sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: ουρλιαχτό

καύση πυρός

είμαι ποιητής τ’ ακούτε ποιητής
πλάθω ψέματα από πλαστελίνη
ψέματα εύπλαστα για να προσαρμόζονται
σε κάθε δική σας ζωή
βγάζω βλέπετε τα προς το ζην νικώντας τις αντιπάθειες
ψέματα λοιπόν ναι
ψέματα άθραυστα για να μην σπάνε από τη σκληράδα
ψέματα άκαυτα ειδικά για το καλοκαίρι
για τους κόκκινους μήνες της πυρκαγιάς

βλέπετε τις φλόγες που καίνε
νομίζετε πως είναι φλόγες
μα είναι μικροί άνθρωποι
που ερίζουν την ώρα της καταστροφής
λοιπόν η φωτιά είναι το κοράκι του θανάτου για το ξύλο
οι φλόγες μόλις γεννηθούν
στέκονται σαν τα όρνια πάνω από το κυπαρίσσι που πεθαίνει
και ουρλιάζουν για το ποια θα το καταπιεί πρώτη
τα τζάκια και οι σόμπες είναι τα νεκροταφεία των δασών

αγαπάτε αυτόν τον τόπο
γιατί θέλετε να τον καταστρέψετε πρώτοι εσείς

ξεριζώνω μια τούφα βαμμένα μαλλιά και τη ρίχνω στη φωτιά
άκου πώς ουρλιάζουν τα μαλλιά την ώρα που πεθαίνουν
θάνατος
καύση κρεματόρια
θάνατος
θάνατος
ουρλιαχτό τρόμου
το ουρλιαχτό του γκίνσμπεργκ ίσως

νύχτα σκοτάδι ένα βουνό σκεπασμένο με χιόνι
πάνω του τα ελάφια ψάχνουν καταφύγιο
μα πού να κρυφτούν από τα φλας
σπάνε τα κέρατά τους και τα ρίχνουν στη φωτιά να ζεσταθούν

θάνατος
θάνατος
αυτοκτονία
αυτόχειρας ένα ελάφι
το είδα πριν από λίγο ζωντανό σας λέω

θάνατος
ηθικός αυτουργός η φωτογραφική μου μηχανή
η ανηθικότητα των δημιουργών του νόμου πανταχού παρούσα
άκου εκεί ηθικός αυτουργός
οι νόμοι του ανθρώπινου πολιτισμού
είναι γεμάτοι ευφημισμούς και καλολογικά στοιχεία
πού να κρυφτεί όμως η γύμνια μας

ακούστε με
προτού με φουσκώσετε με φάρμακα για την αλλοφροσύνη μου
ακούστε με γιατί όταν έπρεπε να σπουδάσω τους νόμους σας
σέρβιρα ουίσκι σπέσιαλ σε χαμηλό ποτήρι
– πάντα με δύο πάγους, έχε το νου σου –
σε δικηγόρους βγαλμένους από κρεατομηχανές
που μοσχομύριζαν λεφτά

τι σας έλεγα α ναι
για τον παγετό που κάνει απόψε
φυσικός αυτουργός η παγωνιά λοιπόν
και το ελάφι το ‘δα να τρέχει ελεύθερο από κέρατα
στην κοιλάδα της θέρμης τέσσερις μήνες αργότερα
είμαι καλά τώρα μου είπε
σταμάτησα τις ουσίες
τα ναρκωτικά σε σκόνη σκοτώνουν τις ιδέες
και επιβραδύνουν το χειμώνα

αν σας τρόμαξε το ψέμα μου αυτό πέστε το ποίημα
ή λύμα
και ελάτε να με μαζέψετε για την ανακύκλωση
από μικροαστή να γίνω χόμο ερέκτους
αυτή δεν είναι η ανακύκλωσή σας, αυτουργοί;

αν δεν σας άρεσε λοιπόν ιδού το επόμενο
θέλω να εξοργίσω τους θρησκόληπτους
για να με μνημονεύουν ομού μετά του λασκαράτου
πώς τολμάς
ξέρω πως αυτό σκεφτήκατε
με τον εγωισμό λοιπόν έχει να κάνει το επόμενό μου παραμύθι
λέω πως την ώρα που το ξύλο καίγεται
παθαίνει μιαν εξάχνωση ο εγωισμός του
για σκέψου το λιγάκι
τι απομένει όταν φύγει η φωτιά απ’ το ξύλο
μόνο μια στάχτη γκρίζα
που αν τη φας σε ρίχνει στο κρεβάτι
άρρωστο για μέρες

