sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: παιδιά

συλλ-αλητήριοι, οι

ο επαναστάτης

περπάτησε περήφανα μέχρι την πλατεία

φώναξε δυο συνθήματα

κι αφού έριξε άτσαλα στεφάνι ακάνθινο

στο μνημείο των πεσόντων καιρού αλλοτινού

επέστρεψε στο αγαπημένο του στέκι

τριγύρισε στο διαδίκτυο

έψαξε για δικαιολογίες

κι αφού χιλιάδες βρήκε

ήπιε με καλαμάκι φαρδύ τις αμαρτίες του κόσμου

 

ύστερα

εφησυχασμένος πια

επέστρεψε στο κυριακάτικό του σπίτι

τας τύψεις του ένιψε

και κάθισε συν γυναιξί και τέκνοις στη ροτόντα

φτιαγμένη από το ξύλο το φτηνό, μη φανταστείς

ευχήθηκε στο θεό της αφοσίωσης

κι ύστερα έφαγε ψωμί με κρέας και λαχανικά

ήπιε κρασί και γέλασε με τη διαφήμιση στο ραδιόφωνο

 

στο τέλος σώπασε

βάρυνε από τις ερινύες και το κρασί

ακούστηκε από μέσα του κάπου μακριά

ένα τραγούδι ίδιο παράπονο

για τους νεκρούς τους πονεμένους τους πνιγμένους

τους που δεν φάγανε ψωμί με κρέας και λαχανικά

 

το απόγευμα χτύπησε η πόρτα

φίλος καρδιάς υπάλληλος στην εφορία

του ‘φερε νέα άσχημα

το σπίτι του λέει

δάνειο στο δάνειο για να το χτίσει, μη φανταστείς

το σπίτι το χτισμένο στο προικώο της συζύγου

αναγκασμένος να το δώσει σε εταίρους εχθρικούς ήτανε πια

γιατί αφερέγγυος στάθηκε

γιατί το χρέος του έριξε μπόι πια

κι ήτανε ώρα το δρόμο του να πάρει για χέρια αλλότρια

 

ο επαναστάτης

στάθηκε κάτω απ’ της πόρτας του την κάσα

σεισμός του φάνηκε πως ήρθε

μέτρησε της ζωής του τα συλλαλητήρια

κι ύστερα τα πλούσια γεύματα επάνω στη φτηνή ροτόντα

πήρε τηλέφωνο τον επιτόπιο βουλευτή

μα κείνος στα γεμάτα απόγνωση τηλέφωνα των πολιτών

από καιρό σταμάτησε να απαντάει λόγω εργασίας φόρτου

 

κι έτσι ο επαναστάτης έμεινε μόνος

μέσα στο σπίτι που εκείνος έχτισε μα σε άλλα χέρια θα ‘φτανε

κοίταξε τα παιδιά του ύστερα τη γυναίκα του

και φρικωδώς κατάλαβε

πως η επανάσταση από τα ραδιόφωνα δεν θα μεταδοθεί

πως η παρένθεση σε αγκύλη που τρυπάει μεταμορφώθηκε

κι ακόμα

πως η ζωή του άτσαλα

μέσα στο λάκκο τον σκαμμένο από τα ίδια του τα χέρια

την τελευταία της κραυγή οικτρά ανασαίνει

εάλω οι άνθρωποι

image

βρέχει
η πόλη κοιμάται λήθαργο αϋπνίας
τα κορίτσια χαμογελάνε πληθωρικά
φοράνε τα τζιν ζωσμένα ψηλά στη μέση
λούζουν τα μαλλιά με αλάτι και νερό
τα αγόρια πίνουν μπύρα από το σωλήνα
πρέπει να φανούν άντρες σε τούτη τη σκληρή εποχή

