sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: πατέρας

επικήδειος, η

ένιωθα περίεργα

η μουσική δεν ηχούσε πια στα αυτιά μου

η αφή δεν άγγιζε πια τα χέρια μου

και το βλέμμα σου δεν έφτανε πια στα μάτια μου

ένιωθα ξαφνικά περίεργα

όλα τα ζωτικά όργανα του βίου μου απεργούσαν

και τρόπο δεν είχα πια για να υπάρξεις

ένιωθα τόσο μόνη

γιατί δεν μπορούσα να ξεδιαλέξω αν κάποιος πέθανε ή αν ζει

ήμουν στ’ αλήθεια κείμενη σε φέρετρο φτηνό

έτοιμη για ταξίδι ανεπίστρεφο μέσα στον εφιάλτη της μάνας

ή μήπως καθόμουν δίπλα σου

ενώ εσύ κοιμόσουνα εσαεί αδάκρυτη και ζώσα αναιμάκτως

 

και η νύχτα δεν τελείωνε

δεν ξημέρωνε ξεκάθαρα επιτέλους η αλήθεια

μόνο ένιωθα τόσο περίεργα

γιατί δεν μπορούσα πια τίποτα να νιώσω

τα δάχτυλά μου δεν λύγιζαν όσο κι αν τα πίεζα

και ο αέρας δεν βλεφάριζε τα μάτια μου

δεν με ενοχλούσε πια η ζωή που σφύριζε γύρω μου

και δεν είχα έναν τρόπο να θυμηθώ το ηχόχρωμά σου

πώς άκουγες

πώς φίλαγες

πώς φώναζες

και πώς ανάσαινες

 

κι η νύχτα τραβούσε αιώνια

τόσο αργά

που άρχισα να σιγουρεύομαι για τούτο το όνειρο

τηλεγράφησα στον πατέρα μου να ησυχάσει τη μάνα

μείνε ψύχραιμος· πρέπει

πίεσα το αίμα μου να φτάσει στο μυαλό για μια ύστατη φορά

κι έσκυψα πονώντας οικτρά σε όλη μου τη ράχη

να κυνηγήσω έστω κλεφτά έστω για τελευταία φορά

τη μόνη αίσθηση που ανέπαφη απ’ τον οδυρμό είχε μείνει

κείνη τη γεύση του φιλιού σου που αγέρωχη πάντα έστεκε

στο θάνατο και στη ζωή στο τώρα και στο πάντα

Advertisements

χρόνια καλά λίαν

τέτοιες ξυπνάδες όμως πέρασι δεν έχουνε σ’ εμάς
τους χριστιανούς. «ανέγνως, αλλ’ ουκ έγνως· ει γαρ έγνως,
ουκ αν κατέγνως» απαντήσαμεν αμέσως

κ. π. καβάφης, ουκ έγνως, 1928

 

όλα βαίνουν καλώς λίαν
προτού ο θεάνθρωπος για ένα νανοσεκόντ ξαναγεννηθεί
στις αγκαλιές των νεοφώτιστων πατεράδων κλαίνε οι αλήθειες

όλα βαίνουν καλώς λίαν
κατεβάσαμε από το πατάρι τα στολίδια της εσαεί γιορτής
κατόπιν ανεβήκαμε μεις κουτρουβαλώντας για να κρυφτούμε

όλα βαίνουν καλώς λίαν
οι πόλεις και τα χωριά βυθιστήκανε στο άπλυτο φως
σε κάθε τζάκι πλούσιο καίει λευκός καπνός ανυπαρξίας

όλα βαίνουν λίαν καλώς
νύχια βαμμένα ποιήματα σκισμένα τσιγάρα σβησμένα
τα ζώα της φάτνης μάς ζέσταναν τα συσπασμένα μέτωπα

όλα βαίνουν καλώς λίαν
στολίστηκαν τα βλέφαρά μας την ένδεια της ζωής μας
φωτιά στους μάγους τροφή στα ζώα κρεμάλα στον ηρώδη

του νεκρού φωτογράφου

«πετάγομαι το βράδυ απ’ το κρεβάτι και κόβω βόλτες.
πού γυρνάς μες στη νύχτα; με ρωτάει.
δεν ξέρω τι να της απαντήσω.
τι να της απαντήσω;
της είπα προχθές ότι για εμάς καμία Νυρεμβέργη δεν θα υπάρξει.
ότι εμείς ξέραμε.
αυτό που μας τρώει τα σωθικά και για το οποίο ταχθήκαμε να χαλάμε τη ζωή μας, που δεν είναι αναγκαστικά σπουδαίο, ίσως ούτε και συνταρακτικό, είναι οπωσδήποτε κάπως αδύνατο πλέον να ειπωθεί με το συνήθη τρόπο.
ψάχνω.»

ν. α.

1779294_10203532044556620_1418356629904746154_n

να βγω κι εγώ μια φωτογραφία
γελαστή και γυμνασμένη με χείλη ροζ και βλέμμα ασταθές
τραβήξτε με κι εμένα μια φωτογραφία
ίσα να δω πώς φαίνεται η αδιαφορία στο φακό
να με θυμάμαι όταν περάσει ο πόλεμος
μα σας παρακαλώ· τραβήξτε με κι εμένα μια φωτογραφία
κρίμα να πάει χαμένη μια ολόκληρη βραδιά
θέλω να με θυμάμαι όταν ολάκεροι λαοί δεν θα υπάρχουν πια
όταν οι βόμβες αφανίσουν πια λογής ανθρώπους και χωράφια
να με θυμάμαι επιθυμώ
να, βγάλτε με εδώ δίπλα στο αφρίζον κύμα
εδώ που ξέβρασε η μάνα θάλασσα κουφάρια
εδώ που υπερχείλισε ο αχέρων ποταμός
μόνο προσέξτε της γενιάς μου το φεγγάρι
θέλω να φαίνομαι χλωμή τάχα φτωχή και ταλαιπωρημένη
κι ας πλέουν γύρω μου μωρά φουρτουνιασμένα
κι ας μείνανε τα στόματα αδειανά από ζωή
κι ας έρχεται ολόγυρα ο άδης χορτασμένος

τραβήξτε με ακόμα μια φωτογραφία
γιατί οι άνθρωποι χωράμε πια σε έναν τόσο δα φακό
ίσα να φαίνονται τα άδεια μας κρανία
ίσα να γράφουμε συνθήματα στους τοίχους
ίσα να σπαταλάμε τα υγρά του σώματος για ίδιους σκοπούς

μα σας παρακαλώ· μια τελευταία λήψη επιθυμώ
εδώ κάτω από της άπληστης ένδειας το φεγγάρι
ίσα να με θυμάμαι
όταν αντίκρισα για τελευταία φορά της ύπαρξής μου το κενό

 

*φωτογραφία τραβηγμένη στο λένινγκραντ εν έτει 1937, περιμένοντας την επέλαση των ναζί