άνθρωποι μην απολέσετε το μέγιστο της φύσεως δώρο
άνθρωποι μείνετε για πάντα εγωιστές
ειδάλλως θα απομείνει από σας μια αλισίβα
για να γυαλίζουμε τα ασπρόρουχα

ξέρω πως οι χριστιανοί που πιστέψαν στον σεούλ
κηρύττουν από άμβωνος πως ο εγωισμός μας καταστρέφει
μα για σκεφτείτε
πως οι ίδιοι απορρίπτουν την ιδέα καύσης των νεκρών
ίσως γιατί φοβούνται πως το ψέμα τους
η αλήθεια της φωτιάς θα το γκρεμίσει

γιατί τραγουδάμε, σύντροφε;

935117_10200211817673023_813381845_n

να καθίσουμε, σύντροφε. να σου πω δυο λόγια. να καθίσουμε ήρεμοι. με τη γαλήνη του αλκοόλ. η αιθυλική αλκοόλη χαρίζει ελευθεριότητα. άκου με που σου λέω. να καθίσουμε σύντροφε και στ’ αυτιά μας να ακούγεται πως όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία. κι εγώ επιτέλους να σου μιλήσω. για ό,τι κάθισε μέσα μου σαν καρκίνος μεταστατικός, άσχημος, από κείνες τις μορφές του που ο γιατρός δεν σε κοιτάζει στα μάτια. κοιτάζει έξω ένα σπουργίτι που τσιμπάει το νοσοκομειακό φαγητό που του δίνει στο στόμα ο παππούς με τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και σου λέει λυπάμαι, μα δεν σώζεται. ξέρεις τι κάθισε μέσα μου τόσα χρόνια; τα χρόνια δεν μετριούνται με βάση την αριθμητική που μας μάθανε παλιά αλλά με βάση το απόβαρό τους. κάθε χρόνος που φεύγει σου αφήνει βάρη που ζυγίζονται μόνο με τις αναπνοές σου. οι νοικοκυραίοι σβήνουν τα βάρη των ακινήτων τους με δόσεις στις τράπεζες. οι άνθρωποι προσπαθούν να σβήσουν τα βάρη τους ανασαίνοντας.

κάθισε κοντά μου σύντροφε γιατί αν δεν μιλήσω επιτέλους θα αποτρελαθώ. δείξε κατανόηση και υπομονή γιατί είναι πολλά που κανείς ποτέ δεν με άκουσε να λέω γιατί ποτέ κανείς δεν ήθελε να ακούσει τις κραυγές μου. κι έτσι πορεύτηκα με τη σιωπή για χρόνια. δώδεκα χρόνων παιδάκι και έκλαιγα. μα τόσο μικρή και τόσο απεγνωσμένη, μου λέγανε όλοι. ξέχνα τα αυτά και πήγαινε έξω να ζήσεις. και το δοκίμαζα, σύντροφε. πολλές φορές είπα δίκιο έχουνε, να βγω έξω, να ανασάνω. αλλά με πνίξανε. οι άνθρωποι μου βάλανε δερμάτινη ζώνη στο λαιμό και με πνίξανε. έτσι θα ζεις. αυτά θα φοράς. βάζε κραγιόν. μη μιλάς. μη φωνάζεις όταν κάνεις έρωτα. όταν θα βγαίνεις από τη σχολή θα ανεβαίνεις στο κολωνάκι και δεν θα κατεβαίνεις στα εξάρχεια. τι πας και κάνεις μόνη σου εκεί; μα διαβάζω. θα διαβάζεις στη βιβλιοθήκη. όχι στην ίντριγκα. κι ύστερα θα κάνεις δεσμό. να τηρεί τις προϋποθέσεις. όχι τον πρώτο τυχόντα. μα όλοι τυχόντες και τυχούσες δεν είμαστε;