η βροχή έγινε ψιχάλα
τα κορίτσια γίνανε γυναίκες κακοποιημένες
τα αγόρια γίνανε λαός φτωχός
μια επανάσταση κοιμάται πάνω στη μπλούζα σου
ο ερνέστο τσε δολοφονήθηκε χτες
το κουφάρι του ξαγρυπνάει πάνω σε στάμπες

ξαναβγήκε ήλιος
οι νέοι δεν ανησυχούν
πλένονται με λήθη
σπουδάζουν την επιστήμη της ανημποριάς
η πόλη σκοτώνει τους αστέγους της
τα μοναδικά γνήσια παιδιά της

τα μαγαζιά εκκωφαντικά γεμάτα
χτες τη νύχτα σκοτώσανε τον τσε
μα η νύχτα δεν ανησυχεί
πουλάει έρωτα νοθεία στη φοιτητιώσα φτωχολογιά
ανήλικες πουτάνες από τη μέση ανατολή
διαρρηγνύουν τα ιμάτια της πληρωμένης αγάπης
ενήλικοι σωτήρες ντυθήκαν τη στολή της δημοκρατίας εν παραλλαγή

βγάλε αυτήν την μπλούζα πια
τον σκοτώσανε σου λέω χτες αργά
και πες μου ποιοι τελικά
είναι οι παράταιροι αυτής της γης
πες μου ακόμα σε παρακαλώ
γιατί ο κόσμος ράφτηκε για διαστάσεις δήθεν αθώων με φενάκη

ο ήλιος φεύγει για την αρτζεντίνα
τελευταία έξοδος και επικήδειο φως
η πόλη έμεινε με τις λεπτές ψιχάλες
πέφτουν στις πλάτες των ενόχων
γεμίσαμε πληγές και μελανιές
γιατί φορέσαμε κοστούμια άνυδρα και ανήλιαγα
σκύψαμε τον αυχένα μπροστά στο ενδεχόμενο της επί γης κολάσεως
βρέχει κανονικά πάνω στη ράχη μας
κορμιά πνιγμένα στις παραλίες με σημαία γαλάζια

ψάχνω
ψάχνω έναν άνεμο
να μου φράξει το στόμα
ψάχνω μια φωτιά
να μου οπλίσει το χέρι
ψάχνω μια θάλασσα που δεν θα πνίγει αδέρφια και μανάδες

ψάχνω
ψάχνω έναν πόλεμο για τα παιδιά μου
που εκδίκηση θα πάρει
για όλες τις εξεγέρσεις
που δεν τολμήσαμε ποτέ

ανέσπερος, ο/η

μηρυκάζω τη ζωή μου

στέκομαι σαν όρνιο πάνω απ’ τις σκέψεις μου

αποφασίζω άγαρμπα ποια θα κατασπαράξω πρώτη

είμαι ένας ποδηλάτης χωρίς κράνος στην εθνική πατρών αθήνας

ένας ένστολος που μοίρασε το πλεόνασμά του στους πακιστανούς του πρώτου ορόφου

τριάντα χρόνια κυλήσανε ανάμεσα στα πόδια μου

τριάντα αργύρια πέσανε από την τρύπια τσέπη μου

είμαι γραμμή όλο σκαμπανεβάσματα σε καρδιογράφημα νεκρού

κι αλήθεια πλάσματα πιο εγωκεντρικά από τους ποιητές ποτέ δεν γνώρισα

 

εδώ στην επαρχία έκανα συμφωνία κυρίων με τον άνεμο

του δίνω μοναξιά

μου απαντά με βρόχινο νερό

έχω μαλλιά απαλά και δάχτυλα από κερί

αγαπάω τους ανθρώπους γιατί τρέφω μίσος αταλάντευτο για την ανθρωπότητα

κομίζω μήνυμα αντεθνικό για απάτριδες

που μόλις αντικρίσουν το νησί πέφτουν στα γόνατα λυγμώντας

 

