sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: πεθαίνω

ηλίου σκοτεινότερη

ηλίου σκοτεινότερη

βρήκα σήμερα ένα υπόστεγο
η ηλιοφάνεια του νησιού με ζάλισε
χρειάζομαι λίγο το σκοτάδι πάλι
να μην με βλέπεις
να μην σε νιώθω
να μην μας ακούνε

ακυρώνω τις αισθήσεις

την ώρα που καφεΐνη και ενοχές κουτρουβαλάνε ολοταχώς
προς την κεντρική της καρδιάς αρτηρία
εκεί έξω οι εχθροί μαχαιρώνουν τους ανθρώπους μου
μα τι λέω
δεν έχω δικούς μου ανθρώπους
ίσως και να ‘χα κάποτε

ενοχή και καφεΐνη
κλίμα εορταστικόν

ήθελα να σου πω
πως το μόνο υπόστεγο της ζωής μας
έγινε πια η αδικία

τι το ‘θελα να ακυρώσω τις αισθήσεις
απόμεινα μόνη

έχω έναν λυγμό που τρεμοπαίζει
στην πρώτη διακοπή ρεύματος θα έχω πεθάνει
και την ώρα της εξέγερσης του έρωτα
θα είναι πλέον αργά για να αναστηθώ

κοιτάζω έξω
παρεισφρύω μέσα στο απέναντι κομμωτήριο
καταπίνω μονομιάς όλες τις βαφές για τα μαλλιά
γίνομαι ολόκληρη μωβ

μωβ με ωμέγα το χρώμα του πένθους
μοβ με όμικρον το χρώμα του πάσχα
πάσχα πέρασμα ψαλμός θάνατος

ψέματα ψέματα
δεν έχω τίποτα να σου πω
έχω μόνο ένα βλέμμα
εκεί τα ‘χω κλείσει όλα τώρα πια

άρνηση απόρριψη πόνος ηδονή

συνομιλητές μου κάτι σεισμόπληκτα βλέφαρα
μα ο διάλογος απέβη άκαρπος
στέρφα ωορρηξία
έμβρυα χωρίς βλέφαρα
αίμα που στάζει από τα μάτια
γέννα άνευ μαιευτήρος

η ζωή δεν θα ξανακυλήσει
οι μέρες θα κουτρουβαλάνε
οι νύχτες θα διαρκούν τέσσερα έτη φωτός εκάστη
τα σπίτια θα χτίζονται από καφεΐνη

ο κόσμος μας άλλαξε
κι εμείς παραμείναμε αμετακίνητοι και βίαιοι
νόθα τέκνα του ιωσήφ βησσαριόνοβιτς τζουγκασβίλι
μεγαλωμένα στο πλευρό του λεφ νταβίντοβιτς μπρονστέιν
με δέος παριστάμενοι παρά πόδα του πιοτρ αλεξέγιεβιτς κροπότκιν
κλείσαμε την ελευθεριότητα μέσα σε κούπες από καφέ
και βαφτίσαμε ελευθερία το μειδίαμα

καφεΐνη και ενοχή
εορταστικόν κλίμα

το μελάνι μου τελειώνει
και το υπόστεγο κοντεύει να λιώσει πια
και τίποτα τίποτα δεν σου είπα ακόμη
έχασα τις λέξεις μου κάπου στη διαδρομή
από την πρωτεύουσα στην επαρχία

θα εναποθέσω ένα ζευγάρι βλέμματα
κάτω από αυτό το ετοιμόρροπο από τον ήλιο υπόστεγο
κι ύστερα θα αναδυθώ ανάμεσα από τα δύο σύμπαντα
εκείνα που μας ξεχώρισαν από όλους τους άλλους
εκείνα τα ίδια σύμπαντα που μας χώρισαν για πάντα

το ξέρω πως δεν θα με αναζητήσεις
άλλωστε όπου κι αν κοιτάξεις
ο ήλιος θα ‘ναι πάντα εδώ
κι εγώ θα σε φωτίζω ες αεί
αιώνια ξαναγεννημένη
από τις δικές σου στάχτες

