sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: πατρίδα

γυναίκα πολύχρωμη, η

τη συνοδεύουν πάντα άνδρες άνω του ενός
περπατά και ξέρει
ξέρει σας λέω
της το ψιθύρισε ο καθρέφτης ο ολόσωμος του δωματίου της νωρίτερα
ξέρει πως τα πάντα γύρω από αυτήν φωτίζονται
έντονα ρούχα πολύχρωμα χείλη
κίτρινο φόρεμα
ώμοι έξω
ώμοι να κρυώνουν στο αγιάζι
χαλάλι

η παρέα κάθεται να φάει
το φαγητό της πάντα προσεγμένο
προσέχει το κορμί της δημοσίως
κι ας ξέρει πως η φύση την ευνόησε
δεν χρειάζεται να νοιαστεί
κι έτσι το βράδυ
όταν οι συνοδοί της ευγενικά στο κρεβάτι ανέγγιχτη την αποθέσουν
όταν ελεύθερη θα τυλιχτεί στης παγκόσμιας μοναξιάς της το μανδύα
θα βρει κρυμμένους θησαυρούς κάτω από το στρώμα της
και έμπλεη τύψεων
θα αφοσιωθεί στη μόνη ηδονή που η κοινωνία της ομορφιάς της επιτρέπει

ο σερβιτόρος πλησιάζει στο τραπέζι της παρέας
γέρνει ασφυκτικά πάνω απ’ το πλαστικό τραπεζομάντηλο
και με βλέμμα ίσιο στο στήθος της
της απαγγέλει τα φρέσκα της ημέρας πιάτα
εκείνη καμώνεται πως δεν καταλαβαίνει
συνήθισε και δέχτηκε τη μοίρα της
το στήθος της θα ‘ναι τα μάτια της
στη θέση των αληθινών ματιών της
της τοποθέτησαν πριν από χρόνια
δυο βέλη φωσφορίζοντα
κατεύθυνση νοτίως
διεύθυνση η επάρατη της ομορφιάς πατρίδα

όλοι εμείς που περάσαμε από δίπλα της μοιάζουμε τόσο με τη στάχτη
παραμερίστε πλάσματα της αλισίβας
κοντοζυγώνει το επί χρήμασιν ηλιοκαμένο δέρμα
είμαστε όλοι εμείς
οι γκρίζοι άνθρωποι που αδιάφορα σταθήκανε δίπλα σε τούτη την πολύχρωμη γυναίκα
που ειδικεύεται από τα γεννοφάσκια της
στην ανεπάγγελτη της ομορφιάς αλαζονεία

Advertisements

κι ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει

»Όταν έχω να κρίνω ανάμεσα σ’ ένα παιδί 15 χρόνων, που πετάει μολότωφ, κι έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό, που κρατάει πιστόλι, εγώ είμαι με το μέρος του παιδιού και όχι του αστυνομικού. Εκτιμώ βαθύτατα ένα παιδί που εξεγείρεται και βγαίνει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί, έστω κι αν υπερβάλλει, έστω και αν κρατάει μολότωφ. Και δεν εκτιμώ καθόλου έναν αστυνομικό που το πυροβολεί. Ό,τι και αν έχει γίνει, όπως και αν έχουν τα πράγματα, θεωρώ τραγικό λάθος την αθώωση του αστυνομικού. Και πολύ κακό μήνυμα, που στέλνουμε στα νέα αυτά παιδιά, το υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας μας, που δεν έχει ακόμη διαφθαρεί, όπως εμείς. »

[Ο Μάνος Χατζιδάκις εν έτει 1990 μιλά για τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Μιχάλη Καλτεζά από τον αστυνομικό Αθανάσιο Μελίστα. Εντωμεταξύ, εν έτει 2014 και κατά τη διάρκεια των απολογιών ενώπιον των ανακριτών των νεοναζί βουλευτών και μελών της εγκληματικής οργάνωσης που ευθύνεται για το θάνατο αθώων και για τα πογκρόμ κατά πολλών περισσότερων κάποιοι άνθρωποι συγκεντρώνονται έξω από το Εφετείο εν είδει διαμαρτυρίας για την προφυλάκιση των φασιστών.]

