sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: παρόν

zurückgegangen

θα ξανάρθουμε μια μέρα εδώ μαζί

στο ίδιο χώμα θα πατήσουμε και πάλι

θα πλημμυρίσουν με υγρασίες τα χωράφια των φτωχών

οι προλετάριοι θα δρέψουν τους καρπούς τους

οι γιοι και οι κόρες τους να μην πεινάνε πια

 

θα ξαναρθώ μια μέρα εδώ λίαν συντόμως

εδώ στον τόπο που γέννησε και τη δική σου τέχνη

καράβι μαυροκόκκινο παντιέρα θα ανεμίζει

η φτώχεια μου θα κελαηδά μονάχη της τα βράδια

κι εγώ θα ζω απ’ τις φωνές των ορεινών πουλιών

 

θα ξανάρθουμε πάλι εδώ στη γη του οδυσσέα

θα σβήνονται τα αστέρια από ντροπή

και θα ανθίζουν οι ροδιές με κοραλλένια φρούτα

θα είναι οι μέρες άυπνες κι οι νύχτες σκεπασμένες

κλινοσκεπάσματα υγρά· ο τόπος διψασμένος

 

τότε θα ξαναρθείς κι εσύ μαζί μου εδώ

στη γη που αναζητούσε αέναα να σπάει ρίζες

το μέλλον και ο αόριστος στήσανε ήδη το χορό

βιολιά κιθάρες τσίπουρο ζητάνε συνοδεία

να μπούμε στο γαϊτάνι τους πιασμένοι χέρι χέρι

 

σου ‘πα ποτέ πως το νησί σαλεύει πότε πότε;

πως οι άνθρωποι φοβήθηκαν και στήσανε επιστήμη

κι ονοματίσαν το φαινόμενο τάχα να το ξορκίσουν;

μα οι εγκέλαδοι δεν ήρθανε για να μπουν σε βιβλία

εντός μας γίνονται οι σεισμοί εντός μας και οι πλημμύρες

 

θα ξανάρθουμε σύντομα εδώ· μ’ ακούς ή έχεις φύγει;

θα κατεβούμε ανηφοριές και θα γλυστράν τα φύκια

θα σκάψουμε τη γη βαθιά να βρούμε σταλακτίτες

να μάθουμε επιτέλους από πού πηγάζουν τα ποτάμια

και θα νικήσουμε όποιον πάλεψε τα μάτια μας να υγράνει

 

θα ξαναρθούμε σύντροφε, πατέρα και εραστή μου

αγκαλιασμένοι αδάκρυτοι και πάντα βουρκωμένοι

δρόμο θα ανοίξουμε στις λίμνες που γέρασαν προώρως

νερά και στάχτες και φωτιές που καίνε τις πληγές μας

θα ξαναρθούμε σύντροφε, πατέρα και θεέ μου

Advertisements

κοινόν αυτάδελφον

BiczBMgIYAA62b4

φώναξα ώσπου πια να μην με ακούει κανείς

ούρλιαξα ώσπου πια κανείς να μην αντέχει τις κραυγές μου

τυλίχτηκα μέχρι πάνω με τη φωτιά από τα σωθικά μου έτσι που έντερα να μην έχω πια

γιατί χαλάσανε πια τα ζωτικά μου όργανα, με απαρνηθήκανε

με διώξανε από το κορμί μου

να περιπλανιέμαι σε πλατείες που ζητήσανε το οξυγόνο που τους ανήκει

να περιπλανιέμαι σε νεκροτομεία εφήβων

να μοιράζω το φιλί της ζωής που κανέναν ποτέ δεν ζωντάνεψε

 

εγώ είμαι ο έφηβος που σκότωσες

εγώ είμαι το παιδί που θα γεννήσει αύριο η γυναίκα σου

εγώ είμαι ο γιος του αφεντικού σου

εγώ είμαι όλα τα παιδιά που δεν πρόλαβαν να καταλάβουν

που κανείς ποτέ δεν τους εξήγησε

πως οι πατέρες των εκκλησιών μας φλόμωσαν με ψέμμα

 

γρήγορα πείτε σε όλα τα παιδιά την άμωμο αλήθεια

όλοι τους λέτε για το δώρο της ζωής

μα για τους δαναούς σας τσιμουδιά

 

