sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: Πρωτοχρονιά

ρεβεγιόν, ο/η

%cf%81%ce%b5%ce%b2%ce%b5%ce%b3%ce%b9%cf%8c%ce%bd-%ce%bf%ce%b7

χαλάνδρι, 31.12.2016

να οργανωθούμε πρέπει κάπως

ώρα συνάντησης σημείο εκκίνησης είδος ποτού

σ’ ένα κατάστημα εστίασης θα αποφασίσουμε

πώς οι επόμενοι δώδεκα μήνες της ζωής μας θα κυλήσουν

συντονιστείτε με χαμόγελο και διάθεση ελάτου γιορτινή

τι ώρα θα βαφτούνε νύχια θα χτενιστούν μαλλιά

πώς θα τσακίσει του πουκάμισου ο γιακάς

κόκκινα τα χείλη να μου βάψεις και μαύρα γυαλιστερά τα βλέφαρα

καλησπέρα σας, πόσο κοστίζει το στριφογύρισμα λαιμών;

κι αν των ετών το μέτρημα επίπλαστα δημιουργήθηκε

εγώ με τον ανθρώπινο πολιτισμό μέρες αγάπης δεν θα συγκρουστώ

μόνο την ώρα που στριμώχνετε φιλανθρωπίες έρωτες

μέθη χορό και αποφάσεις για μια νέα αρχή

μια πράξη μαθηματική θα σας εκλιπαρήσω απόψε μαζί να κάνουμε

από τη νέα όμορφη χρονιά έξω ας τραβήξουμε

μια μόνο εκατονταετία

και τώρα

πριν κατσαρώσουν τα μαλλιά μας

προτού το ουίσκι ξέφρενα αρχίσουμε

ελάτε ομού να θυμηθούμε πριν από εκατό ακριβώς πρωτοχρονιές

έναν οχτώβρη κόκκινο που άλλαξε τον κόσμο

σε σπίτι μπολσεβίκου ελάτε να κάνουμε το ρεβεγιόν

πρωτοχρονιά λευκή φτωχή και παγωμένη τιμή και δόξα εις τον τσάρον

 

****

 

κουρσκ, 31.12.1916

βάστα φαμίλια γιατί έρχεται του άλικου η χρονιά

θα πολεμήσουμε με θάρρος και θα φτάσουμε ως έξω απ’ το παλάτι

θα μοιραστούμε αίμα, χρυσό, βασιλικούς περίβολους και αχρηστοσύνης τιάρες

και το κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας απ’ την αρχή θα ξαναγράψουμε

κι όταν η απληστία μας σε αποτυχία πλήρη μας οδηγήσει

ίσως ακόμα κι έναν ολόκληρο αιώνα ύστερα από μας

μας θυμηθούν οι νέες των επαναστατών γενιές

που θα ‘χουνε για χρόνια από τους εξουσιαστές τους υποφέρει

και θα ‘χουνε το δίχως άλλο για τα λάθη μας βαθιά μετανοήσει

κι ίσως ποιος ξέρει τότε ξανά του κεφαλαίου η σελίδα να γυρίσει

 

****

 

χαλάνδρι, 31.12.2016

γι’ αυτό σας λέω

προτού απόψε οι δήμαρχοι με τεχνητά αστέρια τους ουρανίσκους μας γεμίσουν

πριν οι από πόλεμο κάθε είδους κυνηγημένοι

με χνώτο γράψουν τις ευχές τους στον αέρα

προτού χορέψουμε για να ξεχάσουμε χρέη απλήρωτα και όνειρα ανεδαφικά

ας ανακηρυχθούμε επιτέλους ως οι νέοι της ιστορίας κολασμένοι

κι ελάτε ανεπίσημα ντυμένοι και δικαίως με τον κόσμο εξοργισμένοι

να διεκδικήσουμε μιαν εκατονταετία μετά

όλα εκείνα που γεννηθήκαμε για να μας ανήκουν

και εντίμως ύστερα να τα μοιράσουμε στ’ αδέρφια μας απανταχού στη γη

τούτη τη νέα, όμορφη, άλικη, της δικαίωσης χρονιά

 