Advertisements

ένας δεύτερος χριστός*

βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που κανείς ποτέ δεν τον κατάλαβε γιατί όλοι τον μισούσαν για όλα αυτά που ποτέ δεν θα κατάφερναν να νιώσουν βαθιά μέσα τους γιατί έτσι φτιαχτήκαμε οι άνθρωποι να διακοσμούμε δήθεν ευφυώς σπίτια να οδηγάμε αμάξια να αλείφουμε το κορμί μας με αισθησιακά λάδια να πεταρίζουμε τα βλέφαρα να καυλώνουμε με το γυμνό στήθος της γειτόνισσας να ονειρευόμαστε ψηλοτάβανα σπίτια μα ποτέ καλύβια με πάτωμα που κρύβει λαγούμια που σε οδηγούν στον πυρήνα της γης και από κει στα μύχια της καρδιάς αχ η καρδιά πολύπαθη και άτυχη αλλά πιο δυνατή από τις λιπόψυχες καρδιές ημών των υγιών βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που ετοιμάζεται για τη μάχη εδώ και σαράντα χρόνια όλα έτοιμα σας λέω τα παντελόνια με τις πλαϊνές τσέπες τα μαχαίρια τα βιβλία τα συνθήματα όλα έτοιμα ανέκαθεν και η μάχη δεν ήρθε ποτέ γιατί προτιμήσαμε να σπείρουμε τον κάμπο με βιολογική σοδειά που κοστίζει ένα και μισό μεροκάματο το βαζάκι παρά να χώσουμε το αλέτρι βαθιά μέσα στη γη να πληγώσουμε το χώμα για να σπείρουμε ιδέες και ύστερα περήφανα να θερίσουμε τη θύελλα του σοσιαλισμού βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που τον περιγελάσανε τον μισήσανε τον λατρέψανε και τον σκοτώσανε μόνο και μόνο για να τους επιβεβαιώσει το αναστάσιμο ψέμα του χριστιανισμού εδώ που φτάσαμε σύντροφοι νομίζω πως μόνο ο εξιστορητής της ιστορίας του ξεροκέφαλου κεμάλ θα μείνει στο τέλος ζωντανός για να μας πει κατ’ επανάληψη πως ο κόσμος ο διαβολικά πλασμένος αυτός κόσμος θα προχωράει πάντα με φωτιά και με μαχαίρι και κείνος τα ‘χε όλα έτοιμα και το μαχαίρι και τη φωτιά αλλά του ‘πανε να κάτσει σε μιαν άκρη και να κοιτάζει τη ζωή να κυλάει αργόσυρτα σε μιαν επαρχία βρώμικη γεμάτη γραμματείς και φαρισαίους θέλησε να διδάξει και να διδαχτεί μα ο κόσμος άλλαξε βιαίως και τώρα πια τους χριστούς δεν τους σταυρώνουν τώρα πια τους επαναστάτες των πιο άδειων καιρών της υφηλίου τους κρατάνε ζωντανούς δια της βίας με μηχανήματα με τη γλώσσα κομμένη και τα χέρια δεμένα με κοινωνικές συμβάσεις τι θα πει ο κόσμος το χωριό η πόλη η μάνα ο πατέρας ο τριτοξάδελφος ιούδας έτσι τώρα πια ζούνε οι χριστοί σύντροφοι ζωντανοί μα μέσα τους νεκροί για πάντα και οι μαγδαληνές τα ξεπουλήσανε όλα δώσανε σας λέω ακόμα και τα σημεία στίξης στους ρωμαίους συγκλητικούς μόνο και μόνο για να ξαναδούνε το χριστό τους να ανασαίνει και πλύνανε τα πόδια όλων των ανελεύθερων αφεντικών και γονατίσανε και ικετέψανε όλους τους αντιεισαγγελείς του κρατιδίου μόνο και μόνο γιατί μια μέρα ένα αστέρι τους οδήγησε σε μια φάτνη που γεννιότανε κάτι που αργότερα οι ανιστόρητοι το είπανε αγάπη αλλά τα δάκρυα της κάθε χαμογελαστής πουτάνας δεν αρκούνε πια σύντροφοι για να ξεπλύνουνε τη δυσωδία του καθωσπρεπισμού και φοβάμαι τόσο πολύ ότι ο κάμπος δεν θα πάρει φωτιά ποτέ γιατί οι εμπρηστές φυλακιστήκανε εκουσίως σε τύπου δ΄ φυλακές και μεις θα μείνουμε δω πάντα σκυφτοί πάντα σκελετωμένοι πάντα ανίεροι πάντα να προσδοκούμε το πέρασμα από τη νεκρά θάλασσα και πάντα να πεθαίνουμε ατελέσφοροι

