sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: παιδεία

δραχμές ενενήντα

δεκαεφτά νοέμβρη 2014
ένας παππούς στέκεται με μάτια βουρκωμένα
κοιτάζει το σωρό από στεφάνια μέσα στο χώρο του πολυτεχνείου
κρατά στα χέρια μια τραγιάσκα
το βλέμμα του ανεβοκατεβαίνει
από τα στεφάνια στις στέγες των σπιτιών και πίσω
θαρρείς και βλέπει ελεύθερους σκοπευτές τριγύρω στις ταράτσες
σε λίγη ώρα, μας μιλά

 
λοιπόν όχι, δεν ήμουν εκεί
σήμερα που στέκομαι εδώ
μπορώ να θυμηθώ τα πάντα

όχι, δεν ήμουν εκεί
ενενήντα δραχμές τα αργύριά μου
στουρνάρη και πατησίων η συκιά που φύτεψα

ακούσαμε για φασαρίες με παιδιά
θυμάμαι τη μάνα να βουρκώνει
είδα τον πατέρα να θυμώνει
άκουσα την πατησίων να ματώνει

όμως όχι, δεν ήμουν εκεί
ήμουν κι εγώ ένα παιδί
όχι φαντάρος
όχι σπουδαστής
ούτε κι ακούμπησα ποτέ
σε εργατικού τον ώμο συνδικάτου

εκείνη τη νύχτα ξάπλωσα
κι ακόμα ως τότε
κανείς δεν μου ‘χε κάνει λόγο για την τύψη
κοιμήθηκα ακούγοντας στην τσέπη μου
να κουδουνίζουν ενενήντα αργύρια
είχα προσκέφαλό μου το μεροκάματο της ενοχής

κι έτσι την άλλη μέρα εργάστηκα φιλήσυχα
δεν έκλαψα για τους νεκρούς
δεν ούρλιαξα για τις ζωές
ούτε έμαθα πως το σύνθημα των φοιτητών
για το δικό μου το ψωμί μιλούσε

και τώρα στέκομαι εδώ βουβά
γι’ αυτό με βλέπετε να κλαίω μπροστά στην πονεμένη πύλη
γι’ αυτό από αιδώ στα χέρια κρατάω την τραγιάσκα μου
γι’ αυτό θρηνώ χωρίς να κλαίω
γι’ αυτό ποτέ δεν με είδατε στεφάνι με αναίδεια να κρατώ

γιατί παντρεύτηκα την ενοχή μου
γιατί από τότε κάθε νύχτα ακούω τις φωνές
που εκείνο το νοέμβρη ουδέποτε έφτασαν στα αυτιά μου
και γιατί ορκίστηκα από τότε ενώπιον ερειπίων και κραυγών
να ζω ανεπίστρεπτα μετανιωμένος
και να πεθάνω εντίμως για την επόμενη των νέων γενιά
που πίσω τη ζωή της θα ζητήσει

Advertisements

persona non grata

[η επιστολή δημοσιεύεται όπως έφτασε στο mail, με μόνο ορθογραφικές διορθώσεις]

 

Αγαπητέ Πρωθυπουργέ,

όχι εσείς καλέ, ο άλλος, ο νέος, ο ορμητικός.