πόσο σωστά τα κάνατε όλα άνθρωποι

όλα σωστά

οι πόλεμοι τα κομμένα κεφάλια τα τουμπανιασμένα κορμιά τα σπασμένα αγάλματα

τα νεκροταφεία οι μεγάλες και οι μικρές ιδέες οι σημαίες

πόσο λάθος έζησα

σας λυπόμουν για τη ζωή που διάγετε

ώσπου μια μέρα ένας βραχμάνος εδώ στη γειτονιά μου άνοιξε τα μάτια

μοιράζει τσικουδιά και μεταθανάτια αηδία σε τιμές ανέσπερου φωτός

εσένα λυπούνται οι εντός και οι επί τα αυτά μου είπε

τον βλαστήμησα με ορμή μα είχε δίκιο

μη φεύγετε χριστιανοί μη με φοβάστε

πιστεύω στα παραμύθια πιότερο από σας

 

έγινα δέκα χρόνων πάλι

κρατώ στα χέρια έναν πίνακα με στοιχεία χημικά δεόντως μεταχειρισμένο

και δασκαλεύω δήθεν αόρατους μαθητές που μ’ αγαπούν πολύ

θα αγαπάω για πάντα λίγο παραπάνω τις αλκαλικές γαίες

θα τρέμω πάντα την αντίδραση με τα αέρια που ονομάσατε ευγενή

πόσο άδικη η δασκάλα πόσο λάθος οι διδαχές

 

θα ψάχνω πάντα το αντώνυμο του αντίξοος

και θα ‘χω πάντα για οδηγό μου μία και μόνη σιγουριά

το μόνο σίγουρο είναι πως γεννηθήκαμε

ο μόνος ήχος που ακούστηκε ποτέ στη γη είναι της μάνας η κραυγή που μας γέννησε

ο μόνος φόνος που έλαβε ποτέ του χώρα ο πνιγμός του βρέφους από τη θλίψη της επιλοχίας

 

απομακρύνετε όλους τους ενήλικες

φέρτε κοντά μου μόνο τα μικρά παιδιά

ακολουθούν σκηνές αλήστου τρυφερότητας

 

θέλω όλα σε μιαν ανάσα να προλάβω να τα πω

κι ύστερα ίσως βρω ανάσα πάλι

ύστερα ίσως βρω παλμό

ύστερα ίσως βρω και ειρμό ακόμα ακόμα

ύστερα ίσως σπάσω το συμβόλαιο με τον άνεμο

 

κάποτε -σύντομα- την ώρα που θα με θάβετε θα μελαγχολώ βαθιά

ζήτησα βλέπετε να γίνω στάχτη

ανύπαρκτη

ανέστια

αναπόσπαστη

 

θα γελώ πάντα στις κηδείες

θα καγχάζω πάντα στις πολιτικές ταφές

θα εισβάλλω πάντα στις γιορτές με το αριστερό

θα σέρνω πάντα το χορό του αποχαιρετισμού

θα αποζητάω πάντα να καταλαβαίνουν τα γραπτά μου οι ανήμποροι

θα ψάχνω πάντα το αντίθετο του αντίξοος

θα είμαι πάντα λάθος

πάντα λάθος

και πάντα οι άνθρωποι θα με αγαπάνε για τα λάθη μου

 

έχω επιθυμήσει ένα άγγιγμα χεριού

όχι δεν ζήτησα να με αγκαλιάσεις

μόνον μια χειραψία ανώνυμη δίχως να συστηθείς σου ζήτησα

ίσα να σπάσουν ο τρόμος και ο πάγος του αίματος

το αίμα μου πέτρωσε

οι φλέβες μου έσπασαν

χρειάζομαι επειγόντως έναν δότη δοντιών

μου πέσανε όλα χτες τη νύχτα σ’ ένα όνειρο γεμάτο νεκρούς

 

μην ανησυχείς μάνα

είμαι απόλυτα υγιής

μην κουράζεσαι πατέρα

γεννήθηκα ρυτιδιασμένη από τα μέσα μου

 