*τσαφ

νάιν, δάσκαλε

1779294_10203532044556620_1418356629904746154_n

ο ιωάννης μεταξάς είπε ένα όχι που δεν ήταν όχι αλλά δεν ήταν ναι αλλά ήταν νάιν και ταυτόχρονα ήταν ναι δάσκαλε γιατί δεν μας πήγες ποτέ παρακάτω μετά τι έγινε στη ρημάδα τη χώρα αύριο παρέλαση παιδιά μου μη φορέσετε κοντές φούστες και τακούνια σεβαστείτε τη μέρα εθνική αντίσταση αλβανία βουνά ήρωες ήρωες έλλη τορπιλίζω πες μας δάσκαλε για τη μακρόνησο πες μας για το βασανιστήριο με τη γάτα και το σακί δάσκαλε μήπως ο παππούς σου έκανε διακοπές στο μακρονήσι πες μας δάσκαλε για το μετά ποιος πήρε την εξουσία μετά την απελευθέρωση και γιατί εγώ δάσκαλε τους αγαπάω τους γερμανούς όλους τους αγαπάω και ο πατέρας μου λέει ξέρεις παιδί μου τι σημαίνει σύνορο ένα βουνό από τη μία γεννήθηκες εσύ από την άλλη εγώ τίποτα δεν έχουμε να χωρίσουμε αγαπάω τους λαούς και μισώ όσο τίποτα τους φασίστες δάσκαλε προχώρα την ιστορία παρακάτω μίλα για τη βάρκιζα επιτέλους μιλήστε βγάλτε τις κουκούλες δάσκαλε μας κυβερνάνε από τότε οι ίδιοι και ποτέ δεν απελευθερωθήκαμε ποτέ μιλήστε πότε είδαμε ελευθερία εδώ κάτω πότε ανασάναμε μας ταΐσανε τόσα χρόνια με αλατισμένα ψέματα και χαθήκαμε χάσαμε την αλήθεια μας και την ουσία μας γιατί παρελαύνουμε ρε δασκαλάκο τι γιορτάζουμε σταθείτε προσοχή περνάνε τα στρατά γυρίστε τα κεφάλια στην εξέδρα παπάδες και ένστολοι πάνω σε μια εξέδρα να απαιτούν σεβασμό ταξίδι στο ιράν ράσα παντού ράσα και στολές μερικοί θέλουνε να ξαναφέρουνε το βασιλιά δάσκαλε μ’ ακούς άραγε ή έφυγες από την αίθουσα να πάμε περίπατο πάνω στο γράμμο να δούμε τα κορμιά που χαθήκανε από τα κανόνια του σκόμπι να αγγίξουμε τους ήρωες να συλλέξουμε τα κόκκαλά τους να κλάψουμε για το θάνατο κάθε ιδέας κάθε ελευθερίας ο μπελογιάννης ζει ρε δάσκαλε γοργόνα θα γίνω και θα ρωτώ τους ναυτικούς κι ύστερα κολυμπώντας από το λαύριο μέχρι το μακρονήσι εκεί να κοιτάξουμε τον ήλιο να πέφτει πάνω στη θάλασσα κι από κει όλα τα γελαστά παιδιά που σκοτώσανε οι φασίστες να ζωντανέψουνε άκου με κι εμένα δάσκαλε και μην με λες ακραία σκοτώσανε τον πέτρουλα ρε δάσκαλε να θα σε πάω και στα χρόνια σου σκοτώσανε τον τεμπονέρα σε πήρε ο λαμπράκης σε πήρε η λευτεριά να έλα και στα χρόνια μου δασκαλάκο που σου κόψανε το μισθό στα δύο σαν αρνίσιο μπούτι μη μιλάς άλλο θα σου μιλήσω για τον αλέξη θα σου κλάψω για τον παύλο θα σου μιλήσω για τα δάκρυα της γενιάς μου δάσκαλε παντού φασίστες κι εσύ μας έφερες εδώ να μας πεις για το όχι ρε δάσκαλε και ότι δήθεν των εχθρών τα φουσάτα περάσαν άκου με παντού φασίστες σου λέω παντού εξέδρες με επίσημους τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ η ελλάς στο γύψο ποτέ δεν έδεσε το γλυκό συμπαράσταση λαέ πού είσαι λαέ πού πήγες δάσκαλε τι δουλειά έχουμε εμείς εδώ πού πάμε πορεία προς το βίτσι ο γοργοπόταμος ανατινάχθηκε και έπεσε και μας πλάκωσε η γέφυρα τίποτα τίποτα δάσκαλε δεν έχω τίποτα να σου πω μην μου δίνεις σημασία μάλλον δεν μπορώ να προσαρμοστώ και εξάλλου όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει δάσκαλε

