μια ανάσα στα είπα όλα, κάτσε να πιούμε μια μπύρα και θα κοιμηθούμε μετά. Θέλω να σε ευχαριστήσω. Περάσαμε τον καλύτερο ίσως χρόνο της ζωής μας εδώ. Αυτό το παράθυρο και αυτή η μυρωδιά του τρένου θα μας ενώνουν για πάντα. Αλλά τώρα πρέπει να φύγω. Θέλω να φύγω. Με περιμένουν, το καταλαβαίνεις;

Όχι, εγώ θα γυρίσω. Πάω κόντρα στους καιρούς, σάμπως πάντα ανάποδα δεν πήγαινα; Τουλάχιστον ζω αυτό που νιώθω. Δεν έχω άλλο τρόπο να το αντιμετωπίσω αυτό, δεν έχω άλλη επιλογή, δεν θα με διώξουν, δεν θα μας γονατίσουν, ακούς; Θυμάσαι τι σου έλεγα; Το κεφάλι ψηλά. Να τους το τρίψουμε στη μούρη το Arbeit macht frei. Θα γυρίσω, μ’ ακούς; Να με περιμένεις στην Αθήνα. Και να με αγαπάς. Θυμήσου.

Αυτή είναι η δική μου πατρίδα.

Αυτή είναι η δική μου επιστροφή. 

Das ist mein Zurück.

Για το μαύρο χελιδόνι από την αραπιά και για το άσπρο περιστέρι από τον τόπο μου.

Εγώ θα γυρίσω.

*

[30.11.2012]

Το αεροπλάνο προσγειώνεται. Μια καταταλαιπωρημένη κοπέλα κατεβαίνει από το αεροσκάφος. Τα βήματά της κάνουν ταλάντωση ανάμεσα στην απορία και την αποφασιστικότητα. Στην έξοδο την περιμένουν οι φίλοι της. Μισή ώρα μετά, τα γέλια της παρέας, που γιορτάζει την επιστροφή πίνοντας κάπου καφέ, ακούγονται σε όλη την Αθήνα, σε όλη την Ελλάδα, σε όλη την Ευρώπη, φτάνουν μέχρι το Βερολινάκι.

Εμείς θα ζήσουμε, ρε.

// θα δούμε άραγε // ξανά μαζί ποτέ // το χιόνι του Δεκέμβρη // απόγευμα να πέφτει // έξω απ’ τη τζαμαρία // του μπλάιμπ-τρόι καφέ //

*

[νότα // μπερλίν // αχ // ντου // μπερλίν // νότα]

 

* στίχος των Κόρε Ύδρο.

künftige sehnsucht

*

κάποτε αγάπησα
κάποτε ήρθες
ήταν άνοιξη
δεν θυμάμαι καλά

πάντως τα δέντρα άνθιζαν

κάθε νύχτα οι δρόμοι γέμιζαν πέταλα
θυμάμαι την αστυνομία λουλουδιών
διατάγματα
οδηγίες
εντολές
μην αγαπάτε
ούρλιαζαν στις οθόνες
δεν επιτρέπεται να φεύγει τόσο χρήμα στο σκούπισμα

κι εσύ συνέχισες να με αγαπάς

δεν φοβήθηκες εκείνους τους αγέλαστους με τη στολή
που σου χτύπησαν μια μέρα την πόρτα
συλλαμβάνεσαι
σου είπαν

γιατί;

γιατί αγάπησες

*

ξυπνούσα πάντα νωρίς
κοίταζα τον καφέ να βράζει
το γκαζάκι έκλαιγε
είμαι φτιαγμένο για επανάσταση έλεγε
γιατί με αναλώνεις έτσι

κι εγώ γελούσα
κοιτούσα τις φουσκάλες
και θυμόμουν τα λακκάκια
το χαμόγελό σου

το βλέμμα
που αχρήστευε το πετρέλαιο
όταν νύχτωνε

*
πάει καιρός αλλά δεν σβήνει τίποτα

όταν βράδιαζε
η θλίψη στεκόταν σε μια γωνιά
απειλητικό όρνιο
έτοιμο να κατασπαράξει
όποιον δεν έμαθε να κλείνει τα αυτιά στις σειρήνες του εύκολου
κλάματος

