sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: σπρέι

in dubio pro morte

το τεκμήριο αθωότητας καθιερώθηκε για πρώτη φορά μετά τη γαλλική επανάσταση στη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 1789 στο άρθρο 9. σήμερα κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της ευρωπαϊκής συνθήκης για τα δικαιώματα του ανθρώπου. το τεκμήριο αυτό σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος θεωρείται αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου και η πολιτεία μέσω των οργάνων της οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο. η αρχή αυτή επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo)

(πηγή: wikipedia)

 10366295_10202610171510370_4096755527937152488_n

 

κοιτάξτε προσεκτικά παρακαλώ
τον τρόπο που ο νέος σηκώνεται από το σκουριασμένο σκαμπό
το λεπτό του ντύσιμο παρατηρείστε
το δώρο πτυχίου που καλύπτει τον καρπό του
− ηχορρύπανση βόμβας −
ανοίγει τη δερμάτινη τσάντα του
− δώρο της κοπέλας του για τη σπουδαία πρόσληψη −
τάχα καμώνεται πως ταχτοποιεί τα χαρτιά του
μέχρι να σιγουρευτεί πως ο πελάτης του
έτοιμος πια να κρεμαστεί από τη ζώνη του
ανήσυχα εφησυχασμένος γυρίζει στο κελί του
(ώρες επισκεπτηρίου αυστηρώς δύο· κανείς όμως δεν ενημέρωσε της πόλης τα πουλιά· αυτά έρχονται απρόσκλητα στα τετραγωνισμένα σιδερένια παράθυρα και ατενίζουν την ελπίδα που βγάζει φτερά και φεύγει μακριά κι αυτή)
κι ύστερα παρατηρείστε πιο προσεκτικά παρακαλώ
την ώρα που ένας κορυδαλλός ανίδεος για τη συνωνυμία
στέκεται στο παράθυρο και ανακαλύπτει αίφνης
πως δεν μπορεί να κελαηδήσει πια
ο νέος λοιπόν που ουδέποτε φέρελπις υπήρξε
βγάζει το αντισηπτικό από τη μέσα τσέπη
− την κρυφή −
και όλο επιμέλεια σκουπίζει χέρια, μάτια, λαιμό, αυτιά
αφήνοντας για πάντα την καρδιά του βρώμικη
κι ύστερα καθαρός από ενοχές και με οσμή νεκροτομείου
καληνυχτίζει φιλικά τους ανθρωποφύλακες της εννόμου τάξεως
και φεύγει γρήγορα για κάποιο μπαρ
όπου συχνάζει κάθε καρυδιάς υψηλά ιστάμενος
εκεί θα μπει, θα πιει κρασί λευκό και θα κοιτάξει την ατζέντα του
κι ύστερα από την ούρηση στο αποχωρητήριο
σίγουρος πως κανείς δεν τον κοιτάζει
θα λησμονήσει βαρεθεί τα χέρια του να πλύνει
αλλά θα θυμηθεί να ανασηκώσει το γιακά του πουκαμίσου του
− όσο πιο ψηλός ο γιακάς τόσο πιο φτηνιάρικα ακριβή η κολόνια του −
κι όταν την άλλη μέρα του τηλεφωνήσουν
να τον ενημερώσουν πως ο κρατούμενος του χτες
τάχα απροσδόκητα έθεσε τέλος στη ζωή του
δεν θα τον κυριεύσει ούτε θλίψη ούτε δάκρυ
δεν θα σταθεί καταμεσής της πανεπιστημίου να ουρλιάξει
δεν θα χτυπήσει το κεφάλι στην κολώνα της δεή
δεν θα χαθεί το βλέμμα του ψηλά ψάχνοντας τον κορυδαλλό
που δεν θα τραγουδήσει πια ποτέ
μόνο θα βάψει την ψυχή του ολόκληρη με σπρέι αντισηπτικό
που καταστρέφει δια παντός τις μνήμες
θα ακολουθήσει με το βλέμμα μια φούστα στενή
που εκείνη την ώρα θα περνάει το φανάρι απέναντι
και θα χαθεί ως πέρα στον μεγάλο εμπορικό της πόλης δρόμο
αναζητώντας βιαστικά πουκάμισα με γιακά χτισμένο από χάλυβα
πληρώνοντας όσο όσο για τα κατάλληλα ενός δικολάβου ρούχα
που προστατεύουν πλήρως όλους τους νέους αυτού του κόσμου
που ουδέποτε φερέλπιδες υπήρξαν
από την εξάπλωση του ιού της ανθρωπιάς