πετ σοπ

στέκομαι και τα κοιτάζω
μου μιλάνε
το τζάμι στέκεται εχθρικά ανάμεσά μας
− αλήθεια πόσοι από σας γνωρίζετε τη γλώσσα των κωφαλάλων −
σκαρφαλώνουν στα κατ’ ευφημισμόν παιχνίδια
που όντα του είδους μου κατασκεύασαν

πάντα νευρίαζα με το ουδέτερο γένος που δίνουν τα όντα του είδους μου
σε όποιον δεν μπορούν να φτάσουν αναφωνώντας όμφακες εισίν
− κι αυτό χωρίς να ξέρουν γρι αρχαία σανσκριτικά −
αλλά πού ξέρεις τελικά ίσως να ‘ναι το πιο αμερόληπτο των γενών
μια φούσκα φτιαγμένη από φτηνό σαπούνι η αμεροληψία
εμένα να ακούτε
που ονειρεύτηκα τη δικαιοσύνη και σπούδασα την κενότητα

δεν παίζουν καλά το ρόλο τους είναι θλιμμένα
και κανείς δεν θα θέλει αύριο το πρωί να τα αγοράσει
ζούμε όλοι σε γυάλινες βιτρίνες και πεθαίνουμε σε τζαμένιες φυλακές
αλλά πριν πεθάνω να προλάβω τούτο να σας πω
η ουσία της κοινωνίας που φτιάξαμε όλη κλεισμένη
στο βλέμμα ενός σκύλου που αργοπεθαίνει στη βιτρίνα
ενός πετ σοπ το σούρουπο μιας κυριακής

ευπώλητον

IMG_1157

στον τόπο μου γεννηθήκαμε απάτριδες και άκληροι
κάποτε θερίσαμε τα στάχυα μας και τα κάναμε σπαθιά
ύστερα στρέψαμε τα στάχινα σπαθιά μας το ένα εναντίον του άλλου

στον τόπο μου γεννηθήκαμε κάποτε ελεύθεροι
ζήσαμε προδομένοι
και θα πεθάνουμε σαν αζήτητα εμπορεύματα
σε τιμή ευκαιρίας πουλημένα

κι αυτό τώρα πια λέγεται ζωή

διάολε, φύγε από μπροστά μου, μου κρύβεις το θεό*

1236633_10201028339805566_456309227_n

Δεν πιστεύω στα όνειρα. Έχω εκπαιδεύσει τα όνειρά μου να πιστεύουν αυτά σε μένα.

