sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: συγκίνηση

βεργούλες*

κάθομαι στο ίδιο παγκάκι. περιμένω το ίδιο βαγόνι με τότε. κάθομαι όπως και πριν από εφτά εννιά δεκατρία χρόνια. βαρύτερη. καθόλου αγόγγυστα κουβαλάω οφειλές, χαρές ανεπίδοτες, επιτυχίες αδιέξοδες, αποτυχίες περισπούδαστες. είκοσι χρόνια οι ίδιες μουσικές στα αυτιά μου. είκοσι χρόνια μια φυγή. να φύγω. να μπω στον ηλεκτρικό να φτάσω μέχρι την κηφισιά κι ύστερα γραμμή για πειραιά. να μυρίσω τη δυσωδία της θαλάσσιας μόλυνσης. να καπνίσω ένα τσιγάρο αργόσυρτο. να μου ξεφύγει ένα δάκρυ ίσα να ξαλαφρώσω από βάρη ανεξήγητα και μετά να επιστρέψω. πάνε αυτά. τελειώσανε. στον τόπο που ζω τώρα πια δεν έχω άλλες δικαιολογίες. ούτε προθυμοποιείται ντόπιος κανείς να μου δανείσει δύο τρεις κουβέντες παρασυμπαθητικές ίσα για να βγάλω την τουριστική σεζόν. οι νησιώτες δεν χαρίζουν. αλατισμένοι και εκ δυσμών πολιτισμένοι σου πουλάνε ό,τι θες. αποθηκεύουν ό,τι νιώθουν βαθιά μέσα τους κι ύστερα πορεύονται με το ζύγι. ούτε έχω πια δικαιολογία δήθεν πως μου λείπει η θάλασσα. η θάλασσα τώρα πια με πνίγει. με απειλεί. με καταπίνει. είναι γύρω μου παντού. πάλι όμως κάτι λείπει. πάντα όμως κάποιος λύπη. τιμωρώ τον εαυτό μου για τούτον τον διπολισμό με την μη γράφειν ποινή. με αφήνω να πνιγώ από τον ίδιο μου τον εαυτό. με αναγκάζω να γεννάω φουσκοθαλασσιές κι ύστερα να τις σκοτώνω με τα ίδια μου τα χέρια καταπίνοντάς τες. δεν θα γράφεις πια. χωρίς ανάσα θα διαβιείς στρώνοντας φλοκάτη τα αλλοτινά σου όνειρα και πατώντας πάνω τους με βία. δεκαεννιά του μήνα σήμερα. πάνε χρόνια από κείνα τα άλλα γενέθλια. διαπληκτισμός για το ποδόσφαιρο είπε η οθόνη. μαχαιριά εγκάρσια στον τόπο που ‘χαμε υποσχεθεί πως δεν θα περάσει ο φασισμός. θάνατος αγύριστος. λόγια καρδιακά. μάνα με αυχένα που πονάει μα δεν σκύβει. πρέπει να φύγω. πρέπει να ξαναγυρίσω στο νησί. πρέπει να κάνουμε τα νησιά πρωτεύουσες και τις πόλεις βοσκοτόπια. ήθελα να ‘μαι σε κείνη τη συναυλία. να μπορώ να κλάψω ελεύθερα. χωρίς ντροπή. αυτό μου λείπει. να μην ντρέπομαι να κλάψω. εδώ η συγκίνηση είναι λέξη άγνωστη. όχι όχι άγνωστη. εδώ η συγκίνηση είναι έννοια αχρείαστη. βυθισμένη μαζί με τις άγκυρες των κρουαζιερόπλοιων στον βυθό του λιμανιού. πρέπει να ενώσω την πόλη με το χωριό. να τραβήξω μια τεράστια γραμμή και να ενώσω με τελίτσες ό,τι κουβαλάω από της άστεως τα πεζοδρόμια με τα σύννεφα που ακουμπάνε στον αίνο για να ξεκουραστούν. πρέπει να ξεπλύνω τις αποσκευές μου στην ιόνια θάλασσα και να κηρύξω τον λόγο του δάκρεος. να διδάξω στα μυαλά πώς να υγραίνονται. να ξεπλύνω τα από χρόνια στεγνωμένα ενοικιαζόμενα εισοδήματα με δακρυγόνα. να εξανθρωπίσω τον τουρισμό. πρέπει να φύγω από δω. να ξαναγυρίσω στο νησί. αποχαιρετώ το στίχο του γιάννη ρίτσου που σκεπάζει ολόκληρο το σπίτι του λαού και τραβάω γραμμή για το νησί. στο δρόμο σταματάω την κυκλοφορία στην εθνική οδό και  κόβω βέργες. να φτιάξω μιαν ανθοδέσμη από βεργούλες και να την χαρίσω στον πρώτο παλαβό που θα βρω πάνω στο νησί να νιώθει. που να νιώθει την αδικία. τον χαμό. τον θάνατο. τα κάγκελα. την καταπίεση. έναν που να νιώθει τη χαμένη μας λευτεριά*.