εγώ αγαπάω το δάκρυ
έλεγες
και με φιλούσες στα μάτια

και οι λαϊκές δοξασίες σκύλιαζαν με τούτη την ανεμελιά

μοιράζαμε τις γουλιές
δεν έχω ξανατραγουδήσει πιότερο ποτέ
κι από τότε που έφυγες
μέχρι να ξανάρθεις
δεν θα ξαναβγεί ούτε νότα
καφές και τραγούδι ήμασταν

*

 με έβαζες πάνω στο κρεβάτι
κι εγώ σταύρωνα τα πόδια
δήθεν ύψωνα τείχος

δήθεν
μου διάβαζες ποιήματα
ακόμα έχω τη φωνή στα αυτιά
ποίηση είναι,
έλεγες,
ό,τι φτιάχνεται
με χέρι και με μολύβι

δεν ξεχνώ το μίσος σου για τα πληκτρολόγια

*

ήθελα απόψε να σου πω
πως αυτό που μου λείπει
δεν είναι η χροιά
δεν είναι τα λόγια
δεν είναι οι ζωγραφιές πάνω στο σεντόνι
δεν είναι το βλέμμα
δεν είναι οι φουσκάλες του καφέ

είναι το αύριο

όταν ξυπνήσω δεν θέλω να είσαι εκεί
όχι

όταν κοιμηθώ θέλω
μόνο
να μου κρατάς το χέρι
να κλείσω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά σου
και να ξέρω
πως νύχτα ή μέρα
αδιάφορο
τα πόδια μου θα έχουν πάντα ζεστασιά
και το μυαλό μου πάντα καταφύγιο
*

δέκα καθέτως

182390_4400739891533_1862133994_n

άκουσε // δεν βιαζόμαστε να φύγουμε βαρκάρη // ευχόμαστε να κρατούσε για πάντα αυτό το δεκαήμερο βλέπεις // μόνο που αν κρατούσε παραπάνω για κάτι άλλο θα νιώθαμε δίψα κατόπιν // θηρία ανήμερα // ανικανοποίητα // υπό διαρκή ταλάντωση // το γραπτό μας μηδενίζεται στη φυσική

φώναξε η ζωή σου χάνεται πάει // ανάθεμά τες για πορείες // το αιώνιο τίποτα της απογοήτευσης // όλο την αλλαγή να κυνηγάμε κι όλο αυτή να μην μας κάθεται // σαν κάτι γυναίκες που τις κυνηγούν διαρκώς οι άντρες κι ας ξέρουν πως ποτέ δεν θα γίνουν δικές τους // τους αρκεί θαρρείς η θήρευση // να πάρω μαζί μου κι έναν καβάφη τώρα που το ‘φερε η κουβέντα // τα άπαντα θα πάρω // είναι ανακουφιστικός

αγέρα να ‘σαι τιμωρός να ‘σαι και παιχνιδιάρης // σε τούτα τα νησιά φυσάει πάντα // τα κορίτσια δεν φτιάχνουν τα μαλλιά τους // γνωρίζουν το ανώφελο // όλοι πουλάνε εσάρπες κι όλοι αγοράζουν κάτι να ρίξουν απάνω τους // ο αέρας καταντάει ενοχλητικός // φλερτάρει με τη θάλασσα κι εκείνη του θυμώνει // άσε με ήσυχη πια // του φωνάζει με παράπονο στη φωνή // μου διώχνεις τον κόσμο κι εγώ στέκομαι εδώ μόνη και περιμένω τους ανθρώπους μου τόσους μήνες // έχεις σκεφτεί ποτέ ότι η θάλασσα μπορεί να σε λαχταράει πιο πολύ από ό,τι την επιθυμείς εσύ; // της λείπουμε

οι τελευταίες μέρες του αυγούστου με βρήκαν ξαπλωμένο σε αγκάθια // πόσα τραγούδια γράφτηκαν για το μήνα με το ομορφότερο φεγγάρι // συνήθως το έβλεπα από το μπαλκόνι ή από την αετόσταση // φέτος θα ερωτευτώ // πλάκα μας κάνεις // πάνε χρόνια από τότε που ερωτεύτηκες αληθινά // φτάνω τα τριάντα και καταλαβαίνω το αυτονόητο // δεν είμαι ρομαντική // ποτέ δεν ήμουν // τι θα διάλεγες ανάμεσα στον ήλιο και το φεγγάρι