είναι κι άλλα σύντροφε, πολλά. κοροϊδία. ξέρεις, εγώ περπατάω πάντα με μουσική στ’ αυτιά. μέσα μου καταιγίδες φουρτούνες και κλιματικές αλλαγές και έξω μου κορίτσια ανέμελα και αγέλαστα, αγόρια με τζελ στα μαλλιά και αμάξι που το χρωστάνε στην τράπεζα, άνεργοι που φοβούνται μην κυβερνήσουν οι αριστεροί, να πετάξω από μια θεατρική τριλογία του ίψεν στο κεφάλι του καθενός μου ‘ρχεται, κόσμος που περπατάει με θόρυβο σέρνοντας αλυσίδες, τα βάρη που σου ‘λεγα πριν, κι όλοι να περιμένουν το καλοκαίρι για να πληρώνουν είκοσι ευρώ για να πάνε στην παραλία, να βγάλουνε φωτογραφίες δυστυχίας με τεράστια γυαλιά ηλίου και άδειες ψυχές, λες και η ασχήμια καλύπτεται από διόπτρες, κι εγώ το μόνο που θέλω να είμαι στους πετανούς και να με βγάζουν τα λεφτά μου για πέντε μπύρες τη μέρα, να κοιτάζω τον ήλιο που δε βαριέται να πέφτει και να ξανασηκώνεται και να σου λέω για την επανάσταση. την επανάσταση της καρδιάς. την ελευθερία του νερού. την αλμύρα των δακρύων μου. το χαμόγελο που δεν θα αποτυπωθεί ποτέ σε κάμερα. αλλά κοροϊδία ρε σύντροφε. η τρελή άρχισε πάλι τις βλακείες. κι εγώ να μην αντιμιλάω. να χαμογελάω πικρά. να λέω δεν πειράζει. θα καταλάβουνε. κάποτε θα καταλάβουνε. κι αν δεν καταλάβουνε όλοι, τουλάχιστον να ζήσω με αυτούς που νιώθουνε.

μα τι τα θες. να βρεις μια δουλίτσα. ένα καλό παιδί. ένα γραφειάκι. κι ύστερα ένα διαμερισματάκι. και να κάνεις ένα παιδάκι. καλά τα όνειρα αλλά προσγειώσου. όλα υποκοριστικά. όλα πνιγηρά. τι είναι η ζωή για να την κλείσω μέσα σε μια κατάληξη υποκοριστικού; θαρρείτε πως θα ξανάρθει; θάνατος στα υποκοριστικά. εγώ διάβασα για το ωραίο το μεγάλο και το αληθινό κι από τότε ίδια δεν θα ξαναείμαι. μα το ωραίο και το μεγάλο και το αληθινό σπέρνει πόνο. καλοδεχούμενος και ο πόνος. δικός μου κι ο πόνος. κομμάτι μου. παιδί μου κι ο πόνος μου. παιδί μου και ο αγώνας για ελευθερία. εξώγαμα που δεν θέλουν αναγνώριση από κανένα δικαστήριο και υπογραφή από κανέναν συμβολαιογράφο. παιδιά που ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα. παιδιά που δεν ανήκουν πουθενά. κοινοκτημοσύνη και ακτημοσύνη. και αγνωμοσύνη από όλους. ωχ η τρελή. άρχισε πάλι τα χαζά.

τριάντα χρονών και έπαθα καρκίνο στο βλέμμα ρε σύντροφε. γέμισαν τα δόντια μου φτηνό κραγιόν και οι γάμπες μου μικρές ύπουλες μπλε φλέβες. κούραση και αϋπνία. σερβιτόρα, πωλήτρια, δασκάλα. καλό παιδί αλλά δεν κάνει για δικηγόρος. ονειροπόλα. με κοιτάζουν και γελάνε. φανερά. βλέπω το μειδίαμα. βλέπω την ειρωνεία. όλα τα βλέπω. γι’ αυτό και εγώ σταμάτησα να μιλάω. κλείστηκα στο εφηβικό μου δωμάτιο και κανέναν δεν θέλω να βλέπω. τις νύχτες πηγαίνω στη θάλασσα και σπαταλάω δεκαπέντε ευρώ βενζίνη μόνο και μόνο για να ουρλιάξω ελεύθερη. γράφω χαρτιά και τα πετάω στο κύμα. κάποιος. κάπου. να τα βρει. να ζωντανέψει το υγρό μελάνι και να τους ξαναδώσει πνοή. φτιάχνω καραβάκια και τα σκορπάω παντού. το σινιάλο μου για όταν έρθει η ώρα. να είσαστε έτοιμοι. θα σαλπάρουμε κάποια στιγμή. λες αλήθεια; λέω αλήθεια. στο ‘χω ξαναπεί, σύντροφε. το arbeit macht frei να τους το τρίψουμε στη μούρη.