κουβαλάω σκηνές από τα φιλμ όλης της υφηλίου

δεν είμαι άνθρωπος πια

μια μηχανή του χρόνου και του πόνου είμαι

ένας αριστερός καθρέφτης στο αυτοκίνητό σας

είμαι εκεί για να σπάσω

εφτά χρόνια καλοτυχία μόλις εξαφανιστώ από τις ζωές σας

είμαι εκεί για να μην δείτε τον ποδηλάτη

κάταγμα στο ισχίο και πολλαπλές κακώσεις σε όλα τα πεντάλ

δεν είμαι άνθρωπος γιατί κοιτάζω πάντα προς τα βάθη

κοιτάζω πάντα προς τα κάτω

κοιτάζω πάντα προς τα μέσα

κάθε πρωί χαιρετάω τον πυρήνα της γης

κάθε νύχτα τραγουδάω μαζί με τον γκιόνη το τραγούδι για τον νεκρό του αδελφό

όχι όχι δεν τον σκότωσε ο γκιόνης· για τις ανάγκες του σεναρίου ειπώθηκε αυτό

τον σκότωσε το άγχος της ζωής στην πόλη

 

θέλω να γίνω θρόισμα

θέλω να γίνω ίλιγγος

θέλω να μην ε ί μ α ι

 

δυο αρνήσεις μια κατάφαση, το γνωρίζω

πολλές αρνήσεις όμως τι μας δίνουν

πού μας οδηγεί η άρνηση

γιατί με δυσκολεύει η ατελής διαίρεση

πόσο εύκολα πολλαπλασιάζω ψάρια και ψωμιά

γιατί δεν αντέχω να σπάσω σε χίλιες στάχτες

κι έτσι κανείς ποτέ να μην με ξαναδεί

ούτε σε πόλη ούτε σε επαρχία

διαίρεση

διαίρεση

διαίρεση και βασιλεία των ουρανών

κύριε ιησού χριστέ ο θεός υμών

λαμά σαβαχθανί χριστέ;

χρίσμα

χρίσμα

άχρηστη

ένα υπόλοιπο σε μια διαίρεση που δεν χωράει στην τσέπη

γιατί κρεμάστηκες ιούδα

γιατί σταυρώθηκες χριστέ

γιατί

γιατί

μου λείπουν τα επειδή

και απ’ όσο ξέρω για τούτο θεραπεία δεν υπάρχει

 

ξέρεις ποιητή κοιτώ κι εγώ συχνά πυκνά μες στο φλιτζάνι του καφέ

φτάνω το σούρουπο ως κάτω κι ύστερα ως πάνω στη φεγγάρινη λάμα

έχω μόνιμα στα χέρια έναν ίλιγγο

κι ας μην το λέω σε κανέναν

κι ας μην μου δώσουνε ποτέ βραβείο λένιν

 

μέσα στο στομάχι μου μια κάμπια γεννημένη νεκρή

που δεν έμελλε ποτέ της να γίνει πεταλούδα

μέσα στα μαλλιά μου αράχνες εξόριστες

που δεν μάθανε ορθώς την τέχνη ύφανσης ιστού

 

άκου με άνεμε

σπάω τη συμφωνία

από τούδε θα σου δίνω εγώ τη βροχή

και σαν αντάλλαγμα θα σε αλαφραίνω από τη μοναξιά σου

τετραγωνική ρίζα της μοναξιάς υψωμένη στον κύβο

δεν θα λύσω άλλο τις εξισώσεις σας

οι άγνωστοι με περικύκλωσαν

ο κύκλος έπεισε τις αγκυλωτές γωνίες του να στρογγυλέψουν

και τώρα τελευταία σαν να είδα τα ποτάμια να κινούν για το βουνό

 

φτάνει

φτάνει

φτάνει πια

 

