sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: παραλία

ένα φιλί │ χαίρω πολύ │ μιας χειραψίας πρώτης

ρωτάς χωρίς να με κοιτάς
κοιτώ το βλέμμα σου
τρέχει στο μέλλον με κομμένη την ανάσα
κινούμαι σαν μηχανοκίνητο καΐκι
κάποιος θαρρείς πως μου ‘σβησε από μέσα τη φωτιά
μα μέσα μου ρέει άμμος κινούμενη
οι παραλίες μου βλέπεις
οι παραλίες μου πήραν από καιρό φωτιά
ζω από τότε δια της βίας ελέω πυρκαγιάς

φεύγοντας κοίταξα στα σκοτεινά πάλι το ίδιο βλέμμα
ίσως αν με κοιτούσες να ‘βλεπες
πως η φωτιά έχει πια φτάσει στο νερό
κι έτσι κινδυνεύει πια η κεντρική της καρδιάς αντλία να καεί
όμως να
πώς να στο πω
δεν θέλω να χωράνε όλα μέσα σε λέξεις και χροιές

το παραδέχομαι πως εκ του πονηρού
επιχειρώ τις διαστάσεις της καταστροφής
ελαττωμένες να παρουσιάσω
γιατί οι φωτιές δεν γράφονται σε στίχους
γιατί οι ζωές δεν χτίζονται με φθόγγους
γιατί αγάπησα τούτη την εντός μου ολοσχερή καταστροφή
όσο τον ίδιο μου τον εαυτό

οδήγησα στην πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη
στάθηκα στο φανάρι σε στάση προσοχής
κι αν θες πιστεύεις
πως δεν άκουγα πια του κύματος τον παφλασμό
μόνο αφουγκράστηκα με προσοχή
τις τελευταίες άκαυτες εστίες
να παραδίδονται αμαχητί στης φωνής σου τη φωτιά
στο φάρυγγά μου δεν κυλούσε πια λυκίσκος
μόνο ένα φιλί │ χαίρω πολύ │ μιας χειραψίας πρώτης
νόμιζα πως κάνω τους άλλους να κλαίνε
γιατί δεν άφησα κανέναν να ακούσει τον δικό μου τον λυγμό

νίκησες τη θάλασσα
νίκησες τη δίνη
νίκησες τους δανεικούς λυγμούς

χάνω τη μοναξιά μου μέρα τη μέρα
για να κερδίσω πλάι σου τη φλογισμένη ελευθερία

εδώ που στέκομαι
μπορώ να αφήσω άφοβα το βλέμμα μου στο μέλλον να καλπάσει
στα κρεβάτια του πρώτου έρωτα
στην πετσέτα του πρώτου αλατιού
στη δίνη του τελευταίου φιλιού
στο χαμόγελο του πρώτου αποχωρισμού
και σε κείνο το πλέξιμο των χεριών μέχρι τον πόνο
μέχρι τα κόκκαλα να ενωθούν εις χείρα μία

συγχώρεσέ με θάλασσα
μα δέθηκα σε δέντρο της στεριάς που θάλλει αεί
να
πάρε την κινούμενη άμμο μου
δώρο προσχήματος και νίκη πάνω στην τύψη της συνήθειας της μοναξιάς
απόψε εγώ θα κοιμηθώ κάτω από δέντρο στεριανό
γιατί ο παφλασμός εντός μου βρήκε απάγγειο δικό του
γιατί ο λυγμός μου σίγασε λόγω απρόσμενης χαράς
γιατί ο μάντης έρωτας κατάκαψε τα πάντα
γιατί απόψε πάνω μου φύτρωσε ζωή

πού ξεχειμωνιάζουν οι γλάροι;

«κυρίες και κύριοι, είναι πλέον φανερό πως οδεύουμε προς την πλήρη και αληθή παράνοια»
οι αθεράπευτοι ιατροί

είσαι ο θόρυβος της εξάτμισης
το μηχανάκι έχει φτάσει στην οδό πρωτοπαπαδάκη
στέκομαι στην πλατεία κυψέλης μα ακόμα σε ακούω
εκτελέσαμε τον πρωτοπαπαδάκη
για να διδαχτούμε ύστερα έναν τάχα αδιάφορο συνωστισμό

είμαι το χέρι που διπλώνεις κάτω από το κεφάλι
τις ώρες που κοιμάσαι
μουδιασμένη είμαι
είμαι ακόμα η ουρά έξω από το κοινωνικό ιατρείο

χτίσαμε ένα παλάτι αόρατο για τους πολλούς
δεν βάλαμε κλειδαριά
για να ‘χουνε κάπου οι γλάροι να ξεχειμωνιάζουν
κι ύστερα έγινα ύλη
θέλησα ένα παλάτι από τσιμέντο
μου αντιμίλησες ένα παλάτι από βλέμματα

είσαι η αγκαλιά που δεν χωρά να κλείσει ένα ποτάμι
κι ας θέλει το ποτάμι για πάντα μαζί σου να μείνει
είσαι ακόμα το ψέμα στην αλήθεια της οθόνης