θυμάσαι; κάναμε όνειρα. ακόμα κάνουμε. δεν είμαστε λίγοι. μην τους ακούς τι λένε οι ανθρωποφύλακες με και χωρίς στολή. σύντροφε. εδώ είμαστε. κι εδώ θα ‘μαστε. ανάχωμα και εμπόδιο στο σκοτάδι. να μοιράζουμε χαμόγελα κι ας μας λένε τρελούς. σχεδόν χριστιανοί. σχεδόν παιδιά του χριστού και της μαγδαληνής. σχεδόν απέθαντοι. σχεδόν όμορφοι. σχεδόν σχεδίες. ποτέ με σχέδιο. σχεδόν ανασαίνοντας. ελάχιστοι ανυπέρβλητοι και επουσιώδεις.

για να ενώσουμε τον κόσμο.

γι’ αυτό τραγουδάμε, σύντροφε.

μη με λησμόνει

μη με λησμόνει

δεν ξέρω μωρέ τι ώρα ήτανε όταν συνέβη, μη με ρωτάς συνέχεια την ώρα.

ήταν μετά από κείνη τη χρονιά που για δέκα μήνες έπαιρνα αντιβίωση. δέκα ολόκληρους μήνες μετρούσα τις ζωές όλων μας με οχτάωρα. κουμπί και ζωή. η αντιβίωση ήτανε μάλιστα ζήτημα ζωής και θανάτου, αν δεν έπαιρνα χάπια θα πέθαινα ξαφνικά χωρίς ποτέ κανένας ιατροδικαστής να μπορέσει να εξακριβώσει το θάνατό μου. μια ασθένεια πιο σπάνια και από τον έρωτα, δεν θυμάμαι το όνομά της, γίνεσαι πιεστικός που όλο ανούσια πράγματα με ρωτάς, σημασία έχει ότι ο γιατρός είχε πει στον άντρα μου πως το μόνο που με σώζει είναι η αντιβίωση.

θυμάμαι τις πρώτες μέρες εκείνης της εποχής που τα χάπια δεν κατέβαιναν πιο κάτω από το φάρυγγά μου, ο σύζυγός μου με κάθιζε στο κρεβάτι και μου έλεγε παραμύθια για να ξεχαστώ και να καταπιώ τα πικρά, άσπρα, σωτήρια χάπια, εγώ δεν παντρεύτηκα γυναίκα έλεγε, παντρεύτηκα ένα μικρό παιδί, και δώστου να μου λέει παραμύθια από τα νιάτα του παππού του, τότε που ήτανε αντάρτης στα βουνά παρέα με τον άρη, και δώστου εγώ να κλαίω την ώρα που ο παππούς του αποχαιρετάει τον άρη γιατί όλοι ξέρουν πια πως θα τον σκοτώσουν από μέρα σε μέρα οι ίδιοι του οι συγχωριανοί, γιατί όλοι ξέρουν τώρα πια πως το όνειρο τελειώνει εδώ, γιατί όλοι καταλαβαίνουν πια πως χάσανε στον πιο μεγάλο της ζωής τους αγώνα, μόνο που δεν μπορούν να διανοηθούν ποιος διασυρμός τους περιμένει στις δεκαετίες που έρχονται, όταν τα μικρά παιδιά του κράτους που θεμελιώθηκε πάνω στον αντικομμουνισμό θα ακούνε αντάρτης και θα φαντάζονται ένα τέρας με τρία κόκκινα κεφάλια και εφτά μαύρα μάτια, μόνο έτσι που λες κατάπινα την αντιβίωση. κι ύστερα ήρθαν οι υπνηλίες. κοιμόμουν για μέρες και νύχτες συνεχόμενες, στο κρεβάτι, στη μπανιέρα, στον πάγκο της κουζίνας, μια φορά είχα αποκοιμηθεί μέσα στο ασανσέρ και με ψάχνανε για έξι ώρες. κατέφτανε όπου κι αν ήταν ασθμαίνοντας ο κακομοίρης, με έπαιρνε στην αγκαλιά του και με έβαζε στο κρεβάτι. πρόσεχε πάντα πώς να με σκεπάζει, γιατί οι νευρώσεις μου είχαν ξεφύγει πιότερο από κάθε άλλη φορά, και αν τυχόν μια ίντσα έστω από το δέρμα μου βρισκότανε ξεσκέπαστη άρχιζα να ουρλιάζω μέσα στην άγρια νύχτα. όταν ξυπνούσα μου έπαιρνε περίπου μισή ώρα να θυμηθώ ποια είμαι και πού, και καθώς περνούσαν οι μήνες μας μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά πως το φάρμακό μου δεν ήταν αντιβίωση και ο γιατρός μου δεν ήταν γιατρός. μέχρι να ανακαλύψουμε την απόλυτη αλήθεια που δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς, η χρονιά πέρασε και η θεραπεία μου τελείωσε.