Advertisements

ρεκβivere

kalavrita-ereipia

οδηγώ στην αριστερή λωρίδα
όσο πιο αριστερά τόσο πιο καλά
έτσι μου λέει το ένστικτό μου
μα κάνουν λάθος τα ένστικτα ερωτηματικό
η ταμπέλα γράφει έξοδος προς θριάσιο
μα πού το ξανάδα αυτό
διερώτηση
α ναι η πράξη θανάτου που κουβαλάω μαζί μου
γράφει τόπος θανάτου θριάσιο ίδρυμα ή κάπως έτσι
για να πιστοποιήσεις την απραξία του θανάτου
απαιτείται πράξη
αγκαλιάζω την ειρωνεία για το ρεβεγιόν
όχι όχι γαλλικά δεν ξέρω γρι
ρεβεγιόν μπορεί να είναι ένα φαγητό
ή μια πόλη ή ένα κρασί ή μια γιορτή
οδηγώ αριστερά
ο κ μου λέει να μην τρέχω τόσο
τι να θέλω άραγε να προλάβω
χθες τη νύχτα δεν κοιμήθηκα είχα δυσφορία
τον ξανάδα στον ύπνο μου
πώς γίνεται να βλέπω όνειρα ξύπνια
τον βλέπω συχνά να χαμογελάει όχι σε μένα
να χαμογελάει στο σύμπαν έτσι έκανε όσο ζούσε
φτάνω στην επαρχιακή πόλη
πολύ πριν γίνει θέρετρο για τζιπ ήταν πόλη μαρτυρική
πόλη του θανάτου και της λευτεριάς
μπαίνω σε μια έκθεση ζωγραφικής με θέμα το ολοκαύτωμα
παντού γυναίκες να κλαίνε
μου καρφώνεται στο μυαλό ένας πίνακας
ένα άσπρο πουκάμισο επί ξύλου κρεμάμενο
με έναν κόκκινο λεκέ στο μέρος της καρδιάς
κι από πίσω ατάκτως γραμμένα
όλα τα ονόματα των δολοφονημένων της θηριωδίας
τίτλος του έργου κάτι σχετικό με τη μνήμη
μνήμη όπως μνήμα
μνήμη όπως μνημόνιο
μνήμη όπως άνυδρο κλάμα
μπαίνω στο ειρηνοδικείο
άκου εκεί ειρηνοδικείο
δηλαδή για να καταλάβεις δικάζει με γνώμονα την ειρήνη
δηλαδή για να συναισθανθείς δικάζει με στόχο την κοινωνική ειρήνη
εκεί θα πλειστηριάζονται τα σπίτια σας στα ειρηνοδικεία του πολέμου
εκεί μέσα θα ρίχνουν τις ναπάλμ
οι άλφαμπανκ και οι γιούρομπανκ και άπασες οι εις μπανκ λήγουσες
και εκεί θα λιποθυμάς όταν θα ανακηρύσσεσαι σε μη συνεργάσιμο
και ταυτόχρονα άστεγο γιατί ο καπιταλισμός δεν αστειεύεται σύντροφοι
ειρηνοδικείο που λες και όχι ούτε τώρα θα βάλω στίξεως σημεία
καλημέρα σας για μια αποποίηση ήρθα
ποιος ο αποθανών
κανένας ήθελα να της πω
αλλά έξω ένα πουλί τιτίβιζε και μπερδεύτηκα κάπως
με το θράσος της φύσης που συνεχίζει να ζει κι ας πεθαίνουμε εμείς
και της αποκάλυψα το όνομά του
έχετε πράξη θανάτου ναι μάλιστα έχω πέθανε στα σίγουρα
και όλα πολύ απλά και πολύ εορταστικά
σφραγίδες και υπογραφές και καλές χρονιές
και η ειρωνεία πουλί περιπλανώμενο
να ίπταται πάνω από τα κεφάλια μας
πώς να γιορτάζει άραγε την πρωτοχρονιά
ο πρώτος των υπουργών άλλως ο πρωθυπουργός
when you look at yourself do you see what i see
if you do why the fuck are you looking at me