ψάχνω κλειδιά και μάτια
βρίσκω ρίζες και βλέφαρα
οι ουρές στα κοινωνικά ιατρεία όλο και μακραίνουν
τα παγόνια στο παλάτι όλο και ανασαίνουν
η πολιτεία αναγνώρισε το ρεμπέτικο ως ποίηση
μα οι βαποράδες πέθαναν άνεργοι

οι κιθάρες έχουν πια έντεκα χορδές
τα βιολιά παίζουν μόνο με την άκρη του ματιού
η μάτση χατζηλαζάρου συνομιλεί με τον σεβάχ
για τον στεριανό έρωτα

ζω πια εξόριστη στη ζάτουνα
απ’ όταν αγαπήθηκα με ένα άγγιγμα στρατιωτικό
ο έρωτας είναι το ψέμα
που διαλύει την αλήθεια της αδιαφορίας

χημικό φαινόμενο ο έρωτας
φυσικό φαινόμενο ο χωρισμός

κυψέλη,
την εποχή της ανόθευτης γοητείας
της παράνοιας

μάγισσες

στάσου
να σταθούμε εδώ μια στιγμή
να κοιτάξουμε τον ήλιο με βλέφαρα κατεβασμένα από την αϋπνία
να κάνουμε ορθοπεταλιά σε κατήφορο τα όνειρα που κάναμε πριν από δεκαπέντε χρόνια
να κουβεντιάζουμε έξω από μια νάιλον σκηνή για τα χρόνια που αντρωθήκαμε μαζί
να μας τσιμπάνε οι τσούχτρες και να ξέρουμε ότι το κατούρημα είναι η μόνη λύση
-κατούρα τους δεν αξίζουν τίποτα παραπάνω-

στάσου για μια στιγμή
να σου πω ένα τραγούδι που ακούγεται τις νύχτες μέσα στις βάρκες των ψαράδων
των ψαράδων που ζούνε σαν αμφίβια μα τρέμουν τη φωτιά
να αναβοσβήνει το καλάμι μας τη νύχτα
-σημάδι πως δεν πιάσαμε απολύτως τίποτα κι απόψε-
να απαντάμε με θράσος πως εδώ ρε δεν πεθάναμε από έρωτα θα πεθάνουμε από πείνα
να ξέρουμε με βεβαιότητα εφηβική πως πάλι όλα λάθος θα τα κάνουμε
να γελάνε τα μουστάκια μας με τους διπλανούς που ζηλέψαν τις κονσέρβες μας
να ταΐζουμε τα σκυλιά της παραλίας σαρδέλα
κι εκείνα να αναρωτιούνται αν την ώρα που τρώνε ψάρι γίνονται κανίβαλοι
να θυμόμαστε κάτι διακοπές παλιές όλο ουρλιαχτό και έρωτα
κι ύστερα να μας παίρνει ο ύπνος στην ασφάλεια των αγνώστων

στάσου ακόμα μια στιγμή
να υμνήσουμε τον έρωτα που νίκησε τα στεφάνια τις κορδέλες τους ναούς και τα προικώα
-μόνο εκείνη η δοξασία μονά κουφέτα μέσα σε κάθε τούλι στέκει αήττητη εμπρός μας-
να παίξουμε παιχνίδι γνώσεων -είκοσι χρόνια σε παρακαλάω-
πρωτεύουσα της ξενοιασιάς
πολίτευμα της θάλασσας
ηγέτης του αντάρτικου
χρώμα του άδικα χυμένου αίματος
ποιος έβαλε το νικητήριο γκολ ο τσε ή ο φιντέλ

κι ύστερα στην επιστροφή κοίτα πώς μας τυφλώνουνε τα φώτα του πολιτισμού
κι ύστερα στην επιστροφή κοίτα πώς μας πληγώνουνε οι οδηγοί που αποδειχτήκανε πιο μάγκες από μας
λωρίδα εκτάκτου ανάγκης μόνο για έξυπνους
-ρατσιστική εθνική οδός κι εμείς ακόμα τους πληρώνουμε διόδια-

κι εμείς να κουβεντιάζουμε τι λάθος κάνουμε
να οργανώσουμε την τάξη μας μου είπες
την ώρα που τινάζαμε το αλάτι απ’ τα μαλλιά μας
αφήσαμε το ιώδιο να δράσει λίγο ακόμα
-σε τούτο τον περίπατο δίχως κρυφές πληγές να φτάσουμε θελήσαμε-