θέλω παιδιά που με φόβο να γεννιούνται

θέλω παιδιά που με δακρυγόνα να αντρώνονται

θέλω παιδιά καταληψίες της μήτρας και του νου

 

θέλω παιδιά που φωτιές μόνο θα βάζουνε

θέλω φωτιές που στα σχολεία θα ζυγώνουν

θέλω τις νύχτες οι αϋπνίες να βασανίζουνε

κάθε κακόμοιρο που ίσως πίστεψε

πως πρόκειται να έχει αύριο

σκοτώνοντας την ίδια τη ζωή

φωτογραβία

166269_10200246308375269_26712217_n

τόσοι αιώνες ιατρικής επιστήμης

κι ούτε μια εξήγηση σωστή

για κείνο το μούδιασμα στον πνεύμονα

– θαρρώ είναι στον πνεύμονα και όχι στην καρδιά

καθώς εκείνη δεν σταματά να χτυπά παρά μόνο σου κόβεται η ανάσα,

και ευτυχώς δηλαδή που ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει για λίγο χωρίς ανάσα·

γιατί χωρίς χτυποκάρδι δεν επιβιώνει ούτε για μια στιγμή-

τόσα επιτεύγματα κι ένας ορισμός για αυτό το ασύνειδο μάζεμα των σπλάχνων πουθενά.

 

τυχαία ή επί τούτου πέφτει στα χέρια σου μια φωτογραφία

απ’ τα παλιά, απ’ τα μελλούμενα, απ’ όσα τρέχουν στο παρόν μα εσύ δεν πρόλαβες να ζήσεις

πρόσωπα γνωστά μαζί με άγνωστα, χαμόγελα που κάποτε σου ανήκαν, μάτια που κάποτε τους χάρισες το γέλιο σου

γέρνουν τώρα σε άλλους ώμους, φιλάνε άλλους καθρέφτες, αγκαλιάζουν άλλα πρωινά, μαλώνουν με άλλα σούρουπα

κοιτάς διαδοχικά τα χέρια με τις φλέβες να πετιούνται γεμάτες έξαψη

τους ώμους που χαμήλωσαν για να δεχτούν τη νέα πραγματικότητα

τα ζυγωματικά που κάποτε μια νύχτα ολόκληρη περπάτησες με τα ακροδάχτυλα

τα πόδια ανοιχτά σε θέση υποδοχής

τα φρύδια τσαλακωμένα από τον αέρα

τα μάτια κοιτάζουν το φακό με πίστη σχεδόν ευλαβική·

η απουσία σου είναι η ζωή των άλλων.

 

| οι φωτογραφίες μας βιάζουν |

| βία είναι ο πόνος που μας προκαλούν | 

| έτσι γεννήθηκε στις μέρες μας |

| η φωτογραβία |

 

στα χρόνια των δικτύων

τα νέα τρέχουν πιο γρήγορα από τις μέρες και τις νύχτες μας

οι ώρες κυλάνε σε χρόνο αλλοτριωμένο

γρηγορότερα απ’ ό,τι αντέχει η μνήμη και η λήθη μας

μας καταπάτησαν οι οθόνες

γίναμε παιχνίδια των μηχανών

τίποτα δεν υπάρχει αν δεν το δω σε δίκτυο

οι ευτυχίες και οι δυστυχίες είναι τώρα πια μόνο δημόσιες

θάβουμε τις βδομάδες μας δημοσία δαπάνη.

 

απ’ όλες τις φωτογραφίες εκείνες προτιμώ

που στήσιμο μπροστά στο φακό προϋποθέτουν·

σ’ αυτές το ψέμμα είναι καθάριο

σ’ αυτές γυμνώνεται η αλήθεια

όσο παλεύεις να δειχτείς

τόσο τα μύχια του εαυτού σου ξετρυπώνουν μέσα από το βλέμμα που θαρρεί πως μας ξεγέλασε·

 

όμως οι οθόνες δεν είναι τίποτα άλλο παρά φίλτρα

φακοί ειδικοί για τη θλίψη, για την αγάπη, για τον έρωτα, για το δάκρυ·

μα όσο κι αν παλεύουμε

τούτα τα φίλτρα ποτέ δεν θα μπορέσουνε να κρύψουνε

αυτό που μας γεννάει και μας σκοτώνει

τον πόνο·

 