Advertisements

η μπαλάντα των αντίχριστων

μια εντύπωση. νιώθω σα να χτίζω εκεί που δεν στεριώνει τίποτα.
μια εμμονή. συνεχίζω να προπαγανδίζω ιδέες ασαφείς.
μια ανάγκη. αυτιστικά αναζητώ τον μέγιστο κοινό διαιρέτη στο ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο
ν. α.

10406469_10203200208180918_8672930402534808982_n

κάτι λίγες ελάχιστες στιγμές
που η μπύρα έχει αλλιώτικη γεύση
κάτι σπάνιες αγαπημένες νύχτες
που οι άνθρωποι κλαίνε παρέα εξ αποστάσεως
κάτι πρωινά που περιμένεις ανυπόμονα το κουδούνι να χτυπήσει
που ο ταχυδρόμος σου φέρνει ανεπίδοτη επιστολή
κάτι μεσημέρια φθινοπωρινά και ηλιόλουστα
που το γράμμα σου βρήκε ύστερα από χρόνια τον παραλήπτη του

μου μυρίζει αλλιώτικα απόψε ο καπνός
όχι αμερικάνικος ούτε ελληνικός
απόψε καπνίζω κάτι που ‘ρθε από κείνη τη γη
που δεν υπάρχουνε σύνορα
που όσοι αγαπιόμαστε καθόμαστε παρέα στο μπαλκονάκι
με τις αλυσίδες μας σπασμένες

αν η ζωή είναι κρασί
εμείς διαλέγουμε τις χρωστικές που θα της δώσουνε το χρώμα
διάλεξα πάντα το μαύρο της οργής και το κόκκινο της αγάπης
κι ύστερα έμαθα πως είναι κι άλλοι σαν εμένα εκεί έξω
που δακρύζουνε συχνά και βρίζουνε το θεό ακόμα πιο συχνά
όχι γιατί τον μισούν αλλά γιατί τον θεωρούν δικό τους άνθρωπο

αυτή είναι η διαφορά
οι αντίχριστοι νιώθουμε τον ναζωραίο δικό μας
γείτονα, εραστή, φίλο, ξάδερφο, επαναστάτη

υπάρχουνε άνθρωποι που γεννήθηκαν χωρίς να κλάψουνε
αλλά έχουνε πάντα μια συγκίνηση στα μάτια
τίποτα πιο ερωτικό από τα υγρά βλέμματα
κι ας πουλάνε σαν τρελά τα πορνό με τα υγρά κορμιά

αλλιώτικη γεύση έχει απόψε ο λυκίσκος
αλμυρή μπύρα και γλυκά δάκρυα
για έναν κόσμο που πρέπει να αλλάξει
γιατί άλλο δεν μας έμεινε να κάνουμε πια
φτάσαμε στην εσχατιά του ψέματος
τελειώσανε οι προφάσεις
αδειάσανε τα πτυελοδοχεία των εξηγήσεων
σπάσανε οι αμφορείς της πολυλογίας
και γκρεμίστηκαν τα αυθαίρετα της αδικίας

ίσως πάλι να πιστέψετε πως σάλεψα
ίσως πάλι αύριο πρωί πρωί
εισαγγελική παραγγελία να δοθεί
διατάσσει τον εγκλεισμό σε ίδρυμα ευαγές
καθώς η κατάστασις κρίνεται ιδιαιτέρως κρίσιμη για τη ζωή της
καταδικάστε με στην εσχάτη των ποινών
διατάσσει υποχρεωτική εικοσιτετράωρη παρακολούθηση
προγράμματος ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού
και κατόπιν ενέσεις πολιτικής αισιοδοξίας εν αναμονή του μεσσία
όμως μη λησμονήσετε
όταν εγώ εδώ δεν θα ‘μαι
πως παρέα με τον κεμάλ νέα απόφαση ελάβαμε
πως έφτασε η ανεπίστρεπτη στιγμή
να αλλάξει ο κόσμος άρωμα υφή οσμή και γεύση