Αγαπητέ κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, θα ήθελα με όλο το θάρρος να σας εκφράσω την πλήρη απογοήτευσή μου για τα όσα παρακολουθώ να λαμβάνουν χώρα τον τελευταίο καιρό εντός των κόλπων του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Επιτρέψατέ μου, κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, πρωτίστως μια μικρή υποκειμενική ανασκόπηση των τελευταίων χρόνων. Μάιος του 2012. Τρομοκρατία εντός και εκτός της χώρας. Άμα βγει ο Σύριζα θα βγούνε οι άπλυτοι με τα κονσερβοκούτια στους δρόμους και θα μας σφάξουν ζωντανούς αδέρφια, μια περίληψη του τι έλεγαν τα κανάλια, τα ενημερωτικά sites και φυσικά οι εφημερίδες. Ταυτόχρονα, οι Ευρωπαίοι απειλούσαν ανοιχτά πως σε περίπτωση που ο λαός διαπράξει το λάθος και δεν στηρίξει τους μνημονιακούς, μαύρες μέρες τον περιμένουν, χωρίς πετρέλαιο, χωρίς γάλα, χωρίς δουλειά, χωρίς μέλλον. Εν ολίγοις, το χάος ante portas. Ταυτόχρονα, ανθρωπίδια σε μορφή αμοιβάδας βγήκαν από τα καβούκια τους και εξεδήλωσαν περήφανα την αγάπη τους για το ναζισμό, τα Τάγματα Ασφαλείας, το θάνατο, τη μισαλλοδοξία και το ρατσισμό. Κατέλαβαν γειτονιές και πλατείες και έσπειραν το φόβο σε όλους όσοι υπολογίζουν την ανθρώπινη ζωή ως αξία πρωτεύουσα, αυθύπαρκτη και ανεξάρτητη από καταγωγή, γλώσσα, χρώμα δέρματος και λοιπές άχρηστες πληροφορίες.

Σαφώς τα ξέρετε όλα αυτά, μην σας σπαταλώ τον πολύτιμο χρόνο σας. Οι εκλογές ήλθαν, είδαν και απήλθαν, οι υποστηρικτές των φιλελεύθερων μνημονιακών πολιτικών της Ευρώπης των λαών (sic) κέρδισαν με διαφορά στήθους, και η χώρα τράβηξε ξανά τον ανήφορο, αποφεύγοντας τους σκοπέλους της άτακτης χρεωκοπίας, της επιστροφής στη δραχμή και της ευρωπαϊκής απομόνωσης.

Ο λαός ανακουφισμένος πια από την απαλλαγή του από τις βάναυσες αριστερές πολιτικές παρακολούθησε τη ζωή του να ρημάζεται κυριολεκτικά, καθώς οδηγήθηκαν σε βίαιη αποψίλωση ατομικά συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, όπως αυτά της κατοικίας, της συνάθροισης, της εργασίας, της παιδείας και της υγείας. Η ανεργία ομοιάζει με στύση πορνοστάρ καθώς βρίσκεται μόνιμα σε ανοδική πορεία, οι νέοι αποδημούν στο εξωτερικό στελεχώνοντας την καινούρια περήφανη γενιά των γκασταρμπάιτερς, οι αυτοκτονίες αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο, οι αγωνιστές διώκονται, οι διαμαρτυρίες αποσιωπούνται, οι πορείες και οι διαδηλώσεις απαγορεύονται κάθε τόσο με απλές εγκυκλίους της Αστυνομίας, οι καθηγητές καίγονται στην πυρά σαν μεσαιωνικές μάγισσες, τα Πανεπιστήμια ερημώνουν, τα νοσοκομεία προσφέρουν υπηρεσίες μόνο επί πληρωμή, οι γιατροί εξωθούνται στις μαύρες δοσοληψίες, τα σκάνδαλα των κεφαλαιοκρατών που κάθε τόσο αποκαλύπτονται δεν συγκινούν κανέναν, οι φασίστες βγήκαν παγανιά και μαχαιρώνουν, ο Φύσσας ζει, τσακίστε τους ναζί, οι Υπουργοί της Κυβερνήσεως κάνουν κάθε τόσο δηλώσεις πιστά αντίγραφα των όσων ο Υπουργός Προπαγάνδας της χιτλερικής Γερμανίας είχε κατά καιρούς πει, στα σύνορα της χώρας οι λιμενικοί πνίγουν ανθρώπους που έρχονται από την Ασία προκειμένου να επιβιώσουν, με σαφείς εντολές της Ελληνικής Κυβερνήσεως, οι αστυνομικοί φοράνε άλλοτε μαύρες μπλούζες με μαιάνδρους κι άλλοτε στολές και βαράνε στο ψαχνό, δεν κουνιέται φύλλο, λαέ δέρνουν τα παιδιά σου και κάθεσαι και ακούς τον Πρετεντέρη, τα Μ.Μ.Ε. δίνουν την ύστατη μάχη προκειμένου να μην χαθούν τα αμέτρητα προνόμια των καναλαρχών και ταυτοχρόνως εργολάβων του Δημοσίου, κάπως έτσι κυλά η καθημερινότητά μας αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, τα ξέρετε, άλλωστε κι εσείς εδώ σ’ αυτή τη χώρα που μετατράπηκε σε εφιάλτη ζείτε.