ο ν τις προάλλες μου είπε ότι φοβάται ότι είμαστε λόγια μόνο λόγια
και στο τέλος θα κρεμαστούμε από τα γραπτά μας για να τελειώνουμε
για τη νέα χρονιά φοβάμαι μήπως στερέψω από έμπνευση
και από οργή και από εμμονές
όχι τις εμμονές μου θα τις κρατήσω καλά φυλαγμένες μέσα μου
θα τις κάνω φρούριο και θα ζήσω εκεί μέσα
θα γράφω πάντα τα ίδια και τα ίδια
μέχρι που ούτε κι εγώ η ίδια να μην με διαβάζω
έξω από το μουσείο η προτομή του πετμεζά
σκουντουφλάω πάνω στα τζιπ αλλά δεν γρατζουνίζονται καν
μόνο η μνήμη μου γρατζουνίζεται
εκατομμύρια έτη φωτός πριν
δημοτικό σχολείο τα μισά μου μαλλιά πιασμένα ψηλά με φιόγκο
απαγγέλω ποίημα για τον πλάτανο της λεφτεριάς
διαβάτη εδώ σε τούτο το πλατάνι φωτήλας ζαΐμης πετμεζάς
κι ο γέρος του μωριά εκάμαν το συμβούλιο τους να ιδούμε λεφτεριά
γεράσαμε πριν να ζήσουμε μόνη μόνη πολύ μόνη
βαρέθηκαν να με ακούνε να λέω τα ίδια και τα ίδια
κι έτσι τώρα περπατάω στο δρόμο και παραμιλάω
αλλά μπορεί να μιλάω και στα δέντρα ή στις γάτες ποτέ δεν ξέρεις
ψάχνω τις τσέπες μου μπας και βρω ένα κόμμα ή μια τελεία
κάπου να ξαποστάσω να ακουμπήσω σε μιαν άνω τελεία τουλάχιστον
αλλά ξέμεινα έδωσα τα τελευταία μου σημεία στίξης σε έναν λαχειοπώλη
για να πάρω το πρωτοχρονιάτικο που κληρώνει αύριο
γιατί κάπως πρέπει να χτιστεί και το γήπεδο της αεκ ρε συντρόφια
και εξάλλου εγώ μεγάλωσα δίπλα στα γήπεδα της αεκ και του απόλλωνα
και μόλις ακούσω περιγραφή ποδοσφαιρικού αγώνα από σπίκερ
ή έστω τη μουσική της αθλητικής κυριακής
παθαίνω δεκαεφτά καταθλίψεις
και πρέπει να φάω πέντε σοκολάτες για να συνέλθω
τι σου έλεγα α ναι
λοιπόν αποφάσισα εγώ τη χρονιά δεν θα την αλλάξω αύριο
δεν είμαι έτοιμη να την αφήσω ακόμα
ίσως σε κανά μήνα να μπορέσω να την αποχαιρετήσω
έτσι κάνω με όλα και κυρίως με τους νεκρούς
τους τοποθετώ σε έναν δικό μου χωροχρόνο
και δεν τους αποχαιρετώ ποτέ
νομίζω πως δεν θέλω κάτι άλλο να πω γιατρέ μου για σήμερα
γιατί έπεσε το ζάχαρό μου και θέλω κάτι γλυκό πάλι
ούτε μισό δόντι δεν θα μου μείνει στο τέλος
και άντε να τρέχεις να πουλάς νεφρά για να βάζεις εμφυτεύματα μετά
έξοδα πολλά έξοδα αλλά προς το παρόν όλα καλά
έχω δυο νεφρά δυο πνευμόνια δέκα δάχτυλα
δυο μάτια άπειρα δάκρυα ανάλατα
και μια μόνο μια μόνο γαμημένη ζωή
που όχι ρε συντρόφια
δεν σκοπεύω να την πετάξω σε δαύτους
αμαχητί

διάολε, φύγε από μπροστά μου, μου κρύβεις το θεό*

1236633_10201028339805566_456309227_n

Δεν πιστεύω στα όνειρα. Έχω εκπαιδεύσει τα όνειρά μου να πιστεύουν αυτά σε μένα.

