sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: οθόνη

πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία*

διατηρώ την τηλεόραση ανοιχτή όλη μέρα
θέλω να με τρομοκρατήσεις όσο αντέχεις
θέλω να νιώσω το φόβο να μπαίνει κάτω από το πετσί μου
να ρέει στο αρρωστημένο μου αίμα
να κάθεται στα νεφρά μου
κι ύστερα να περπατάω διπλωμένη από τον πόνο στα δύο
και άρα σκυφτή για πάντα

προσπαθώ να βρω το φόβο μέσα μου
αλλά τα μόνα πράγματα που φοβάμαι
είναι αν θα νιώθω ασφυξία την ώρα που θα με θάβουν
αν κάποια στιγμή θα βολευτώ με τρόπο εκκωφαντικό
σε μια ζωή χαρούμενη ακροπατώντας στα ρηχά
και κυριότερα
αν ξημερώσει μια μέρα που δεν θα μου κρατάς το χέρι
στον καύσωνα στους μείον δύο
και κάτω από την ανθισμένη αμυγδαλιά σου

ξέρετε
σήμερα απαίτησα από μια τράπεζα ιδιωτική
χτισμένη από το αίμα των νεκρών σας
να εκτελέσει έργο για το οποίο υποχρεούται
κι όταν μου επικαλέστηκαν το τάχα χάος
μετ’ ευκολίας απεκδύθηκα την κατ’ επίφαση ευγένεια
και φώναξα μέσα από τη γραμμή
σε κάποιον συνομήλικό μου ίσως
πως εργάζεται με τρόπο τόσο σώφρονα
για κάποιον που τρέφεται από τον ιδρώτα όλων μας
κι ύστερα ένιωσα ελεύθερη
τόσο ψεύτικα ελεύθερη
γιατί η αληθινή ελευθερία θα σήμαινε
να έφτανα ως το γραφείο του υπαλλήλου των πεντακοσίων
ευρώ
να τον έπαιρνα από το χέρι με ορμή
και μέχρι το μεσημέρι να πίναμε κρύο ρακόμελο κάπου στην πόλη

να μην σπέρνω το διχασμό μου ψιθυρίζουν στο ακουστικό
μα εγώ είμαι ήδη αλλού
αποθηκεύω σε βαζάκια δάκρυα αντάρτη από τη βάρκιζα
φυλάσσω σε τρόπο δροσερό τις στάχτες όσων
από κάποια ταράτσα του κλεινόν άστεως για τελευταία φορά ανάσαναν
συντάσσω παράνομες εξώδικες διαμαρτυρίες
όσων νομίμως κλοτσηδόν απολυθήκανε
γιατί του αφεντικού το δίκιο
ήτανε τόσα χρόνια ο νέος της βαρύτητας κανόνας
κερδίζει πάντοτε η βαρυτέρα τσέπη
πεθαίνει πάντα ο φτωχός στο τέλος του παραμυθιού

κι έτσι τώρα λύσιν άλλη δεν κατέχω
παρά τον βάναυσό σας διχασμό
γιατί έφτασε νομίζω πια η ώρα
η ήρα από το στάρι και ο αμνός απ’ το ερίφιο
ξέχωρα έξω από το παραβάν να στέκουν
ανήκω βλέπετε σε κείνους τους ανόητους
τους στους αιθέρες πάντοτε πετώντες
που διατυμπανίζουνε ψευδώς και εν γνώσει τους
πως η ρόζα γράφτηκε για μια ηρωίδα
κι όχι για μια κοπέλα που τάχα μου
βαθιά τον στιχουργό κάποτε πλήγωσε
κι έτσι πλημμυρισμένη από ευτυχία και άγνοια μαθηματικών
με ανακούφιση δηλώνω πως όχι δεν καταλαβαίνω
ούτε το συν ούτε το πλην ούτε κυρίως τους αγκυλωτούς κανόνες
και έτσι ανέτοιμη και με το χέρι πάντα δίπλα στο δικό σου
διαλέγω όρθιο το κεφάλι
άδειο το στομάχι
τρύπια την τσέπη
και ελεύθερη για πάντα την καρδιά