Και τώρα;

Τώρα που οι ελπίδες και τα κουράγια όσων έχουν το θράσος να ζουν ακόμα εδώ και να ελπίζουν όσο πάνε και λιγοστεύουν, τώρα πλησιάζουν οι πολυπόθητες εκλογές. Αν θέλετε τη γνώμη μου, ίσως τώρα πια να είναι πολύ αργά. Ίσως πέρασε το χρονικό σημείο, κατά το οποίο μπορείς ακόμα να σώσεις όποιον έπεσε μέσα στο βούρκο, και το μόνο που μας απομένει να είναι να μας παρακολουθήσουμε να βουλιάζουμε στο βούρκο με τις ακαθαρσίες. Αλλά ίσως εγώ να έχω απολέσει κάθε ελπίδα και τα πράγματα να μην είναι έτσι. Ίσως να μην είναι αργά. Ίσως να υπάρχει ακόμα η δυνατότητα να διώξουμε το σκοτάδι και το θάνατο που αναπνέουμε τόσα χρόνια.

Αλλά εσείς τι ακριβώς πράττετε, κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ; Συνομιλείτε με ιερείς, χειροφιλάτε προκαθήμενους της Εκκλησίας, πάνω που λέγαμε ότι είναι ίσως καιρός η θρησκεία να λάβει το χώρο που της αρμόζει και όχι να ρυθμίζει ως παράγων της Πολιτείας τα καθέκαστα, ότι ήγγικεν το πλήρωμα του χρόνου η Εκκλησία να φορολογηθεί για τις απέραντες εκτάσεις που έχει στη διάθεσή της, ότι είναι ώρα να εφαρμοστεί στην πράξη η ανεξιθρησκία και το ελεύθερο δικαίωμα κάθε πολίτη της χώρας να επιλέγει όποια θρησκεία θέλει ή και καμία, χωρίς αυτό να αποτελεί πρόσκομμα στους υπόλοιπους τομείς της ζωής του, εσείς παλεύετε για τις ψήφους των πωρωμένων χριστιανών ή όσων δεν έχουν την πνευματική ευρύτητα να αντιληφθούν, ότι η πίστη ή μη σε οτιδήποτε αποτελεί θεμέλιο λίθο των κοινωνιών που θέλουν να λένε πως βασίστηκαν στα διδάγματα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης.

Και τι άλλο κάνετε, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ; Συνομιλείτε με εκπροσώπους της ευρύτερης δεξιάς παράταξης, που δηλώνουν αντιμνημονιακοί μεν, βρίσκονται δε στην αντίπερα όχθη της ιδεολογίας σας. Τι είδους συνεργασία μπορεί να επιτευχθεί ανάμεσα σε τιμητές των μεγάλων δασκάλων του Σοσιαλισμού και σε εκπροσώπους του Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια; Την ίδια στιγμή μάλιστα, που απορρίπτεται από τους πάντες και μετ’ επιτάσεως οποιουδήποτε είδους συνεργασία ή συμπαράταξη με άλλα αριστερά κόμματα, εντός και εκτός Κοινοβουλίου; Δεν υπάρχουν δηλαδή κοινά σημεία έναρξης συζητήσεων με μαοϊκούς ή σταλινικούς, αλλά σκοπεύετε να συνεργαστείτε με παραφυάδες του Καρατζαφερισμού;