πάντως χάπι δεν μπορώ να πάρω από τότε. αν έχω ποτέ πονοκέφαλο, παίρνω μια ασπιρίνη, τη διαλύω σε χλιαρό νερό και πίνω αργά αργά το θολό υγρό, για να καταλαβαίνω καθ’ ολοκληρίαν την αηδιαστική του γεύση. κι ύστερα ανάβω τσιγάρο. το τσιγάρο μετά την ασπιρίνη κάνει το στόμα μου να μοιάζει με σόλα πολυπερπατημένου φτηνού παπουτσιού, αλλά εγώ θέλω να με τιμωρώ συνέχεια για ό,τι άσχημο έχω κάνει στη ζωή μου. μόνο που δεν ξέρω τι έχω κάνει.

έχε βέβαια κατά νου πως δεν έχω πονοκέφαλο και δεν αρρωσταίνω σχεδόν ποτέ. φαίνεται πως η πάλαι ποτέ θεραπεία μου θωράκισε τον οργανισμό μου τόσο βάρβαρα, που ακόμα και τα μικρόβια και οι ιοί με αποφεύγουν.

πάντως ο άντρας μου στάθηκε δίπλα μου βράχος εκείνη τη χρονιά, ήμουν ο μόνος άνθρωπος που είχε πάνω στη γη και σε ολόκληρο το ηλιακό μας σύστημα, αλλά όταν πέρασε ο καιρός και αποσοβήθηκε ο κίνδυνος πρόωρου θανάτου τον άφησα γιατί ερωτεύτηκα έναν σχεδιαστή χαρταετών από την κόρινθο, του άφησα ένα γράμμα και δεν του ζήτησα καν συγγνώμη για την αχαριστία μου, του είπα μόνο την αλήθεια μου· φεύγω γιατί βαριέμαι. και γιατί οι χαρταετοί του μου φτιάχνουν το κέφι. δεν ξανάμαθα νέα του ποτέ.

έζησα έναν χρόνο με τον κορίνθιο αλλά σύντομα κατάλαβα πως οι χαρταετοί είναι μια ψευδαίσθηση, μια χαρά που διασκεδάζει μόνο τις έννοιες σου χωρίς ο καημένος ο χαρταετός να μπορεί να τις πάρει μαζί του να ξαλαφρώσεις λίγο κι εσύ. έφυγα από το σπίτι του κορίνθιου ένα μεσημεράκι. ντάλα ήλιος, το σπίτι παραθαλάσσιο, κάπου σε ένα χωριό που λεγόταν νομίζω κόρφος, κόσμος να κολυμπάει στη θάλασσα, παιδιά να παίζουν, να κλαίνε, να χτυπάνε, να τρέχουν οι μύτες τους, να αναγκάζουν τους μπαμπάδες να φουσκώνουν και να ξαναφουσκώνουν τα στρώματα θαλάσσης, να μαθαίνουν κολύμπι, κοίτα μαμά, χωρίς φόβο. κατάλαβα ότι ήθελα να είμαι κομμάτι αυτού του καλοκαιριού, να γεμίζω το βλέμμα ενός παιδιού με αγάπη, αλλά όχι με τον κορίνθιο. εκείνος είχε για παιδιά του τα σύννεφα -μάλλον τα σύννεφα ήταν οι γιοι του και κόρες οι ουρές των χαρταετών του- κι έτσι έφυγα.

μετά, γνώρισα εσένα. και μαζί σου γέννησα την κόρη μου. μου ζήτησες να σου περιγράψω αδρά το παρελθόν μου. νάτο. αυτό ήταν όλο. το παρακάτω το γράψαμε μαζί θαρρώ.

ναι, έχεις δίκιο, με ρώτησες τι ώρα ήτανε όταν συνέβη. αλλά σου ξαναλέω, έχω σταματήσει να μετράω το χρόνο. κι ας έρχεται κάθε νύχτα να ασημώνει τα μαλλιά μου, κι ας πίνει μαζί μου τον πρωινό καφέ γλείφοντας από τα χείλη μου τις σταγόνες του καφέ κι αφήνοντας τριγύρω τους ρυτίδες. εγώ τον αγνοώ. γι’ αυτό σου λέω πως δεν γνωρίζω τι ώρα ήτανε.