κι όταν αργά τη νύχτα φτάσαμε πίσω στην πόλη των δελτάδων
είπες ας αναβάλουμε για απόψε την ομαδική καύση αισιοδοξίας
ίσως μια μέρα καταφέρουμε δίπλα στις θάλασσες ή δίπλα σε πλατάνια να γεννάμε
κι είπα κι εγώ ας αναβάλουμε για φέτος τον εκούσιο θάνατο
και με ένα στίχο του καρούζου αποφασίσαμε από κοινού
πως με μαγεία πάλλευκη
την απαλλοτρίωση των εφηβικών χρωμάτων θα ακυρώσουμε

che bel fior*

κάποτε
σταμάτησα στη μέση κάθε δρόμου κεντρικού και φώναξα
σας φώναξα μα δεν μ’ ακούγατε
πως όσο κι αν γελάτε με τα ψεύτικα κάτασπρα δόντια σας
εκεί που πίνετε ουίσκι με δυο παγάκια
όταν αγκαλιάζετε κάποια που δεν θυμάστε το όνομά της
την ώρα που πατάτε κουμπιά σε συσκευές πλάθοντας με τα δάχτυλα
τη σημαντικότητά σας την ανύπαρκτη
δίπλα σας κλαίνε παιδιά με μαύρα σαπισμένα δόντια
εκεί που φορτώνετε το αμάξι σας με βενζίνη κατοστάρα
-γιατί η ανυπαρξία των πόλεων θέλει ταχύτητα-
πεθαίνει από πείνα ένα μωρό
βουλιάζει μια βάρκα με ανθρώπους
που δεν προλαβαίνουν να φωνάξουν
γιατί το νερό μπαίνει μέσα στα πνευμόνια τους
και πνίγει τους χτύπους της καρδιάς
στο ίδιο εκείνο σημείο του πνιγμού
εσείς τους αύγουστους
απλώνετε πολύχρωμες χνουδωτές πετσέτες
χύνετε λίτρα λαδιού που μαυρίζει το δέρμα
διαβάζετε ποιος πήρε το πρωτάθλημα
και κρυφοκοιτάζετε τις ζωές των άλλων
τα κορμιά κάνουν περατζάδα στις παραλίες
σχεδόν γυμνά
και δεν ξέρω καθόλου
ποια κορμιά είναι πιο νεκρά
τα βράδια στις ταβέρνες πίνετε κρασί ροζέ
για να μην λεκιάζει τα ρούχα
-ο κόκκινος λεκές ο πιο θρασύς-
αναπολείτε τα καλά χρόνια του σοσιαλισμού
καθυβρίζετε όσους ψηφίσατε για να σας χώσουν σε μια τρύπα
ο καθείς και στην τρύπα του
-ελλάς η χώρα των τυφλών ποντικών του υπονόμου-
τις νύχτες κάνετε έρωτα με την ανάμνηση άλλου κορμιού
που κάπου πήρε κρυφά το μάτι σας
κι ύστερα στον καπνό απ’ το τσιγάρο σας
οι τοίχοι ζωγραφίζουνε το τεράστιο της ζωής σας ψέμμα
και το πρωί άνευ ξυπνητηριού
ξυπνάτε λόγω άγριας επίθεσης από σμήνη με μαρμότες
που ανεβαίνουν στο κρεβάτι σας
μπαίνουν στα αυτιά και τα ρουθούνια σας
και ψιθυρίζουνε γεμάτες ηδονή
πως ήρθε η επόμενη ολόιδια μέρα

σας τα ‘πα τότε όλα αυτά
μα μου φωνάξατε
-φύγε τρελή απ’ το δρόμο θα σε πατήσουμε-
κι έτσι τώρα πιστεύω έτοιμοι πως είσαστε
τσεκούρια να βλέπετε να πέφτουνε
πάνω απ’ τα κεφάλια των παιδιών σας
-ελλάς, η χώρα των κομμένων κεφαλιών των ποντικών-
οι άνθρωποι αποδείχτηκαν χειρότεροι
πιο πολύ ακόμα και από κείνα τα γουρούνια της φάρμας
η ιστορία της ανθρωπότητας δεν κάνει πια κύκλους
σταμάτησε σε μια κορυφή
πάνω στο όρος φαλακρόν
και μας κοιτάζει να πέφτουμε ένας ένας από τις ανεμογεννήτριες
πέφτοντας δεν κάνουμε θόρυβο
δεν ακούγεται ούτε κιχ
γιατί οι άξονες των γεννητριών μας έχουνε κόψει τις γλώσσες
όπως οι άξονες των μεγάλων δυνάμεων μας έχουνε κλέψει την ελευθερία

αλλά εσείς παραμένετε ευχαριστημένοι με τούτο τον αναξιοπρεπή θάνατο
γιατί ζήσατε σε γρήγορα αμάξια
σε αφιλόξενα κρεβάτια
σε παραλίες με γαλάζια σημαία και προϊστορία στα κοκτέιλ
σε τράπεζες με κλιματισμό για ευχάριστα τοκοχρεολύσια
και σε πεζοδρόμια ποτισμένα με το αίμα κάτι γραφικών

κι έτσι ξαναλέω τώρα πια απολαμβάνετε τις ζωές σας
χρυσές καδένες στο λαιμό οι αλυσίδες σας
ψυχοτρόπα αντικαταθλιπτικά οι καραμέλες σας
παιδιά του σωλήνα και του διαμερίσματος οι κληρονόμοι σας
τσιγάρα παράνομα από τη λαϊκή του σαββάτου η επανάστασή σας
και το θανάτω θάνατον πατήσας η ανήμπορη παρηγοριά σας

*τι ωραίο λουλούδι