Και τι άλλο κάνετε επίσης, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ; Στην πρόβα τζενεράλε των εθνικών εκλογών, στις εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση, δίνετε χρίσμα υποψήφιου του κόμματός σας σε ανθρώπους που στήριξαν τις μνημονιακές πολιτικές, που κάλεσαν στις εκπομπές τους υμνητές του Αδόλφου Χίτλερ και συνομίλησαν μαζί τους, σε άτομα που προκαλούν βδελυγμία στον κόσμο, σε πολιτικούς που λένε και ξαναλένε ότι το μνημόνιο δεν ήταν λάθος, σε βουλευτές που παλεύουν τα βράδια να ξεπλύνουν τα χέρια τους από το αίμα των νεκρών της χώρας. Αλλά το αίμα δεν βγαίνει. Γιατί το αίμα δεν είναι ένας απλός λεκές. Το αίμα είναι η αέναη υπενθύμιση των φονικών τακτικών που ο άκρατος καπιταλισμός επέβαλε στην Ελλάδα. Και εσείς τώρα δέχεστε στο κόμμα σας κάθε καρυδιάς καρύδι. Κι εσείς τώρα παίζετε με τον πόνο μας. Κι εσείς τώρα παρουσιάζετε το κόμμα σας σαν τη μεγάλη δημοκρατική παράταξη που τους χωράει όλους.

Όμως, κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, αν αυτό το κόμμα που πάτε να δημιουργήσετε τώρα τους χωράει όλους, δεν χωράει πια εμένα. Στο χωνευτήρι της Ιστορίας δεν μπορώ να μπω και να συναγελαστώ με όλους όσους θεωρώ εχθρούς της ελευθερίας και της ζωής μου. Αρνούμαι κύριε μελλοντικέ Πρωθυπουργέ να ξεπουλήσω τις όποιες ιδέες μου στο βωμό της Τρόικας και του μνημονίου. Η ψήφος ήταν για μένα κάτι ιερό, έκρυβε δύναμη μέσα της, ήταν η ελεύθερη επιλογή ενός ανθρώπου που παλεύει για την ελευθερία του. Ήταν. Γιατί δεν σας κρύβω ότι η αστική δημοκρατία μου προκαλεί στομαχικό ίλιγγο τώρα πια. Σας ακούγονται μήπως πολύ εαμικά όλα αυτά;

Αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ, μπορεί το καλοκαίρι να σας βρει να κυβερνάτε τον τόπο. Τον κόσμο που πιστεύει στην αλλαγή των δεδομένων της κεφαλαιοκρατίας δεν θα τον βρει όμως κοντά σας. Όταν επί χρόνια τα σκυλιά της εξουσίας των Μ.Μ.Ε. σας παρουσίαζαν σαν τύπους που κοιμούνται αγκαλιά με τα κονσερβοκούτια τους, έτοιμους να λιντσάρουν κόσμο, δεν σας καλούσαν καν να παρουσιάσετε το πρόγραμμά σας και σας καθύβριζαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, πώς τους επιτρέπετε τώρα να εκθειάζουν τα άρθρα των στελεχών σας στις εφημερίδες των εργολάβων;

Μην τα θυσιάζετε όλα, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ.

Υπάρχει κόσμος που σας στήριζε όσο ήσασταν ένα μικρό ονειροπόλο κόμμα του 3%, που όμως δεν θα συνεχίσει να σας στηρίζει στο δρόμο προς την εξουσία.

Γιατί για κάποιους, οι ιδέες δεν εκπίπτουν.

Δεν ψάχνουμε για ηγέτες, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ. Οι δικοί μας ήρωες ζούνε στα τραγούδια μας, δεν ξεπουλήθηκαν ποτέ, δεν πέθαναν ποτέ. Δώστε προσοχή στις φωνές του πλήθους. Τα πλήθη φτιάχνουν τις κοινωνίες από την αρχή. Όχι τα ιδρυτικά συνέδρια και οι διακηρύξεις.

Εμείς θα συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε την αλλαγή, αγαπητέ μελλοντικέ Πρωθυπουργέ.

Ακόμα και χωρίς εσάς.

 

Βάρκιζα Τέλος

Ο δασκαλάκος ήταν λεβεντιά

– Μαμά, άκου να σου πω τι έγινε σήμερα στο σχολείο με τις φίλες μου!

– Δώσε μου λίγο χρόνο σε παρακαλώ, το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Θα τα πούμε αργότερα.

