sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: ποτάμι

κώστα μ’ τα χιόνια λιώσανε

θέλω να χτίσω ένα σπίτι. θέλω να χτίσω ένα σπίτι σ’ αυτόν τον τόπο. τούβλο το τούβλο να τσιμεντώσω δυο δωμάτια, να ριζώσουνε σ’ αυτά τα χώματα. θα πάρω κι ένα καρύδι από τα δέντρα της γιαγιάς κάτω στο ποτάμι και θα το ρίξω στη μικρή μου αυλή. θα το πατήσω με το παπούτσι μου να σφηνωθεί μέσα στο χώμα. κι ύστερα θα φυτρώσει έξω απ’ το παράθυρό μου ένα δέντρο που θα γεννήσει καρύδια γλυκά, βγαλμένα από τα έντεκά μου χρόνια. θέλω να χτίσω ένα σπίτι στον τόπο σου πατέρα. να βγαίνω τη νύχτα στην αυλή και να ρίχνομαι με το κεφάλι στις βουνοκορφές. να μην φοβάμαι πια τους τόπους τους χλοερούς. να περιμένω να λιώσει το χιόνι από τις λευκές κορφές τριγύρω, να το βλέπω να κατρακυλάει τις άνοιξες στις πλαγιές και μετά να λούζω τα μαλλιά μου με το παγωμένο καθάριο νερό. να βγαίνω το ξημέρωμα στην αυλή και να βρίζω τους χριστιανικούς θεούς. να βάζω κάθε σούρουπο φωτιά στα μνήματα πέρα στο νεκροταφείο για να ζεσταθούν τα κόκαλά μου. κι ύστερα κλαίγοντας να σέρνω έναν χορό βαρύ, αργόσυρτο, παλληκαρήσιο. με το κεφάλι ψηλά και με το βλέμμα χαμηλωμένο να θυμάμαι όσους θάψαμε σ’ αυτά τα χώματα τα πέτρινα. να τραγουδάω βροντερά τα τραγούδια της γιαγιάς και απ’ το κλάμα μου να ξαναγεννιούνται τα αηδόνια. θέλω να χτίσω ένα σπίτι εδώ. να κλοτσάω αναίσχυντα κάτω στο λαγκάδι τα ξύλινα κουτιά που μας περιμένουν όλους στο τέλος της διαδρομής και οι νεκροί οι δικοί να μην πεθαίνουνε ποτέ. να ανθίζουν πριν την ώρα τους οι τριανταφυλλιές στο παρτέρι και να λάμπει από ζωή το πατρογονικό μας σπίτι. χρειάζομαι μιαν αυλή εδώ πατέρα. θέλω να φυτέψω μια κληματαριά που θα κρατάει την κάψα του αυγούστου για μήνες δεκατρείς. μια κληματαριά που θα με κρύβει από την αδιακρισία του ουρανού. θέλω να χτίσω ένα σπίτι. θέλω να σπιτώσω τη συγκίνηση. να θεριέψω τη θέλησή μου για ζωή. να στείλω στον αγύριστο το θάνατο. το θάνατο που συνεχίζει να ‘ναι τόσο αμετανόητος. το θάνατο που τολμάει και παίρνει μαζί του την έκφραση των προσώπων μας και μας αφήνει γυμνούς και ανέκφραστους να μπούμε μέσα στη γη. θέλω να χτίσω ένα σπίτι εδώ. να κρεμάσω στην εξώπορτα μια πινακίδα ανορθόγραφη που θα λέει πως εδώ ουκ έστιν πόνος πια. κι έτσι να ζήσω. νικήτρια με παράσημα όλες μου τις ήττες. αιώνια έφηβη με ρυτίδες γέλιου και πόνου και οργής και κλάματος. βλάσφημη ενώπιον θεού και ιερωμένων. ζωῄ τον θάνατο πατήσασα. θέλω να χτίσω ένα σπίτι γεμάτο στίχους και νότες εδώ. κι αυτούς που φύγανε να τους κρατήσω ζωντανούς στις μνήμες μας για πάντα.

 

γιαγιά τα χιόνια λιώσανε

εις μνήμην

Advertisements

ad hominem

«να φτύσω μέσα με θυμό που οι νέες εποχές
με κάνουνε να μοιάζω με κρετίνο»

θaνάσης παπακωνσταντίνου

κλειδαμπαρώνω τη θάλασσα
δεσποινίς νεοφώτιστη ετών γηραιών
περίκλειστη από άψυχα μυαλά

ο παράλογος ερμής εναπόθεσε ειρηνικά
αποβραδίς στην πόρτα μου
το ψυχρό μήνυμα του πολέμου

άκουσα τον αντίλαλο της φωνής μου
από τον άλλο κόσμο
και πρέπει να πω σε σας
τους πολιτισμένα θρήσκους
τους ζεστά ντυμένους
τους ειρηνικά υποταγμένους
πως ο άλλος κόσμος δεν υπάρχει