θυμάμαι ωστόσο τα πάντα πεντακάθαρα. είχα βγει να αγοράσω ψωμί του τοστ. πεζή. το παιδί ήταν επίσκεψη σε μια φίλη της. στη γωνία στέκονταν αυτοί. δεν τους είδα. είδα μόνο την αναθεματισμένη αντανάκλαση των μπλε φάρων των μηχανών τους πάνω στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. γελούσαν, είμαι σίγουρη γι’ αυτό. το γέλιο τους μου ακούστηκε πικρό. με ενόχλησε η παρουσία τους. πάνε χρόνια πολλά τώρα που όλοι γύρω μου τους συνηθίσανε πια, σε κάθε γωνία και πέντε έξι από δαύτους να στέκονται με τα κράνη περασμένα στα μπράτσα και να καμώνονται πως διαφυλάσσουν την τάξιν και την ασφάλειαν. γαμημένο ζόμπι γεώργιε παπαδόπουλε χουντικέ, δεν πέθανες ποτέ. είναι πιο πολλοί από τους γιατρούς, το ξέρεις; και πολλοί περισσότεροι από τους δασκάλους. όπου να ‘ναι φτάνουν σε απόλυτο αριθμό τους ανέργους. κάθε φορά που τους συναντάω κάτω από το σπίτι μου, σιγοτραγουδάω πως οι μπάτσοι μου ξηλώσαν τα δέντρα, την επόμενη φορά θα περιμένω με πέτρα ίσα ίσα για να με ακούσουν. να με ακούσουν να τους αποκαλώ μπάτσους. αλλά αυτή τη φορά ένιωσα ένα βάρος μόλις τους αντίκρισα. χωρίς να ξέρω γιατί ένιωθα τόσο άσχημα -μου πέρασε κι από το μυαλό μήπως ήταν κανένας από κείνους τους σπάνιους πονοκεφάλους και σκέφτηκα να πιω το προσωπικό μου αφέψημα, δηλητήριο πες καλύτερα- ανέβηκα στο σπίτι. συγγνώμη αλλά δεν κοίταξα την ώρα, στο επαναλαμβάνω. δεν πρόλαβα λοιπόν να υποβάλω εαυτόν στο προσωπικό μου βασανιστήριο, όταν άκουσα τις φωνές και τα ουρλιαχτά.

την σκοτώσατε ρε καθάρματα, αυτό άκουσα μόνο και κατάλαβα ότι κάποιος μιλούσε για την κόρη μας. κάποιος σκότωσε το παιδί μου. κάποιος που οδηγεί μηχανή, φοράει κράνος και όταν σχολάσει πετάει από πάνω του τα ρούχα της δουλειάς για να μην φάει ξύλο στο δρόμο.

λοιπόν για να τελειώνουμε δεν ξέρω τι γαμημένη ώρα ήταν αλλά ξέρω ότι το παιδί το σκότωσαν αυτοί.

ο πονοκέφαλος δεν θα μου ξαναφύγει ποτέ πια, το ξέρω. βρήκα όμως τρόπο να τον νικάω για λίγες ώρες. τώρα πια, μέσα στο χλιαρό νερό με τη διαλυμένη ασπιρίνη κόβω ψιλοκομμένα κομματάκια από ό,τι βιβλίο βρω με αναφορά στη ζωή και τα λόγια του άρη. καταπίνω το μίγμα μεμιάς και όχι αργά όπως τότε. τα γράμματα ξέρεις δεν διαλύονται. αλλάζουν διαδρομή και πάνε και κάθονται πάνω στην καρδιά. κι εγώ τότε βυθίζομαι σε μια ονείρωξη δίχως τελειωμό. είμαι λέει κάπου πάνω στο γράμμο, είναι και το παιδί εκεί, τρέχει κυνηγώντας κάτασπρες πεταλούδες, από πάνω μας πετάνε πολύχρωμοι χαρταετοί με τεράστιες, αστείες ουρές, ναπάλμ πουθενά, ένστολοι πουθενά, φέρετρα μικρών παιδιών πουθενά, κάτι τραγούδια με τσαμπούνες ακούγονται από μακριά, σα νησιώτικος μπάλος ακούγεται, φαίνεται πως σε κάποιο νησί έχουν πανηγύρι, μα πώς έχει έρθει το νησί τόσο κοντά εδώ πάνω που είμαστε, α, ξέχασα να σου πω, δεν υπάρχουν πια σύνορα ούτε γεωγραφικά διαμερίσματα.

μόνο τραγούδια.

και κάτι παράξενα λουλούδια.

μόνο που λησμονάω το όνομά τους.