Advertisements

Περίπατος

φοβούμενη μια νύχτα μαύρη τις προάλλες

πως από ασφυξία η ζωή μου θα τελειώσει

πετάχτηκα από το σπίτι σέρνοντας

τις μπάλες που με το κελί μ’ ενώνουν

 

στο δρόμο πάνω, στη γωνία

-και μη νομίζετε, σε λαϊκή νεόπτωχων επαρχία μένω-

συνάντησα μια εξαίσια εικόνα

‘’κι αν κάποτε οι εχθροί σου ξεκινήσουν

με στόχο στην κοιλιά σου πάνω να καθίσουν

θα στέκεις άραγε αγέρωχο λιοντάρι

ή τάχα την πνοή σου όλη έχουν πάρει;‘’

 

με σπρέι μαύρο, βιαστικό και οργισμένο

κάποιος στου γείτονα τον τοίχο ορνιθοσκάλισε

 

στα γράμματα στρογγύλεμα ουδέν

οι τόνοι τα απειλούσαν με εκρήξεις

-ελέω λαού και ελευθερίας

και με σκοπό την προστασία των ηθών

οι τόνοι που όλοι ξέραμε μαράθηκαν

μετονομάστηκαν σε κρότου λάμψης αναιδώς

οι λέξεις πια δεν θέλουν να τονίζονται

οι σκέψεις μας ανατινάζονται τῂ εκφορά των

κι όποιος τονίζει ως εχθρός του καθεστώτος θεωρείται

 

στη νέα αυτή πραγματικότητα

-ρούχο επίσημο του ψεύδους των αρχόντων-

που ευνούχισε τους ποιητές και λείανε τα πάθη

που γκρέμισε τα σπίτια μας και ύψωσε το μήπως

που στέρησε από το λαό και το όχι και το λάθος

καταλαβαίνετε το εξαίσιο της εικόνας

 

κατά παράβαση του νόμου των αρχών

ο εγκληματίας μου θύμισε πληγές και γεγονότα

ξανάφερα στη μνήμη μου το λόγο της οργής μου

θυμήθηκα πώς κάποτε -δεν πάει αλήθεια πολύς καιρός-

κι εγώ κι εσύ παλεύαμε κατά της αδικίας

και πώς το επιτρέψαμε βιαίως να αλωθούμε

 

πλησίασα με αφοβισιά στον τονισμένο τοίχο

έχωσα μες στις τσέπες μου τους κρότου λάμψης τόνους

και χάθηκα στις γειτονιές που βύθισαν στη λήθη και στο γήρας

καπεταναίοι ασήμαντοι και εφοπλιστές αδέκαστοι φονεύοντας τους νέους

 

σύμφωνα με το ανακοινωθέν που εκδόθηκε το επόμενο πρωί

ομάδα αγνώστων νεαρών που πια καταζητούνται

βανδάλισε τα κτίρια του οσίου καθεστώτος

κι όποιος πληροφορίες δώσει περί αυτού

απλόχερα θα πληρωθεί -κουκούλα προαιρετική-

 

εγώ, ο διαβάτης που κάθε βράδυ κυνηγιέται από ασφυξία

σ’ ευχαριστώ, παράνομε των τόνων μαχητή

εγώ, ο αγριεμένος κάτοικος νεόπτωχης περιοχής

σ’ ευχαριστώ, ασυγκράτητε του δικαίου των αδίκων καθεστώτος