φι πι άλφα

κατέβηκε το δρόμο βιαστικά. το χέρι πιέζει τη μέσα τσέπη του σακακιού. στο σημείο της καρδιάς. όχι. δεν φοβάται μήπως τον προδώσει η καρδιά. αυτός ο φόβος εξαχνώνεται με τα χρόνια. μαθαίνεις να δίνεις στην καρδιά την αξία που της πρέπει. στη μέσα τσέπη όμως μαζεύτηκε κόπος μηνών. πόσο εύκολα βγαίνανε παλιά τα λεφτά. πώς πλήρωνε τα πάντα. πώς ταξίδευε. πώς ένιωθε σωστός οικογενειάρχης με μια τσέπη γεμάτη. και τώρα; ευρώ το ευρώ. να πληρωθεί το φροντιστήριο του παιδιού. τα φάρμακα της μάνας. η ασφάλεια του αυτοκινήτου. και κάτι να μείνει στην άκρη. όχι για οικονομίες. η μαγική λέξη της πρώτης φοράς αριστερά κυβέρνησης. διακανονισμός. μαζεύτηκε το φπα. όσο μπορεί φοροδιαφεύγει. όσο γίνεται πληρώνει και πληρώνεται μαύρα. αλλά και πάλι μαζεύτηκε ποσόν. φόρος προστιθέμενης αξίας. φόρος αφαιρούμενης ζωής. μαζεύτηκε. πήγε στον έφορο. παλιός πελάτης. τι να κάνουμε. διακανονισμός. διακόσια ευρώ το μήνα. διακόσια ευρώ. τι ήταν παλιά το διακοσάρι και τι είναι τώρα. τρίτος μήνας. τρίτη δόση. δεν ξέρει αν τον επόμενο μήνα θα το ‘χει το ρημάδι. καλοκαίρι γαρ. λίγη θάλασσα δεν πρέπει να δουν τα μάτια τους;

κατεβαίνει το δρόμο βιαστικά. φοβάται μήπως τον προδώσει η καρδιά. όσο μεγαλώνεις η καρδιά γίνεται όλο και πιο επίφοβη. να προλάβει. να μπει στο υποκατάστημα. να αντικρίσει τις γραβάτες. να κόψει την απόδειξη. να φύγει άλλη μια δόση. ο δρόμος. που είχε τη δική του ιστορία. κεντρικός δρόμος της πρωτεύουσας δευτέρα πρωί. έρημος. ειδοποιήστε τους συγγενείς. η εγχείρηση πέτυχε. ο ασθενής απεβίωσε. η αθήνα μας άφησε χρόνους. στη γωνία τον πνίγει ένας λυγμός. παλιά γραφεία. φίλοι. μπύρες. η γνωριμία με τη γυναίκα της ζωής του. χάνεται στις σκέψεις του. τα χρόνια που έφυγαν. και πού στα κομμάτια πήγανε; τα ρούφηξαν οι υπόνομοι της πόλης. θρέψανε οι κατσαρίδες. χόρτασαν ανθρώπινο χρόνο και πόνο.

τι είναι και ο χρόνος νομίζεις. μονάδα μέτρησης της ζωής.

να προλάβει να μπει στο κλιματιζόμενο κατάστημα. στρίβει αφηρημένος. πέφτει σχεδόν πάνω σε ένα δάκρυ. κάνει γκελ με τα πόδια για να μην ποδοπατήσει τον πόνο. μια άγνωστη που κλαίει βουβά. βουβά και φανερά. δεν τη νοιάζει που τη βλέπουν. ο πόνος σε τούτη την πόλη δεν κρύβεται πια. αυθόρμητα την αγγίζει στον ώμο. πάλι καλά που είμαστε εδώ στο νότο. αλλού το άγγιγμα είναι απαγορευτικό. την αγγίζει και κάνουν κύκλωμα. το βουβό κλάμα γειώνεται. μην κλαίτε. στην ηλικία της μάνας του. μην κλαίτε. υπερήλικας. άρρωστος. με μηχανική υποστήριξη. με πήρανε από το νοσοκομείο. δεν μπορούν να τον κρατήσουν άλλο πια. μην κλαίτε. δεν έχουν χώρο. πρέπει να τον πάρω σπίτι. ο πατέρας μου. πρέπει να πεθάνει μέσα στο σπίτι. τα νοσοκομεία δεν χωράνε πια τους εν δυνάμει νεκρούς. δεν έχω δωμάτιο. ένα δυάρι τρία άτομα. δεν έχω ούτε κρεβάτι. τι θα κάνω; μην κλαίτε.

λούφαξαν οι κατσαρίδες. ανέβηκε η θερμοκρασία. καύσωνας αθηναϊκός. ασφυξία. το χέρι στο σημείο της καρδιάς. μια άγνωστη. η δόση. το φροντιστήριο του παιδιού. να πάρει ένα λόουερ. να έχει εφόδια για να βουλιάξει αύριο στην ανεργία και την ανέχεια. ο πατέρας μου. δεν έχει πού να πεθάνει. διακόσια ευρώ. ευρώ το ευρώ μαζεμένα. ο διακανονισμός. ζητείται κλίνη για να πεθάνεις. ζητείται κολυμπήθρα για να ξεπλύνει την ανηθικότητα του καπιταλισμού. που είσαι γαμημένε σιλωάμ σήμερα δεύτερα πρωί που σε χρειάζομαι.

το χέρι σφιχτά στο σημείο της καρδιάς. ανταρσία εσωτερικών οργάνων. τον πρόδωσε η καρδιά του. ένας υπερήλικας πατέρας θα βρει ένα φτηνό κρεβάτι για να πεθάνει. ένας έφορος δεν θα εισπράξει ποτέ τη δόση του μαΐου. κι ένας άνθρωπος θα κατέβει τον έρημο κεντρικό δρόμο της πρωτεύουσας με το σακάκι στον ώμο. την τσέπη άδεια. τα μάτια λίμνες. τα χέρια ανάλαφρα. το κλάμα απροστάτευτο.

και τη ζωή νικήτρια. για πάντα.