Σήμερα, την τελευταία νύχτα του χρόνου -σύμφωνα πάντα με τον ανθρώπινο τρόπο μέτρησής του- είδα περίεργα όνειρα.

Το πρωί πετάχτηκα από το κρεβάτι ακούγοντας το κουδούνι. Άκουσα δύο κορίτσια να λένε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς στον πατέρα μου. Σκέφτηκα πως τα κάλαντα αυτής της μέρας μου αρέσουν πιότερο από τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Η αλήθεια είναι πάντως, πως ποτέ δεν κατάλαβα τους στίχους τους. Κρυφοκοίταξα από τη γωνιά του δωματίου μου και άκουσα τον πατέρα μου να λέει στα παιδιά πως δεν έχει ψιλά, οπότε προτείνει να τους δώσει ένα εικοσάρικο και να του δώσουν πίσω είκοσι-πέντε ευρώ σε ψιλά. Ακολούθησε το γάργαρο γέλιο των κοριτσιών· μα δεν έχουμε τόσα λεφτά πάνω μας! Ο πατέρας μου ανταπέδωσε το γέλιο. Τους έδωσε μερικά ψιλά και τους ευχήθηκε καλή χρονιά και καλή πρόοδο. Αιώνιος δάσκαλος. Κρυφογελούσα όσο ντυνόμουν να πάω για δουλειά.

Μα πού το βρίσκει το κέφι για πλάκα πάντα; Μάλλον εκεί που το χάνω εγώ. Πάντα.

// Στο πρώτο όνειρο δύο γυναίκες αστυνομικοί στάθηκαν έξω από το παράθυρο του σπιτιού μας και με πυροβόλησαν όχι μία αλλά τέσσερις φορές ενώ ο πατέρας μου προσπαθούσε να με σώσει. Δεν έμαθα ποτέ αν πέθανα. Κάπως έτσι πρέπει να είναι ο θάνατος. Δεν είσαι εκεί για να τον νιώσεις. Πεθαίνεις για τους ζωντανούς. Αλλά πού πάνε οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν; Και είναι άραγε το ίδιο να πεθαίνεις και το ίδιο να σε σκοτώνουν; Όπως και να ‘χει. Χρόνια πολλά, Χάρε. Χρόνια καλά, Μαρμαρένια Αλώνια. //

Κατήντησα πιο γραφική κι από το χιονοδρομικό κέντρο του Χελμού. Ο κόσμος μου εύχεται καλή χρονιά κι εγώ αντεύχομαι καλό κουράγιο. Η γιαγιά μου που διανύει το εκατοστόν έτος της ζωής της σίγουρα απαντάει πιο αισιόδοξα από μένα. Η φίλη μου η χοντρούλα με πήρε τηλέφωνο τα Χριστούγεννα για να μου ευχηθεί φοβόταν την αντίδρασή μου.

«- Χρόνια πολλά σίνε λέγκε, καλά Χριστούγεννα!

– Ρε δε μας παρατάς κι εσύ και τα Χριστούγεννα και ο Χριστός σου;

– Ρε σίνε λέγκε, ούτε καν σήμερα δε δίνεις μια άφεση αμαρτιών στον κόσμο που θέλει να βγει έξω, να διασκεδάσει, να μεθύσει, να παίξει χαρτιά;

– Όταν όλος ο κόσμος καίγεται, εμείς χτενιζόμαστε χοντρούλα. Η σκέψη μου με τους που δεν έχουν τόπο. Ούτε ελπίδα. Ούτε ζωή. Ούτε απόψε, ούτε αύριο.»