10470928_677407822329035_4363966819359641633_n

// τα παιδιά κάτω στον κάμπο δεν μιλάν με τον καιρό // ο δρόμος κλεισμένος πάλι από κλούβες // μόνο πέφτουν στα ποτάμια για να πιάσουν το σταυρό // χρυσοί σταυροί κρέμονται από τους λαιμούς // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγούν έναν τρελό // μπροστά μου ένα ανθρωπάκι // τον επνίγουν με τα χέρια και τον καίνε στο γυαλό // δολοφόνοι με ύφος αδικημένου πολίτη //

 // έλα κόρη της σελήνης κόρη του αυγερινού // εικοσάχρονα κορίτσια με μπλούζες πίτμπουλ // να χαρίσεις στα παιδιά μας λίγα χάδια του ουρανού // ο ουρανός προσπαθεί να κρυφτεί από τα σκοτάδια της λουκάρεως // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγάνε τους αστούς // αντί να τους κυνηγάμε εμείς μας σφάζουν αυτοί // πετσοκόβουν τα κεφάλια από εχθρούς και από πιστούς // υπολογίζω τα κρυμμένα μαχαίρια στις τσέπες //


// τα παιδιά κάτω στον κάμπο κόβουν δεντρολιβανιές //
μυρίζει θάνατο η πόλη των περιπολικών // και στολίζουν τα πηγάδια για να πέσουν μέσα οι νιες // περνάω ανάμεσά τους δεν σας φοβάμαι ρε // τα παιδιά μες τα χωράφια κοροϊδεύουν τον παπά // σας κοιτάζω όλους κατάματα // του φοράνε όλα τα άμφια και τον παν στην αγορά // μάτια άδεια τσιγάρα που δεν καίνε μυαλά που μυρίζουν στάχτη

// έλα κόρη της σελήνης έλα και άναψε φωτιά // πού πήγαν οι φλεγόμενες καρδιές μας // κοίτα τόσα παλληκάρια που κοιμούνται στη νυχτιά // ο παύλος και ο σεχτζάτ είναι αδέρφια μου // τα παιδιά δεν έχουν μνήμη τους προγόνους τους πουλούν // πατρίδα μου σε μισώ // και ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει γιατί ευθύς μελαγχολούν // ούτε φόβος ούτε θλίψη μόνο μίσος //

φωτογραφία: νιώσε

υπέρ παρτίδος

δον κιχώτης_2

ζω σε μια χώρα πάνλαμπρη στυγνή και δοξασμένη

οι κάτοικοι των πόλεων ξυπνάνε τους χειμώνες

ανάβουν τα τσιγάρα τους και κλαίνε ανυπαιτίως

στης νικοτίνης τη γιορτή ακάλεστοι σιμώνουν

 

και μη θαρρείς πως στα χωριά πιο όμορφα ξημερώνει

γιατί στον ανοιχτό ουρανό της φτώχειας νέφη φτάνουν

αν κάποιος πιο άνετα βιοί είν’ ίσως τα μουλάρια

άζευγα ανολοκλήρωτα και με το νου στο χόρτο

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια

 

οι άστεγοι των πόλεων γυρεύουν χαρακίρι

-μνημόνιο και μνημόσυνο ταυτόσημο και αχρείο-

μιμνήσκουν εποχές παλιές να ζήσουνε τις δόξες

όταν ο πλούσιος κι ο φτωχός αδερφικά πεθαίναν

 

στη χώρα μου την πάνλαμπρη που στέγνωσε κι εχάθη

οι άνθρωποί της βούτηξαν στου κέρματος τη λήθη

κι αναζητάνε τη χαρά σε ξηλωμένες τσέπες

λησμόνησε ο κόσμος πια τι είναι η ζωή η καθάρια

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια

 

και οι λίγοι που αρνηθήκανε ψυχές να εμπορευτούνε

κλειστήκαν στα λευκά κελιά του νου και του ονείρου

στων πόλεων τις στέγες που δεν έχουν κεραμίδια

κοιμήθηκαν υψώνοντας του τίποτα σημαίες

 