αλήθεια δεν εγνώρισα ποτέ μου πλάσματα πιο εγωκεντρικά από τους ποιητές

θα είμαι πάντα μια τριγενής και δικατάληκτη παραφωνία

θα είμαι πάντα ένας δίφθογγος για τον καημό

θα είμαι πάντα ένα παρανάλωμα θλίψης καταμεσής του αυγούστου

θα είμαι πάντα μισή ουγγιά χαράς σε μέρες λιτού και ανέντιμου βίου

 

και τέλος

θα ψάχνω πάντα με επίταση του αντίξοου το αντίθετο

κι ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει

»Όταν έχω να κρίνω ανάμεσα σ’ ένα παιδί 15 χρόνων, που πετάει μολότωφ, κι έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό, που κρατάει πιστόλι, εγώ είμαι με το μέρος του παιδιού και όχι του αστυνομικού. Εκτιμώ βαθύτατα ένα παιδί που εξεγείρεται και βγαίνει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί, έστω κι αν υπερβάλλει, έστω και αν κρατάει μολότωφ. Και δεν εκτιμώ καθόλου έναν αστυνομικό που το πυροβολεί. Ό,τι και αν έχει γίνει, όπως και αν έχουν τα πράγματα, θεωρώ τραγικό λάθος την αθώωση του αστυνομικού. Και πολύ κακό μήνυμα, που στέλνουμε στα νέα αυτά παιδιά, το υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας μας, που δεν έχει ακόμη διαφθαρεί, όπως εμείς. »

[Ο Μάνος Χατζιδάκις εν έτει 1990 μιλά για τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Μιχάλη Καλτεζά από τον αστυνομικό Αθανάσιο Μελίστα. Εντωμεταξύ, εν έτει 2014 και κατά τη διάρκεια των απολογιών ενώπιον των ανακριτών των νεοναζί βουλευτών και μελών της εγκληματικής οργάνωσης που ευθύνεται για το θάνατο αθώων και για τα πογκρόμ κατά πολλών περισσότερων κάποιοι άνθρωποι συγκεντρώνονται έξω από το Εφετείο εν είδει διαμαρτυρίας για την προφυλάκιση των φασιστών.]

10470928_677407822329035_4363966819359641633_n

// τα παιδιά κάτω στον κάμπο δεν μιλάν με τον καιρό // ο δρόμος κλεισμένος πάλι από κλούβες // μόνο πέφτουν στα ποτάμια για να πιάσουν το σταυρό // χρυσοί σταυροί κρέμονται από τους λαιμούς // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγούν έναν τρελό // μπροστά μου ένα ανθρωπάκι // τον επνίγουν με τα χέρια και τον καίνε στο γυαλό // δολοφόνοι με ύφος αδικημένου πολίτη //

 // έλα κόρη της σελήνης κόρη του αυγερινού // εικοσάχρονα κορίτσια με μπλούζες πίτμπουλ // να χαρίσεις στα παιδιά μας λίγα χάδια του ουρανού // ο ουρανός προσπαθεί να κρυφτεί από τα σκοτάδια της λουκάρεως // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγάνε τους αστούς // αντί να τους κυνηγάμε εμείς μας σφάζουν αυτοί // πετσοκόβουν τα κεφάλια από εχθρούς και από πιστούς // υπολογίζω τα κρυμμένα μαχαίρια στις τσέπες //


// τα παιδιά κάτω στον κάμπο κόβουν δεντρολιβανιές //
μυρίζει θάνατο η πόλη των περιπολικών // και στολίζουν τα πηγάδια για να πέσουν μέσα οι νιες // περνάω ανάμεσά τους δεν σας φοβάμαι ρε // τα παιδιά μες τα χωράφια κοροϊδεύουν τον παπά // σας κοιτάζω όλους κατάματα // του φοράνε όλα τα άμφια και τον παν στην αγορά // μάτια άδεια τσιγάρα που δεν καίνε μυαλά που μυρίζουν στάχτη