άκου ερμή
έμαθα να γεννιέμαι εν ειρήνη
και να πεθαίνω εν πολέμω

άκου ανθρωπότητα
δεν επιθυμώ ούτε ένα τίμιο δάκρυ σου

άκου κυρία των γηραιών ετών και πάντων δήθεν των λαών
στα σύνορά σου οι θάλασσες ξερνούν ποτάμια αίμα

άκου κι εσύ που δήθεν γράφεις με λυγμό
πως ήμουν μόλις εν σοφία τριών ετών

πού ξεχειμωνιάζουν οι γλάροι;

«κυρίες και κύριοι, είναι πλέον φανερό πως οδεύουμε προς την πλήρη και αληθή παράνοια»
οι αθεράπευτοι ιατροί

είσαι ο θόρυβος της εξάτμισης
το μηχανάκι έχει φτάσει στην οδό πρωτοπαπαδάκη
στέκομαι στην πλατεία κυψέλης μα ακόμα σε ακούω
εκτελέσαμε τον πρωτοπαπαδάκη
για να διδαχτούμε ύστερα έναν τάχα αδιάφορο συνωστισμό

είμαι το χέρι που διπλώνεις κάτω από το κεφάλι
τις ώρες που κοιμάσαι
μουδιασμένη είμαι
είμαι ακόμα η ουρά έξω από το κοινωνικό ιατρείο

χτίσαμε ένα παλάτι αόρατο για τους πολλούς
δεν βάλαμε κλειδαριά
για να ‘χουνε κάπου οι γλάροι να ξεχειμωνιάζουν
κι ύστερα έγινα ύλη
θέλησα ένα παλάτι από τσιμέντο
μου αντιμίλησες ένα παλάτι από βλέμματα

είσαι η αγκαλιά που δεν χωρά να κλείσει ένα ποτάμι
κι ας θέλει το ποτάμι για πάντα μαζί σου να μείνει
είσαι ακόμα το ψέμα στην αλήθεια της οθόνης

ψάχνω κλειδιά και μάτια
βρίσκω ρίζες και βλέφαρα
οι ουρές στα κοινωνικά ιατρεία όλο και μακραίνουν
τα παγόνια στο παλάτι όλο και ανασαίνουν
η πολιτεία αναγνώρισε το ρεμπέτικο ως ποίηση
μα οι βαποράδες πέθαναν άνεργοι

οι κιθάρες έχουν πια έντεκα χορδές
τα βιολιά παίζουν μόνο με την άκρη του ματιού
η μάτση χατζηλαζάρου συνομιλεί με τον σεβάχ
για τον στεριανό έρωτα

ζω πια εξόριστη στη ζάτουνα
απ’ όταν αγαπήθηκα με ένα άγγιγμα στρατιωτικό
ο έρωτας είναι το ψέμα
που διαλύει την αλήθεια της αδιαφορίας

χημικό φαινόμενο ο έρωτας
φυσικό φαινόμενο ο χωρισμός

κυψέλη,
την εποχή της ανόθευτης γοητείας
της παράνοιας

zurückgegangen

θα ξανάρθουμε μια μέρα εδώ μαζί

στο ίδιο χώμα θα πατήσουμε και πάλι

θα πλημμυρίσουν με υγρασίες τα χωράφια των φτωχών

οι προλετάριοι θα δρέψουν τους καρπούς τους

οι γιοι και οι κόρες τους να μην πεινάνε πια

 

θα ξαναρθώ μια μέρα εδώ λίαν συντόμως

εδώ στον τόπο που γέννησε και τη δική σου τέχνη

καράβι μαυροκόκκινο παντιέρα θα ανεμίζει

η φτώχεια μου θα κελαηδά μονάχη της τα βράδια

κι εγώ θα ζω απ’ τις φωνές των ορεινών πουλιών

 

θα ξανάρθουμε πάλι εδώ στη γη του οδυσσέα

θα σβήνονται τα αστέρια από ντροπή

και θα ανθίζουν οι ροδιές με κοραλλένια φρούτα

θα είναι οι μέρες άυπνες κι οι νύχτες σκεπασμένες

κλινοσκεπάσματα υγρά· ο τόπος διψασμένος

 

τότε θα ξαναρθείς κι εσύ μαζί μου εδώ

στη γη που αναζητούσε αέναα να σπάει ρίζες

το μέλλον και ο αόριστος στήσανε ήδη το χορό

βιολιά κιθάρες τσίπουρο ζητάνε συνοδεία

να μπούμε στο γαϊτάνι τους πιασμένοι χέρι χέρι

 

σου ‘πα ποτέ πως το νησί σαλεύει πότε πότε;

πως οι άνθρωποι φοβήθηκαν και στήσανε επιστήμη

κι ονοματίσαν το φαινόμενο τάχα να το ξορκίσουν;

μα οι εγκέλαδοι δεν ήρθανε για να μπουν σε βιβλία

εντός μας γίνονται οι σεισμοί εντός μας και οι πλημμύρες

 