τον αληθινό μας πόνο.

künftige sehnsucht

*

κάποτε αγάπησα
κάποτε ήρθες
ήταν άνοιξη
δεν θυμάμαι καλά

πάντως τα δέντρα άνθιζαν

κάθε νύχτα οι δρόμοι γέμιζαν πέταλα
θυμάμαι την αστυνομία λουλουδιών
διατάγματα
οδηγίες
εντολές
μην αγαπάτε
ούρλιαζαν στις οθόνες
δεν επιτρέπεται να φεύγει τόσο χρήμα στο σκούπισμα

κι εσύ συνέχισες να με αγαπάς

δεν φοβήθηκες εκείνους τους αγέλαστους με τη στολή
που σου χτύπησαν μια μέρα την πόρτα
συλλαμβάνεσαι
σου είπαν

γιατί;

γιατί αγάπησες

*

ξυπνούσα πάντα νωρίς
κοίταζα τον καφέ να βράζει
το γκαζάκι έκλαιγε
είμαι φτιαγμένο για επανάσταση έλεγε
γιατί με αναλώνεις έτσι

κι εγώ γελούσα
κοιτούσα τις φουσκάλες
και θυμόμουν τα λακκάκια
το χαμόγελό σου

το βλέμμα
που αχρήστευε το πετρέλαιο
όταν νύχτωνε

*
πάει καιρός αλλά δεν σβήνει τίποτα

όταν βράδιαζε
η θλίψη στεκόταν σε μια γωνιά
απειλητικό όρνιο
έτοιμο να κατασπαράξει
όποιον δεν έμαθε να κλείνει τα αυτιά στις σειρήνες του εύκολου
κλάματος

εγώ αγαπάω το δάκρυ
έλεγες
και με φιλούσες στα μάτια

και οι λαϊκές δοξασίες σκύλιαζαν με τούτη την ανεμελιά

μοιράζαμε τις γουλιές
δεν έχω ξανατραγουδήσει πιότερο ποτέ
κι από τότε που έφυγες
μέχρι να ξανάρθεις
δεν θα ξαναβγεί ούτε νότα
καφές και τραγούδι ήμασταν

*

 με έβαζες πάνω στο κρεβάτι
κι εγώ σταύρωνα τα πόδια
δήθεν ύψωνα τείχος

δήθεν
μου διάβαζες ποιήματα
ακόμα έχω τη φωνή στα αυτιά
ποίηση είναι,
έλεγες,
ό,τι φτιάχνεται
με χέρι και με μολύβι

δεν ξεχνώ το μίσος σου για τα πληκτρολόγια

*

ήθελα απόψε να σου πω
πως αυτό που μου λείπει
δεν είναι η χροιά
δεν είναι τα λόγια
δεν είναι οι ζωγραφιές πάνω στο σεντόνι
δεν είναι το βλέμμα
δεν είναι οι φουσκάλες του καφέ

είναι το αύριο

όταν ξυπνήσω δεν θέλω να είσαι εκεί
όχι

όταν κοιμηθώ θέλω
μόνο
να μου κρατάς το χέρι
να κλείσω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά σου
και να ξέρω
πως νύχτα ή μέρα
αδιάφορο
τα πόδια μου θα έχουν πάντα ζεστασιά
και το μυαλό μου πάντα καταφύγιο
*

γενεθλιάζουσες

533029_4827908010469_1885386568_n

δεν είναι ότι μετανιώνω μωρέ. για τίποτα δεν μετανιώνω. ούτε απ’ αυτά που έκανα ούτε απ’ αυτά που μου κάνανε. όλα όμορφα ήταν μες στην ασχήμια τους. ούτε με νοιάζει το μεγάλωμα. καλύτερα δεν είμαστε τώρα; λίγο μεγαλύτεροι, λίγο ομορφότεροι, πιο γεμάτοι, πιο σίγουροι, ελάχιστα πιο διαβασμένοι. εντάξει, πιο καλά είναι τώρα, την υποψιαστήκαμε τη φάση, την ψάξαμε, άμα έχεις φάει σφαλιάρα δεν αισθάνεσαι πληγωμένος, ζωντανός νιώθεις, τα σημάδια από τα δάχτυλα της παλάμης που σου έχωσαν το χαστούκι πάνω στο μάγουλό σου είναι απόδειξη ζωής, βγήκαμε από τη γυάλα ρε παιδί μου αυτό είναι όλο.