μπαλάντα των μη μετρήσιμων, η

πόσα δίνεις πόσα βγάζεις τι αμάξι έχεις από μισθό πώς πάμε δεν πας κομμωτήριο κάθε βδομάδα είναι δυνατόν να κάνεις αποτρίχωση μόνη σου τι θα πει κραγιόν με ένα γιούρο χρυσή μου να τα βγάλουμε έξω να τα μετρήσουμε όλα όλα τα πάντα να μπουν σε εξισώσεις δεν βγαίνουν τα φράγκα μάγκα μου κόψε τα όνειρα κόψε τα δάκρυα σε βαρεθήκαμε να βουρκώνεις είσαι παιδί μόνο ένα παιδί θα αντιδρούσε έτσι στα πράγματα είσαι ανώριμη η δουλειά και η ζωή θα σε σκληρύνει θα το δεις βάλτε τα όλα σε ένα κλάσμα αριθμητής τα χρέη και παρονομαστής η δυστυχία να στρέφεις το βλέμμα αλλού όταν κάποιος ψάχνει για φαγητό στα σκουπίδια αυτό θέλανε να γίνει όλοι τους να μην νιώθουμε πια να μπούμε στο περιθώριο οι με τα μόνιμα βουρκωμένα μάτια να πνίγονται τα παιδιά έξω από το φαρμακονήσι και να ‘σαι γελοίος άμα κλαις να λες τι να κάνουμε έτσι τα ‘φερε η ζωή να μην έχεις συναίσθημα ούτε οργή ούτε θυμό να σκύβεις το κεφάλι να βγαίνει η απόφαση για τη μανωλάδα και να μην σκίζεις τον ποινικό κώδικα να κοντεύει να πεθάνει ο ρωμανός και να σου λένε τι σόι δικηγόρος θα γίνεις μωρέ δεν θα πας μπροστά ποτέ σου κοίτα τη δουλίτσα σου και άσε τη ζωή να σαπίζει σε μια γωνιά να έχεις πάντα άδεια τσέπη και προίκα από τον πατέρα σου και τη μάνα σου ιδέες μόνο ιδέες να ‘χουνε ζήσει μέσα σε σχολικές αίθουσες τη μισή τους ζωή και το μόνο που σου μάθανε να ‘ναι να σκύβεις το κεφάλι μόνο όταν διαβάζεις βιβλία και να ‘σαι περιθώριο για τους πολλούς και ανεδαφική για τους λίγους βάλτε τα όλα σε μια εξίσωση λοιπόν οι πρωθυπουργοί δεν κλαίνε οι δικηγόροι έχουνε μόνο βαθιά τσέπη και ακριβές δερμάτινες τσάντες κι εσύ πάντα να χορεύεις μόνη το βαλς των χαμένων ονείρων πάντα όνειρα και πάντα χαμένα να κύριοι μετρήσιμοι πάρτε το τελευταίο που μου ‘μεινε δικά σας τα σημεία στίξης δικές οι εγκλίσεις της γραμματικής δικά σας τα απρόσωπα ρήματα δεν μου ανήκει τίποτα πια παρά μόνο μια μικρή στιγμή μια μόνο στιγμή που σπάει τη μοναχικότητα δεν είμαστε μόνοι γελάστε εις βάρος μου χάρισμά σας τα ισοσκελισμένα λόγια και τα πλεονάσματα λογικής κρατάω μόνο ένα βαλς το βαλς των ονείρων που ουρλιάζουνε μέσα μου για ζωή

σε γνωρίζω από την όψη // της ελιάς στο στέρνο σου

arbeit macht frei. γύρισα στη γερμανία κλαίγοντας. μα γιατί κλαις; με ρωτούσαν οι γερμανοί. τι να τους απαντήσω; τι ξέρουν για τον δεκέμβρη του αλέξη, για τον ιούνιο της πλατείας, για τους νεκρούς της μαρφίν, για τα χημικά που ζουν μέσα μας, δε λυγάνε τα ξεράδια, και πονάνε τα ρημάδια, ολόκληρο ipod και να ακούς βάρναλη καταμεσής στην alexanderplatz, πού ακούστηκε; τι ξέρουν για τις ταράτσες που γέμισαν απόγνωση, τι να τους πρωτοπώ; ψωμί, παιδεία, ελευθερία, και μας έμεινε μόνο το ψωμί, κι αυτό για πόσο; μεταπολίτευση, μετανάστευση, μετενσάρκωση κι όλο ένα μετά να περιμένει ο άνθρωπος. τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις;

22.11.2012
s. l.

το βλέμμα μου καρφωμένο σε κείνη την ελιά στο στέρνο
η ελιά σου σε συνοδεύει στους μονολόγους σου
θέλω να γίνω ο αγαπημένος σου ακροατής
θέλω συνέχεια να μου μιλάς
τι υπέροχες μέρες πόσο βρώμικα χρόνια
νικάμε χάνοντας
θες να βγούμε στο βουνό;
από κυβέρνηση και από τσάι προτιμώ του βουνού, ευχαριστώ
μίλα μου
η ελιά σου με κοιτάζει
σαράντα χρόνια ιστορίας κουβαλημένα πάνω σε ένα κορμί

λοιπόν θα βγω στο σαλόνι να κάτσω
τα παράθυρα μπάζουν αέρα
και δεν είναι αέρας αλλαγής
ακούγονται ιστορίες από την περεστρόικα του γκόρμπι
σου ‘πα ότι ο πατέρας μου έλεγε γκόρμπι το λάντα μας;
έτσι μεγαλώσαμε μωρέ σε κείνο το σπίτι
να διαβάζετε παιδιά να είσαστε δυνατοί
γιατί έφυγες μπαμπά από την κνε
πες μου την αλήθεια
λοιπόν έλα κερνάω τσιγάρο
όπου να ‘ναι το κόβουμε μη σε νοιάζει
την περπάτησα λίγο την πόλη
είδα τις αφίσες με την ελπίδα που είναι καθοδόν
η ζωή είναι άδικη
η ζωή είναι άτυχη
η ζωή είναι η εκτέλεση του νίκου μπελογιάννη
ξημερώματα κυριακής
ο θάνατος είναι πάντα παρών
ο θάνατος είναι πάντα δίπλα μας
ο θάνατος είναι η μαχαιριά στην καρδιά του παύλου
υπόσχομαι να χτυπάω για δύο, ψιθύρισε μια καρδιά
βία νοθεία και έρωτας
το δικαίωμα του εκλογικεύειν και του παραλογίζεσθαι
σαράντα χρόνια αγώνα λοιπόν
κι ο πέτρουλας ήτανε παιδί μη νομίζεις
ελεύθεροι αγωνιζόμενοι τηλεθεατές
αρρυθμία γιατρέ μου
επίπονη επικίνδυνη επελθούσα και επ’ ώμου αρμ
ψέματα σας είπα τούτα δω τα λόγια δεν είναι πολιτικά
τώρα είμαι ελεύθερη να μιλήσω για την οργή της αγάπης
θέλω μόνο να μιλήσω για τα τρία έψιλον
έρωτας
επανάσταση
και ποιο να ‘ναι άραγε το τρίτο ξέχασα
πάντως να θυμάστε πως κάπου κάπως κάποτε στο τέλος
η ζωή δικαιώνει τους που αγαπήσανε
τους που οργιστήκανε
τους που βγήκανε από το νοσοκομείο όρθιοι
στα δυο τους πόδια χαμογελώντας πικρά

θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
η μαρία νεφέλη ζει, στο ‘πα;
θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
και μια μέρα
− σύντομα, πολύ σύντομα −
θα χαμογελάσουμε γλυκά
γιατί κύριε οδυσσέα ήρθε θαρρώ η ώρα

ήρθε η ώρα να πεθάνω σαν χώρα
μόνο και μόνο για να ξαναγεννηθώ
θα τη δικαιώσουμε τη ζωή
να το θυμάσαι

ομφάλιοι της αγάπης, οι

τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα να ξέρεις πως σου τα ‘χω φυλαγμένα