Σήμερα, την τελευταία νύχτα του χρόνου -σύμφωνα πάντα με τον ανθρώπινο τρόπο μέτρησής του- είδα περίεργα όνειρα.

Το πρωί πετάχτηκα από το κρεβάτι ακούγοντας το κουδούνι. Άκουσα δύο κορίτσια να λένε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς στον πατέρα μου. Σκέφτηκα πως τα κάλαντα αυτής της μέρας μου αρέσουν πιότερο από τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Η αλήθεια είναι πάντως, πως ποτέ δεν κατάλαβα τους στίχους τους. Κρυφοκοίταξα από τη γωνιά του δωματίου μου και άκουσα τον πατέρα μου να λέει στα παιδιά πως δεν έχει ψιλά, οπότε προτείνει να τους δώσει ένα εικοσάρικο και να του δώσουν πίσω είκοσι-πέντε ευρώ σε ψιλά. Ακολούθησε το γάργαρο γέλιο των κοριτσιών· μα δεν έχουμε τόσα λεφτά πάνω μας! Ο πατέρας μου ανταπέδωσε το γέλιο. Τους έδωσε μερικά ψιλά και τους ευχήθηκε καλή χρονιά και καλή πρόοδο. Αιώνιος δάσκαλος. Κρυφογελούσα όσο ντυνόμουν να πάω για δουλειά.

Μα πού το βρίσκει το κέφι για πλάκα πάντα; Μάλλον εκεί που το χάνω εγώ. Πάντα.

// Στο πρώτο όνειρο δύο γυναίκες αστυνομικοί στάθηκαν έξω από το παράθυρο του σπιτιού μας και με πυροβόλησαν όχι μία αλλά τέσσερις φορές ενώ ο πατέρας μου προσπαθούσε να με σώσει. Δεν έμαθα ποτέ αν πέθανα. Κάπως έτσι πρέπει να είναι ο θάνατος. Δεν είσαι εκεί για να τον νιώσεις. Πεθαίνεις για τους ζωντανούς. Αλλά πού πάνε οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν; Και είναι άραγε το ίδιο να πεθαίνεις και το ίδιο να σε σκοτώνουν; Όπως και να ‘χει. Χρόνια πολλά, Χάρε. Χρόνια καλά, Μαρμαρένια Αλώνια. //

Κατήντησα πιο γραφική κι από το χιονοδρομικό κέντρο του Χελμού. Ο κόσμος μου εύχεται καλή χρονιά κι εγώ αντεύχομαι καλό κουράγιο. Η γιαγιά μου που διανύει το εκατοστόν έτος της ζωής της σίγουρα απαντάει πιο αισιόδοξα από μένα. Η φίλη μου η χοντρούλα με πήρε τηλέφωνο τα Χριστούγεννα για να μου ευχηθεί φοβόταν την αντίδρασή μου.

«- Χρόνια πολλά σίνε λέγκε, καλά Χριστούγεννα!

– Ρε δε μας παρατάς κι εσύ και τα Χριστούγεννα και ο Χριστός σου;

– Ρε σίνε λέγκε, ούτε καν σήμερα δε δίνεις μια άφεση αμαρτιών στον κόσμο που θέλει να βγει έξω, να διασκεδάσει, να μεθύσει, να παίξει χαρτιά;

– Όταν όλος ο κόσμος καίγεται, εμείς χτενιζόμαστε χοντρούλα. Η σκέψη μου με τους που δεν έχουν τόπο. Ούτε ελπίδα. Ούτε ζωή. Ούτε απόψε, ούτε αύριο.»