μια λέξη μου λείπει μόνο // το δέκα καθέτως // πέντε γράμματα // το ένα νεκρό // να συναντήσεις τους νεκρούς σου και φέτος // να τα πείτε // πώς περνούν // σε σκέφτονται // άραγε να κλαίνε οι πεθαμένοι // μια λέξη σου λέω και λύθηκε το σταυρόλεξο // το καλοκαίρι είναι σταυρόλεξο // ούτε θάλασσα // ούτε ούζο // ούτε ήλιος // ούτε καρπούζι // ούτε αγάπη // ούτε νησιά // ούτε βουνά // μόνο λέξεις που σταυρώνουν η μία την άλλη // χάνομαι στα ασπρόμαυρα κουτιά // μπαμπά βοήθησέ με

αν δεν χωράς πουθενά // έκλεισα εισιτήριο // αν δε χωράς μέσα σε μια άθλια πατρίδα // πουτάνα ολκής // το καράβι λέει δεν έχει κενές θέσεις // μη σε νοιάζει // θα ταξιδέψουμε με το πειρατικό του κάπταιν τζιμ // εκεί βρίσκεις πάντα θέση // φτάνει να ξέρεις να παραπατάς // πού θα πάει θα ξεκολλήσει // ναι πήρα και καββαδία μαζί μου // μην ανησυχείς // τόσα χρόνια που ταξιδεύει ο άντρας σου στους ωκεανούς σου τηλεφωνεί και σου διαβάζει καββαδία από την άλλη άκρη της γης κι εσύ κλαις // τόσα χρόνια από ευτυχία // να κλαις από ευτυχία τι ευτυχία ρε συ

κόκκινα σύννεφα στον ουρανό κι εσύ γελάς // θα έρθω να σε πάρω από το λιμάνι και φύγαμε κατευθείαν για την πλατεία // δύο καφέδες τέσσερα πακέτα τσιγάρα και ιστορίες από τότε που ήμασταν παιδιά // μου έλειψες // να πάμε με το αμάξι και στον άη-σπυρίδωνα // και να ακούμε έξω φωνή τις ιστορίες με τα μπλε λεωφορεία και να ουρλιάζουμε μόνοι // εκκωφαντικές οι σιωπές που έχουμε ζήσει παρέα

δώδεκα μέτρα από την πόρτα σας // κατεβαίνω με το κορσάκι την ηρακλείου // λιγοστός φωτισμός // κανένας πεζός // στα καταστήματα η λέξη εκπτώσεις γραμμένη με κάθε πιθανή γραμματοσειρά // με όλα τα χρώματα // γραμμένη ίσια // γραμμένη ανάποδα // προλάβετε τις προσφορές // είναι θλιβερή λέξη η έκπτωση // στρίβω αριστερά στο φανάρι // στα δεξιά μου η εφορία // στα αριστερά μου ο αγοράζω χρυσό // ο παράνομος κλέφτης και ο νόμιμος μαυραγορίτης ένθεν και ένθεν του δρόμου // να πάτε να γαμηθείτε // φωνάζω // αφού η μαμά σας το θέλει // να φάμε απ’ το ίδιο καρβέλι // με τη γενιά του ε.α.μ.

καλύτερα να μ’ έλεγαν μαρία και να ‘μουν ράφτρα μες την κοκκινιά // όχι όχι προτιμώ το δικό μου // έκανες την επιλογή σου // τώρα κάνω κι εγώ τη δική μου // καμιά επιστροφή // αναστεναγμός // γαμημένη νοσταλγία // μου πήρες τα καλύτερα βράδια // πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις έναν ποιητή // μέσα σε φάκελο έβαλα προσεκτικά την ψυττάλειά μου // το καλή αντάμωση στα γουναράδικα έγινε καλή αντάμωση στα ξερονήσια // ένας φαύλος κύκλος είμαστε // ποιος θα τον σπάσει // θα ζω άραγε για να το δω

φεύγουμε // και μαζί // και ο καθένας μόνος // ναι φεύγουμε τώρα // μόνο να τελειώσω το γρίφο μου // μια μόνο λέξη μου λείπει σου λέω // το δέκα καθέτως // πέντε γράμματα // ένα νεκρό // δεν έχω ιδέα ποια λέξη είναι // ξέρεις τώρα που το ξανασκέφτομαι // μπορεί να μην είναι λέξη // μπορεί να είναι άρωμα ή τραγούδι ή φιλί

 

δέκα καθέτως πέντε γράμματα το ένα νεκρό

καλή αντάμωση