// έλα κόρη της σελήνης έλα και άναψε φωτιά // πού πήγαν οι φλεγόμενες καρδιές μας // κοίτα τόσα παλληκάρια που κοιμούνται στη νυχτιά // ο παύλος και ο σεχτζάτ είναι αδέρφια μου // τα παιδιά δεν έχουν μνήμη τους προγόνους τους πουλούν // πατρίδα μου σε μισώ // και ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει γιατί ευθύς μελαγχολούν // ούτε φόβος ούτε θλίψη μόνο μίσος //

φωτογραφία: νιώσε

δέκα καθέτως

182390_4400739891533_1862133994_n

άκουσε // δεν βιαζόμαστε να φύγουμε βαρκάρη // ευχόμαστε να κρατούσε για πάντα αυτό το δεκαήμερο βλέπεις // μόνο που αν κρατούσε παραπάνω για κάτι άλλο θα νιώθαμε δίψα κατόπιν // θηρία ανήμερα // ανικανοποίητα // υπό διαρκή ταλάντωση // το γραπτό μας μηδενίζεται στη φυσική

φώναξε η ζωή σου χάνεται πάει // ανάθεμά τες για πορείες // το αιώνιο τίποτα της απογοήτευσης // όλο την αλλαγή να κυνηγάμε κι όλο αυτή να μην μας κάθεται // σαν κάτι γυναίκες που τις κυνηγούν διαρκώς οι άντρες κι ας ξέρουν πως ποτέ δεν θα γίνουν δικές τους // τους αρκεί θαρρείς η θήρευση // να πάρω μαζί μου κι έναν καβάφη τώρα που το ‘φερε η κουβέντα // τα άπαντα θα πάρω // είναι ανακουφιστικός

αγέρα να ‘σαι τιμωρός να ‘σαι και παιχνιδιάρης // σε τούτα τα νησιά φυσάει πάντα // τα κορίτσια δεν φτιάχνουν τα μαλλιά τους // γνωρίζουν το ανώφελο // όλοι πουλάνε εσάρπες κι όλοι αγοράζουν κάτι να ρίξουν απάνω τους // ο αέρας καταντάει ενοχλητικός // φλερτάρει με τη θάλασσα κι εκείνη του θυμώνει // άσε με ήσυχη πια // του φωνάζει με παράπονο στη φωνή // μου διώχνεις τον κόσμο κι εγώ στέκομαι εδώ μόνη και περιμένω τους ανθρώπους μου τόσους μήνες // έχεις σκεφτεί ποτέ ότι η θάλασσα μπορεί να σε λαχταράει πιο πολύ από ό,τι την επιθυμείς εσύ; // της λείπουμε

οι τελευταίες μέρες του αυγούστου με βρήκαν ξαπλωμένο σε αγκάθια // πόσα τραγούδια γράφτηκαν για το μήνα με το ομορφότερο φεγγάρι // συνήθως το έβλεπα από το μπαλκόνι ή από την αετόσταση // φέτος θα ερωτευτώ // πλάκα μας κάνεις // πάνε χρόνια από τότε που ερωτεύτηκες αληθινά // φτάνω τα τριάντα και καταλαβαίνω το αυτονόητο // δεν είμαι ρομαντική // ποτέ δεν ήμουν // τι θα διάλεγες ανάμεσα στον ήλιο και το φεγγάρι

μια λέξη μου λείπει μόνο // το δέκα καθέτως // πέντε γράμματα // το ένα νεκρό // να συναντήσεις τους νεκρούς σου και φέτος // να τα πείτε // πώς περνούν // σε σκέφτονται // άραγε να κλαίνε οι πεθαμένοι // μια λέξη σου λέω και λύθηκε το σταυρόλεξο // το καλοκαίρι είναι σταυρόλεξο // ούτε θάλασσα // ούτε ούζο // ούτε ήλιος // ούτε καρπούζι // ούτε αγάπη // ούτε νησιά // ούτε βουνά // μόνο λέξεις που σταυρώνουν η μία την άλλη // χάνομαι στα ασπρόμαυρα κουτιά // μπαμπά βοήθησέ με