14437_1232770414276_3212409_n

λες να μην ξανακοιμηθώ ποτέ; πέρα δώθε στο δωμάτιο όλη νύχτα. πέρα δώθε. καπνίζω κι ύστερα το βλέμμα μου ξεχνιέται στους θορύβους της νύχτας. οι γάτες της γειτονιάς κλαίνε σπαραχτικά ζητώντας το ερωτικό τους ταίρι, οι τέντες κουνιούνται ελαφριά από το αεράκι, ο καπνός μου υψώνεται ως το ταβάνι του δωματίου κι ύστερα πάει και κάθεται στο τζάμι της κορνίζας πάνω στο κομοδίνο. μια φωτογραφία που είχαμε βγάλει πριν από χρόνια, θυμάσαι; στη μέση η μικρή και τριγύρω της οι τέσσερις μας. δίχτυ προστασίας. ανάβω το επόμενο τσιγάρο. πού να ξεχαστώ και πώς. στο διπλανό δωμάτιο σε ακούω. δεν κοιμάσαι. ακούω την έγνοια σου που ανοίγει την πόρτα του δωματίου όλο ανησυχία. δεν κοιμάσαι; πώς θα σηκωθείς το πρωί να πας για δουλειά; δεν μπορώ να κοιμηθώ. δεν μπορώ να κοιμηθώ πια. νομίζω πως η στάθμη του πατώματος του δωματίου μου έχει κατέβει κάπως. σκάβω τα πλακάκια. αλλά τι ψάχνω να βρω;

δυσκολεύομαι. έχω μια ανάκατη χαρά με θλίψη ομού με ένα ανακατεμένο στομάχι. κι έναν πόνο στο στέρνο. δεν μπορώ να πάρω βαθιά ανάσα. δυσκολεύομαι. δεν σηκώνω το τηλέφωνο σε κανένα φίλο. δεν θέλω κουβέντες. δεν μπορώ να μιλήσω. κλείνομαι μέσα μου. ο εαυτός μου ήταν πάντα η μοναδική μου άμυνα απέναντι στη σκληράδα. στην έλλειψη κατανόησης. στη σκόνη που προκαλούν οι κοινωνικές συναναστροφές. προχθές σου είπα να μου βρεις χαρτόκουτα. μα τι να τα κάνεις, νωρίς δεν είναι ακόμα; απόρησες. πρέπει να μαζέψω τα πράγματά μου, σου είπα. δεν μίλησες. μόνο το βράδυ μπήκες στο δωμάτιό μου και κοιτούσες τριγύρω. τι κοιτάζεις; τίποτα. έτσι να, κοιτάζω τη διακόσμηση. και κάπως σαν να είχες συγκινηθεί μου φάνηκε.

υπερβολικοί σε όλα μας σ’ αυτόν τον τόπο. κι εγώ πιο υπερβολική από την καμπύλη της υπερβολής που κάτι μας δείχνει στα μαθηματικά αλλά μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή. όμως ξέρω ότι ξέρεις. όμως νιώθω ότι καταλαβαίνεις. και τι θλίψη άραγε να κουβαλάς μέσα σου βλέποντας τα παιδιά σου να κάνουν τη διαδρομή σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι κουβαλώντας στην πλάτη χρόνια ολόκληρα διαβάσματος, κόπων, χαρτιά και πτυχία που όσο περνάνε τα χρόνια αντί να βαραίνουν γίνονται όλο και πιο ελαφριά, ίδια με τσιγαρόχαρτα. τώρα πια ίσα που αρκούν για να τα απλώσεις, να στρίψεις πάνω τους λίγο καπνό και να κάνεις ένα τσιγάρο μετάνοιας. και να αναλογιστείς τη ζωή που ζεις.

υπερβολικοί σε όλα μας. κι εγώ πιο συναισθηματική κι από ταινία του γαλλικού σινεμά. δεν θα κλάψεις, σου είπα. απαγορεύονται τα κλάματα. προστακτική έγκλιση. αλλά τι τα θες. οι εγκλίσεις ήταν μια απάτη, κύριε μπαμπινιώτη μου. θυμάμαι εκείνη τη φωτογραφία που ήσουν κοριτσάκι. έπαιρνες το πτυχίο σου από τα χέρια του μπαμπινιώτη. πόσο όμορφη ήσουν. μας εξαπάτησαν που λες οι ρημάδες οι εγκλίσεις. και γω τις είχα μάθει τόσο καλά. μπερδέψαμε την ευκτική με την προστακτική. κι ύστερα διαγράψαμε την οριστική και αποφασίσαμε να ζήσουμε βουτηγμένοι μέσα στην υποτακτική. υποταγμένοι. να, αυτά μου τρώνε το μυαλό. αυτά με εξοργίζουν και κάθε φορά που γυρνάω στο σπίτι ερείπιο βάζω τις φωνές. κλείσε την τηλεόραση, λένε όλοι ψέματα. είναι διορισμένοι υπάλληλοι. ολόκληρη η χώρα υπάλληλος του μπόμπολα. κι εγώ φυσικά. αυτά είναι που δεν αντέχω και αρχίζω να φωνάζω και να βρίζω. φυσιολογικό διάλογο δεν μπορώ να κάνω πια με κανέναν. στο νησί λένε αυτή που έρχεται ξέρουμε ποια είναι. αυτή που στα κείμενά της βρίζει. πώς να μείνω άπραγη; πώς να πηγαινοέρχομαι κάθε μέρα έχοντας αποδεχτεί ότι αυτή θα ‘ναι η ζωή μας πια. δεν μπορώ. το ξέρεις. εξεγείρομαι. είναι κι αυτός ο στίχος του καρούζου που παίζει μέσα μόνιμα στο κεφάλι μου σε επανάληψη τόσους μήνες τώρα. φεύγετε, να φεύγουμε, να αχρηστέψουμε τις πόλεις. προσωπικός εθνικός ύμνος. δεν αντέχω. κι ας μου λες πάντα ηρέμησε, κατέβασε τον τόνο της φωνής σου, μη φωνάζεις, χάνεις το δίκιο σου. ξέρω πως από μέσα σου συμφωνείς. ξέρω πως βράζεις από οργή για αυτό που ζούμε. αλλά βλέπεις, ο ρόλος σου είναι αυτός. πυροσβέστης. βρίσκεσαι σε διατεταγμένη υπηρεσία εδώ και τριάντα χρόνια. να σβήνεις φωτιές. να δίνεις κουράγιο. να ζωγραφίζεις ανύπαρκτες ελπίδες στον τοίχο του σαλονιού. να μην το βάζεις κάτω για να μην το βάλουμε κάτω κι εμείς. κι ας βρήκα καταχωνιασμένα σε μια γωνία της αποθήκης τα βιβλία σου. μαρξ και ένγκελς. κι ας δηλώνεις υπερήφανα πως είσαι κομμουνιστής. θυμάμαι μια φορά που είχες δει πάνω στο γραφείο μου ένα βιβλίο του μπακούνιν. μα, αυτός είναι αναρχικός, μου ‘πες και γέλασες συνωμοτικά. κι ας ξέρεις πως τα πράγματα πάνε κατά διαόλου. εσύ εκεί. να παλεύεις πάντα για το καλύτερο. να δείχνεις πάντα έναν δρόμο πιο φωτεινό που δεν ξέρουμε πού οδηγεί αλλά υπάρχει. το σπίτι μας ένα λιμάνι κι εσύ ο φάρος.