// Στο δεύτερο όνειρό μου ήρθε κάποιος από τα παλιά. Από τα πολύ παλιά. Από τα παιδικά, πολύχρωμα χρόνια. Κάποιος που με όρους ανθρώπινης κουλτούρας δε ζει πια. Ήρθε, κάθισε δίπλα μου, με αγκάλιασε και με ρώτησε τι κάνω. Του χαμογέλασα. Αισθάνθηκα ευτυχία που τον ξαναβρίσκω μετά από πολύ καιρό. Ξαναζωντάνεψε. Ή ίσως να ξαναζωντάνεψα εγώ. Τα χαμόγελα στα όνειρά μας διαρκούν πολύ περισσότερο από ό,τι στον ξύπνιο μας. Το χαμόγελο αυτού του ονείρου με συνοδεύει ακόμα και τώρα, δέκα ώρες μετά. Σ’ ευχαριστώ που ήρθες. //

Στο νησί μου σήμερα ο κόσμος εύχεται καλή αποκοπή.

Η αποκοπή είναι μία έννοια πολυσήμαντη και αόριστη.

Στο νησί μου γενικώς -και συγχωρέστε μου τη χρήση κτητικών αντωνυμιών, δεν το εννοώ στ’ αλήθεια ότι κατέχω κάτι- μας λένε τρελούς. Όπως ο ζωντανός λέει τον πεθαμένο νεκρό γιατί αλλιώς δεν μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο, έτσι και οι δήθεν λογικοί μας λένε τρελούς γιατί τους φαινόμαστε κομματάκι νεραϊδοπαρμένοι, ανεξήγητοι, ζαβολιάρηδες. Το ξέρετε φυσικά πως η λέξη ζαβολιά ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων με τη λέξη διάβολος, έτσι δεν είναι;

Σας τρομάζει η λέξη διάβολος όσο σας ερεθίζει η λέξη θεός. Αλλά το δίφραγκο έχει πάντα δύο πλευρές. Κι αν δεν μπορείτε να αποδεχθείτε πως μπορείτε να είσαστε εσείς οι θεοί της ζωής σας, τότε θα πρέπει να χωνέψετε πως ούτε διάβολοι μπορείτε να είστε. Ας παραμείνετε πάντα μέτριοι. Χρυσοποίκιλτες μετριότητες που αναμένουν το μάννα εξ ουρανού, πατάνε στη γη και ονειρεύονται να πετάξουν μόνο όταν πεθάνουν και γίνουν άγγελοι.

Εμένα πάντως οι άγγελοι με τρομάζουν λίγο γιατί είναι λέει άφυλοι. Και άμα είσαι άφυλος -τουτέστιν δεν έχεις γεννητικά όργανα- δεν μπορείς να κάνεις έρωτα. Και όχι μόνο δεν μπορείς να κάνεις έρωτα, αλλά δεν έχεις καν την επιθυμία για τον έρωτα. Τώρα αν εσάς αυτό σας ακούγεται παραδεισένιο, εμένα μου φαντάζει αληθινή κόλαση.

Όπως καταλαβαίνετε, κάνω τα πάντα για τον αφορισμό μου, γιατί εγώ κάθε καλοκαίρι που πατάω το πόδι μου στο νησί πλησιάζω με ανατριχίλα το άγαλμα του Αντρίκου και χαϊδεύω με τα ακροδάχτυλα το κρύο υλικό. Κι ύστερα κάθομαι και του μιλάω. Του λέω τα νέα του χειμώνα που πέρασε, αν και συνήθως τα ξέρει από πριν.

Σίγουρα παίζει δάχτυλος της Ασφάλειας και κάπου εδώ κολλάει και το αποψινό μου όνειρο με τις μπατσίνες που με πυροβολούσαν με μένος. Αλλά για κάποιον λόγο δεν ένιωθα πόνο.

Στα όνειρα δεν πονάς.

Τα εκπαιδευμένα να πιστεύουν σε μένα όνειρά μου έκαναν απόψε για λογαριασμό μου τον απολογισμό της χρονιάς.

Ζωντανέψτε τους νεκρούς σας και τα πεθαμένα από καιρό όνειρά σας. Αφήστε τα να ζήσουν μέσα από σας.

Ας μην ξεχάσουμε.

Κανέναν.

Καλή αποκοπή, σύντροφοι.

*στίχος από το Αιρετικό του Γιάννη Αγγελάκα