αν δεν χωράς πουθενά // έκλεισα εισιτήριο // αν δε χωράς μέσα σε μια άθλια πατρίδα // πουτάνα ολκής // το καράβι λέει δεν έχει κενές θέσεις // μη σε νοιάζει // θα ταξιδέψουμε με το πειρατικό του κάπταιν τζιμ // εκεί βρίσκεις πάντα θέση // φτάνει να ξέρεις να παραπατάς // πού θα πάει θα ξεκολλήσει // ναι πήρα και καββαδία μαζί μου // μην ανησυχείς // τόσα χρόνια που ταξιδεύει ο άντρας σου στους ωκεανούς σου τηλεφωνεί και σου διαβάζει καββαδία από την άλλη άκρη της γης κι εσύ κλαις // τόσα χρόνια από ευτυχία // να κλαις από ευτυχία τι ευτυχία ρε συ

κόκκινα σύννεφα στον ουρανό κι εσύ γελάς // θα έρθω να σε πάρω από το λιμάνι και φύγαμε κατευθείαν για την πλατεία // δύο καφέδες τέσσερα πακέτα τσιγάρα και ιστορίες από τότε που ήμασταν παιδιά // μου έλειψες // να πάμε με το αμάξι και στον άη-σπυρίδωνα // και να ακούμε έξω φωνή τις ιστορίες με τα μπλε λεωφορεία και να ουρλιάζουμε μόνοι // εκκωφαντικές οι σιωπές που έχουμε ζήσει παρέα

δώδεκα μέτρα από την πόρτα σας // κατεβαίνω με το κορσάκι την ηρακλείου // λιγοστός φωτισμός // κανένας πεζός // στα καταστήματα η λέξη εκπτώσεις γραμμένη με κάθε πιθανή γραμματοσειρά // με όλα τα χρώματα // γραμμένη ίσια // γραμμένη ανάποδα // προλάβετε τις προσφορές // είναι θλιβερή λέξη η έκπτωση // στρίβω αριστερά στο φανάρι // στα δεξιά μου η εφορία // στα αριστερά μου ο αγοράζω χρυσό // ο παράνομος κλέφτης και ο νόμιμος μαυραγορίτης ένθεν και ένθεν του δρόμου // να πάτε να γαμηθείτε // φωνάζω // αφού η μαμά σας το θέλει // να φάμε απ’ το ίδιο καρβέλι // με τη γενιά του ε.α.μ.

καλύτερα να μ’ έλεγαν μαρία και να ‘μουν ράφτρα μες την κοκκινιά // όχι όχι προτιμώ το δικό μου // έκανες την επιλογή σου // τώρα κάνω κι εγώ τη δική μου // καμιά επιστροφή // αναστεναγμός // γαμημένη νοσταλγία // μου πήρες τα καλύτερα βράδια // πώς το ‘φεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις έναν ποιητή // μέσα σε φάκελο έβαλα προσεκτικά την ψυττάλειά μου // το καλή αντάμωση στα γουναράδικα έγινε καλή αντάμωση στα ξερονήσια // ένας φαύλος κύκλος είμαστε // ποιος θα τον σπάσει // θα ζω άραγε για να το δω

φεύγουμε // και μαζί // και ο καθένας μόνος // ναι φεύγουμε τώρα // μόνο να τελειώσω το γρίφο μου // μια μόνο λέξη μου λείπει σου λέω // το δέκα καθέτως // πέντε γράμματα // ένα νεκρό // δεν έχω ιδέα ποια λέξη είναι // ξέρεις τώρα που το ξανασκέφτομαι // μπορεί να μην είναι λέξη // μπορεί να είναι άρωμα ή τραγούδι ή φιλί

 

δέκα καθέτως πέντε γράμματα το ένα νεκρό

καλή αντάμωση