ξέρεις τι μου ‘πε το αφεντικό μου όταν του είπα πως θα φύγω μόνιμα για το νησί; οι άνθρωποι του νησιού σου είναι περιπετειώδεις. ωραίο πράγμα η περιπέτεια. ειδικά για μένα που ζω με το φόβο μήπως κάποια μέρα ξυπνήσω και είμαι ικανοποιημένη και δυστυχής. μήπως χαθώ στη βολεμένη καθημερινότητα. μήπως γίνουν σκόνη τα όνειρά μου. μήπως σταματήσω να αποζητάω κάτι, που δεν ξέρω και πού ούτε και θέλω να μάθω τι ακριβώς είναι.

σου απαγόρευσα το κλάμα αλλά τώρα πια δεν με νοιάζει για τα δάκρυά μου που τρέχουνε με αναίδεια. τώρα ξανάγινα το μικρό κοριτσάκι που ψάχνει το χέρι σου για να το κρατήσει σφιχτά και να διασχίσουμε το δρόμο μαζί. θυμάμαι που μου ‘λεγες πως όταν γεννήθηκα όλα μου τα δάχτυλα τυλίγονταν γύρω από το μικρό σου δάχτυλο. αντικειμενικά δεν ήμουν και πολύ όμορφο μωρό. αλλά εσύ με έλεγες ορτανσία. θα είμαι δυνατή λοιπόν. κόβω τον ομφάλιο λώρο και τον κάνω κολιέ στο λαιμό μου. περήφανο κόσμημα αγάπης για το ταξίδι μου. μαζί θα ΄μαστε παντού.

εμείς θα ζήσουμε, ρε.

κοιτάζω τον ουρανό καθώς ξημερώνει. έρχεται μια καινούρια μέρα και γω νιώθω μια άγρια χαρά που ακόμα δεν το ΄χω βάλει κάτω. και που πάω να δοκιμάσω το καινούριο. σε λίγο πρέπει να πάω για δουλειά. βλέπεις, θα δουλεύω μέχρι και την τελευταία μέρα. έτσι μου ‘μαθες. ότι ο αγώνας είναι αέναος. ότι η ζωή είναι βασανιστική. μου ‘μαθες να είμαι δυνατή. και θα είμαι. φύγαμε για το άγνωστο. το σαλόνι γεμάτο κούτες. όλη μου η ζωή πακεταρισμένη σε κιβώτια. αλλά μέσα μου ό,τι δεν κλείνεται σε κουτιά, δεν τυλίγεται με μονωτική ταινία, δεν ταξιδεύει με φορτωτική. μέσα μου όλα όσα μου έμαθες αυτά τα χρόνια. μέσα μου το βλέμμα σου και το χαμόγελό σου. μέσα μου η ευγνωμοσύνη. μόνο.

σ’ ευχαριστώ.

στους δύο Δασκάλους της ζωής μου,
τον Β. και τη Χ.

έτσι νυχτώνει στις αθήνες*

2271-620x

έτσι γίνεται πάντα. κάτι θα τύχει να ακούσω στο ραδιόφωνο κάποιο απόγευμα σχολώντας και ύστερα θα τρέξω στο σπίτι σαν την ηρωινομανή, να βρω το δίσκο, να περάσω το τραγούδι στο άι-ποντ, να το ακούσω –πόσα χρόνια περάσανε από την τελευταία φορά που το άκουσα, πότε είχα αγοράσει το σιντί, αλήθεια έχω χρόνια να αγοράσω δίσκο– να το ξανακούσω, να γράψω τους στίχους σε ένα κομμάτι χαρτί, ύστερα να περάσω τα δάχτυλά μου πάνω από το χαρτί, πάνω από τις λέξεις, πάνω από τους φθόγγους, να σβήσω τα κεφαλαία, να τονίσω τις λέξεις αλλιώς, να μπούνε μέσα μου οι στίχοι, να βγουν ύστερα από την έξοδο των ματιών αλμυροί, κι ύστερα να κλάψω, να κλείσω το κινητό, να κλείσω το παντζούρι, να ανάψω ένα δύο πέντε δέκα τριάντα τσιγάρα, να ακούω ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα, ένα ποίημα να μου στοιχειώσει το απόγευμα, τσιγάρα και αλμυρά υγρά τριγύρω στο σεντόνι μου, το μαξιλάρι σφιχτό όσο πρέπει για να παριστάνει το φίλο, ανοίγει η πόρτα διακριτικά, φοβισμένος ο πατέρας, τι συμβαίνει, τίποτα. τίποτα καινούριο δεν συμβαίνει. μα, κλαις κόρη μου. γι’ αυτό κλαίω. κι έτσι νυχτώνει στις αθήνες, έτσι βραδιάζει στις πάλαι ποτέ ορμητικές μας καρδιές, έτσι πέφτει η νύχτα στα μπαλκόνια μας, έτσι μαραίνονται οι γλάστρες μας, έτσι σβηστήκανε δια παντός τα σημεία στίξης από τα στομάχια μας -γράφω ό,τι μου κατέβει με το στομάχι και απαγγέλλω ποίηση με το συκώτι- έτσι γαμάει ο πειραιάς με το μαρινάκη βλαχοδημαρχαίο, έτσι λήξανε τα γάλατα στο ψυγείο και τώρα πια πίνουμε ληγμένα, τρώμε χημικά και ψαρεύουμε σόλες παπουτσιών στις θάλασσές μας. από ένα τραγούδι ξεκινήσανε όλα. ένα ποίημα παρακίνησε κάποτε το θεό να φτιάξει τον κόσμο. δύο μπορούν να φτιάξουν τον κόσμο όλο αφού κι ο κόσμος φτιάχτηκε από δύο, έλεγε κάπου ο λουντέμης, και δε νομίζω το υπονοούμενο να ‘ναι χριστιανικό, πιο πολύ ερωτικό μου ακούγεται.