να τους περιγελάς λαέ τους νέους σου παρίες

κι ύστερα σε ταβέρνα εσύ τραγούδα τους καημούς σου

λαέ εσύ που δεν τολμάς στον ήλιο να φωνάξεις

κι έτσι ατελέσφορα έδωσες στο σκότος την πνοή σου

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια

στο γκισέ

index

 

να μάθεις να πλέκεις, μου είπε

να σκαρφαλώνεις με λίγη προσοχή πάνω στα πεύκα

πρόσεχε λίγο μόνο τα υγρά τους

-βλέπεις το πεύκο δεν είναι από κείνους που ‘χουν συνήθεια να κρύβονται-

να κόβεις ύστερα απαλά μια δυο βελόνες

το πεύκο δεν πονάει, μην σε ανησυχεί

για μοίρασμα τα έχει τα παιδιά του

 

έτοιμα τα σύνεργά σου

φτηνά και μαλακά

σαν τα τσιγάρα που καπνίζεις τις ημέρες που τελειώνει ο μισθός

γράφουν επάνω πως ο καρκίνος δεν πωλείται·

σας τον χαρίζουμε απλόχερα εμείς του κόσμου οι καινοί δημιουργοί

την ώρα που ρουφάς του μαλακού τσιγάρου τον καπνό

αναρωτιέσαι μήπως τελικά όντως πιο γρήγορα πεθάνεις

και πριν προλάβεις να ανταλλάξεις σκέψεις με το φόβο

πετιέσαι πάνω· τρέχεις μέχρι το περίπτερο

– θα στα χρωστάω μεθαύριο πληρώνομαι

– λυπάμαι ο θάνατος και τα λεφτά ζυγίζουνε βαριά

κομίζω νικοτίνες και λεφτά και ευθύνη για κηδείες καμιά δεν φέρω

αυθάδης ο περιπτεράς και με ενσυναίσθηση

*

λοιπόν τώρα που σου τα λέω αυτά

θυμήθηκα όταν ήμουνα παιδί

που με έστελνε ο πατέρας στο περίπτερο για τσιγάρα

κάπου διακόσιες δραχμές κοστίζανε νομίζω τότε

και μόλις έφτανα μπροστά στου περιπτέρου το γκισέ

ανέβαινα στις μύτες των ποδιών μου και ετοιμαζόμουνα για την απαγγελία

αλλά το ποίημα έκανε φτερά και εγώ τη μάρκα των τσιγάρων μόνιμα ξεχνούσα

μου έκανε πλάκα τότε ο περιπτεράς

έννοια σου και ξέρω εγώ τι μάρκα είναι ο καπνός που ο πατέρας σου φουμάρει

γελούσα και ο γκισές δεν μου φαινόταν πια τόσο ψηλός

και χάριζα απλόχερα ένα χαμόγελο ελλιπές

ε δεν θα μου λείπανε δυο τρία δόντια;

*

που λες, να μάθουμε να πλέκουμε προτείνω

με τις βελόνες απ’ τα πεύκα

και τα μαλλιά των πρώην μακρυμάλληδων φαντάρων

θα φτιάχνουμε μπλουζάκια και καπέλα

ολόμαλλα

θα τα χαρίζουμε σ’ όποιον αρνήθηκε τις ιδέες του να κόψει

και στης πατρίδος το πλευρό να κοιμηθεί

της χώρας μου οι αντιρρησίες να μην κρυώνουν πια

 

όχι, όχι παρεξήγησες·

δεν σου μιλάω για επιχείρηση

αν θέλεις επιχείρηση γίνε περιπτεράς

 

εγώ ονειρεύομαι πως χαμηλώνουν οι γκισέδες

εγώ ονειρεύομαι πώς χαμηλώνουν οι γκισέδες

 

και πως τα πεύκα κάποτε την ακαμψία της πατρίδος θα νικήσουν

και πώς τα πεύκα κάποτε την ακαμψία της πατρίδος θα νικήσουν