8aa5d86c6efa5c856b1990d375cdb2f6_XL

Ό,τι πω και ό,τι γράψω δεν θα είναι σίγουρα αντικειμενικό. Αλλά έτσι κι αλλιώς σε όλα τα ζητήματα πάντα παίρνουμε μια θέση όταν δημοσιοποιούμε την άποψή μας- χωρίς φόβο και πάντα με πάθος.

Είμαι δασκαλοπαίδι. Ένα περήφανο δασκαλοπαίδι. Κάποτε η μαμά ενός φίλου μου με χαρακτήρισε έτσι, και από τότε λάτρεψα αυτήν τη λέξη, αυτοσυστήνομαι με αυτήν, μου φαίνεται τόσο γλυκιά και ταυτόχρονα τόσο αληθινή. Παιδί δασκάλων λοιπόν, καθηγητών για την ακρίβεια, έχω ζήσει από κοντά τον κλάδο, τις ευκολίες του, τις δυσκολίες του, τις στιγμές ευτυχίας που μπορεί να σου χαρίσει, τις αμήχανες στιγμές, τη ζάλη, την ευθύνη, το θυμό, τον εκνευρισμό, τη χαρά της γνώσης, όλα αυτά που μάλλον σου ακούγονται σαν βγαλμένα από ελληνική ταινία, αγαπητέ αναγνώστη.

Τη δεκαετία του ’90 που λες, όταν το κύριο ζήτημα στην πλειοψηφία των ελληνικών νοικοκυριών ήταν το πώς θα βγάλουμε λεφτά, στο δικό μου το σπίτι καθόμασταν στο τραπέζι με τον αδερφό μου για να φάμε και ακούγαμε να μιλάνε για τις τάξεις τους, την πορεία της ύλης, για εκείνο το πολύ καλό παιδί που είναι ορφανό και μάζευαν κρυφά λεφτά για να μπορέσει να πάει εκδρομή μαζί με τα άλλα τα παιδιά, για το Σίμο, τον αδερφό της Σοφίας, που είναι ο πιο έξυπνος μαθητής που είχε ποτέ ο πατέρας μου- πήγαινα κι εγώ στο σπίτι της Σοφίας για να παίξουμε και κοιτούσα τον αδερφό της με θαυμασμό και δέος, πωπω ο Σίμος είναι πολύ έξυπνος, σκεφτόμουν- για εκείνη την άριστη μαθήτρια που έγραψε ολόκληρο διαγώνισμα αρχαίων χωρίς μισό λάθος, έλα Ελένη να σου δώσω να διαβάσεις μια έκθεσή της, το κορίτσι είναι διαμάντι, για τους βαθμούς που έπρεπε να παραδώσουν και η μαμά μου έχανε τον ύπνο της για ένα εικοσαήμερο- πώς θα γίνει να μην αδικήσω κανέναν, να επιβραβεύσω τους καλύτερους, να δώσω ώθηση στους μέτριους, να δημιουργήσω κίνητρο για τους αδύναμους, κανένας δεν πρέπει να αδικηθεί– για την κούραση του μυαλού τους κάθε μεσημέρι που γυρνούσαν σπίτι, χρειάζονταν οπωσδήποτε μία ώρα ξεκούρασης για να συνεχίσουν τη μέρα τους, καμιά φορά μου φαινόντουσαν σαν ζόμπι, λιγάκι χαζοί, σαν να μην είχαν και πολλά κουράγια- μα, γέροι είναι και πρέπει να ξαπλώσουν μεσημεριάτικα;