λοιπόν το κορμί μου έγινε με τα χρόνια ένα μικρό δειλό φέρι μποτ. κάθε πρωί ανοίγει η μπουκαπόρτα. μπαίνουν μέσα πεζοί, λεωφορεία, ασφαλιστικά ταμεία, τραπεζοϋπάλληλοι, δικόγραφα, συγγενείς, έγγραφα Ε3, τρεις καφέδες στο χέρι ημερησίως, ένα περίπτερο, μια μάσκαρα, φωτογραφίες από το βερολίνο, το γιουσουρούμ του άσιμου και ένα τσιμπιδάκι φρυδιών. τη νύχτα όλοι αυτοί βγαίνουν από μέσα μου με ασκήσεις πανικού. ανάσες και τρόμος. μετά η μπουκαπόρτα πέφτει βαριά. τα μάτια μου κλείνουν ανεπίστρεπτα. το σώμα μου βουλιάζει κάτω από το δροσερό σεντόνι. όσο περνάει ο καιρός η μπουκαπόρτα δυσκολεύεται να ανοίξει το πρωί. οι δικές μου οι ρυτίδες δε φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. τα γεράματά μου κατέφτασαν λίαν προώρως και κατακάθισαν μέσα μου ύπουλα. κανείς δεν τα βλέπει. κανείς δεν τα νιώθει. τι ανάγκη έχεις εσύ. καμία ανάγκη δεν έχω. μόνο όνειρα. τι όνειρα; να περπατήσω πλάι σε ένα ποτάμι. να μυρίσω λίγο γιασεμί. να αυξήσω τη χωρητικότητα των πνευμόνων μου σε οξυγόνο. αυτά.

σε μισώ αθήνα. δεν μου φταις αλλά σε μισώ. πάνω σου περπατάνε αυτά τα μιάσματα με τα γαλανόλευκα κουρέλια, η παπάρια φυλή, τραβάτε ρε στις μανάδες του φύσσα και του σαχτζάτ, τραβάτε ρε γαμώ το έθνος σας και μην τους μιλήσετε, μόνο τολμήστε να σταθείτε απέναντί τους. δεν θα τα καταφέρετε. σε μισώ ρε αθήνα. οι τραγουδιστάδες από τα ριάλιτι βγαίνουν στις τηλεοράσεις βαμμένοι σαν γαλανόλευκοι ινδιάνοι και τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο στις ποδοσφαιρικές φιέστες και οι κόσμοι από κάτω χειροκροτάνε αφηνιασμένοι αντί να φτύνουν το έθνος. αντί να φτύνουν τη σημαία. αντί να ξερνάνε ελληνισμό. αντί να κατεβάζουν χριστοπαναγίες λίαν βυζαντινές και θεοσεβούμενες. οι υπουργοί μπαίνουνε μέσα στα μπουρδέλα και σέρνουν έξω γυναίκες οροθετικές τραβώντας τες από τα μαλλιά και κάτι λίγοι γραφικοί τολμάνε και μιλάνε, οι υπουργοί κάνουνε μηνύσεις -που δεν κατατίθενται ποτέ σε κανένα αστυνομικό τμήμα- στις εφημερίδες που τολμάνε να πούνε ότι οι μπάτσοι βασανίζουνε κόσμο σ’ αυτόν τον τόπο, μας απασχολεί πάρα πολύ που βρέχει λάσπη και σκονίζονται τα ακριβά και δανεικά μας αυτοκίνητα, τα κοινοβούλια κλείνουνε όποτε οι εξουσιαστές [δεν] έχουνε όρεξη για σεξ, ο κόσμος ψηφίζει όποιον έχει το καλύτερο σακίδιο στην πλάτη κι εγώ κατάντησα να λέω τα ίδια και τα ίδια κάθε λίγο και λιγάκι, επανάληψη μήτηρ πάσης αργίας ή κάπως έτσι τελωσπάντων, τις ξεχνάω τις παροιμίες και τις αναπληρώνω μόνη μου, κι ύστερα τις πετάω σε άσχετες συζητήσεις, άσχετες παροιμίες μεταξύ ασχέτων επιχειρημάτων ανάμεσα σε άσχετους συνομιλητές που δεν πρόκειται να συμφωνήσουν στον αιώνα τον άπαντα δικαιώνοντας όσους κυνικά και τρυφερά εξίσου ζήσανε μέσα σε πιθάρια χορταίνοντας με ηλιακή ενέργεια και ακονίζοντας μυαλά.

λοιπόν. μάνα. άκου. μην με ρωτήσεις πού πάω. δεν πάω στα καράβια. ξεκινώ ταξίδι. μην απορείς που παραληρώ. παραλήρημα είναι ολάκερη η ζωή μας, δεν το βλέπεις;

ξεκινώ ταξίδι μάνα και πατέρα. και έτσι μόνο θα ‘μαι πάντα εδώ.

ζωντανή.

εθελούσια έξοδος καρπών

rodipotamia-thumb-large

τη νύχτα ένα ρόδι έσπασε και γέμισε ο κόσμος μυρωδιά

 

*

να πονάνε άραγε τα δέντρα

όταν τους κόβουμε τους καρπούς;

 

τόσοι αιώνες επιστήμης

κι ακόμα δεν ανακαλύψαμε

πότε και πώς αιώνια θα ζήσουμε

 

αφήνοντας το ρόδι πάνω στη ροδιά;

κόβοντας βίαια τον καρπό από τη μάνα;

ή μήπως αφήνοντας το φρούτο μόνο του να αποφασίσει

πότε είναι η ώρα η ζωή του να τελειώσει;

 

ο πατέρας έκοψε το ρόδι

προσποιήθηκε πως δεν είδε τα δάκρυα της ροδιάς

θυμήθηκε το μακρινό καιρό της πείνας

τότε που οι ροδιές εκούσια χαμηλώναν τα κλαδιά τους

γιατί το θάνατο των ξένων των παιδιών δεν τον αντέχανε

 

κι αλήθεια πότε έρχεται άραγε το τέλος

όταν μένεις ακίνητος

ή μήπως όταν σε αγώνα μαραθώνιο τρέχεις

-ακόμα κι αν ο τελευταίος σου είναι-

γνωρίζοντας πως ο ιδρώτας σου

ζωή σε άλλους πια θα δώσει;

 

*

κάθε μικρό σπυρί από το ρόδι της νύχτας που μας πέρασε

να το μοιράσουμε σε νέους και παιδιά

ο κόσμος θα γεμίσει μυρωδιά και γεύση

οι νέοι θα θυμηθούν

οι γέροι θα ξεχάσουν

και οι ροδιές το κλάμα τους για πάντα θα μας χαρίσουν.

Αγρίμια κι Αγριμάκια μου

~τα σπηλιαράκια του βουνού είναι τα γονικά μας~

Πάνε χρόνια. Ας μην τα υπολογίσω καλύτερα. Όχι, όχι θα τα υπολογίσω. Πάνω από δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε.