// Στο δεύτερο όνειρό μου ήρθε κάποιος από τα παλιά. Από τα πολύ παλιά. Από τα παιδικά, πολύχρωμα χρόνια. Κάποιος που με όρους ανθρώπινης κουλτούρας δε ζει πια. Ήρθε, κάθισε δίπλα μου, με αγκάλιασε και με ρώτησε τι κάνω. Του χαμογέλασα. Αισθάνθηκα ευτυχία που τον ξαναβρίσκω μετά από πολύ καιρό. Ξαναζωντάνεψε. Ή ίσως να ξαναζωντάνεψα εγώ. Τα χαμόγελα στα όνειρά μας διαρκούν πολύ περισσότερο από ό,τι στον ξύπνιο μας. Το χαμόγελο αυτού του ονείρου με συνοδεύει ακόμα και τώρα, δέκα ώρες μετά. Σ’ ευχαριστώ που ήρθες. //

Στο νησί μου σήμερα ο κόσμος εύχεται καλή αποκοπή.

Η αποκοπή είναι μία έννοια πολυσήμαντη και αόριστη.

Στο νησί μου γενικώς -και συγχωρέστε μου τη χρήση κτητικών αντωνυμιών, δεν το εννοώ στ’ αλήθεια ότι κατέχω κάτι- μας λένε τρελούς. Όπως ο ζωντανός λέει τον πεθαμένο νεκρό γιατί αλλιώς δεν μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο, έτσι και οι δήθεν λογικοί μας λένε τρελούς γιατί τους φαινόμαστε κομματάκι νεραϊδοπαρμένοι, ανεξήγητοι, ζαβολιάρηδες. Το ξέρετε φυσικά πως η λέξη ζαβολιά ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων με τη λέξη διάβολος, έτσι δεν είναι;

Σας τρομάζει η λέξη διάβολος όσο σας ερεθίζει η λέξη θεός. Αλλά το δίφραγκο έχει πάντα δύο πλευρές. Κι αν δεν μπορείτε να αποδεχθείτε πως μπορείτε να είσαστε εσείς οι θεοί της ζωής σας, τότε θα πρέπει να χωνέψετε πως ούτε διάβολοι μπορείτε να είστε. Ας παραμείνετε πάντα μέτριοι. Χρυσοποίκιλτες μετριότητες που αναμένουν το μάννα εξ ουρανού, πατάνε στη γη και ονειρεύονται να πετάξουν μόνο όταν πεθάνουν και γίνουν άγγελοι.

Εμένα πάντως οι άγγελοι με τρομάζουν λίγο γιατί είναι λέει άφυλοι. Και άμα είσαι άφυλος -τουτέστιν δεν έχεις γεννητικά όργανα- δεν μπορείς να κάνεις έρωτα. Και όχι μόνο δεν μπορείς να κάνεις έρωτα, αλλά δεν έχεις καν την επιθυμία για τον έρωτα. Τώρα αν εσάς αυτό σας ακούγεται παραδεισένιο, εμένα μου φαντάζει αληθινή κόλαση.

Όπως καταλαβαίνετε, κάνω τα πάντα για τον αφορισμό μου, γιατί εγώ κάθε καλοκαίρι που πατάω το πόδι μου στο νησί πλησιάζω με ανατριχίλα το άγαλμα του Αντρίκου και χαϊδεύω με τα ακροδάχτυλα το κρύο υλικό. Κι ύστερα κάθομαι και του μιλάω. Του λέω τα νέα του χειμώνα που πέρασε, αν και συνήθως τα ξέρει από πριν.

Σίγουρα παίζει δάχτυλος της Ασφάλειας και κάπου εδώ κολλάει και το αποψινό μου όνειρο με τις μπατσίνες που με πυροβολούσαν με μένος. Αλλά για κάποιον λόγο δεν ένιωθα πόνο.

Στα όνειρα δεν πονάς.

Τα εκπαιδευμένα να πιστεύουν σε μένα όνειρά μου έκαναν απόψε για λογαριασμό μου τον απολογισμό της χρονιάς.

Ζωντανέψτε τους νεκρούς σας και τα πεθαμένα από καιρό όνειρά σας. Αφήστε τα να ζήσουν μέσα από σας.

Ας μην ξεχάσουμε.

Κανέναν.

Καλή αποκοπή, σύντροφοι.

*στίχος από το Αιρετικό του Γιάννη Αγγελάκα