Καμιά φορά θύμωνα μαζί τους. Ασχολείστε με εκατό άγνωστα παιδιά και δεν ασχολείστε με τα δικά σας, τους φώναζα! Η πιο συχνή φράση που άκουγες μέσα στο σπίτι μου είναι «το κεφάλι μου βουίζει, κάντε λίγη ησυχία σας παρακαλώ». Αμάν ρε μαμά, τέσσερις ώρες τη μέρα δουλεύεις και κουράζεσαι, είσαι υπερβολική. Ο κοινωνικός αυτοματισμός από το ίδιο σου το σπλάχνο! Άσε που μου την έδινε άσχημα που όλοι ήξεραν τι άρωμα φοράει η μαμά μου, τι αυτοκίνητο οδηγάει ο μπαμπάς μου, αν πηγαίνει στη μαμά μου το κόκκινο κραγιόν, πώς είναι ο πατέρας μου όταν νευριάζει, ένιωθα ότι όλοι μπαίνουν μέσα στο σπίτι μου απρόσκλητοι, εγώ δεν ήξερα τίποτα για τις οικογένειες των άλλων, κι αυτοί ήξεραν τα πάντα για μας. Αλλά είχα δεν είχα, το κόλλησα το μικρόβιο. Για δέκα χρόνια το αγαπημένο μου παιχνίδι ήταν το σχολείο, οι φίλες μου με έλεγαν ξενέρωτη, κανένας δεν ήθελε ποτέ να παίξουμε σχολείο, αλλά δεν με ένοιαζε, γιατί εγώ όταν μεγάλωνα θα γινόμουν δασκάλα, ονειρευόμουν να μπω σε μια τάξη και να διδάξω αρχαία, μην κοιτάς που μετά ερωτεύτηκα τον Νίκο Κούρκουλο στις ταινίες που έπαιζε τον Εισαγγελέα, την ψώνισα για τα καλά και τράβηξα για αλλού, για μένα ακόμα και σήμερα η δουλειά του δασκάλου δεν είναι δουλειά, είναι λειτούργημα.

Να σε ξαναπάω πάλι στο παρελθόν, αγαπητέ αναγνώστη. Οι γονείς μου που λες, δεν είχαν ποτέ το νου τους στο να βγάλουν λεφτά. Γι’ αυτό και δεν έβγαλαν, άλλωστε. Ήταν πάντα κάπως εκτός εποχής. Αν ζητούσα λεφτά από τον πατέρα μου για να ψωνίσω ρούχα και παπούτσια, η κουβέντα ξεκινούσε από το γνωστό «δεν έχουμε λεφτά» για να καταλήξει σε μια μίνι ανάλυση του Κεφαλαίου του Μαρξ- ανάθεμα την ΚΝΕ- και στο ότι τα υλικά πράγματα δεν σε κάνουν ευτυχισμένο και δεν έχουν καμία αξία. Αηδίες. Πώς θα πάω εγώ διακοπές αν δεν έχω τουλάχιστον πέντε μαγιώ να αλλάζω; Μόλις τελείωσα το σχολείο έπιασα δουλειά και έβγαλα όλο μου το άχτι. Γέμισα τις ντουλάπες μου με ρούχα και παπούτσια, καλλυντικά και διακοσμητικά, έτσι που μου έρχεται τώρα να τους βάλω φωτιά και να τα κάψω. Οι «αηδίες» του πατέρα μου πήραν σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια μου. Αν πάλι ζητούσα λεφτά από τον πατέρα μου για να μάθω την πέμπτη ξένη γλώσσα που μου καρφώθηκε στο μυαλό, για να αγοράσω κάτι βιβλία που είχα δει στο βιβλιοπωλείο, για να πάω στο θέατρο, για να κάνω ένα μεταπτυχιακό, τα χρήματα βρίσκονταν την άλλη μέρα πάνω στο γραφείο μου. Έτσι ήξεραν, βλέπεις, φίλε αναγνώστη. Έτσι πίστευαν. Γι’ αυτό έγιναν δάσκαλοι. Γιατί γι’ αυτούς στόχος ζωής ήταν να μπορέσουν να περάσουν στους μαθητές τους και στα ίδια τους τα παιδιά την αξία της μόρφωσης, να μας δώσουν να καταλάβουμε ότι ένα μυαλό με παιδεία δύσκολα θα νιώσει δυστυχία- η μόρφωση είναι στολίδι στην ευτυχία και καταφύγιο στη δυστυχία έχει πει ο Αριστοτέλης- από τη μαμά μου έμαθα ότι με ένα βιβλίο δεν είσαι ποτέ μόνος, γίνομαι γραφική θα μου πεις, γραφική ήμουν πάντα κι εύχομαι να παραμείνω, φίλε αναγνώστη.