θα ξανάρθουμε σύντομα εδώ· μ’ ακούς ή έχεις φύγει;

θα κατεβούμε ανηφοριές και θα γλυστράν τα φύκια

θα σκάψουμε τη γη βαθιά να βρούμε σταλακτίτες

να μάθουμε επιτέλους από πού πηγάζουν τα ποτάμια

και θα νικήσουμε όποιον πάλεψε τα μάτια μας να υγράνει

 

θα ξαναρθούμε σύντροφε, πατέρα και εραστή μου

αγκαλιασμένοι αδάκρυτοι και πάντα βουρκωμένοι

δρόμο θα ανοίξουμε στις λίμνες που γέρασαν προώρως

νερά και στάχτες και φωτιές που καίνε τις πληγές μας

θα ξαναρθούμε σύντροφε, πατέρα και θεέ μου

υδρογόνο δύο οξυγόνο

14437_1232769894263_1284504_n

 

γρήγορα μαζευτείτε γύρω από τη φωτιά
η φλόγα θα ζεστάνει τα λόγω έξης αποστεωμένα σας μυαλά
σιμώστε να σας πω ένα μυστικό
γνωστό βεβαίως από καταβολής της γραμμικής γραφής

*

λοιπόν οι άνθρωποι όταν γεννήθηκαν ήξεραν να αγαπάνε
μετά η αγάπη λησμονήθηκε σαν εραστής της νιότης
από τη γέννα ως το θάνατο παλεύεις για να θυμηθείς
τι ήταν αυτό που δάσκαλοι και αρχόντοι και εχθροί
στη λήθη σε ανάγκασαν για πάντα να το θάψεις

ξέρετε
όλοι μας κουβαλάμε πάνω στην πλάτη μας ένα νησί
– κάθε ψυχή και Αμοργός, αγαπημένε ποιητή –
ψάχνουμε όρμο για να απασφαλίσουμε
να ρίξουμε μέσα του με φόρα το νησί μας
τη νέα προσωπική μας γεωγραφία για να φτιάξουμε

υπήρξε κάποτε ένας άνθρωπος
– περίγελως σύμφωνα με τη γειτονιά –
που ανέβηκε ψηλά στα χιόνια
ύστερα έσκαψε βαθιά στα ορυχεία
κατόπιν αντέστρεψε τα νερά των ποταμών
στο τέλος βούτηξε στη λάβα του βεζούβιου
έψαχνε βλέπεις για κείνο το λιμάνι
έναν κολπίσκο πράσινο για το δικό του το νησί

κάποτε έφτασε σε μια πόλη γκρίζα, άχαρη και ξένη
– μα πού ακούστηκε λιμάνι ατόφιο ανάμεσα σε όρη –
ασφυκτιούσε εξαρχής· ξεκίνησε να φύγει
ξάφνου σταμάτησε άφωνος
εκεί πάνω στα γκρίζα πεζοδρόμια της πόλης των ενστόλων πλεονασμάτων
εκεί που ράμπες για τους ονειροπόλους
κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να βάλει
μια νύχτα άρχισε ένας χείμαρρος ορμητικός να τρέχει

την άλλη μέρα τα εξώφυλλα κατηγορούσαν τους δημάρχους
– πέσαμε βλέπεις σε περίοδο ακραίας ψηφοθηρίας –
πως τάχα χωματουργικώς δεν φρόντισαν την πόλη
να θάψουνε πολύ βαθιά τα αιώνια ποτάμια
να μην τα ξαναδούν οι άνθρωποι
να μην τα ξαναγγίξουν
μην τύχει κι ίσως θυμηθούν τον αιώνιο προορισμό τους

μα εκείνο το ποτάμι αντέδρασε και δήλωσε παρόν
– και μέλλον και παντοτινό –
κι έτσι ο ήρωάς μας πήρε απόφαση γενναία
τη γεωγραφία της ζωής του πλάι σε κοίτη ποταμού να ζωγραφίσει
ίσως να σάστισε λιγάκι μόνο στην αρχή
πώς ζωγραφίζεις άραγε
και πώς κοιμάσαι
πλάι σε κάτι που αενάως κινείται;
ύστερα βέβαια κατάλαβε πως
η κίνηση είναι η ίδια η ζωή
πως στην αβεβαιότητα γεννιέται η σιγουριά

αν ψάχνεις την αθανασία
μες σε βιβλία Φυσικής είναι γραμμένη
αρχή διατήρησης ενέργειας και πάθους και ιδεών

*

τώρα που ζεσταθήκατε ξέρετε πια για τα καλά
γιατί στις πόλεις τα ποτάμια θάφτηκαν βαθιά μέσα στο χώμα
οι δυστυχείς και αμνήμονες χτίζουνε πόλεις φαντασμάτων
όπου κι αν είστε πάντα να ψάχνετε για το νερό
να σας ξεπλένει τη φθορά
να σας θυμίζει την αλήθεια
να σας στερεί τη σιγουριά
και να σας ζωντανεύει