sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: πρόσωπο

küchenschabe

a1

κι αν τελικά αυτό που μας κρατάει στη γη δεν είναι βάρος αλλά φόβος;

 

κι αν τελικά τα δέντρα όλα μαζί σε σχήμα δάσους μεγαλώνουν

-ενδιάμεσα κομμάτια ανάμεσα σε γη και ουρανό-

γιατί τη μοναξιά των φύλλων τους κανένα δεν αντέχει;

 

κι αν ίσως ο αστροναύτης που πατάει στη σελήνη

-και καμιά σημαία μαζί του δεν κουβαλήσει-

μονάχα ένα γράμμα ερωτικό σ’ έναν κρατήρα μέσα αφήσει;

 

κι αν την ώρα που καθάρια σε κοιτάζω

-δεν ξέρω στ’ αλήθεια να μιλώ, μόνο το κοίταγμα-

δεν εκραγεί η λάμπα της πλατείας αλλά εσύ;

 

κι αν ό,τι εσύ αποτυχία θεωρήσεις

-ρυθμοί από τη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου-

σε μένα σαν νίκη στις άκρες του πολέμου καταγράφεται;

 

συγγνώμη για τα ερωτηματικά

αλλά με τον καιρό τα αγάπησα απ’ τις τελείες πιο πολύ

 

όμως τώρα την αλήθεια θα σου πω για μένα

-δεν ελπίζω· δεν θυμάμαι βλέπεις τι είναι η ελπίδα-

χαμογελώ από σιγουριά και όχι αμηχανία

 

το πρόσωπό μου στον καθρέφτη εκρήγνυται κάθε πρωί

-μέχρι το βράδυ έργα συντήρησης τα συνεργεία κάνουν-

τα χείλη μου θαρρώ το πιο αυθάδες σημείο πως είναι

 

λοιπόν, ας καταργήσουμε τους ορισμούς

-τη γλώσσα μορς θα ‘θελα μόνο να μου μάθεις-

ξέρεις, τα γκλοπς αγράμματα από συναισθήματα είναι

 

και κάτι τελευταίο ακόμα θα σου πω

-η Ελευθερία είναι άντρας, μπορώ να στο αποδείξω-

κάποτε ήταν τα Ψαρά, μετά ο Άη-Στράτης, και σήμερα τα ίδια μας τα δάχτυλα

 

και ξέρω τώρα πια πως όταν επιτέλους όλα χαθούν

από ένα μικρό και καυτερό φυτό όλα μπορούν να ξαναγεννηθούν

 

για την Τηλεπαθητική Αγωγή

του Maurice Labrador

πρωτότυπο #2015

φωτογραβία

166269_10200246308375269_26712217_n

τόσοι αιώνες ιατρικής επιστήμης

κι ούτε μια εξήγηση σωστή

για κείνο το μούδιασμα στον πνεύμονα

– θαρρώ είναι στον πνεύμονα και όχι στην καρδιά

καθώς εκείνη δεν σταματά να χτυπά παρά μόνο σου κόβεται η ανάσα,

και ευτυχώς δηλαδή που ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει για λίγο χωρίς ανάσα·

γιατί χωρίς χτυποκάρδι δεν επιβιώνει ούτε για μια στιγμή-

τόσα επιτεύγματα κι ένας ορισμός για αυτό το ασύνειδο μάζεμα των σπλάχνων πουθενά.

 

τυχαία ή επί τούτου πέφτει στα χέρια σου μια φωτογραφία

απ’ τα παλιά, απ’ τα μελλούμενα, απ’ όσα τρέχουν στο παρόν μα εσύ δεν πρόλαβες να ζήσεις

πρόσωπα γνωστά μαζί με άγνωστα, χαμόγελα που κάποτε σου ανήκαν, μάτια που κάποτε τους χάρισες το γέλιο σου

γέρνουν τώρα σε άλλους ώμους, φιλάνε άλλους καθρέφτες, αγκαλιάζουν άλλα πρωινά, μαλώνουν με άλλα σούρουπα

κοιτάς διαδοχικά τα χέρια με τις φλέβες να πετιούνται γεμάτες έξαψη

τους ώμους που χαμήλωσαν για να δεχτούν τη νέα πραγματικότητα

τα ζυγωματικά που κάποτε μια νύχτα ολόκληρη περπάτησες με τα ακροδάχτυλα

τα πόδια ανοιχτά σε θέση υποδοχής

τα φρύδια τσαλακωμένα από τον αέρα

τα μάτια κοιτάζουν το φακό με πίστη σχεδόν ευλαβική·

η απουσία σου είναι η ζωή των άλλων.

 

| οι φωτογραφίες μας βιάζουν |

| βία είναι ο πόνος που μας προκαλούν | 

| έτσι γεννήθηκε στις μέρες μας |

| η φωτογραβία |

 

στα χρόνια των δικτύων

τα νέα τρέχουν πιο γρήγορα από τις μέρες και τις νύχτες μας

οι ώρες κυλάνε σε χρόνο αλλοτριωμένο

γρηγορότερα απ’ ό,τι αντέχει η μνήμη και η λήθη μας

μας καταπάτησαν οι οθόνες

γίναμε παιχνίδια των μηχανών

τίποτα δεν υπάρχει αν δεν το δω σε δίκτυο

οι ευτυχίες και οι δυστυχίες είναι τώρα πια μόνο δημόσιες

θάβουμε τις βδομάδες μας δημοσία δαπάνη.

 

απ’ όλες τις φωτογραφίες εκείνες προτιμώ

που στήσιμο μπροστά στο φακό προϋποθέτουν·

σ’ αυτές το ψέμμα είναι καθάριο

σ’ αυτές γυμνώνεται η αλήθεια

όσο παλεύεις να δειχτείς

τόσο τα μύχια του εαυτού σου ξετρυπώνουν μέσα από το βλέμμα που θαρρεί πως μας ξεγέλασε·

 

όμως οι οθόνες δεν είναι τίποτα άλλο παρά φίλτρα

φακοί ειδικοί για τη θλίψη, για την αγάπη, για τον έρωτα, για το δάκρυ·

μα όσο κι αν παλεύουμε

τούτα τα φίλτρα ποτέ δεν θα μπορέσουνε να κρύψουνε

αυτό που μας γεννάει και μας σκοτώνει

τον πόνο·

 

τον αληθινό μας πόνο.