αλλά με πιάνει το παράπονο για ό,τι και για όποιον αφήνω πίσω μου, γιατί τώρα πια ξέρω ότι αφήνω ανθρώπους πίσω μου, δεν γίνεται αλλιώς ρε παιδιά, πρέπει να συνταιριάζουν οι ανάσες μας για να ζούμε μαζί. ξέρεις τι δένει τους ανθρώπους; το μέλλον. το μέλλον και όχι το παρελθόν. θέλω οι γραμμές των ημερών που έρχονται κάπου να τέμνονται, τι κι αν συναντήθηκαν οι γραμμές μας παλιά, αύριο πού θα είναι η γραμμή σου, θα σε βρω ξανά μπροστά μου να φωνάξουμε μαζί, αυτό με καίει, ο γέγονε γέγονε και ούτε που με νοιάζει πια, δεν έχω παράπονο, αν θες να βγεις και να φωνάξεις εγώ την άφησα, πρόλαβα πρώτος, προχώρησα, κάντο, δεν με νοιάζει καθόλου, αλήθεια σου λέω μωρέ, μέσα μας την αλήθεια την ξέρουμε όλοι, κι εσύ κι εγώ.

είναι που εγώ δεν φωνάζω, είναι που οι μεγάλες οι αλλαγές λαμβάνουν χώρα σιωπηλά, κάπου βαθιά μέσα μου έβαλα μια νύχτα στο πουθενά το τέλος χωρίς να το πω πουθενά, κι έκανα εκείνη τη νύχτα τον πιο ήσυχο, τον πιο γαλήνιο ύπνο. τα ξεπλήρωσα όλα μωρέ, όλα, λεπτό προς λεπτό, στιγμή προς στιγμή, κι όταν κοιμάμαι ήσυχη τις νύχτες ξυπνάω δυνατή και καθαρή, έτοιμη να σκίσω την μπλούζα μου και να την κάνω σημαία, jamaica, jamaica, τέτοια σημαία εννοώ, λάβαρο μουσικής και αδερφοσύνης.

μεγαλώνουμε αλλά καθαρίζουμε μέσα μας τα απομεινάρια κι αυτό ίσως να είναι ευτυχία καθαρή. να ξυπνάς σαν να ξύπνησες πρώτη φορά, ναι αυτό να κάνουμε, να ζήσουμε πολλές φορές μέσα σε μία, αιώνια φτωχοί στις τσέπες και αιώνια πλούσιοι σε ιστορίες, έχεις δει κάτι γιαγιάδες στο δρόμο που σου χαμογελάνε σαν κοριτσάκια, έτσι θέλω να γεράσω, να γεμίσω ρυτίδες έκφρασης, να μην περνάει ούτε μια μέρα ανέκφραστη, να σκαφτεί το πρόσωπό μου από συναισθήματα, να σκαφτεί το κορμί μου από ανθρώπους, δεν με νοιάζει που περνάνε τα χρόνια, σημασία έχει πώς στο διάολο περνάνε.