Καμιά φορά τους κάνω πλάκα που λες, όλοι τους λέω έχουν μια προίκα να δώσουν στα παιδιά τους, πώς θα παντρευτώ χωρίς τίποτα στην άκρη ρε άνθρωποι; Κι εκείνοι νομίζουν ότι το εννοώ, μου απαντούν με σοβαρότητα. Η προίκα σου είναι αυτά που έχεις στο κεφάλι σου, κι αυτά δεν αγοράζονται, δεν πουλιούνται, δεν μπορεί να στα κλέψει κανείς, δεν αποτιμώνται σε νόμισμα, και όποιος σε αγαπήσει θα σε αγαπήσει γι’ αυτά και όχι επειδή έχεις ή δεν έχεις σπίτι στο όνομά σου. Αυτά μου λένε και τους θαυμάζω ακόμα πιο πολύ. Και περιέργως τα ίδια έλεγε και ο παππούς μου στη μαμά μου όταν ήταν φοιτήτρια, μη νομίζεις, ο παππούς μου, ο Χρηστάκης με το όνομα, ούτε το δημοτικό δεν είχε βγάλει, αλλά κάθε φορά που γύριζε από το σχολείο με τους βαθμούς της μαμάς μου φούσκωνε σαν παγώνι από περηφάνια για την κόρη του!

Ε, μ’ αυτά τα μυαλά τι περίμενες; Γνώρισε η μαμά μου τον μπαμπά μου, ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν, το ένα μηδέν εις το πηλίκον γνώρισε το άλλο μηδέν εις το πηλίκον, τον πρώτο καιρό έμεναν σε μια γκαρσονιέρα γεμάτη κατσαρίδες, είχε κι ένα παπάκι ο πατέρας μου, πήγαιναν διακοπές το καλοκαίρι και μοιράζονταν μια μακαρονάδα στα δύο, φορούσε η μαμά μου το παλτό της αδερφής της γιατί δεν είχε δικό της, μετά νοίκιασαν διαμέρισμα, δεκαπέντε χρόνια ήμασταν στο νοίκι, και κάποτε αγόρασαν διαμέρισμα, με ένα τεράστιο στεγαστικό δάνειο και δανεικά από παντού. Είχαμε και τη λάντιλακ- Γκόρμπι το έλεγε το αυτοκίνητο ο μπαμπάς μου, ένεκα της προέλευσής του και της Περεστρόικα, δεν τους πήγαινε τους σταλινικούς, του την έσπασε το ΚΚΕ. Εκεί έμαθα να οδηγάω κι εγώ. Lada στον Περισσό οδηγούσε η μαμά μου, εγώ και οι παππούδες! Τα κατάφεραν οι δικοί μου όμως. Και δεν μας δεν έλειψε τίποτα. Δηλαδή είχαμε πολλά παραπάνω από όσα χρειαζόμασταν, για να λέμε και του στραβού το δίκιο. Μόλις ξεχρέωσαν το στεγαστικό δάνειο, μας έβαλε ο Γιωργάκης στο μνημόνιο και άρχισε η κατρακύλα. Στάθηκαν τυχεροί. Είχαν τελειώσει τα δούναι και λαβείν με την τράπεζα εγκαίρως.

Ναι, έχω κόλλημα με τους γονείς μου. Γιατί τους είδα όλα αυτά τα χρόνια να δίνουν τα πάντα για τα δικά τους και για τα ξένα παιδιά, να αγαπάνε αυτό που κάνουν. Και δεν αντέχω ν’ ακούω ότι οι καθηγητές κάθονται, ότι δεν δουλεύουν, ότι είναι η πληγή του δημοσίου τομέα και λοιπές μπούρδες. Κάποτε μάλιστα σε μια συζήτηση άκουσα και το εξής κουλό: ε σιγά μωρέ, και που απεργούν οι καθηγητές τι έγινε; Το μισθό τους δεν τον χάνουν! Μου πήρε μία ώρα για να εξηγήσω στον αδαή συνομιλητή μου ότι αυτό που λέει δεν στέκει, ότι σαφώς και χάνουν το μεροκάματο, αλλιώς ρε εξυπνάκια τι νόημα έχει η απεργία;