*στίχος του άλκη αλκαίου

Advertisements

αρόδου

μου ζητάς να γράψω με ηρεμία. να μην βρίζω. υπόσχομαι να προσπαθήσω. απόψε η γειτονιά σηκώθηκε στο πόδι. όχι γιατί αυτοκτόνησε ένας φαρμακοποιός στην πτολεμαΐδα. όχι γιατί οι κρατούμενοι στις φυλακές συνεχίζουν την απεργία πείνας. όχι γιατί στις νέες φυλακές που ετοιμάζονται δεν θα μπορείς να αναπνεύσεις χωρίς άδεια. όχι γιατί πουλιέται η θάλασσα και η ακτή. αυτή τη στιγμή που σου γράφω ακούω κορναρίσματα χαράς στη γειτονιά. βεγγαλικά. δεν παντρεύεται κανείς. μόνο οι φτωχοί βλέπουνε μπάλα. στρογγυλοκάθονται μπροστά στις οθόνες της δτ και ακούνε τους ομιλητές να κραυγάζουνε για το ποδόσφαιρο. προσπαθώ να μην βρίζω όπως βλέπεις και να συγκρατήσω την οργή μου. αλλά δεν με βλέπει κανείς. κι έτσι μπορώ να κλαίω ελεύθερα. κλαίω γιατί θυμάμαι πως τη νύχτα που οι χρυσαυγίτες σκοτώσανε τον παύλο φύσσα τα κανάλια είπανε πως κάποιοι τσακωθήκανε για τη μπάλα. κλαίω γιατί στη χώρα που έτυχε να γεννηθούμε κι εσύ κι εγώ οι τηλεοράσεις δεν έκλεισαν ποτέ. δεν τις σπάσαμε. θυμάσαι που κλείσανε την ερτ; μωρέ λες; είπαμε. μπα. οι ποδοσφαιρόφιλοι ξερνάνε επιχειρήματα πως έλα μωρέ λίγη εκτόνωση θέλουμε κι εμείς. η γειτονιά σηκώθηκε στο πόδι κι εγώ είμαι τόσο μόνη απόψε. τόσο μόνοι μας είμαστε. όσο οι κονκάρδες του τσε στις έξωμες μπλούζες και στα παντελόνια που φτιαχτήκανε για να καυλώνουν όσους το μυαλό τους παραγέμισε με περιττώματα. απόψε είμαστε μόνοι. στείροι. δεν γεννάμε. δεν ελπίζουμε. απόψε παίζουμε μπάλα κεκλεισμένων των θυρών. καίμε αποδυτήρια και ξανακλεινόμαστε στη σιωπή μας. γιατί γράφεις ρε μαλάκα; γελοίε τύπε. συγγνώμη. είπα δεν θα βρίζω. χρειάζομαι όμως νέες λέξεις. νέα πληκτρολόγια. χρειάζομαι αέρα που δεν είναι γαλανόλευκος. γιατί ο γαλανόλευκος αέρας μυρίζει σβάστικα. λυπάμαι αλλά απόψε είμαι με το αιγαίο. ανήκω στα ψάρια μου. ανήκω στα νεκρά κουφάρια των αδελφών μου που δεν βγήκαμε από την ίδια μήτρα αλλά θα πεθάνουμε πάνω στον ίδιο πλανήτη. επανέρχομαι. γιατί γράφετε ρε. πόσο αφελείς και γελοίοι καταντήσαμε. δεν το βλέπετε απόψε; οι λαοί το ρίξανε στα βαριά αντικαταθλιπτικά και απομείναμε να παίζουμε ποδόσφαιρο δωματίου με τις θλίψεις μας. απαντήστε μου. για ποιον γράφετε. γιατί. μα δεν το βλέπετε; προκριθήκαμε. για πάντα στον πάτο του βαρελιού φτάνει να ‘χουμε να λέμε ιστορίες από το παρελθόν. το ένδοξο παρελθόν της χώρας που μέλλον δεν θέλει να έχει. εδώ στη γειτονιά ακόμα πανηγυρίζουν. και είναι η γειτονιά μου προσφυγική. εδώ πιο δίπλα οι ορίτζιναλ πήγανε να κάψουνε τη στρούγκα. γιατί καλά όλα αλλά κάτω τα χέρια από τα ποδόσφαιρα. αριστεροί δεξιοί και άμπαλοι ενώνονται σε μία ενιαία άμορφη μάζα γκολτζήδων. ο πειραιάς έβγαλε δήμαρχο τον πρόεδρο του ολυμπιακού. κι ο βόλος. εγκληματίες. εγκληματίες είμαστε δεν το βλέπεις; άσε τους κόσμους να χύνουν υγρά με τα δοκάρια και τα βυζιά των τσιρλίντερς κι έλα να πάμε μια τσάρκα στις φαβέλες. σταμάτα να μιλάς επιτέλους. περισσεύεις από τούτο τον κόσμο. ο κόσμος των περιττωμάτων δεν χρειάζεται εσένα. εσύ δεν ξέρεις να βάζεις γκολ. τραγουδάς παράφωνα τον εθνικό ύμνο και όλο ταξιδεύεις για την ουτοπία. ηλίθιε. μεγάλε φίοντορ, ιδού ο νέος κόσμος. από τη μία ο μεγάλος αδερφός και από την άλλη οι ηλίθιοι. γιατί στα γράφω όλα αυτά; γιατί θέλω να φύγω από δω. όσο ο τόπος θα γεμίζει από αυτό που οι ακριβοπληρωμένες οθόνες ονομάζουν ευημερία εγώ θα ψάχνω πάντα την ευτυχία.

μέχρι τότε, θα παραμείνω πεισματικά αρόδου.