κι όσο μεγαλώνουμε όλο πιο ανώριμοι να γινόμαστε, δε με νοιάζει μωρέ η ειρωνεία όλων αυτών που κάποτε ζήσαμε μέρες και νύχτες μαζί και τώρα γελάνε πίσω και μπροστά από την πλάτη μου, το μόνο που με νοιάζει είναι που μοιράστηκα μερόνυχτα με ανθρώπους κακούς και άδειους, αλλά εγώ πάντα έτσι ήμουνα, δεν κρύφτηκα, σας τα ‘λεγα ρε μαλάκες από παλιά πώς τα σκεφτόμουνα τα πράγματα, και όταν μου λέγατε ξεκόλλα και προσγειώσου επιτέλους εγώ σταμάταγα την κουβέντα· γιατί δεν ήθελα πια να συνεχίσω να μιλάω μαζί σας, γιατί καταλάβαινα πως ό,τι λέω είναι πολύ ακριβό για να μπει σε κουβέντα με τυχάρπαστους, γιατί εγώ δεν σας ενοχλούσα ποτέ στη δικιά σας ουτοπία που δεν ήταν ουτοπία αλλά ζωή στριμωγμένη μέσα σε υποκοριστικά, κι έτσι δεν ήθελα ούτε κι εσείς να με ενοχλείτε, γιατί μου λέγατε να προσγειωθώ αλλά εγώ είχα φτάσει ήδη στα έγκατα της γης και είχα ξανανέβει ήδη στον ουρανό, για πλάκα μωρέ προσγειώνομαι και ξαναφεύγω, άμα δεν το είδατε ποτέ δεν μπορώ να βοηθήσω, δεν κρύφτηκα ποτέ, εσείς δεν θέλατε να δείτε και τώρα ξαφνικά εκπλήσσεστε τάχα μου, μα ποια είναι αυτή, λέτε όπου βρεθείτε, κι εγώ γελάω.

γελάω γιατί το κλάμα μου το σκορπάω για πόνους αληθινούς τώρα πια.

καλά είναι που λες κι έτσι. ξεχωρίσανε επιτέλους η ήρα από το σιτάρι γιατί είχανε γίνει κουβάρι τόσα χρόνια, αλλά εμένα μου αρέσει αυτή η εποχή γιατί μπορείς επιτέλους να είσαι ξεκάθαρος, και να βρεις κι άλλους ξεκάθαρους σαν εσένα, και μαζί να κάνετε όνειρα- δεν θα βγούνε μωρέ, το ξέρω– άλλος είναι ο σκοπός, πού να σου εξηγώ τώρα, άμα δεν καταλαβαίνεις τράβα το δρόμο σου, αυτό προσπαθώ να πω τόση ώρα, ότι διώχνω κόσμο τώρα πια γιατί δεν με νοιάζει, άλλα πράγματα με καίνε, κατάλαβες, αυτά που εσένα δεν σε κάψανε ποτέ, κι εγώ θέλω να μοιραστώ τις στάχτες μου με κόσμο.

με κόσμο όμορφο.

σαν την ομορφιά τίποτα αδερφάκι μου.

γι’ αυτό χαίρομαι που μεγαλώνω, γιατί όσο περνάνε τα χρόνια γίνομαι όλο και πιο ανάλαφρη, περπατάω και πετάω με αναίδεια τα βάρη μου, γιατί δεν είναι δικά μου, είναι τα δικά σας σκουπίδια που μου τα φορτώσατε κι εγώ τα πήρα ο βλάκας, αλλά τώρα πια δεν θέλω κανενός άλλου τα σκουπίδια, θέλω μόνο τα δικά μου βάρη, γιατί και το βάρος τι είναι; μια δύναμη.

| δράση – αντίδραση, φυσική για αρχάριους |

αντιδράω στο βάρος με μια άλλη δύναμη, κρυφή, κι έτσι μπορώ να γεννάω στιγμή προς στιγμή στιγμές καινούριες, ενώ εσείς μένετε για πάντα καρφωμένοι στη γη, υπόδουλοι, δεν σας περνάει καν από το μυαλό πως γίνεται να συμβεί και κάτι άλλο, ε ρε παιδιά δεν σας φταίει κανένας.

ε κάπως έτσι θα πάμε παρακάτω, χαμογελώντας και όχι γελώντας, εμένα μου αρέσει το μειδίαμα γιατί είναι υπαινικτικό, άσε τις βαρύγδουπες δηλώσεις για άλλους μωρέ, άμα μπορούσα να ζωγραφίζω θα ήθελα ό,τι έχω να πω να το κάνω εικόνα, να τριγυρνούσα στην πόλη σαν τρελή κουβαλώντας πινέλα και μπογιές και ποτέ πια να μην ξαναμιλούσα, αλλά όλη μου η ζωγραφική δεινότητα περιορίζεται σε δυο βουνά που σμίγουν κι έναν ήλιο που ξεπετάγεται ανάμεσά τους, οπότε αναγκαστικά θα συνεχίσω να λέω ιστορίες.

και να τραγουδάω τραγούδια.

τραγούδια όπως αυτό.