Το χωριό βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού. Σηκώνεις το βλέμμα και βλέπεις παντού βουνά. Δεν έχεις άλλη επιλογή από το να γίνεις φίλος μαζί τους. Βγαίνεις στο μπαλκόνι του ετοιμόρροπου πατρικού σπιτιού και αναρωτιέσαι πώς έναν τόσο σκληρό τόπο ξεπετάχτηκαν άνθρωποι μέσα στη γλύκα και την ανθρωπιά. Τώρα πια μετράει γύρω στους 20 μόνιμους κατοίκους· μέσος όρος ηλικίας τα εβδομήντα. Η γριά νόνα πατάει φέτος τα εκατό. Το καταγάλανο βλέμμα της έχει τη σπιρτάδα των είκοσι χρόνων, η καρδιά της τη θλίψη των σαράντα. Στην ηλικία της πάντως δεν ταιριάζει. Δεν τη νοιάζει που δεν μπορεί πια να ανέβει πάνω στην καρυδιά για να μαζέψει τα καρύδια της, δεν λυπάται που δεν μπορεί να πάει στο χωράφι να ποτίσει τα ζαρζαβατικά της, την καίει που δεν μπορεί πια να χ ο ρ έ ψ ε ι. Ακόμα και με το πι σηκώνεται και ρίχνει τη γύρα της με έξι πόδια, αλλά δεν είναι πια το ίδιο. Αλλά ακόμα κι έτσι είναι η πρωταγωνίστρια του γλεντιού. Τραγουδάει με φωνή βραχνή που μαρτυράει τι φωνή είχε στα νιάτα της, απαγγέλει την Άλωση της Πόλης- ολόκληρη, ούτε στίχο δεν ξεχνάει- και αφιερώνει πάντα ένα τραγούδι στην εγγόνα της που να περιέχει το όνομά της. Εσύ να μην παντρευτείς μικρή, μου λέει. Εγώ δασκάλα ήθελα να γίνω και δεν με άφησαν. Με πάντρεψαν.

Στον εμφύλιο οι αντάρτες εφορμούσαν στο χωριό κι έκλεβαν ότι έβρισκαν. Από τότε η νόνα δεν τους ήθελε τους αριστερούς, και τι να κάνει που έστειλε το γιο στην Αθήνα να σπουδάσει κι αυτός γύρισε το πρώτο καλοκαίρι με τη σημαία της ΚΝΕ στον ώμο; Το κατάπιε κι αυτό. Και νάσου μετά τα εγγόνια, τα παιδιά του γιου, να της κάνουμε πλάκα, γιαγιά θα έρθουν οι κομμουνιστές και θα σου πάρουν το σπίτι και να δαγκώνει τα χείλη σχεδόν φοβισμένη, και να γελάμε αναίσθητα, δεν ζήσαμε βλέπεις το φόβο του τότε, δεν αντέχουμε καν να τον δικαιολογήσουμε, για μας τους μακρινούς αναγνώστες αυτής της ιστορίας είναι ξεκάθαρο ποιος ήταν τότε ο σωστός, μακριά παιδιά μου από πόλεμο, ο πόλεμος φέρνει πόνο κι ο πόνος θάνατο, συνέχιζε η νόνα, δυο παιδιά έχασα στην Κατοχή και ξέρω τι σας λέω, πάρε τώρα την πιο απλή και αληθινή ανάλυση του πολέμου, κανείς δεν έφταιγε μα όλοι ήμασταν λ ά θ ο ς.

Και φτάσαμε στο πέρυσι να της κάνουμε την ίδια πλάκα ενόψει εκλογών για να μας πει παιδιά μου έχετε δίκιο, άλλη λύση δεν υπάρχει τώρα πια.

Πριν μια δεκαπενταετία λοιπόν, ο πατέρας αποφάσισε να μας πάει εκδρομή. Αλλά τι εκδρομή. Όχι από κείνες με το αμάξι, που κουβαλάς μαζί σου ταπεράκι με κεφτέδες, ψυγείο με νερό, χυμό για τα παιδιά και μαγιό για ένα γρήγορο μπάνιο στη θάλασσα. Ανάβαση στο πιο ψηλό βουνό της περιοχής, ορειβασία τέσσερις ώρες για να ανέβεις και άλλες τέσσερις για να κατέβεις. Ανησυχούσε κάπως η μαμά, μακριά τα πας τα παιδιά, όχι έλεγε ο πατέρας, θα τους αρέσει, θα δεις.

Σηκωθήκαμε γύρω στις τέσσερις το ξημέρωμα. Αν σε βρει ο ήλιος την ώρα που ανεβαίνεις την πλαγιά ζήτω που πέθανες. Με βαρβάτο εξοπλισμό, παντελόνι, αρβύλες, καπέλο, γκλίτσες, παγουράκι με νερό- δεν χρειάζεται να κουβαλάμε νερό έλεγε ο πατέρας, στη διαδρομή θα βρούμε πολλές βρύσες φτιαγμένες από τους τσοπάνηδες- και ψωμοτύρι. Ενθουσιασμένοι εμείς, ρωτούσαμε αν θα δούμε ζώα, αλεπούδες, λαγούς- έχει ακόμα λύκους μπαμπά;– γεράκια, αετούς. Μην μιλάτε πολύ γιατί θα κουραστείτε, μας απαντούσε αινιγματικά. Αλλά ήταν μπαμπάς, οπότε ήξερε το σωστό. Αυθεντία από τις αγαπημένες που είδε μετά από χρόνια την αυθεντία του να γκρεμίζεται από τα ίδια του τα σπλάχνα που την πήγανε τουλάχιστον δέκα βήματα παρακάτω και ήταν ο πρώτος που σηκώθηκε και τα χειροκρότησε.

Ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε που λέτε και μαζί με μας ξεκίνησε και η κούραση. Ο πατέρας, μεγαλωμένος κυριολεκτικά πάνω σ’ αυτά τα κακοτράχαλα μέρη δεν καταλάβαινε χριστό. Μας εμείς, τα παιδιά της πόλης, που νομίζαμε ότι κούραση νιώθεις όταν παίζεις μπάσκετ, ανοίγαμε όλο και πιο συχνά το παγούρι για να ξεγελαστούμε. Κι ας μας έλεγε μην πίνετε πολύ νερό, θα διψάσετε περισσότερο. Μετά από καμιά ώρα πεζοπορίας κι ενώ είχαμε συνηθίσει κάπως την αίσθηση του κράτα με να σε κρατώ να ανεβούμε το βουνό, μας ανακοίνωσε ότι σε περίπου άλλη μία ώρα θα βρίσκαμε την πρώτη βρύση, όπου και θα καθόμασταν να φάμε κάτι και να ξεκουραστούμε. Αναπτερωθήκαμε ως έπρεπε και συνεχίσαμε, μέχρι που φτάσαμε στην πρώτη βρύση για να τη βρούμε ξεραμένη από καιρό και χωρίς καθόλου τρεχούμενο νερό. Δεν μας πείραξε πολύ- νερό είχαμε άλλωστε στα παγούρια μας- αλλά ο νους μας δεν πήγε καν στην απογοήτευση του πατέρα που κοιτούσε τις πλαγιές που άλλοτε έσφυζαν από ζωή και τώρα πια κατέρρεαν ερημωμένες. Κανένας δεν περνάει πια από δω. Εκείνη την ώρα, εκείνος συνειδητοποιούσε το τέλος μιας εποχής πολύ δύσκολης, πολύ φτωχής, μα και πολύ όμορφης. Αναρωτιόμουν πάντα πώς γίνεται να νοσταλγεί εκείνα τα χρόνια που ήταν μικρός, που έκλεβαν φρούτα από τα δέντρα του γείτονα λίγο για να φάνε αλλά πιο πολύ γιατί μέσα τους δεν τους φαινόταν έγκλημα αυτό που κάνανε, πες μου μπαμπά πού πήγες μετά το δημοτικό, τι γινόταν στο γυμνάσιο που πήγες σε άλλη πόλη, καλά ρε μπαμπά ποιος σας μαγείρευε να φάτε, δεκαπέντε χρονών παιδάκια και ήσασταν μόνα σας, μα πώς γίνεται αυτό το πράγμα;

Μικρή μου άρεσε να ακούω ιστορίες, τώρα μου αρέσει να τις γράφω.