Οι μεγαλύτεροι μαθητές της μαμάς μου είναι τώρα περίπου σαράντα πέντε χρόνων. Πόση εντύπωση μου κάνει πάντα, όταν περπατάμε στο δρόμο και την πλησιάζουν άνθρωποι με δικές τους πια οικογένειες, κυρία Φανού τι κάνετε, σας θυμάμαι πάντα με συγκίνηση, και η μαμά μου συγκινείται πολύ, μην κοιτάς που δεν το δείχνει, αλλά αυτή είναι ίσως η πρώτη και η τελευταία αναγνώριση που θα πάρει ποτέ, έχοντας περάσει όλη της τη ζωή μέσα σε σχολικές αίθουσες, και πάμε πάλι παιδιά το ειμί, ποιος θα το κλίνει; Άσε που τον πατέρα μου στο δρόμο τον αποκαλούν δάσκαλο. Δάσκαλε, τι κάνεις; Ανατριχιαστικό δεν είναι;

Δάσκαλος.

Τα τελευταία χρόνια βέβαια η κατάσταση στα σχολεία είναι δραματική. Η παιδεία αλώθηκε, με όλη τη σημασία της λέξης. Ο καθηγητής μπαίνει στην τάξη να διδάξει και οι μαθητές ούτε που τον κοιτάνε. «Ρε παιδιά, να κάνουμε το μάθημά μας;» «Στο φροντιστήριο είμαστε πολύ παρακάτω κύριε, δεν μας απασχολεί το σχολείο σας, ερχόμαστε μόνο για τις απουσίες», απαντούν με στόμφο και ξαναγυρνούν την πλάτη. Και πάλι, απέναντι σε αυτά τα παιδιά, οι καθηγητές βάζουν πλάτη. «Δεν ξέρω τι θα ψηφίσω από βδομάδα στην ΕΛΜΕ, δεν είμαι υπέρ του να χάσουν τα παιδιά τις Πανελλαδικές, όλη η κοινωνία θα στραφεί εναντίον μας, σκέψου να μας επιστρατεύσουν για να διορθώσουμε τα γραπτά των Πανελληνίων τι έχει να γίνει. Κανένας δεν θα πιστεύει ότι τα διορθώσαμε αντικειμενικά και ότι δεν καταβαραθρώσαμε τα παιδιά επίτηδες, λες και το έχουμε κάνει ποτέ», ο πατέρας μου. «Αν απεργήσω δεν θα το κάνω για μένα, αλλά για τους νέους συναδέλφους, που μπήκαν με όρεξη στην εκπαίδευση και δεν τους επιτρέπουν να δώσουν στα παιδιά την αγάπη τους και να διδάξουν», η μητέρα μου.

Χμ. Θα τους ήθελα πιο μαχητικούς. Αλλά πάνω από όλα τα παιδιά.

Αυτοί είναι οι δάσκαλοι των παιδιών σου, φίλε αναγνώστη. Αυτοί είναι που αποφάσισαν να κάνουν απεργία εν μέσω Πανελλαδικών, αυτοί είναι που «κρατάνε όμηρους τους μαθητές», που δεν υπολογίζουν το μέλλον των παιδιών σου, οι ίδιοι που πέρασαν όλη τους τη ζωή για να τα μάθουν γράμματα, που τα αγάπησαν σαν δικά τους, που τα προστάτεψαν από το κράτος και καμιά φορά και από σένα τον ίδιο, που δουλεύουν χωρίς θέρμανση το χειμώνα και χωρίς κλιματισμό το καλοκαίρι, που πληρώνονται σχεδόν τα μισά από ό,τι στο παρελθόν αλλά δεν τους νοιάζει, γιατί έχουν το μικρόβιο του μάθε παιδί μου γράμματα με όποιο κόστος, αυτοί είναι που αν αποφασίσουν να κάνουν απεργία πρέπει να κατέβεις μαζί τους στο δρόμο.

Αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα.

Οι πρώτοι που το υπερασπίζονται χρόνια τώρα, είναι οι ίδιοι του οι δάσκαλοι.