Από τις τέσσερις-πέντε βρύσες που περιμέναμε να βρούμε στο δρόμο μας μόνο η μία είχε νερό τελικά, αλλά αυτό δεν ανέκοψε την πορεία μας προς τα πάνω. Πάρ’ το και γενικότερα αυτό αν θες, για τη ζωή σου ρε παιδί μου, μην σε σταματάει τίποτα, κάνε ό,τι γουστάρεις, είτε ανηφόρα είτε κατηφόρα είτε και τα δύο για ποικιλία, αλλά μην αφήνεις τίποτα να σε σταματάει.

Μετά από τέσσερις ώρες ανάβασης αρχίσαμε να βλέπουμε την κορυφή από μακριά. Τα παιδικά μάτια πέταξαν φλόγες. Φτάνουμε. Εδώ μια ιστορία για τον παππού που κάποτε είχε συναντήσει σ’ αυτό ακριβώς το σημείο έναν λύκο- πωπω και τι έκανε ο παππούς μπαμπά; κι ο λύκος πλάσμα της φύσης είναι παιδιά- μια ιστορία για έναν συγχωριανό που τον είχε χτυπήσει κεραυνός πάνω στο βουνό κι έμεινε στον τόπο, ένας άλλος που φοβόταν εδώ πάνω τα αστραπόβροντα και φώναζε βοήθησέ με παναγία μου γαμώ το χριστό μου, και με τα πολλά πατήσαμε στην κορυφή. Φωνές και γέλια, τι όμορφα που είναι δω πάνω, ο αέρας είναι ελαφρύς, μπαίνει μέσα στα πνευμόνια και τα ανταριάζει, μπαίνει μέσα στην ψυχή και την αλαφρώνει, νομίζω ποτέ δεν είχαμε ξανανιώσει έτσι, βγάλε με μια φωτογραφία όπως σ’ εκείνη την ταινία, I am the king of the world, όλα λουσμένα στο φως και στην ομορφιά, όλα ελεύθερα, όλα ελαφριά κι από μακριά το χωριό να μας κλείνει το μάτι συνωμοτικά.

Φυσικά η κατάβαση ήταν πολύ πιο δύσκολη από την ανάβαση. Τα πόδια μας, εξαντλημένα πια, δεν υπάκουαν στις εντολές μας, σχεδόν κουτρουβαλούσαμε στην πλαγιά- μωρέ καλά μας έλεγε ο πατέρας να κρατήσουμε δυνάμεις για το κατέβασμα- η κούραση είχε εξαπλωθεί σε όλο μας το κορμί αλλά τα μάτια έλαμπαν ακόμα· είχαμε αγγίξει την κορυφή. Κατεβαίνοντας, ο πατέρας σταμάτησε ξαφνικά. Ακούστε παιδιά. Φλογέρα. Ένας τσοπάνης καθόταν κάπου που δεν μπορούσαμε να τον δούμε. Ακούγαμε μόνο τη μελωδία που έβγαινε από τη φλογέρα του. Ήμασταν μικρά για να καταλάβουμε τη συγκίνησή του στο άκουσμα αυτής της μελωδίας, αλλά δεν ήμασταν μικρά για να τη νιώσουμε.

Κοντεύω τριάντα κι όταν ακούω φλογέρα κλαίω.

Φτάσαμε στο σπίτι εξαντλημένοι, η μαμά ήταν στο τσακ να αρχίσει να ανησυχεί, κινητά δεν υπήρχαν τότε φυσικά, αλλά και να υπήρχαν δεν υπήρχε σήμα, μόνο μετά από χρόνια ήρθε μια εταιρεία και αναβάθμισε το χωριό, κότσαρε πάνω σε έναν λόφο μια κεραία και μας είπε, τώρα μπορείτε να επικοινωνείτε, μια πανύψηλη, άσχημη κεραία που δεν έδεσε ποτέ με το τοπίο, φοβού τον πολιτισμό και δώρα φέροντα. 

Κοιμηθήκαμε για αρκετές ώρες και όταν ξυπνήσαμε η κούραση είχε πάρει δρόμο. Και δώστου να λέμε ιστορίες στη μαμά λες και πήγαμε στη χώρα των θαυμάτων, και είδαμε και αετό μαμά, αλήθεια, είχε κάτι τεράστια φτερά και πετούσε μόνος, σαν τον λούκι λουκ του ουρανού ήταν, και διψάσαμε λίγο αλλά δεν πειράζει, γιατί εκεί πάνω ο αέρας που φύσηξε μέσα μας ήταν αλλιώτικος, όχι σαν της Αθήνας, μύριζε διαφορετικά, πώς να στο πω, ήτανε μόνος του ο άνεμος εκεί πάνω αλλά δεν τον ένοιαζε.

Στο χωριό δεν είχα ποτέ τηλεόραση, ίντερνετ, παρέα, τίποτα. Όταν πηγαίναμε, άρπαζα τη γκλίτσα, έβαζα την αγαπημένη μου κασέτα στο γουόκμαν, φορούσα τα ακουστικά στα αυτιά και έφευγα. Περίπατος. Έβρισκα έναν μεγάλο βράχο, ανέβαινα πάνω, και είμαι σίγουρη ότι από μακριά φαίνονταν ευδιάκριτα τα σύννεφα των ονείρων μου να ξεπετάγονται από το κεφάλι μου και κόβουν τις δικές τους βόλτες στον ουρανό. Άσε που έβλεπα πάντα αστέρια τη νύχτα, αλλά δεν τα μετρούσα ποτέ, γιατί λέει όποιο παιδί μετράει τα άστρα βγάζει κάτι κόκκινα σημάδια στο χέρι του που δεν φεύγουν ποτέ. Και η πιο ακριβή στιγμή, τα βράδια του Αυγούστου, όταν έπεφτε το σκοτάδι, μέσα στην απόλυτη ησυχία με φώναζε ο πατέρας στο μπαλκόνι για να ακούσω το πιο όμορφο τραγούδι. Άκου, μου έλεγε. Τραγουδάει ο φίλος μας. Αηδόνι. Μόνο εκεί, σ’ αυτό το χωριό, σ’ αυτό το μπαλκόνι, μαζί με τον πατέρα, έχω ακούσει αηδόνι αληθινό. Κι ούτε που θέλω αλλού να ακούσω.

Πατέρα, τα αηδόνια δε μ’ αφήνουνε να κοιμηθώ· όπου κι αν βρίσκομαι.